Η μεγάλη επιθυμία που ένοιωθε η Ανδριάνα χωρούσε μέσα σε μια και μόνη λέξη.

Ταξίδι. Αυτό ήθελε, να μπορούσε να ταξιδέψει ξανά, με ανάλαφρο το μυαλό και την ψυχή. Με προορισμό το τέλος του δρόμου.

Κοίταξε τον Μανώλη που κοιμόταν δίπλα της και τον άκουγε να παραμιλάει. Λέξεις χωρίς νόημα, μουγκρητά κι ένα δυνατό «όχι» που διατάραξε τη γαλήνη της νύχτας. Αναπνοή γρήγορη, ένα απότομο τίναγμα από το κρεβάτι, λαχάνιασμα και μάτια διάπλατα ανοιχτά.

Στο υπνοδωμάτιό τους, τα πατζούρια του μεγάλο τρίφυλλου παράθυρου δεν έκλειναν ποτέ και τα λευκά ρόμαν που τόσο αγαπούσε η Ανδριάνα, τα είχε πλέον εξαφανίσει. Τοίχος γυμνός με κάδρο τις αποχρώσεις του ουράνιου θόλου. Ήταν όμορφες οι νύχτες τους.

Ήθελαν να βλέπουν τα χρώματα που ζωγράφιζε η φύση κάθε που ξάπλωναν στο κρεβάτι τους. Ένα υπερθέαμα που κάθε βράδυ άλλαζε παραστάσεις.

«Το διαστημόπλοιό μας» έλεγε συχνά η Ανδριάνα χαζεύοντας  έξω από το παράθυρο τα σινιάλα του ουρανού.

Βλέποντας έτσι τον Μανώλη είπε με την ήρεμη φωνή της, «όνειρο ήταν, έλα, ξάπλωσε, να μου πεις τι είδες».

Ο Μανώλης, προσπαθώντας να έρθει σε επαφή με την πραγματικότητα, κούνησε το κεφάλι του και με τα μάτια μισόκλειστα πήγε προς την κουζίνα και γέμισε ένα μεγάλο ποτήρι με νερό.

«Νομίζω ότι κάποιος με κυνήγαγε» είπε «δεν θυμάμαι τι έβλεπα ακριβώς» συμπλήρωσε και συνέχισε με ύφος αφηρημένο, να πίνει το νερό του με γουλιές.

Ανακάτεψε τα μαλλιά του, άφησε τον αέρα να βγει από το στήθος του και ξάπλωσε δίπλα στην Ανδριάνα.

«Κοίτα το αστέρι πως λάμπει» του είπε «τελικά είναι σαν να βρισκόμαστε πράγματι σε διαστημόπλοιο» είπε με το σοβαρό της ύφος. «Δίκιο έχω νομίζω, δεν συμφωνείς;» τον ρώτησε.

Ο Μανώλης γέλασε και την τράβηξε στην αγκαλιά του.

«Ξέρεις τι θυμήθηκα τώρα;» του είπε, συνεχίζοντας την ανούσια κουβέντα της.  «Το πώς έλαμπαν τα αστέρια στα βουνά της Ηπείρου. Θυμάσαι; Ήταν τόσο μεγάλα που νόμιζα ότι θα τα πιάσω».

«Σου αρέσει η Ήπειρος» μουρμούρισε ο Μανώλης.

«Ναι, αλλά μεγαλύτερη πλάκα είχε στην Κορώνη. Το πρώτο μας καλοκαίρι ήταν και το πιο ξέγνοιαστο» .

«Αλήθεια σ’ άρεσε τόσο πολύ;» τη ρώτησε κρυφογελώντας.

«Ναι και ήταν όλο από την αρχή υπέροχο» απάντησε και ανακάθισε στο κρεβάτι τους. «Είχες εμφανιστεί με εκείνη την μπλε βαλίτσα και είχες πει ‘’γέμισέ την με ρούχα,  φεύγουμε’’ κι όταν σε ρώτησα που πάμε, δεν απάντησες,  παρά μόνο είπες ‘’πάρε πετσέτες και μαγιό’’ και ήταν τόσο ξαφνικό και ευχάριστο,  που δεν με ενδιέφερε καθόλου ο προορισμός. Το ταξίδι μόνο…».

