Στο δρόμο της επιστροφής για το σπίτι, η Ανδριάνα ένοιωθε το μυαλό της να χοροπηδάει από τις σκέψεις.

«Η οικογένεια» σκέφτηκε και ένοιωσε να την πιάνει πονοκέφαλος κι αμέσως μετά, ένα ερώτημα ξεπήδησε «κι εγώ; Που βρίσκομαι μέσα σε όλα αυτά; Η ζωή μου, τα θέλω μου, οι ανάγκες μου. Έχω αφήσει χώρο για να αναπνεύσω ή μήπως με έχω ‘’ξεχάσει’’ χρησιμοποιώντας για δικαιολογία τις ατελείωτες ανάγκες της οικογένειας;

Η Ρόζα μεγάλωνε, κάποια στιγμή θα ερχόταν αντιμέτωπη με όλα αυτά που προσπαθούσε να αποφύγει. Ο θάνατος, το φυσικό κλείσιμο του κύκλου της ζωής. Ο πόνος που έρχεται, ο πόνος που φεύγει. Η αλλαγή της ζωής και των συνηθειών. Η αναγκαστική ωρίμανση και η διάλυση όλων αυτών που η Ρόζα προσπαθούσε να διατηρήσει ανέπαφα στο χρόνο.

«Μανώλη» είπε σιγανά για να μην διαταράξει την ησυχία του καθώς άνοιγε την εξώπορτα.  Μπορεί και να κοιμόταν, το φως όμως από το γραφείο και ο έντονος ήχος του πληκτρολογίου την έκαναν να καταλάβει ότι δεν την είχε ακούσει.

«Μωρό μου γύρισα» είπε με δυνατή φωνή.
«Καλώς το κορίτσι μου. Μου έλειψες το ξέρεις;» είπε κι άνοιξε την αγκαλιά του διάπλατη.
«Έφαγες;» τον ρώτησε και όλο το σκηνικό της φάνηκε κοινότυπο, βαρετό, μικροαστικό και ήταν αυτό ακριβώς που δεν ήθελε.
«Όχι, δούλευα. Τι συνέβη τελικά;» ρώτησε ο Μανώλης.

Τον κοίταξε λοξά και λίγο πονηρά.

«Είσαι;» τον ρώτησε με νόημα και απάντηση δεν περίμενε. Ξεντύθηκε και μπήκε κατευθείαν στον μπάνιο. Πριν κλείσει την πόρτα πίσω της, στάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα μπροστά του γυμνή και του ζήτησε να ανοίξει ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί.

«Το ξέρω ότι εσύ προτιμάς το ροζέ αλλά κάνω κέφι το κόκκινο» είπε, έκλεισε με νόημα το μάτι κι εξαφανίστηκε για να αφεθεί μέσα στο ζεστό νερό και την καθαρή ευωδιά του σαπουνιού. Να κανακέψει τον εαυτό της απλώνοντας στο κορμί της κρέμα και δυο σταγόνες από την αγαπημένη της κολόνια πίσω από τους λοβούς των αυτιών της. Με τα ακροδάχτυλά ανακάτεψε ελαφρά τα μαλλιά της για να αφήσει αυτή την ανεπαίσθητη μυρωδιά από τις φρουτώδεις αρωματικές νότες.

Φόρεσε τα πιο προκλητικά της εσώρουχά και έριξε επάνω της τη σατέν μαύρη ρόμπα της αφήνοντάς την ανοιχτή.

Ο Μανώλης την είδε να περνάει μπροστά του ξυπόλητη. Η Ανδριάνα ήξερε τι έκανε κι ο άνδρας απολάμβανε την εικόνα της αλλά και το παιχνίδι της.

«Θέλω να ακούσουμε Jazz» είπε και του χαμογέλασε καθώς η φωνή της Keely Smith και το On the sunny side of the street  απλώθηκαν στον χώρο.

Υπήρξε μια μυστική ιεροτελεστία. Ο Μανώλης γέμισε τα ποτήρια με κρασί και ακολούθησε το πρόσταγμα της Ανδριάνας όσο εκείνη ετοίμαζε το πλατό με τα τυριά, τα κριτσίνια και τις μαρμελάδες από πιπεριά, ντομάτα και πορτοκάλι με τζίντζερ που της άρεσαν.

Όταν η Ανδριάνα επέστρεψε στο σαλόνι, τον βρήκε τυλιγμένο με την μεγάλη πετσέτα. Μικρές σταγόνες νερού, γυάλιζαν στο στήθος του. Τον κοίταξε πονηρά και ακούμπησε τον δίσκο προσεκτικά στο μεγάλο τραπέζι μπροστά από τον καναπέ.

Άναψε τα κεριά, χαμήλωσε τα φώτα και κάθισε δίπλα στον Μανώλη.

«Στην υγειά μας» είπε καθώς σήκωνε ανάλαφρα το κολονάτο ποτήρι με το κρασί στα χείλη της κι ακουμπούσε τα μακριά της πόδια πάνω στα δικά του. Ο άντρας την κοιτούσε σιωπηλός με εκείνο το βλέμμα που κάθε φορά της έκοβε την ανάσα.

