«Να να νααα»

Η Ολυμπία τινάχτηκε σαν ελατήριο από τον διθέσιο καναπέ που ήταν κουλουριασμένη στο μικρό σαλόνι, ακριβώς  μπροστά από το πάσο της κουζίνας. Λαγοκοιμόταν έχοντας αφήσει την τηλεόραση ανοιχτή.

«Παναγία μου» είπε λαχανιασμένη από την τρομάρα της, πιάνοντας την καρδιά της και κοιτάζοντας αφηρημένη την οθόνη. Διαφημίσεις είχε κι ο ήχος ήταν κλειστός.  «Όνειρα θα έβλεπα» σκέφτηκε μα άκουσε ξανά την ίδια φωνή, μόνο που τώρα ήταν πιο δυνατή.

«Να να νααααα» και μαζί ένα χτύπημα δυνατό, σαν κάποιος να τίναζε με μανία μαξιλάρια.

«Κυρία Ρόζα» είπε και έτρεξε προς το μέρος της.

«Εγώ φταίω ακούς; Εγώ φταίω πανάθεμά με, εγώ για όλα» φώναζε η Ρόζα και κοπανούσε με το δεξί της χέρι το μπράτσο της μπερζέρας.

«Κυρία Ρόζα» είπε τρυφερά τώρα η Ολυμπία κάνοντας μια κίνηση προς το μέρος της για να την αγκαλιάσει. Μήπως ήξερε και τι να κάνει;

«Φύγε κι εσύ από εδώ, φύγετε όλοι σας κι αφήστε με να πεθάνω, να πάω να βρω τον Γιωργή μου. Ούτε αυτό δεν έχω δικαίωμα πια; Σας σιχάθηκα όλους, φαρμάκι με ποτίζετε » φώναζε μέσα στο παραλήρημά της.

«Κυρία Ρόζα σας παρακαλώ» είπε η Ολυμπία με σπασμένη φωνή κι αμέσως μετά άρχισε να κλαίει.

«Τι κλαις; Θα αλλάξει τίποτα με το να κλαις; Να σε βράσω κι εσένα κι όλη μου την οικογένεια. Οικογένεια, χα, να γελάσω, τρία άχρηστα βρωμόπαιδα τα λες εσύ οικογένεια; Ξέρεις τι πάει να πει οικογένεια; Που να ξέρεις κι εσύ έρμο πλάσμα, άντε τράβα να σκουπίσεις το πρόσωπό σου, η κακομοιριά σου μου έλειπε» διέταξε σχεδόν το κορίτσι, χτυπώντας με τον δείκτη του αριστερού χεριού της το αδυνατισμένο στέρνο της. «Εγώ φταίω και τα μεγαλεία μου, οι βελούδινες κουρτίνες, τα ασημικά και τα κρύσταλλα μου έλειπαν. Οι επιχειρήσεις και το σπίτι στο λόφο. Μια ξιπασμένη γριά είμαι κατάλαβες; Να φροντίζω να μην λείπει τίποτα σε εκείνες τις μουλάρες και τα αγόρια μου κι οι εγγόνες μου να υποφέρουν.  Αυτά τα δύο κορίτσια τι αμαρτίες πληρώνουν μου λες;

Θα σου πω εγώ τι φταίει. Ευνουχισμένους πατεράδες έχουν και μανάδες …, άντε μην πω.  Έκαναν τα ‘’καμάρια’’ μου την επανάστασή τους και πήραν από τον κατιμά ό,τι χειρότερο, πάρε τη μια και χτύπα την άλλη».

«Να σας φέρω ένα ηρεμιστικό;» ρώτησε η Ολυμπία μην ξέροντας ούτε τι να πει, μα ούτε και τι να κάνει. Την Ανδριάνα έπρεπε να ενημερώσει. Οι δυο γιοί της δεν θα καταλάβαιναν από τέτοια ξεσπάσματα. Αυτά ήταν γυναικείες υποθέσεις. Αν η κυρία Ρόζα ήταν η μάνα της, θα της έριχνε δυο σκαμπίλια να συνέλθει, έτσι έκαναν στο χωριό της, μα τώρα δεν τολμούσε να το κάνει.

«Άντε να χαθείς κι εσύ και τα ηρεμιστικά σου» απάντησε η Ρόζα και τα μάτια της γυάλιζαν επικίνδυνα.

