Το ταξίδι για την Μονεμβασιά άρχισε με τους καλύτερους οιωνούς και χωρίς να μπορεί κανένας από τους δύο να ισχυριστεί ότι δεν πέρασαν όμορφα, υπήρξε τελικά ανάμεσά τους ένα αλλά.

Ξεκίνησαν πρωί Παρασκευής με τις καρδιές τους γεμάτες από την προσμονή που σου χαρίζει ένα ταξίδι.

Θα απομακρυνόταν από όλα όσα τους κούραζαν. Τις σκέψεις του μυαλού θα τις έπαιρνε μακριά ο ήχος του παφλασμού του κύματος και η μυρωδιά της χειμωνιάτικης θάλασσας. Το Κάστρο, με τα πλακόστρωτα καλντερίμια και τις ανηφοριές, θα μεταμορφωνόταν στην μαγική τους κρυψώνα. Εκεί που θα συναντούσαν ο ένας τον άλλον από την αρχή.  Αυτή ήταν η ανάγκη τους.

Οδηγούσε ο Μανώλης. Φτάνοντας στο ύψος της Σπάρτης συνέχισε ευθεία.

«Μα πάμε λάθος» είπε η Ανδριάνα
«Όχι, θα δεις» της απάντησε, χαρίζοντάς της το γοητευτικό του, φωτεινό χαμόγελο.

Άρχισαν να ανεβαίνουν το βουνό.

«Στον Ταΰγετο έχεις πάει;» τη ρώτησε
«Όχι» απάντησε η Ανδριάνα κοιτάζοντας από το παράθυρο μαγεμένη.

Διέσχιζαν τον φιδίσιο στενό δρόμο κι όλο ανέβαιναν προς την κορυφή για να αρχίσουν αργότερα να κατεβαίνουν.

«Σταμάτα εδώ, σε παρακαλώ» του είπε δείχνοντας τις πολύκρουνες κρήνες με το νερό που έτρεχε, τις λειχήνες και τα πλατάνια.

Ο Μανώλης άφησε στην άκρη του δρόμου το αυτοκίνητο μαλακά. Η Ανδριάνα άνοιξε την πόρτα, πήδηξε κι έτρεξε σαν το ελάφι στις πηγές. Έβαλε τις χούφτες κάτω από το παγωμένο νερό και ήπιε όσο περισσότερο μπόρεσαν να αντέξουν τα κοκκινισμένα από το κρύο χέρια της.

«Εδώ ζούσαν και ζουν ακόμα οι νεράιδες» είπε έχοντας ανοίξει την αγκαλιά της διάπλατη. «Σε ευχαριστώ» φώναξε δυνατά «για να το ακούσει το σύμπαν» συμπλήρωσε και πήδηξε πάνω στον Μανώλη που την παρατηρούσε χαμογελαστός, με τα χέρια στις τσέπες.

«Σαν μικρό κοριτσάκι κάνεις» της είπε και πήγε κοντά της για να την σφίξει στην αγκαλιά του.
«Πιες νερό, πιες από αυτό το αγίασμα» τον παρότρυνε εκστασιασμένη η Ανδριάνα.

Μπήκαν στο αυτοκίνητο και συνέχισαν τον δρόμο τους.

«Αν βρούμε μια ταβέρνα ανοιχτή, λέω να σταματήσουμε για γουρουνοπούλα» είπε ο Μανώλης.
«Δεν γίνεται να είσαι τόσο πεζός» του απάντησε με στόμφο «μέσα στη μαγική αγκαλιά του βουνού εσύ να ονειρεύεσαι γουρουνοπούλα!»
«Καλά, εσύ μην φας. Μείνε με τις φίλες σου τις νεράιδες να πείτε τα δικά σας. Εμένα θα με συγχωρέσετε όμως» απάντησε γελώντας ο Μανώλης και συνέχισε «σε λίγο θα σε δαγκώσω από την πείνα».

Έφτασαν στον Κάστρο νωρίς το απόγευμα. Πάρκαραν το αυτοκίνητο κοντά στην είσοδο και με τις μικρές τροχήλατες βαλίτσες άρχισαν να βαδίζουν αργά-αργά, μαζεύοντας στο σεντούκι του μυαλού τους αμέτρητες εικόνες, βγαλμένες από μια άλλη εποχή, που ξεδιπλώνονταν μπροστά στα μάτια τους.