«Δεν είχα αποφασίσει τίποτα. Όση ώρα εσύ έφτιαχνες την βαλίτσα, έκλεισα στο πρώτο διαθέσιμο κατάλυμα. Τι σου άρεσε όμως περισσότερο ποτέ δεν σε ρώτησα».

Η Ανδριάνα δεν χρειάστηκε χρόνο για να απαντήσει.

«Η ξεγνοιασιά που νοιώθαμε. Η ελευθερία, οι βουτιές στη θάλασσα και το ύφος σου όταν είδες τις γαρίδες στο στόμα μου» είπε και του χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο.

«Μα πως τις έτρωγες έτσι; Ένοιωθα σαν να είχα βγει ραντεβού με γάτα κι όχι με γυναίκα».

«Η θάλασσα και τα παιδιά της … Ακόμα δεν έχεις συνηθίσει την αγάπη μου για τα θαλασσινά και το ούζο».

«Δεν τρως θαλασσινά, μωρό μου, τεθωρακισμένα τρως και με ανατριχιάζεις» είπε και έβαλαν ταυτόχρονα τα γέλια.

«Θέλω να πάμε ένα ταξίδι» μονολόγησε η Ανδριάνα. «Μακριά από όλους κι από όλα, μακριά από την πραγματικότητα που ζούμε».

Ο Μανώλης έκανε μια γκριμάτσα κοιτάζοντάς την χαμογελώντας.

«Έλα να σε πάρω αγκαλιά να κοιμηθούμε. Θα κάνουμε το πιο μακρινό ταξίδι σήμερα, θα πάμε εκεί, στο αγαπημένο σου αστέρι» της είπε και την έσφιξε επάνω του. Μετά από λίγο η ανάσα του ακούστηκε ρυθμική και ήσυχη.

Η Ανδριάνα είχε πετύχει τον σκοπό της. Ο Μανώλης είχε ξεφύγει από την ανησυχία του εφιάλτη του κι έχοντας κουρνιάσει τον είχε πάρει ο ύπνος. Με τις δικές της ανησυχίες που δεν την άφηναν να κλείσει μάτι, δεν ήξερε τι να κάνει.

Είχε αποφασίσει ότι μέσα σε αυτή την κατάσταση που ζούσαν θα έμενε ψύχραιμη και θα κρατούσε την αισιοδοξία της. Μέχρι πότε όμως;

Έμεναν στο σπίτι, δούλευαν από το σπίτι, δεν κυκλοφορούσαν και τίποτα απ΄όλα αυτά δεν την ενοχλούσε. Οι λογαριασμοί όμως θα συνέχιζαν να έρχονται και ήξερε ότι ήταν ακόμα στην αρχή κι ο δρόμος που είχαν να διανύσουν πιθανότατα να ήταν μεγάλος. Οι πελάτες δεν αγόραζαν άρα δεν πλήρωναν. Πόσο θα άντεχαν; Οι υποχρεώσεις και τα δάνεια έτρεχαν.

Μια κουβέντα είχε κάνει μόνο με τον Μανώλη. «Θα αγοράζουμε μόνο τα απαραίτητα για να αντέξουμε όσο περισσότερο μπορούμε». Αυτή ήταν η κοινή τους απόφαση και αυτό θα έκαναν.  Αυτό έκανε όλος ο κόσμος. Ένα ντόμινο που κανείς δεν ήξερε που θα οδηγήσει είχε ξεκινήσει. Φοβόταν κι ας μην το παραδεχόταν και στην καρδιά της μέσα, πέρα από τις αγωνίες της καθημερινότητας είχε την έγνοια της Ρόζας.

Έπρεπε να την ‘’αφήσει’’ πίσω για το καλό της υγείας της. Η κατάσταση ήταν από μόνη της σοβαρή, δεν χρειαζόταν να την επιβαρύνει η ίδια παραπάνω με τις παιδιάστικες αδυναμίες της.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι, φόρεσε ένα φαρδύ πουλόβερ και ξεγλίστρησε από το δωμάτιο, κλείνοντας μαλακά την πόρτα πίσω της.