«Ω συμφορά που θα με βρει» σκέφτηκε η κοπέλα κι έτρεξε κατά το τηλέφωνο. Σε ποιόν έπρεπε να τηλεφωνήσει; Στα παιδιά της, η λογική αυτό έλεγε. Στον Σπύρο που είχε ακόμα χαμένο τον μπούσουλα ή στο Γρηγόρη που πάντα έλειπε;  Στην Ανδριάνα, σε αυτή θα τηλεφωνούσε φτάνει να έφευγε η ευθύνη από πάνω της. Σε λίγο μπορεί να της γύρευαν και τα ρέστα. Αμ δε, δουλειά της ήταν να φροντίζει την κυρά της και το σπίτι, τα υπόλοιπα δεν ήταν δική της δουλειά, ας τα έφτιαχνε η οικογένειά της όπως έκρινε.

«Ανδριάνα, η θεία σου …» είπε κι άρχισε να εξιστορεί μπερδεύοντας τις λέξεις, τι συνέβαινε στο μεγάλο σαλόνι.
«Έρχομαι» ήταν η απάντηση της γυναίκας.

«Που πας;» ρώτησε ο Μανώλης ενοχλημένος. Άλλα είχαν κανονίσει για το βράδυ και το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να του χαλάσουν τα σχέδια και να μείνει μόνος. Ήθελε δεν ήθελε, η παρουσία της Ανδριάνας του έφτιαχνε τη διάθεση. Μόνο που την έβλεπε να τριγυρνάει και να ετοιμάζει το βραδινό τους για να μοιραστούν μαζί ένα μπουκάλι κρασί, τον έκανε να νοιώθει υπέροχα και συντροφευμένα για πρώτη φορά στη ζωή του. Ήταν κι εκείνο το «μετά». Αυτή η γυναίκα είχε ένα «μετά» που την έκανε να ξεχωρίζει. Μια τρυφερή αγκαλιά, ένα ζεστό μπάνιο μαζί στη μπανιέρα, κι ας είχε καταλήξει το ‘’παιχνίδι’’  την πρώτη φορά σε ανελέητο καυγά. Έναν ξαφνικό χορό με τα εσώρουχα ή και χωρίς αλλά κι ένα σκέτο «νυστάζω», ό,τι κι αν σήμαινε αυτό.

«Η Ρόζα» άρχισε να εξηγεί.

«Παιδιά δεν έχει;» είπε θυμωμένος ο Μανώλης.

«Αγάπη μου» ξεκίνησε να λέει η Ανδριάνα «πες ότι έχω δυο αδέλφια. Ποιόν θα ειδοποιούσε η Ολυμπία;»
«Μα δεν είναι αδέλφια σου».
«Αυτό να μην το ξαναπείς, είναι μόνο μια δικαιολογία» είπε δεικτικά η γυναίκα και συνέχισε, «ξέρεις τι είναι για εμένα η Ρόζα».
Ο Μανώλης κοίταζε τα γεμάτα πιάτα και σαν μουτρωμένο παιδί ρώτησε «κι αυτά;». Η Ανδριάνα χαμογέλασε, «θα γυρίσω πριν το καταλάβεις» είπε, φορώντας τις πιο ζεστές μπότες της, ένα φαρδύ πουλόβερ και τυλίγοντας το κορμί της με το παλτό της, έφυγε βιαστικά. «Θα γυρίσω για να τρυπώσω στην αγκαλιά σου» του είπε και τον φίλησε στα πεταχτά.

Υπήρχαν θέματα που τον Μανώλη τον έβγαζαν από τα ρούχα του. Αυτή η υπερευαισθησία της Ανδριάνας δεν του άρεσε καθόλου. Από την άλλη πλευρά δεν μπορούσε να μιλήσει. Ήταν η οικογένειά της. Ένα ερώτημα είχε που του τριβέλιζε το μυαλό,  εκείνος ήθελε πράγματι να μπει σε αυτή την οικογένεια; Δεν είχε καμία διάθεση για να ξαναζήσει αυτές τις ανούσιες και υποχρεωτικές συνευρέσεις. Ποτέ δεν του άρεσαν.

Απάντηση δεν είχε, τουλάχιστον όχι αυτή την στιγμή. Άνοιξε το μπουκάλι με το κρασί, γέμισε ένα ποτήρι και διώχνοντας κάθε σκέψη από το νου του, αφοσιώθηκε σε αυτό που ήξερε να κάνει καλύτερα, τη δουλειά του.

