Οι συναντήσεις της Ανδριάνας με τον Σπύρο στον τελευταίο όροφο του γνωστού ξενοδοχείου στην Πλατεία Συντάγματος, είχαν καθιερωθεί πια, ως η αγαπημένη τους απογευματινή συνήθεια.

Για την ακρίβεια, με τον τρόπο αυτό έκλειναν το κύκλο της ημέρας . Άφηναν πίσω τους την πίεση της δουλειάς, της καθημερινότητας κι άνοιγαν το απόγευμά τους με μια νότα πολυτέλειας, «με ένα σύντομο ταξίδι στην Ευρώπη» έλεγε η Ανδριάνα αγκαλιάζοντας με το βλέμμα της το χώρο και απολαμβάνοντας το χαμόγελο αλλά και την συμπεριφορά του προσωπικού.

Αυτό που στην ίδια άρεσε περισσότερο, ακόμα κι από τη μαγική θέα που προσέφερε ο χώρος προς την Ακρόπολη, ήταν το κοκτέιλ  μιμόζα που έπινε. Μέχρι την στιγμή που της το προσέφεραν ως καλωσόρισμα σε ένα από τα εταιρικά δείπνα που είχε συνοδεύσει τον ξάδελφό της, δεν γνώριζε ούτε καν την ύπαρξή του!

Για την ακρίβεια, η Ανδριάνα προτιμούσε το κρασί. Λευκό ή κόκκινο και σε εξαιρετικές περιπτώσεις ένα ποτήρι ουίσκι και οπωσδήποτε χωρίς πάγο. «Για να μην χάνονται τα αρώματα» όπως έλεγε.

Όταν ο Σπύρος της είχε προτείνει να βρεθούν εκεί για πρώτη φορά η αλήθεια ήταν ότι της είχε φανεί κάπως παράξενο.

«Θα είμαι εδώ με συναδέλφους, θα συναντηθούμε μετά το δικαστήριο για φαγητό. Έχουμε να κουβεντιάσουμε επαγγελματικά θέματα και είναι ο καλύτερος χώρος, έλα να με βρεις όταν τελειώσεις» της είχε πει και η αλήθεια ήταν πως όταν βρέθηκε στον τελευταίο όροφο, συμφώνησε μαζί του χαρίζοντάς του ένα μεγάλο χαρούμενο χαμόγελο.

Ποιος να το φανταζόταν τότε, ότι τελικά, όχι μόνο θα γινόταν το στέκι τους, αλλά ο χώρος που θα έπαιρναν στην συνέχεια όλες τις ‘’στρατηγικές’’ αποφάσεις τους.

Καθώς η Ανδριάνα έμπαινε στο ασανσέρ και πατούσε το κουμπί, σκεφτόταν ότι τελικά αυτή η ανάταση που ένοιωθε και η αλλαγή της οπτικής της σε πολλά προσωπικά της θέματα αλλά και επαγγελματικά, θα έπρεπε να οφείλετε στο γεγονός  ότι σε έναν χώρο που η πολυτέλεια αφήνει διακριτικά το άγγιγμά της, ένα πράγμα τελικά θέλεις. Να γίνεις καλύτερος και να λάμψεις, για τον εαυτό σου, για κανέναν άλλον.

Φτάνοντας, έριξε μια τελευταία ματιά στην εικόνα της νοιώθοντας το αίσθημα της ικανοποίησης να την πλημμυρίζει.

Προσπέρασε την διπλή γυάλινη πόρτα και το μεγάλο χαμόγελο της Ελευθερίας από την άκρη της σάλας, την έκανε να αισθανθεί για άλλη μια φορά καλοδεχούμενη. Πόσο καμάρωνε όλα αυτά τα νέα παιδιά που δούλευαν, χωρίς να χάνουν στιγμή, την ευγένειά τους και τους καλούς τους τρόπους.

«Ξέρεις πόσο μου είχε λείψει αυτό;» έλεγε αργότερα στον Σπύρο.
«Ποιο;»
«Ο πολιτισμός και η ευγένεια, αυτά που κάποτε ήταν αυτονόητα και σήμερα τα βρίσκεις παραχωμένα στο σεντούκι της γιαγιάς».