Η Ανδριάνα τραβούσε διαρκώς φωτογραφίες.

«Τι θα τις κάνεις όλες αυτές;» ρωτούσε κάθε τόσο ο Μανώλης.
«Για να μην ξεχάσω ποτέ τα χρώματα της ευτυχίας» ήταν η απάντηση.

Ο ξενώνας ήταν στο τέλος του Κάστρου και είχε θέα την θάλασσα.

«Είναι τόσο ήσυχα» είπε η Ανδριάνα αφήνοντας τη ματιά της να χορτάσει το μπλε της θάλασσας και η θύμησή της πλημμύρισε από τη φωνή της Ρόζας να απαγγέλει τον ένα και μοναδικό στίχο του Βάρναλη που ήξερε, κάθε που η ματιά της αντάμωνε τη θάλασσα.

«Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτινέ έρωτά μου
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά».

Και χωρίς να το καταλάβει, άρχισε κι εκείνη να το ψιθυρίζει κι ας βρισκόταν στη γη του Ρίτσου.

«Σταμάτα να ρεμβάζεις κι έλα να τακτοποιήσουμε τα πράγματά μας» είπε ο Μανώλης.

Η Ανδριάνα τον ακολούθησε. Πέρασε το κατώφλι του ξενώνα παρατηρώντας την ομορφιά του χώρου, όσο ο Μανώλης τακτοποιούσε τα διαδικαστικά.

Είχε μείνει για ώρα αμίλητη. Είπε μόνο ένα «ευχαριστώ» στον κύριο που τους εξηγούσε την ιστορία του ξενώνα κι αυτό μόλις έφυγαν για το δωμάτιό τους.

«Δεν θέλω να φύγουμε από εδώ» είπε πιάνοντας τον Μανώλη από το μπράτσο. Γύρισε και την κοίταξε. Γέλασε, «περίμενε να μπούμε μέσα» είπε και της κράτησε την πόρτα για να περάσει πρώτη.

Η Ανδριάνα ψιθύρισε κάτι ακαταλαβίστικο.

«Τι είπες;»
«Είναι απίστευτα όμορφο» απάντησε κι έμεινε για λίγο ακίνητη να παρατηρεί το χώρο.

Πέτρα στους τοίχους και σοβάς, ξύλινα δοκάρια στην οροφή κι ένα μεγάλο διπλό σιδερένιο κρεβάτι με μικρή στρογγυλή κουνουπιέρα στην οροφή του. Δύο μικρά ξύλινα, υπέροχα κομοδίνα, λιτά όπως άρμοζε ακριβώς στο χώρο κι ακριβώς απέναντι, το ανοιχτό παράθυρο, να τους χαρίζει την άπλα του Αιγαίου. Ένα μικρό τραπέζι, δύο πολυθρόνες και το κέρασμα καταμεσής.  Ένα γυάλινο διάφανο σκαλιστό μπουκάλι με κρασί και δυο μικρά ποτήρια.

«Δώρο Θεού» του είπε δείχνοντας τον τρούλο της εκκλησίας. «Σε ευχαριστώ αγάπη μου» συνέχισε και σφίχτηκε πάνω στον Μανώλη.
«Κάνουμε ένα γρήγορο ντους και πάμε για φαγητό;»

Η Ανδριάνα τακτοποίησε τα ρούχα τους κι ακολούθησε τον Μανώλη στο μπάνιο.

«Είσαι πονηρή» είπε καθώς της έκανε χώρο για να μοιραστούν παρέα το ζεστό νερό. «Θα σε σαπουνίσω εγώ» συνέχισε, χωρίς να περιμένει την έγκρισή της.

Βγήκαν από το μπάνιο, στέγνωσαν τα χορτάτα από τον έρωτα κορμιά τους και πιασμένοι χέρι-χέρι άρχισαν να περιδιαβαίνουν στο Κάστρο. Κάθισαν στην ταβέρνα που είχε μαζεμένες τις περισσότερες γάτες.