Την ίδια στιγμή η Ανδριάνα οδηγούσε γρήγορα. Ευτυχώς που δεν είχαν πιεί σκέφτηκε καθώς ανέβαζε ταχύτητα με κατεύθυνση προς το λόφο.

Μπήκε στο σπίτι της θείας της με τα κλειδιά της. Η καρδιά της χτυπούσε από την αγωνία. Δεν ήθελε να το παραδεχθεί. Η Ρόζα όμως είχε μεγαλώσει πολύ και λόγους για να χαρεί και να ονειρευτεί δεν είχε. Όσο και να προσπαθούσε να μπει στη θέση της, της ήταν αδύνατον. Έλεγε ότι την καταλάβαινε αλλά ήξερε ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια. Ποια να ήταν άραγε τα συναισθήματα των ανθρώπων όταν πλησίαζαν στη δύση τους;

Βρήκε την Ρόζα ξαπλωμένη στη μπερζέρα με μάτια μισόκλειστα. Η Ολυμπία την είχε τυλίξει με μια μικρή κουβέρτα και της είχε φτιάξει ένα ζεστό ρόφημα. Στεκόταν δίπλα της με σταυρωμένα τα χέρια μπροστά στο στήθος, τις παλάμες κάτω από τις μασχάλες, βουβή.

Το μέχρι τώρα ξέγνοιαστο και λαμπερό καταφύγιό της, το σπίτι στο λόφο, έμοιαζε σκοτεινό και η καρδιά της σφίχτηκε έτσι όπως έβλεπε τις φλόγες να αντιφεγγίζουν στον σκοτεινό χώρο και την άλλοτε αγέρωχη και ισχυρή θεία της, συρρικνωμένη από τον χρόνο και την στενοχώρια. Η ‘’τοσοδούλα’’ της έμοιαζε να εξαφανίζεται.

«Εσύ μας έλειπες» είπε ειρωνικά η Ρόζα.

Η Ανδριάνα έκανε νόημα στην Ολυμπία κουνώντας ανεπαίσθητα το κεφάλι της, να τις αφήσει μόνες.

«Ρόζα μου» ξεκίνησε να λέει με την ήρεμη φωνή της.

«Άντε να χαθείς κι εσύ» φώναξε η θεία της. «Να χαθείς κι εσύ και οι άλλοι. Ακούς; Όλοι να χαθείτε και να με αφήσετε ήσυχη». Η Ρόζα βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση και η Ανδριάνα,  ανέτοιμη να αντιμετωπίσει  μια τέτοια κρίση, την άφησε να φωνάζει.

Πρώτη φορά έβλεπε την θεία της έτσι. Η τρομάρα που ένοιωθε, είχε αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά του προσώπου της και τα χέρια της είχαν παγώσει. Μετρούσε τους χτύπους της καρδιάς της και κράταγε ασυναίσθητα την ανάσα της. Της πήρε λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβει ότι το ξέσπασμα της Ρόζας είχε τελειώσει.

Ζέστανε τα χέρια της στο τζάκι, πήρε ένα σκαμπό κι έκατσε δίπλα στη μεγάλη γυναίκα.

«Θυμάσαι όταν ήμουν μικρή που ερχόμουν σε εσένα και σου έλεγα όλα μου μυστικά και τα παράπονα;»

Η Ρόζα δεν απάντησε, όμως το τρεμόπαιγμα των βλεφάρων της και μια ανεπαίσθητη κίνηση των χειλιών της, έκαναν την Ανδριάνα να ξεθαρρέψει.

«Θυμάσαι που σε παρακαλούσα να αλλάξεις μυαλά στον πατέρα μου για να με αφήσει να ξενυχτήσω; Τότε που με έκρυβες σπίτι σου όταν με είχε τσακώσει με το πρώτο μου αγόρι; Όταν ήρθες και με μάζεψες από εκείνο το πάρτι που είχα μεθύσει;»

Η θεία της άρχισε να γελάει και τα μάτια της φωτίστηκαν.

«Να πιούμε ένα λικέρ και να μου πεις τα παράπονά σου; Τώρα είναι η δικιά σου σειρά Ρόζα μου» είπε και της έσκασε ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο. Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι.