Η Ελευθερία ήρθε κοντά τους, πήρε την παραγγελία και διακριτικά όπως εμφανίστηκε, έτσι ήσυχα τους άφησε να χαρούν τη συζήτησή τους.

«Ξέρεις, τα χαρτιά του διαζυγίου είναι στα χέρια της Στέλλας, της τα παρέδωσε ο δικαστικός επιμελητής στην τράπεζα» είπε ήρεμα ο Σπύρος.
«Μα στην τράπεζα; Στο χώρο εργασίας της; Επιτρέπεται;»
«Δικιά της ήταν η απόφαση, εκείνη το κανόνισε μαζί του κι όχι εγώ. Το εντυπωσιακό της υπόθεσης είναι ότι δεν το περίμενε. Όταν την ενημέρωσα ότι έχω καταθέσει αίτηση διαζυγίου έπεσε από τα σύννεφα. Όταν έφευγε από το σπίτι τι περίμενε; Στο ορκίζομαι αναρωτιέμαι αν έχει μυαλό στο κεφάλι της».

Για μερικά δευτερόλεπτα επικράτησε σιωπή.

«Ξέρεις, έχω μια τρελή επιθυμία. Να σου τραβήξω ένα χαστούκι μήπως και συνέλθεις. Τι δεν καταλαβαίνεις πια σχετικά με την Στέλλα; Όλα τα έχουμε πει κι όλα τα έχουμε εξαντλήσει και στο ορκίζομαι βαριέμαι να ακούω και το όνομά της».

«Έχεις εμπάθεια μαζί της. Εσύ γιατί; εμένα άφησε».

«Δεν έχω λόγο να κουβεντιάσω τίποτα μαζί σου. Ό,τι είχα να πω στα έχω ήδη πει. Το μόνο μας μέλημα είναι η Μυρτώ και πως αυτό το κορίτσι θα πληγωθεί λιγότερο».

Τα γεγονότα που ήξερε η Ανδριάνα και τα χαρτιά που κρατούσε κρυμμένα δεν είχε έρθει η ώρα να τα ανοίξει ακόμα. Κάθε ημέρα που περνούσε στη ζωή της, ευχόταν να μην αναγκαστεί ποτέ να ξεδιπλώσεις το κουβάρι με τις αλήθειες. Ήταν πολλοί οι άνθρωποι που θα τσακιζόταν, αυτό όμως θα το αποφάσιζε τελικά η Στέλλα. Το μήνυμα της το είχε στείλει και ήταν ξεκάθαρο. Τώρα απλώς παραφυλούσε στη γωνιά, σαν το θηρίο που ήταν έτοιμο να κατασπαράξει για να προφυλάξει τα μικρά του.

Ο Σπύρος ρέμβαζε τα χρώματα του δειλινού. Παρατηρώντας τον η Ανδριάνα έβλεπε ότι ο χρόνος, αυτός ο μεγάλος γιατρός αλλά και οι σωστές αποφάσεις είχαν αρχίσει να δείχνουν τα αποτελέσματά τους. Το πρόσωπο του ξαδέλφου της έπαιρνε την παλιά γνώριμη μορφή του. Γλύκαινε και ομόρφαινε.

«Να σε ρωτήσω, στον ψυχολόγο σου συνεχίζεις να πηγαίνεις;»

«Ναι, γιατί ρωτάς;»

«Από περιέργεια περισσότερο. Βλέπω αλλαγές επάνω σου τις οποίες δεν ξέρω αν είσαι σε θέση να αναγνωρίσεις».

«Τι εννοείς;»

«Θεωρείς τυχαίο το γεγονός ότι με την Μυρτώ έχετε αρχίσει να τα πηγαίνετε καλύτερα;»

Ο Σπύρος γέλασε και τα δυο του όμορφα μάτια γέμισαν φως.

«Ξέρεις τι μου ζήτησε; Να της φτιάξω το δωμάτιό της».

«Ορίστε;»

«Ναι»

«Πετάς τη βόμβα και κλείνεις με ένα ναι; Τι ναι είναι αυτό; Τι έγινε, γιατί αν δεν το έχεις καταλάβει αυτό που σου ζήτησε η Μυρτώ είναι μάλλον πολύ σοβαρό, είναι η δική σου μικρή νίκη» είπε η Ανδριάνα πίνοντας μια γουλιά από το κοκτέιλ της.