«Τι θέλεις να παραγγείλω;» ρώτησε ο Μανώλης.
«Παρ’ το  όλο επάνω σου, δεν θέλω να ασχοληθώ με τίποτα» απάντησε η Ανδριάνα απλώνοντας τα μακριά της πόδια και ρουφώντας τον κρύο αέρα.

Ο Μανώλης σερβίριζε το κρασί στα ποτήρια τους χωρίς να έχει πάρει είδηση τον πορτοκαλί γάτο που είχε στρογγυλοκαθίσει στο παράθυρο από πίσω του. Η Ανδριάνα παρατηρούσε αμίλητη αλλά της ήταν αδύνατον να κρύψει το αυθόρμητο χαμόγελό της.

«Τι συμβαίνει;»
«Τίποτα»
«Τότε, γιατί αυτό το πονηρό γελάκι;»

Ο γάτος περπατούσε, για την ακρίβεια σχεδόν ακροβατούσε στο πρεβάζι του παραθύρου. Με ένα σάλτο θα προσγειωνόταν στο τραπέζι τους. Ήταν σίγουρη ότι ο Μανώλης θα εκνευριζόταν κι αυτό από μόνο τους της φαινόταν τόσο αστείο! Ένα γάτος πάνω στο τραπέζι τους, τι θα γινόταν μετά;

«Ο κύριος Πορτοκάλης κάτι έχει να σου πει».
«Ποιος;» ρώτησε ξαφνιασμένος ο Μανώλης.
«Για την ακρίβεια ο κύριος Πορτοκάλης κάτι θέλει να τον κεράσεις» είπε καθώς κοίταζε τον γεροδεμένο γάτο να ρουθουνίζει από την μυρωδιά του κοκκινιστού. «Γύρνα με προσοχή μην τον τρομάξεις» είπε αλλά ήταν ήδη αργά. Ο γάτος είχε ακουμπήσει το μπροστινό του πόδι στον ώμο του Μανώλη.
«Δεν το πιστεύω …» είπε λίγο ενοχλημένος. Ο γάτος τρίκλισε, βρήκε την ισορροπία του και κάθισε με τεντωμένα τα αυτιά στο πρεβάζι. Άρχισε να γλύφει την ουρά του αδιάφορα. Η Ανδριάνα γελούσε με την καρδιά της.

Πόσο καιρό είχε να νοιώσει τόσο ξέγνοιαστα!

«Όπου και να πάμε μαζεύεις όλα τα γατιά γύρω σου» γκρίνιαξε ο Μανώλης.
«Είμαι η αγαπημένη τους» απάντησε και ήπιε λίγο από το κρασί της. «Ωραίο άρωμα έχει, κέρνα με λίγο ακόμα».
«Πρόσεχε, δεν είναι τόσο αθώο όσο φαίνεται» της είπε και της έβαλε στο πιάτο της πατάτες και λίγο κοκκινιστό.
«Μην ανησυχείς» απάντησε αλλά δίκιο αυτή τη φορά δεν είχε.

Κάθισαν στην ταβέρνα μέχρι που βράδιασε για τα καλά. Κουβέντιαζαν, γέλαγαν και τα ποτήρια τους, κάθε που άδειαζαν γέμιζαν από την αρχή. Όταν ένοιωσαν το κρύο για τα καλά να τους διαπερνάει ζήτησαν τον λογαριασμό, πλήρωσαν και η Ανδριάνα χαρούμενη όπως ήταν σφίχτηκε επάνω του.

«Που θα πάμε τώρα;»
«Βόλτα» της απάντησε ο Μανώλης κι άρχισαν να περιδιαβαίνουν στα στενά. Άκουσαν μουσική λίγο παρακάτω, ακολουθώντας τη διαδρομή προς την έξοδο της κεντρική πύλη του Κάστρου. Πέρασαν από μπροστά, άνοιξαν την πόρτα, κοίταξαν ο ένας τον άλλο και χαμογέλασαν ικανοποιημένοι.

«Μπάρα;» ρώτησε ο Μανώλης.
«Εννοείται» του απάντησε.