«Και τι να πούμε; Και σαν θα πούμε τι θα αλλάξει;»
«Εσύ το λες αυτό; Εσύ που πάντα ήθελες να κουβεντιάζουμε;»
«Από την πολύ κουβέντα σας κάναμε έτσι».
«Πως δηλαδή;»
«Μαμούχαλους, υποτονικούς, καταστρέφετε τις ζωές σας και χαμπάρι δεν παίρνετε. Και καλά τις δικές σας κάντε τις ό,τι θέλετε, οι υπόλοιποι όμως τι σας φταίνε;»
«Ρόζα τι έγινε;»
«Σαν τι θέλεις να γίνει; Τα ίδια και τα ίδια και το αποτέλεσμα καταστροφικό».
«Δηλαδή;»
«Από πού να αρχίσω; Από εσένα, τον Σπύρο ή τον Γρηγόρη;»
«Εγώ τι σου έκανα;» ρώτησε ξαφνιασμένη η Ανδριάνα.
«Εμένα προσωπικά τίποτα. Στον εαυτό σου τα κάνεις όλα».
«Για λέγε».
«Αυτός ο Μανώλης γιατί δεν χωρίζει;»
«Μα έχει χωρίσει, τι λες τώρα;»
«Έχει χωρίσει χωρίς διαζύγιο κι εσύ τον έχεις βάλει στο σπίτι σου και τον περιφέρεις δεξιά κι αριστερά. Ως τι; Για πες;»
«Ρόζα, ο Μανώλης δεν είναι …»
«Αρκετά και μέχρι εδώ. Τώρα μιλάω εγώ κι εσύ ακούς. Παλεύετε να γίνετε μοντέρνες, ανεξάρτητες και δεν σηκώνετε μύγα στο σπαθί σας. Άκου να σου πω Ανδριάνα, αυτά τα παιχνίδια παίζονται επί ίσοις όροις, κατάλαβες;»
«Όχι».
«Ήμουν σίγουρη. Άντρας είναι αυτός που όταν φεύγει από το σπίτι του τακτοποιεί κι όλες τις εκκρεμότητες που έχει. Ο Μανώλης σου, άθελά του ίσως, παίζει σε διπλό ταμπλό. Έφυγε από την μια αγκαλιά και τρύπωσε στην άλλη. Γιατί να μην κάνει τα ίδια και σε εσένα, το σκέφτηκες ποτέ; Μην απαντήσεις ξέρω. Αν θέλει να φοράει παντελόνια, πέρα από τίτλους και περγαμηνές, ταξίδια στο εξωτερικό και βραβεία, που κανείς δεν θα τα πάρει μαζί του, πρέπει να ξέρει και να συμπεριφέρεται ως κύριος. Χωρίς διαζύγιο δεν πας να μείνεις στο σπίτι της αγαπητικιά σου. Κατάλαβες; Ας πήγαινε να μείνει μόνος του και μην τολμήσεις να μου πεις εμένα ‘’για λόγους οικονομικούς’’ γιατί δεν με ξέρεις καλά. Κι εσύ άμυαλο πλάσμα, του άνοιξες τα πόδια σου, το σπίτι σου και τη ζωή διάπλατα. Δεν θα ξαφνιαστώ αν αύριο μάθω ότι έχετε και κοινό ταμείο. Δεν φέρονται έτσι οι έξυπνες γυναίκες Ανδριάνα».

«Εσύ δεν ήσουν εκείνη που μου έλεγε να κυνηγήσω τη ζωή μου ακόμα κι αν κάνω λάθος;»

«Φυσικά, γιατί κόντευες να καλογερέψεις. Δέκα χρόνια γηροκομούσες τους γονείς σου και είχες ξεχάσει να ζεις και ό,τι έκανες έμοιαζε περισσότερο με σκασιαρχείο από την ίδια σου τη ζωή. Εσύ το έλεγες διασκέδαση κι εγώ έχω ένα μπαούλο με φωτογραφίες σας. Κάθε μέρα γέρναγες όλο και πιο γρήγορα κι αναρωτιόμασταν όλοι μας αν ήξερες τι κάνεις. Κουβέντα δεν σήκωνες όμως. Θυμάσαι; Εγώ ξέρεις τι έβλεπα; Μια γυναίκα που φοβόταν να ζήσει, να απαιτήσει, να διεκδικήσει και τώρα που  είσαι πραγματικά ελεύθερη, βάζεις τον εαυτό σου πάλι σε δεύτερη μοίρα, μα δεν έχεις δικαιολογίες, σου έχουν τελειώσει.  Ο Μανώλης δεν είναι αίμα σου. Δεν του έχεις υποχρέωση. Μία είναι η δικιά σου υποχρέωση Ανδριάνα, να ζήσεις τη ζωή σου χωρίς να επιτρέπεις στον εαυτό σου τη δεύτερη θέση, γιατί με έναν παντρεμένο θα είσαι πάντα στη δεύτερη θέση και χωρίς να το καταλάβεις ούτε εσύ αλλά ούτε κι εκείνος, η έννοια της λέξεως εκτίμηση χάνεται κι απ’ ότι φαίνεται χαμένη είναι και η αυτοεκτίμησή σου».