«Είχε έρθει σπίτι προ ημερών και μου εξομολογήθηκε ότι δεν νοιώθει καθόλου καλά με την μητέρα της».

Η Ανδριάνα είχε ανοίξει τα μάτια διάπλατα αλλά δεν τον διέκοψε.

«Θέλει να σπουδάσει ψυχολογία και δεν μπορεί να διαβάσει στο σπίτι που μένουν. Πως θα τα καταφέρει με τους βαθμούς που έχει δεν έχω ιδέα. Η παρουσία της μάνας της μέσα στο σπίτι και να περνάει κάθε τόσο μέσα από το δωμάτιό της, την ενοχλεί και την αποσυντονίζει.

Έχω την εντύπωση ότι έχει αρχίσει να καταλαβαίνει αυτά που δεν της είπα ποτέ» είπε, κουνώντας το κεφάλι του και σφίγγοντας τα χείλη καθώς το μυαλό του γέμιζε από τις πρόσφατες πληγές του παρελθόντος.

«Την ρώτησα αν θέλει να φύγω από το σπίτι και να έρθει να μείνει με την μητέρα της»

«Τρελάθηκες; Θα αφήσεις την Στέλλα να ροκανίσει κάθε τι που έχεις; Κάθε τι που η Ρόζα έφτιαξε;»

Ο Σπύρος όμως δεν την άκουγε. Συνέχιζε τον μονόλογό του.

«Ξέρεις τι απάντησε η Μυρτώ; ‘’Αν αφήσεις το σπίτι στη μαμά, θα το πάρουν οι τράπεζες από τα χρέη που έχει, δεν μπορεί να διαχειριστεί χρήματα, θα μας καταστρέψει’’  και αμέσως μετά μου ζήτησε να βάψουμε σε άλλο χρώμα το δωμάτιό της, να αλλάξουμε έπιπλα για να μπορεί να έρχεται να διαβάζει,  να καλεί την παρέα της, να κάνουν πάρτι αλλά και να απομονώνεται».

«Κι εσύ, τι της είπες;»

«Τι φαντάστηκες ότι θα έλεγα στο παιδί μου; Όχι;» ρώτησε ο Σπύρος με απορία.

«Τι της είπες όταν σου μίλησε για την μητέρα της»

«Τίποτα. Την άφησα να μιλήσει και να τα βγάλει όλα από μέσα της. Δεν ήθελα να κάνω κριτική, ούτε να την φέρω σε δύσκολη θέση. Ένα πράγμα μόνο είχε σημασία, το ότι άρχισε να ανοίγει την ψυχή της, να μου μιλάει και να ζητάει αυτά που έχει ανάγκη».

Η Ανδριάνα έμεινε για λίγη ώρα σκαφτική.

«Τώρα γιατί δεν μιλάς;» τη ρώτησε ο Σπύρος.

«Φοβάμαι να σου πω αυτά που σκέφτομαι» απάντησε.

«Μην ανησυχείς και δεν θα πάρουν τα μυαλά μου αέρα. Έχω σκεφτεί κι εγώ πράγματα…»

«Σαν τι; Πες μου, γιατί ανησυχώ που δεν σε βλέπω χαρούμενο».

«Ανδριάνα άκουσέ με προσεκτικά. Κανένας πατέρας δεν μπορεί να νοιώθει καλά όταν το παιδί του, του εκμυστηρεύεται ότι δεν περνάει καλά με τη μητέρα του. Η Στέλλα έχει διαρκώς νεύρα και η Μυρτώ είναι στην εφηβεία. Καταλαβαίνεις λοιπόν τι εκρήξεις πρέπει να γίνονται σε εκείνο το σπίτι. Η μικρή στενοχωριέται κάθε φορά που τσακώνεται με την μητέρα της κι απ’ ότι καταλαβαίνω, πρέπει να έχει αρχίσει να την θεωρεί ανεύθυνη. Αυτό βέβαια δεν μου το είπε, αλλά αν σκεφτείς τι κριτική της έκανε σχετικά με τα οικονομικά και τις τράπεζες, καταλαβαίνεις ότι μάλλον έχω δίκιο. Είναι μεγάλη πληγή αν το σκεφθείς να νοιώθεις έτσι για τη μητέρα σου».