Βολεύτηκαν στα ψηλά σκαμπό και απολάμβαναν τη μουσική.

«Τι θα πιείς;»
«Ένα σκέτο ουίσκι».
«Σκέτο; Μου έγινες θεριακλού;»
«Όχι βέβαια, θέλω να γευτώ την καπνισμένη γεύση του βαρελιού».
«Φρόντισε να μεθύσεις» την προειδοποίησε.
«Σιγά μην ζαλιστώ» είπε με σιγουριά η Ανδριάνα και ήταν η τελευταία φράση που για το υπόλοιπο της ζωής της, θυμόταν από τη νύχτα αυτή.

Ήταν αδύνατον να φέρει στη μνήμη της τι είχε συμβεί εκείνο το βράδυ. Το μόνο που καταλάβαινε όταν οι αχτίδες του ήλιου παραβίασαν τα κλειστά της βλέφαρα, ήταν ότι κάτι είχε πάει στραβά. Γύρισε το κεφάλι της στο πλάι και είδε τον Μανώλη να κοιμάται ήσυχα.

Έκανε να σηκωθεί αλλά αμέσως το μετάνιωσε. Το κεφάλι της πονούσε σαν να το χτυπούσαν χίλια σφυριά μαζί, το στόμα της ήταν ξερό και τα χείλια της σκασμένα.

Έμεινε ακίνητη στη θέση της κοιτώντας στην αρχή το ταβάνι, μετά το μπλε του Αιγαίου και τα κεραμίδια του τρούλου. «Αλήθεια ποια εκκλησία να ήταν αυτή άραγε;» αναρωτήθηκε κι αμέσως μετά συνειδητοποίησε έντρομη ότι ήταν αδύνατον να θυμηθεί τι είχε συμβεί χθες το βράδυ. «Πως είχε φτάσει στο κρεβάτι;» Άγγιξε το κορμί της και διαπίστωσε τη γύμνια της. Κουνήθηκε ελαφρά και είδε τα ρούχα της πεταμένα στη μια πολυθρόνα.

«Ξύπνησες;» τη ρώτησε ο Μανώλης.

Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της και χαμογέλασε ελαφρά.

«Συγγνώμη για χθες. Δεν θυμάμαι τίποτα» είπε χωρίς περιστροφές.
«Χάλασε όλη η βραδιά μας» είπε με πίκρα ο Μανώλης.
«Πάμε για πρωινό και θα σου εξηγήσω» απάντησε νοιώθοντας την καρδιά της βαριά σαν μολύβι.

Όταν βρέθηκαν στην τραπεζαρία του ξενώνα έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Διάλεξαν το τελευταίο τραπέζι, από μάρμαρο, οβάλ, μπροστά στο παράθυρο με θέα στην πλατεία και στο Αιγαίο.

Ελληνικό πρωινό με αυγά βραστά, μαρμελάδες δικές τους σπιτικές «βιολογικές» τους ενημέρωσαν, με ψωμί ζυμωτό, κέικ, γιαούρτι, τυριά και ό,τι άλλο έβαζε ο νους σου.

Το τηλέφωνο του Μανώλη χτύπησε κι ήταν από την εταιρία του. Μιλούσε κι αυτό της έδωσε το χρόνο να συγκεντρωθεί στα μέσα της. Δεν ήθελε να ομολογήσει το γιατί, μα η εικόνα της μέσα σε αυτή την ομορφιά, της έφερε μια αναπάντεχη θλίψη και τα μάτια της άρχισαν να τρέχουν ασταμάτητα, σαν την πηγές του Ταΰγετου.

Δεν έκανε καμία προσπάθεια να σταματήσει το βουβό της κλάμα. Ήταν μάταιο. Κράτησε την κούπα με τον καφέ με τα δυο της χέρια κι αφέθηκε στο ξελάφρωμα της ψυχής της. Θα έπαιρνε η θάλασσα μακριά τους δικούς της αδήλωτους πόνους και θα τους έπνιγε μέσα στην αλμύρα της.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ανήσυχος ο Μανώλης πιάνοντας το χέρι της από τον καρπό.