Στο δωμάτιο επικρατούσε σιωπή.

«Πες κάτι, υπερασπίσου τις επιλογές σου, γιατί κάθεσαι αμίλητη;» είπε η Ρόζα.

«Οι εποχές αλλάζουν, δεν ζούμε όπως στο παρελθόν».

«Αλήθεια; Αν δεν ζείτε όπως στο παρελθόν τότε αλλάξτε τον κόσμο όλο. Δεν κρατάμε ότι μας συμφέρει και ότι μας βολεύει μόνο. Λίγο από οικογένεια και καθόλου από οικογένεια. Οι άνθρωποι ανέκαθεν ζούσαμε σε αγέλες για να καταφέρουμε να επιβιώσουμε. Μόνο που στον δικό μας κόσμο, αγέλη είναι η οικογένεια μας και κάθε αγέλη έχει νόμους και κανόνες. Εσείς τα έχετε κάνει όλα ίσωμα και τέλος πάντων γιατί παντρεύεστε; Για το ταρατατζούμ της μιας βραδιάς; Για τα πεταμένα λεφτά; Για το δήθεν;»

«Εγώ δεν παντρεύτηκα ξέρεις, άρα λάθος άνθρωπο ψέλνεις».

«Ναι βέβαια και ξέρω το πόσο φοβόσουν να αναλάβεις την ευθύνη μιας σχέσης.  Να βγεις έξω, να ζήσεις, να επιλέξεις και να απαιτήσεις το μερτικό σου στην ευτυχία. Κρύφτηκες πίσω από τα προβλήματα της ζωής, από την καθημερινότητα δηλαδή, γιατί δεν σε βρήκε και τίποτα σοβαρό δα και βολεύτηκες μέσα στο δικό σου τίποτα».

«Τον Μανώλη τον αγαπώ και μαζί ζούμε όμορφα και δεν εννοώ μόνο το σεξ. Κάνουμε παρέα, μιλάμε, μοιραζόμαστε τις σκέψεις μας και είναι αυτό που ήθελα πάντα. Θυμάσαι; Πάντα στο έλεγα, να μπορώ να πω στον σύντροφο της ζωής μου το πιο μεγάλο μου μυστικό. Να θέλω να γυρίσω στο σπίτι κι όταν τον ακούω να έρχεται, να χαμογελάω και να χαμογελάει. Να είμαστε μαζί από επιλογή, όχι γιατί έτσι πρέπει, όχι γιατί είναι κοινωνικά αποδεκτό αλλά γιατί έχουμε την πολυτέλεια να γνωρίζουμε ότι ο ένας θέλεις τον άλλο. Τόσο απλό, τόσο δύσκολο και τόσο μεγάλο.  Το διαζύγιο είναι ένα χαρτί και τίποτα παραπάνω και είναι κάτι που θα το βγάλει, είναι στο πρόγραμμα».

«Ανδριάνα πρόσεχε, γιατί η παροιμία λέει ότι ο Μανώλης με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια. Την ημέρα που θα δω το διαζύγιο, τότε θα σε πιστέψω. Μέχρι τότε θα έχω τις αμφιβολίες μου και τους φόβους μου και ξέρεις κάτι, όταν ένας άντρας χωρίζει επιλέγει πιο εύκολα τον γάμο από μια γυναίκα. Συνήθως παντρεύεται, όχι όμως αυτή με την οποία δραπέτευσε από το γάμο του αλλά κάποια άλλη, πιο καπάτσα. Οι άντρες θέλουν γυναίκες που να τους καθοδηγούν. Ξύπνα, τις μανάδες τους παντρεύονται και όχι τα αντικείμενα του πάθους τους. Αυτά περί ισοτιμίας εγώ τα ακούω βερεσέ και εύχομαι να κάνω λάθος. Και μια που σήμερα λέμε αλήθειες, αυτός γιατί χώρισε;»

«Το θέμα μας σήμερα είναι ο Μανώλης και το διαζύγιό του;» ρώτησε η Ανδριάνα προσθέτοντας λίγο λικέρ ακόμα στα ανάγλυφα ποτήρια τους.