Πριν συνεχίσει την κουβέντα της η Ανδριάνα ζήτησε άλλο ένα ποτήρι Μιμόζα.

«Θεωρείς ότι η Στέλλα έχει μετανιώσει για το διαζύγιο;»

«Νομίζω πως ναι. Όχι γιατί με αγαπάει, αλλά βλέπεις πώς να το κάνουμε, η ζωή δεν της τα έφερε όπως τα φαντάστηκε ίσως».

«Τι εννοείς;»

«Πιστεύω ότι για να φύγει έτσι θα πρέπει κάτι να είχε στη ζωή της. Μπορεί να ήταν ερωτευμένη, μπορεί να είχε ξεκινήσει μια σχέση και να μην προχώρησε, μπορεί να θέλησε να ζήσει τον έρωτα της ζωή της αλλά δεν τα κατάφερε».

«Το ποτό, συνεχίζεις να πιστεύεις ότι δεν την επηρέασε στην απόφασή της;»

«Φυσικά! Όμως μην ξεχνάς ότι έφυγε σαν την κλέφτρα με ένα παιδί στην εφηβεία. Ακόμα όμως κι αν δεν υπήρχε άλλος άντρας στον ορίζοντα, μετά από δύο ολόκληρα χρόνια, η Στέλλα συνεχίζει να είναι δυστυχισμένη. Αυτό που ονειρεύτηκε, ότι κι αν ήταν αυτό, όχι μόνο δεν το πέτυχε αλλά έχει βρεθεί και σε χειρότερη οικονομική κατάσταση από αυτή που ζούσαμε μαζί. Βλέπεις δεν έκανε υπομονή, όταν τα χρήματα τελείωσαν, τελείωσε κι ο γάμος».

«Όλα αυτά τα ξέρω, μια ερώτηση έχω να σου κάνω, αν γυρίσει πίσω τι θα κάνεις;»

«Η Στέλλα είναι πολύ εγωίστρια για να γυρίσει πίσω. Μπορεί να πέφτει στο γκρεμό, όχι για να αυτοκτονήσει, να το βλέπει και να αρνείται κατηγορηματικά να ζητήσει βοήθεια ή μια απλή συγγνώμη. Είναι αυτοκαταστροφική και το χειρότερο απ’ όλα είναι, ότι η κόρη μας ζει μαζί της και με την οικογένεια που τη γαλούχησε. Τα παραδείγματα τα παίρνει από εκεί. Η Μυρτώ είναι γεμάτη από επιρροές τόσο λάθος που για ένα πράγμα παρακαλάω, να μην έχει πάρει αυτά τα γονίδια».

«Ναι αλλά δεν μου απάντησες, αν η Στέλλα γυρίσει πίσω και σου ζητήσει να τα βρείτε ξανά τι θα της απαντήσεις;»

«Όχι βέβαια, για ηλίθιο με περνάς;» είπε αλλά η Ανδριάνα ενστικτωδώς δεν τον πίστεψε.

Το τηλέφωνο του Σπύρου χτύπησε και βγήκε στην βεράντα, που ήταν πλημμυρισμένη από το πορτοκαλί χρώμα του δειλινού, για να μιλήσει με την ησυχία του.

«Τα γονίδια» σκέφτηκε η Ανδριάνα και χωρίς να το καταλαβαίνει, άρχισε να εκνευρίζεται. Όσο κι αν αγαπούσε τον ξάδελφό της έπρεπε να παραδεχθεί ότι τον διακατείχε μια δόση εγωισμού, εν αντιθέσει με τον Γρηγόρη που είχε πάρει γρήγορες και ξεκάθαρες αποφάσεις σχετικά με την ζωή του αλλά και τη ζωή του παιδιού του, χωρίς να αποζητάει ευθύνες και αγκαλιές για να κρυφτεί. Δύο αδέλφια, δύο κόσμοι.