Έβαλε στον βραστήρα νερό και έφτιαξε μπόλικο πράσινο τσάι με μέλι και κανέλα. Τα έριξε στην κανάτα θερμός, άνοιξε τα εξώφυλλα του σαλονιού, τυλίχτηκε με την κουβέρτα που άφηνε πάντα διπλωμένη στον καναπέ και άνοιξε το tablet της.

Η ώρα της πέρναγε χαζεύοντας φωτογραφίες από μέρη που ποτέ της δεν είχε πάει, το μυαλό της όμως δεν καθάριζε και η ψυχή δεν έβρισκε την αγαλλίαση που ήθελε.

«Να τους αφήσει όλους πίσω της, την υγεία της, τον εαυτό της» μα γινόταν να αφήσει την Ρόζα μόνη της; Ήταν η δεύτερη μάνα της, το αίμα της, η αγκαλιά της, η κρυψώνα της. Πως μπορούσε να την εγκαταλείψει στο σπίτι στο λόφο; Πόσες χαρές είχαν μείνει πια στη Ρόζα και πόσα όνειρα μπορούσε να κάνει για το μέλλον;

Το μυαλό της γέμισε από εικόνες της παιδικής της ζωής. Γεμάτη ζωή που είχε, ειδικά τα καλοκαίρια παρέα με τα ξαδέλφια της…

Ο παππούς τους, κάθε καλοκαίρι τους κρέμαγε μια αυτοσχέδια κούνια στην μεγάλη ελιά μπροστά από το σπίτι. Πόσο τεράστια της φαινόταν αυτή η ελιά και πόσο ψηλά έφτανε την κούνια!  Ένοιωθε σαν να απογειωνόταν και τι πείραζε που το χοντρό σκοινί της έτριβε τα χέρια και την έτσουζε; Λίγο καιρό μετά το είχε ξεχάσει.

Κλοτσοπατινάδες με τα αγόρια κι αγώνες για το ποιος θα ανέβει πιο γρήγορα στα δέντρα. Μακριά γαϊδούρα στη θάλασσα, το κυνήγι του αστερία, ψάρεμα με το καΐκι και πίσω από κάθε μνήμη της οι γονείς της αλλά και η Ρόζα πανταχού παρούσα, ο στυλοβάτης μιας μεγάλης οικογένειας.

«Τι κάνεις εδώ; Δεν κοιμήθηκες;» ρώτησε ο Μανώλης ανήσυχος.

«Δεν μπορώ, σκέφτομαι τη Ρόζα μόνη της».

«Μα δεν είναι μόνη της, έχει όλους εσάς γύρω της».

«Γύρω της; Ο κάθε ένας από εμάς είναι στο σπίτι του. Σαν να είμαστε πρωταγωνιστές σε ταινία θρίλερ είναι».

«Μπορείς να μιλάς όσο θέλεις μαζί της στο τηλέφωνο, θα το ξεχάσεις όμως ότι θα ανέβεις στο λόφο. Η θεία σου φοράει βηματοδότη, τι θέλεις τώρα να την βάλεις σε κίνδυνο; Κομμένα τα σούρτα-φέρτα και τα καφεδάκια χωρίς λόγο».

«Ναι, αλλά πώς να στο εξηγήσω, σκέφτομαι ότι τελικά φτάνει η στιγμή που είμαστε μόνοι. Όλοι οι δικοί της συνομήλικοι έχουν ή ‘’χαθεί’’ ή έχουν κλειστεί στο σπίτι τους. Είναι δύσκολη η μοναξιά Μανώλη. Εσύ κι εγώ έχουμε ο ένας τον άλλον, δουλεύουμε από το σπίτι, μιλάμε, τσακωνόμαστε, παρακολουθούμε τα γεγονότα και κρατάμε ο ένας τον άλλον αγκαλιά. Ζούμε, έστω κι έτσι. Έχουμε παρέα, ακόμα και την ώρα της γκρίνιας μας είμαστε μαζί και το πιο σημαντικό, ξέρουμε ότι θα περάσει κι αυτό, η Ρόζα όμως πώς να νοιώθει;»

Στο σαλόνι έπεσε σιωπή.