«Φέρε λίγους ξηρούς καρπούς, μην ζαλιστούμε» είπε η Ρόζα.

«Μην πας να ξεφύγεις, περιμένω να καταλάβω το σημερινό ξέσπασμά σου» είπε η Ανδριάνα.

Η Ρόζα συνοφρυώθηκε και προσπαθώντας να συγκεντρωθεί, παρακολουθούσε το χορό που είχαν στήσει οι φλόγες. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της, έστρεψε το βλέμμα της προς την ανιψιά της κι άρχισε να μιλάει.

«Δεν έχεις πάρει χαμπάρι τι γίνεται. Η Φαίδρα, δεν ξέρω τι έχει αλλά το κορίτσι μας δεν το βλέπω καλά. Φαντάζετε συνέχεια αρρώστιες και όλο φοβάται και τρέχει στους γιατρούς. Εμένα κανείς δεν με ακούει όταν λέω ότι το παιδί χρειάζεται έναν ειδικό. Ο πατέρας της τα πρώτα χρόνια της ζωής της την μεγάλωσε σχεδόν μόνος του. Θυμάσαι; Όταν η Δήμητρα αποφάσισε να πάει στην Αγγλία να σπουδάσει χορό, η μικρή δεν είχε καν χρονίσει. Εδώ την είχε φέρει ο Γρηγόρης και δεν έφευγε από κοντά της. Πρώτη φορά στη ζωή μου άκουγα παιδί να πέφτει και να φωνάζει ‘’μπαμπά’’ και ποτέ ‘’μαμά’’.  Ερχόταν, έφευγε και ο Γρηγόρης προσπαθούσε να παίξει και τους δύο ρόλους. Νόμιζα τότε, ότι με το να κρατάμε την μικρή στο σπίτι βοηθούσαμε. Έπρεπε να έχω πατήσει πόδι. Ποια μάνα παρατάει το παιδί της; Και μετά, τα ίδια ακριβώς δεν έκανε; Εξαφανιζόταν ξαφνικά. Γύρναγε το παιδί από την θάλασσα και η μάνα της είχε φύγει με τον αγαπητικό της στο Τολό. Ούτε καν κρυβόταν. Φάτσα κάρτα όλα μπροστά μας. Έμπαινε το παιδί στο σπίτι, έψαχνε την Δήμητρα κι εκείνη άφαντη και η Φαίδρα μας τη μοναξιά, τη θλίψη και την εγκατάλειψή της, τα έκανε μπουκιές και τα έτρωγε. Αλμυρά, γλυκά ότι έβρισκε μπροστά της κι όλο πάχαινε. Τη θυμάσαι που έψαχνε τα βράδια στο ψυγείο; Κι εγώ τι έκανα; Μίλαγα στον Γρηγόρη αλλά απάντηση δεν έπαιρνα και ζούσαμε όλοι καλά και βολεμένοι μέσα στα ψέματά μας.  Ειλικρινά σου λέω τα έχω κάνει σαλάτα».

«Εσύ το λες αυτό που έχεις κρατήσει ολόκληρη οικογένεια και επιχείρηση σε μια γροθιά; Που ακόμα το όνομά σου στην αγορά ανοίγει πόρτες; Φαντάζεσαι ότι έχεις δικαίωμα να αμφισβητείς τον εαυτό σου;»

«Μόνο ο Ύψιστος είναι τέλειος, όλοι οι υπόλοιποι μετράμε λάθη και πόνους».

«Κι εδώ, στο γάμο του Γρηγόρη τι λάθος έχεις κάνει;»

«Στο γάμο του Γρηγόρη αλλά και στο γάμο του Σπύρου τα λάθη δεν τα έχω κάνει εγώ, αυτά είναι δικά τους. Το δικό μου λάθος είναι ότι έκανα δυο γιούς αποτυχημένους. Όχι επαγγελματικά αλλά απ’ ότι φαίνεται  τους ευνούχισα για τα καλά κι αν αυτό δεν το έκανα μόνη μου, τότε το έκανα παρέα με τον πατέρα τους».