Κοίταξε το ποτήρι της και δάγκωσε το κάτω χείλος της θυμωμένα. Είχαν περάσει δύο χρόνια από την στιγμή που η Στέλλα εγκατέλειψε τον Σπύρο κι όλο αυτό τον καιρό στεκόταν στον ξάδελφό της δίπλα κάθε φορά που την είχε ανάγκη και σήμερα συνειδητοποιούσε ότι ο πιο κοντινός της άνθρωπος αμέσως μετά τη Ρόζα, ο Σπύρος δηλαδή, δεν την είχε ρωτήσει ούτε μια φορά ‘’είσαι καλά;’.  Ανοιγόκλεισε τα μάτια της ξαφνιασμένη.

Άρχισε να συνειδητοποιεί, ότι αυτό το οποίο τελικά συνέβαινε, ήταν, ότι στη ζωή του Σπύρου, έπαιρνε χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει και χωρίς να το έχει η ίδια αποφασίσει, τη θέση της Ρόζας. Γινόταν η ‘’μαμά’’ του, χωρίς όμως την αυστηρότητα που συνόδευε την θεία της.

Αυτό δεν θα το επέτρεπε για κανέναν λόγο.

Ο Σπύρος, θα έπρεπε να αποφασίσει μόνος του και να αναλάβει τις συνέπειες των πράξεών του. Η ίδια, δεν δεχόταν να παίξει το ρόλο της πατερίτσας, γιατί αν ήταν ειλικρινής με τον εαυτό της, αυτό έκανε και ο τρόπος για να πετύχει αυτό που ήθελε, ήταν ένας. Όρια, η μαγική λέξη που της έλεγε διαρκώς η Βέρα. «Βάλε όρια».

Τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει. Λίγο ο θυμός, λίγο η σαμπάνια, έβλεπε τον Σπύρο και φούντωνε και όλο αυτό γινόταν χειρότερο, σαν έφερνε στο νου της ότι κάθε φορά που ήθελε να κουβεντιάσει μαζί του κάτι πιο προσωπικό, οι προσπάθειές της έπεφταν στο κενό.

Όμως όφειλε να παραδεχθεί, ότι σε κάθε οικονομικό της πρόβλημα ο ξάδελφός της ήταν δίπλα της και τελικά εκεί που μετά λύπης της κατέληγε, ήταν ότι η σχέση αυτή, πέρα από την αγάπη που τους έδενε, βασιζόταν στο πόσο καλά είχε εκπαιδευτεί να ακούει η ίδια, να παριστάνει τη ‘’μαμά’’ και να είναι ο ώμος που οι άλλοι ξαποσταίνουν. Ο δε Σπύρος, ήταν ο άνθρωπος στον οποίο μπορούσε να τρέξει στο παρελθόν και να ζητήσει βοήθεια, όσο οι τσέπες του ήταν γεμάτες. Ας ήταν ειλικρινής, αυτό μπορούσε, αυτό έδινε και κάθε φορά που τον χρειάστηκε και ήταν εκεί, της έλυνε αυτό που για εκείνη ήταν αβάσταχτο.

Αυτό που πάλευε τόση ώρα να πει στον εαυτό της, ήταν ότι ο αγαπημένος της ξάδελφος δεν ήθελε να εμβαθύνει ποτέ στη ρίζα του προβλήματος κι αν το έκανε ήταν αντικειμενικός ή μήπως τα έβλεπε μονόπλευρα;

Τελικά η Ρόζα είχε δίκιο. Εκείνη έφταιγε, με την υπέρμετρη υπερπροστατευτικότητά της. Τώρα μπορούσε να καταλάβει τον θείο της τον Γιωργή και τους ομηρικούς καυγάδες στα θέματα διαπαιδαγώγησης. Η φράση της Ρόζας «από την πολύ αγάπη κανείς δεν έπαθε τίποτα» έκανε τον θείο της έξαλλο.

«Εσείς οι μανάδες όλα τα δικαιολογείτε και όλα τα κρύβετε πίσω από μια λέξη. Την αγάπη. Αμ δεν είναι έτσι Ρόζα, μαμούχαλους τους έκανες, ούτε τα πτυχία κάνουν τον άντρα, ούτε οι πτυχές της φούστα της μάνας τους. Ένας άντρας πρέπει να στηρίζεται στα δικά του πόδια» έλεγε και έπαιρνε πάντα την ίδια απάντηση «εσύ δεν ξέρεις» μέχρι που κουράστηκε να δίνει αυτή την άνιση μάχη και τα παράτησε. Καλύτερα που ο θείος της δεν ήταν πλέον ανάμεσά τους. Η ψυχή του θα μαύριζε μέρα με την μέρα και ίσως να μην συγχωρούσε στον ίδιο του τον εαυτό την αδυναμία που έδειξε τελικά στη γυναίκα του.