«Να φτιάξουμε πρωινό, να το απολαύσουμε και να μου πεις όλες τους φόβους σου;» πρότεινε ο Μανώλης κι ευθύς αμέσως άνοιξε το ψυγείο. «Θα φτιάξω μια ντουζίνα τοστ και θα ξεχάσεις ό,τι σε στενοχωρεί» είπε, μα ο θόρυβος από την κουζίνα έκανε την Ανδριάνα να κλείσει τα μάτια.

«Ο καφές που είναι;» και πριν προλάβει να ολοκληρώσει την ερώτησή του, είχαν βάλει και οι δύο τα γέλια. Η Ανδριάνα σηκώθηκε από τη θέση της και πήγε να τον βοηθήσει. Όταν επέστρεψαν στο σαλόνι, ακούμπησαν το δίσκο στο τραπέζι μπροστά από τον καναπέ για να απολαύσουν το πρωινό τους.

«Δεν θα χωράμε να περάσουμε από τις πόρτες σε λίγο» γκρίνιαξε η Ανδριάνα με μπουκωμένο το στόμα.

Ο Μανώλης της έδωσε το ασύρματο τηλέφωνο.

«Πάρε, θα έχει ξυπνήσει» της είπε με νόημα κι άνοιξε χαμηλόφωνα την τηλεόραση για να ακούσει τις ειδήσεις.

Η φωνή της Ρόζας ακούστηκε από την άλλη άκρη της γραμμής καθαρή και ήρεμη.

«Καλώς το κορίτσι μου».

«Τι κάνεις εκεί πάνω μόνη σου;»

«Ξέρεις πολύ καλά ότι δεν μπορώ τις βλακείες» γκρίνιαξε η θεία της. «Δεν είμαι μόνη, έχω την Ολυμπία εδώ και είμαστε μια χαρά. Η κάθε μια κάνει τη δουλειά της» είπε πολύ σοβαρά.

«Και ποια είναι η δικιά σου δουλειά;» ρώτησε η Ανδριάνα με απορία.

«Σίγουρα όχι να κλαίγομαι και οπωσδήποτε να μην νοιώθω ότι ήρθε το τέλος του κόσμου» απάντησε η Ρόζα.

«Ναι αλλά δεν μου λες» συνέχισε η ανιψιά της.

«Πλέκω».

«Τι πλέκεις; Πόσα χρόνια έχω να το ακούσω αυτό!»

«Πλέκω την καινούργια μας συλλογή  με καλοκαιρινά ρούχα».

«Ορίστε;»

«Τι φαντάστηκες ότι θα κάνω κούκλα μου; Ότι θα κλειστώ σπίτι και θα κλαίω τη μοίρα μου; Ήρθε η ώρα να ανασκουμπωθούμε και να επαναπροσδιορίσουμε την κάθε πολύτιμη ημέρα μας. Να ζήσουμε και να ευχαριστηθούμε. Κατάλαβες;»

Η Ανδριάνα δεν ήξερε τι να κάνει κι ακόμα χειρότερα δεν γνώριζε τι να απαντήσει. Η Ρόζα πάντα έβρισκε διεξόδους αλλά τώρα δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά που άκουγαν τα αυτιά της.

«Κατάλαβες παιδί μου;» επέμεινε η θεία της.

«Η αλήθεια είναι πως όχι. Τι έχεις δηλαδή κατά νου;»

«Μα κάτι ερωτήσεις που κάνεις! Τα πλεκτά αυτά θα πουληθούν και για την ακρίβεια θα μοσχοπουληθούν».

«Ειλικρινά τώρα, εξήγησέ μου τι εννοείς χωρίς περιστροφές».

«Θα φτιάχνω διαφορετικά μοναδικά κομμάτια κι άλλα για κάθε νούμερο. Ξέρεις ότι τα πλεκτά μου δεν είχαν ποτέ ραφές. Όλες οι ενώσεις γίνονται στο χέρι. Τα νήματα είναι εξαιρετική ποιότητας και μπορούν κάλλιστα να πουληθούν ακριβά γιατί είναι χειροποίητα και μοναδικά».