«Ρόζα σύνελθε. Ό,τι καλύτερο μπορούσατε να κάνετε το κάνατε και με το παραπάνω. Από εκεί και πέρα και ο κάθε ένας από εμάς είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του».

«Σωστά αλλά υποχρέωση του κάθε γονέα είναι να δημιουργεί υπεύθυνους ανθρώπους κι εγώ εδώ απέτυχα και το αποτέλεσμα φαίνεται πάνω στις δυο εγγονές μου. Αυτές πληρώνουν τα σπασμένα και δεν τους αξίζει».

«Είσαι αυστηρή και υπερβολική με τον εαυτό σου. Δραματοποιείς τις καταστάσεις και δεν βλέπεις γύρω σου ότι οι περισσότεροι γάμοι διαλύονται. Τραπουλόχαρτα είναι που με ένα φύσημα πέφτουν κάτω».

«Αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε σταματήστε αυτό το θέατρο με τους γάμους. Μην πετάμε και τα λεφτά μας τσάμπα αλλά εμένα αυτό δεν με απασχολεί ουδόλως. Αυτό που με νοιάζει και με πονάει, είναι ότι η Δήμητρα ετοιμάζεται να παντρολογήσει για να ξεφορτωθεί την αδυναμία της Φαίδρα με έναν μουσικάντη που μέχρι πρότινος έβριζε. Άχρηστο τον ανέβαζε, ατάλαντο τον κατέβαζε. Εκείνος ο Γρηγόρης όλο λείπει και δεν ξέρω πώς να σώσω αυτό το παιδί αλλά ούτε και για την Μυρτώ  ξέρω τι να κάνω. Έχει σταματήσει να θέλει να έρχεται και δεν απαντάει ούτε στα τηλέφωνα. Τι θα κάνω Ανδριάνα; Πως διαλυθήκαμε έτσι;»

«Ρόζα, ένα-ένα θα λύσουμε τα θέματα. Όλα μαζί δεν γίνονται, έτσι μας λέγατε πάντα. Η Μυρτώ δεν θέλει να έρθει γιατί πενθεί. Τον ξαφνικό θάνατο της κυρίας Αθηνάς και την διάλυση της οικογένειάς της. Είναι πολύ μικρή και βρίσκεται στην εποχή της έξαλλης εφηβείας για να μπορέσει να τα χειριστεί όλα μαζί και τόσο η Στέλλα όσο και ο πατέρας της, βρίσκονται σε μια αλλοπρόσαλλη κατάσταση. Τι ζητάμε από το κορίτσι ξέρεις;»

«Να μαζευτεί σπίτι του» είπε με αυστηρό τόνο η θεία της.

«Και ποιο είναι το σπίτι της μου λες; Εκεί που μένει με τη μητέρα της, το πατρικό της ή το δικό σου; Όπου και να γυρίσει και να κοιτάξει, η ψυχή της γεμίζει με πόνο και μετράει απώλειες και ξέρεις κάτι; δεν υπάρχει κανείς που να μπορέσει να της εξηγήσει και να την ηρεμήσει. Όλα έχουν γίνει λάθος και δικιά σου δουλειά είναι να σταθείς δίπλα της, παραστάτης και άγγελός της και όχι κριτής της. Κατάλαβες;»

Η Ρόζα κούνησε το κεφάλι καταφατικά σφίγγοντας τα χείλη.

«Και με την Φαίδρα τι έχει γίνει;  Δεν πρόλαβε καλά-καλά να ολοκληρώσει τις σπουδές της και μιλάμε για γάμο;»

«Ποιες σπουδές, πάνε αυτές. Μεγάλη ιστορία αγάπη μου, θα στην πω άλλη στιγμή τώρα δεν αντέχω άλλο» και πριν προλάβει η Ανδριάνα να ανοίξει το στόμα της, η Ρόζα την κοίταξε στα μάτια και τη ρώτησε, «θα προλάβω να τις δω ευτυχισμένες;» έγειρε το κεφάλι στο πλάι και έκλεισε το πρόσωπό της ανάμεσα στις δυο παλάμες της.

butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

 

2 ΣΧΟΛΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here