Η Ανδριάνα ήταν αδύνατον να απαντήσει. Το βουβό και ήσυχο κλάμα μετατράπηκε σε στιγμιαίο λυγμό και ο λυγμός σε αναφιλητό και το αναφιλητό σε νευρικό γέλιο.

«Θα με περάσει για τρελή» είπε από μέσα της χωρίς ακόμα να μπορεί να μιλήσει. Σκούπιζε τα μάτια της και συνέχισε να γελάει νευρικά. Ο Μανώλης την κοιτούσε αποσβολωμένος κι όσο έβλεπε τα γουρλωμένα μάτια του, τόσο περισσότερο της ήταν αδύνατον να σταματήσει. Ήπιε νερό. Ήταν ο μόνος τρόπος να σταματήσει.

«Σου ζητώ συγγνώμη» είπε σοβαρά.
«Δεν καταλαβαίνω» μουρμούρισε ο άντρας κοιτάζοντας μήπως τους έβλεπε κανείς. Είχε μια ευαισθησία σχετικά με την προς τα έξω εικόνα του.

«Μανώλη άκουσέ με προσεκτικά. Ήταν ένα μεγάλο ξέσπασμα μιας τεράστιας πίεσης χρόνων. Δικό μου το λάθος, εγώ πρέπει να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά. Εσύ δεν μου φταις τίποτα. Έχω να μεθύσω έτσι χρόνια και η αλήθεια είναι ότι αυτή η εικόνα μου καθόλου δεν μου αρέσει. Επίσης, δεν ξέρω πώς να στο πω αλλά δεν θυμάμαι τίποτα από χθες το βράδυ. Έδωσες την παραγγελία για τα ποτά μας και μετά τι έγινε;»

«Ήπιες δύο ποτά μονορούφι, λες και έπινες νερό. Τα έχασα. Ακόμα κι εγώ που είμαι άντρας έτσι δεν τα πίνω. Προσπάθησα να σε σταματήσω αλλά ήταν αδύνατον. ‘’Κερνάω εγώ σήμερα’’ έλεγες και φλέρταρες με τον κιθαρίστα».

«Φλέρταρα με τον κιθαρίστα;» ρώτησε έντρομη η Ανδριάνα.

«Ναι και ήπιες και το δικό μου ποτό».

«Αυτό είναι, θα με χάλασε ο πάγος» είπε κάνοντας μια προσπάθεια να σώσει την κατάσταση. «Και στο δωμάτιο πως φτάσαμε;»

«Σε πήρα αγκαλιά και επειδή περνάγαμε μέσα από καμάρες και κατεβαίναμε σκαλοπάτια, σε έβαλα στον ώμο μου, μέχρι που φτάσαμε στην πλατεία έξω από τον ξενώνα. Εκεί ήθελες να παίξεις με τα φώτα».

«Ποια φώτα;»

«Η πλατεία το βράδυ φωτίζεται, με προβολείς εδάφους και είναι πανέμορφη. Κρίμα που το έχασες. Θα την δεις σήμερα το βράδυ».

«Δηλαδή έγινα ρεζίλι, αυτό μου λες;»

«Αυτό είναι το λιγότερο. Ένα πράγμα με βασανίζει από χθες, αν πρόκειται να ξαναζήσω αυτό το χάλι, γιατί ειλικρινά Ανδριάνα το τελευταίο πράγμα που χρειάζομαι είναι μια γυναίκα που πίνει και γίνεται έτσι. Δεν μπορώ να το αντιμετωπίσω και δεν θέλω».

«Δεν υπάρχει τέτοιο πρόβλημα. Απλώς έσκασα Μανώλη και όλη η πίεση βγήκε με αυτό τον τρόπο. Δεν θα συμβεί ξανά, αν είχα πρόβλημα θα το είχες καταλάβει».

«Αυτό είναι που σε έσωσε. Γιατί χθες, ειδικά από ένα σημείο και μετά, όταν όλο αυτό σταμάτησε να έχει πλάκα, ενοχλήθηκα και προβληματίστηκα. Ίσως κι εγώ να τα έκανα λίγο πιο δραματικά γιατί ας μην ξεχνάμε ότι δεν ήπιες μόνη σου. Θα μου πεις τι σε βασανίζει;»

«Αν θες την αλήθεια η απάντηση είναι όχι».