«Πλάκα μου κάνεις τώρα;»

«Ανδριάνα σοβαρέψου. Μιλάω καθαρά επιχειρηματικά. Τι δεν καταλαβαίνεις;»

«Πόσα κομμάτια θα βγάλεις Ρόζα;»

«Όσα αντέχουν τα χέρια μου κι όσο βλέπουν τα μάτια μου».

«Και πως θα πουληθούν;»

«Ρώτα τον λογιστή σου πως θα προσθέσεις άλλον έναν ΚΑΔ στην εφορία, δεν μπορώ να ασχοληθώ και με αυτό. Κουμπιά, τρέσες, κλωστές και νήματα τα έχει το βασικό μας κατάστημα. Άρα έχουμε στα χέρια μας την πρώτη ύλη. Η επόμενη δικιά σου κίνηση είναι ότι πρέπει να μετατραπεί το φυσικό μας κατάστημα και σε ηλεκτρονικό και άμεσα. Πες στον Μανώλη να το φτιάξει και να αρχίσει την διαφήμιση, χθες, κατάλαβες; όχι αύριο, για να προλάβουμε όσο το όνομα Ρόζα είναι ακόμα γνωστό στην αγορά».

«Τα εννοείς αυτά που λες;»

«Εγώ τα εννοώ, εσείς πρέπει να τα κάνατε πράξη και άμεσα. Αυτό που δεν καταλαβαίνεται είναι ότι ζούμε στην εποχή της ταχύτητας. Όλα αλλάζουν μέσα σε μια στιγμή. Ή πιάνεις την στιγμή από τα κέρατα ή άστα να πάνε καλύτερα».

«….»

«Ανδριάνα είσαι εκεί;»

«Ναι φυσικά σε ακούω».

«Με το να ακούτε μόνο είναι σαν να λέτε ‘’πέσε πίτα να σε φάω’’. Δράση θέλω να βλέπω για να μην πεινάσουμε και ακόμα χειρότερα, για να μην τρελαθούμε».

«Σε σκέφτομαι διαρκώς».

«Αυτό δεν με βοηθάει. Ζωή χωρίς δημιουργία Ανδριάνα, μοιάζει με αργό βασανιστικό θάνατο. Τι είναι αυτό που χτυπάει έτσι; Το κινητό σου;».

«Όχι το τηλέφωνο του Μανώλη είναι» και το έπιασε για να του το πάει στο δωμάτιο που χρησιμοποιούσαν για γραφείο.

«Ρόζα θα σε πάρω μετά» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο απότομα καταπίνοντας το σάλιο που είχε κολλήσει στο λαιμό της.

Με το κινητό στα χέρια, πήγε κοντά στον Μανώλη ο οποίος έκανε τηλεδιάσκεψη με τους συνεργάτες του και χωρίς να της δίνει την παραμικρή σημασία.

Η Ανδριάνα ακούμπησε το κινητό δίπλα στον Μανώλη και με το δάχτυλό της του έδειξε το όνομα που έδειχνε ότι τον καλούσε.

«Marjory» έγραφε και πριν κάνει μεταβολή και φύγει ενοχλημένη τον κοίταξε βαθειά στα μάτια έχοντας ένα μεγάλο ερωτηματικό.

Το παρελθόν του Μανώλη, έκανε την εμφάνισή του για άλλη μια φορά. Γιατί;

«Νόμιζα ότι είχαμε τελειώσει με όλα αυτά και ότι τις σκιές τις είχαμε αφήσει πίσω μας. Μάλλον έκανα λάθος» είπε χαμηλόφωνα κι έφυγε από το δωμάτιο.

Πήγε στο δωμάτιο, φόρεσε τα αθλητικά της παπούτσια και βγήκε να περπατήσει.

Η αποφασιστικότητα και η αυτοεκτίμηση της Ρόζας έπρεπε να της γίνει μάθημα ζωής.

Πως το έλεγε η θεία της όταν δεν έδινε άλλα περιθώρια; «Τέρμα τα δίφραγκα», αυτό ακριβώς θα έκανε κι εκείνη από εδώ και στο εξής.

«Τέρμα τα δίφραγκα αγάπες μου για όλους σας».

butterfly

 

 

 

~συνεχίζεται~

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here