Η Ανδριάνα παρατηρούσε τον ξάδελφό της που μιλούσε στο τηλέφωνο. Με ποιόν απελπισμένο πελάτη κουβέντιαζε, ούτε ήθελε ούτε την ενδιέφερε να μάθει.

Άπλωσε τα μακριά της πόδια και κοίταξε μακριά μέχρι την Ακρόπολη.

Ο τελευταίος όροφος του ξενοδοχείου γέμιζε από κόσμο που ερχόταν να δειπνίσει. Όμορφα ρούχα, όμορφα χαμόγελα μα πιο πολύ όμορφα πιάτα.

Πήρε το τηλέφωνο της και πάτησε τον αριθμό δύο της ταχείας κλήσης.

«Που βρίσκεσαι;» τη ρώτησε ο Μανώλης.
«Με θέα την Ακρόπολη, σε περιμένω για ένα δείπνο για δύο μπορεί και τρεις. Σήμερα θα κεράσω εγώ» είπε.
«Αυτό αποκλείεται αλλά θα έρθω σε λίγο» της απάντησε.

Ο Σπύρος έφτασε στο τραπέζι ξεφυσώντας.

«Θα έρθει σε λίγο ο Μανώλης για να φάμε».
«Τότε να σας αφήσω καλύτερα».
«Γιατί δεν κάθεσαι μαζί μας;»
«Μπα δεν το κάνω κέφι, προτιμώ να φύγω» είπε.

Η Ανδριάνα χαμογέλασε.

«Ναι αλλά δεν μου απάντησες. Τελικά τι θα έκανες αν γύριζε η Στέλλα;»

«Σου είπα όχι, τι δεν κατάλαβες;»

«Ότι τα οικονομικά σου είναι καλύτερα κι αυτό από μόνο του είναι ένας πολύ καλός λόγος. Μην ξεχνάς, ότι γυναίκες σαν την Στέλλα, επιλέγουν άντρες σαν τον κύριο Δημητρό».

«Μου λες ότι μοιάζω με τον Δημητρό;» ρώτησε ο Σπύρος φανερά εκνευρισμένος.

«Η αλήθεια είναι ότι είσαι πιο όμορφος και πιο ψηλός αλλά πολύ φοβάμαι πως ναι. Η μόνη περίπτωση να την γλυτώσεις, είναι να ερωτευθείς κάποια άλλη, που να μην μοιάζει στην Στέλλα».

«Ανδριάνα με προσβάλεις»

«Όχι εγώ Σπύρο μου, οι επιλογές σου και οι λάθος άνθρωποι που συναναστρέφεσαι» του απάντησε και έφερε το ποτήρι με τη μιμόζα στα χείλη της.

«Γιατί νοιώθω ότι είσαι λίγο επιθετική;»

«Είμαι, γιατί κάποτε πίστευα ότι η ψυχή δεν τρέφεται μόνο από τον ήχο των κερμάτων και τη μυρωδιά των χαρτονομισμάτων αλλά πολύ φοβάμαι ότι τελικά κάνω λάθος» είπε κοιτώντας τον ξάδελφό της στα μάτια.

«Λέω να φύγω για να μην αρπαχτούμε μεταξύ μας» είπε ο Σπύρος.

«Κι εγώ να απολαύσω την πολυτέλεια της στιγμής, την ομορφιά των χρωμάτων και των υπέροχων εδεσμάτων που περνάνε από μπροστά μου» είπε η Ανδριάνα και καθώς σηκώθηκε για να τον αποχαιρετήσει, του έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο.

«Μην θυμώνεις Σπύρο μου, σε αγαπάω και σε νοιάζομαι τόσο, που δεν μπορώ να σε βλέπω να χαραμίζεσαι. Η απόφαση φυσικά είναι όλη δική σου» είπε και κούνησε το χέρι της βλέποντας τον Μανώλη να περνάει την γυάλινη πόρτα και να χαιρετάει τον σομελιέ.

«Τι κάνει το κορίτσι μου;»

butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here