«Έχουμε μυστικά μεταξύ μας Ανδριάνα;»

«Όχι, αλλά έχουμε περιορισμένο χρόνο για να περάσουμε καλά και ξέρεις τι έχω ανάγκη;  να μου δείξεις την χθεσινή διαδρομή».

«Αυτό είναι το πιο εύκολο» είπε και βγήκαν στην πλατεία. «Θέλεις να πάμε βόλτα κι εκτός Κάστρου;»

«Την ημέρα της επιστροφής» είπε και του έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο στόμα. «Μανώλη, θέλησα μέσα σε μια βραδιά, να ζήσω όλη τη χαρά που τα προηγούμενα χρόνια στερήθηκα. Ήταν φυσικό να συμβεί αυτό ειδικά όταν ξέρω ότι στην Αθήνα μας περιμένουν ένα σωρό άλυτα θέματα».

«Εννοείς;»

«Εννοώ ότι τώρα θα περάσουμε καλά κι όταν γυρίσουμε θα τακτοποιήσουμε τα βασανάκια μας. Μικρά ή μεγάλα και θα το κάνουμε μαζί» είπε.

Η εκδρομή και η βόλτα τους ξεκίνησε από την αρχή εκείνη τη στιγμή. Η Ανδριάνα μόλις είχε ορκιστεί στον εαυτό της ότι στον Μανώλη δεν θα έλεγε όλη την αλήθεια. Μπορεί να μην χρειαζόταν να πει τίποτα. Ούτε για το τρακάρισμα του Σπύρου, ούτε για την αστυνομία που είχε έρθει σπίτι του. Ούτε για την βοήθεια που η ίδια είχε ζητήσει από τον Νικόλα για να συνεφέρουν τον πατέρα του. Ο Σπύρος μόνο τον γιό του άκουγε, ίσως και να τον ντρεπόταν, ήταν κι οι ενοχές που ένοιωθε ότι παράτησε τη μάνα του για την Στέλλα. Η Ανδριάνα όμως αναρωτιόταν σε τι απέλπιδη θέση ερχόταν αυτό το αγόρι βλέποντας τον πατέρα του έτσι. Γιατί ένας νέος άνθρωπος θα έπρεπε να έρχεται αντιμέτωπος με τέτοιες καταστάσεις;

Σκεφτόταν ότι καμιά φορά, οι οικογενειακές ιστορίες πρέπει να μένουν κλειδαμπαρωμένες στα κρυφά ντουλάπια του μυαλού. Με τρόπο τέτοιο, ώστε κανείς να μην μπορεί να τις χρησιμοποιήσει για να πληγώσει τους δικούς σου αδύναμους ανθρώπους.

Αυτό που έπρεπε να φροντίσει με την επιστροφή της, ήταν να εξηγήσει στον ξάδελφό της ότι χρειαζόταν άμεσα τη βοήθεια ειδικού. Τα περιθώρια στένευαν και το πρόβλημα του Σπύρου μεγάλωνε. Αυτή τη φορά ήταν ένα τρακάρισμα με υλικές ζημιές. Την επόμενη όμως ποιόν θα έπαιρναν στον λαιμό τους;

Η δικιά της ευθύνη που ξεκινούσε και που τελείωνε όταν ήταν ήδη γνώστης της κατάστασης; Τα σωθικά της σφίχτηκαν.

«Βλέπεις αυτή την ταράτσα; Είναι ένα παραδοσιακό καφέ» είπε στον Μανώλη και πριν προλάβει να της απαντήσει, τον έπιασε από το χέρι και ανέβηκαν τις σκάλες  για να δουν τη θάλασσα να απλώνει ξεδιάντροπα την ομορφιά του στραφταλίσματός της μπροστά στα μάτια τους.

«Ένα διπλό ελληνικό μέτριο προς το γλυκό στη χόβολη παρακαλώ και μια βανίλια υποβρύχιο» ζήτησε και παρακάλεσε τα ξωτικά της θάλασσας να πάρουν μακριά όλους τους καημούς της.

butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here