Ο Μανώλης είχε αποφασίσει ότι το ‘’παιχνίδι’’ του αρσενικού και του θηλυκού, θα άφηνε την Ανδριάνα να το ορίσει όπως ακριβώς το φανταζόταν. Για την ώρα δεν θα έπαιρνε απολύτως καμία πρωτοβουλία. Του άρεσε να την ‘’βασανίζει’’.

«Σκεφτόμουν» του είπε, «ότι έχουμε καιρό να κάνουμε ένα όμορφο ταξίδι».

«Να φανταστώ ότι θα ήθελες …» και πριν προλάβει ο Μανώλης να τελειώσει τη φράση του, πήρε το λόγο η Ανδριάνα.

«Θα ήθελα να βρεθούμε μόνοι μας σε έναν όμορφο τόπο. Ιδανικά όπου δεν πιάνει κινητό, εκεί που κανείς δεν θα μπορεί να μας ανακαλύψει».

Ο Μανώλης ακούμπησε στο τραπέζι το ποτήρι και ρώτησε «τι συμβαίνει;»
«Γιατί πρέπει να συμβαίνει κάτι, ένα ταξίδι έχω επιθυμήσει για να βρεθούμε λίγο μόνοι μας. Μια μικρή απόδραση» απάντησε.
«Αυτό θα το κανονίσουμε, πρώτα όμως θέλω να μου πεις τι έγινε σήμερα. Γιατί όλα αυτά;» ρώτησε και άνοιξε τα χέρια του δείχνοντας το σκηνικό που είχε στήσει η Ανδριάνα.
«Θα σου πω, πρώτα όμως θα κανονίσουμε το ταξίδι» απάντησε χωρίς να σηκώνει δεύτερη κουβέντα.

«Που θα ήθελες να πάμε;»
«Στην Φλωρεντία»
«Μα εκεί έχεις πάει»
«Και; Ποιος μου απαγορεύει να πάω δεύτερη φορά; Είχα ορκιστεί στον Άρνο ποταμό, πάνω στη γέφυρα του Ponte Vecchio, ότι την επόμενη φορά θα πήγαινα ερωτευμένη και ζευγαρωμένη. Τώρα είναι η επόμενη φορά».
Ο Μανώλης χαμογέλασε «Είμαι εγώ η επόμενη φορά σου;» ρώτησε.
«Μάλιστα» απάντησε η Ανδριάνα κοκκινίζοντας ελαφρά «κι αναρωτιέμαι ποιος μπορεί να ενοχληθεί άραγε;»
«Κανείς, χρειαζόμαστε όμως λίγο παραπάνω χρόνο για να το ευχαριστηθούμε και δεν τον έχουμε τώρα. Κατάλαβες;»

Η Ανδριάνα σούφρωσε τη μύτη της γιατί ήξερε ότι ο Μανώλης είχε δίκιο.

«Τι προτείνεις;» ρώτησε
«Μονεμβασιά, στο Κάστρο. Θα αφήσουμε το αυτοκίνητο στην είσοδο και θα το πάρουμε κατά την αναχώρησή μας.  Τρεις ημέρες θα σε έχω κλεισμένη στο Κάστρο» της απάντησε εύθυμα.
«Κι εγώ τι θα είμαι σκλάβα ή πριγκίπισσα;»
«Ότι διαλέξεις» της απάντησε με νόημα.
«Ξέρεις από πότε έχω να πάω εκεί; Από το δημοτικό και είχαμε πάει οικογενειακή εκδρομή» φώναξε χαρούμενη «τι ωραία ιδέα».

Ο Μανώλης ένοιωθε την καρδιά του να πλημμυρίζει από αγάπη κάθε φορά που την έβλεπε να κάνει σαν μικρό παιδί.

Πήρε το tablet, της έδειξε τις επιλογές που είχαν και την άφησε να διαλέξει αυτό που της άρεσε περισσότερο.

«Αυτό, το έχω ερωτευθεί» είπε η κοπέλα και με ένα κλικ ο Μανώλης τα κανόνισε όλα.
«Φεύγουμε την Παρασκευή το πρωί» της είπε και η Ανδριάνα χτύπησε τα χέρια της σαν κοριτσόπουλο.
«Καλό μας ταξίδι αγάπη μου» είπε χαμογελώντας γλυκά και σήκωσε το ποτήρι της.
«Έλα εδώ» της είπε ο Μανώλης και άνοιξε την αγκαλιά του να τρυπώσει μέσα της.

Η Ανδριάνα ακούμπησε στο στήθος του και είπε «πεινάω».
«Κι εγώ» απάντησε ο Μανώλης και της έβγαλε τη σατέν ρόμπα.

Κυλίστηκαν στο χαλί, ρουφώντας ο ένας τη μυρωδιά του άλλου. Το άγγιγμα τους στην αρχή ήταν αχόρταγο και γρήγορο όπως την πρώτη φορά, με τη λαχτάρα που μόνο τα πεινασμένα κορμιά και οι ψυχές έχουν νοιώσει.

Τις μικρές άναρθρες κραυγές τους, τις σκέπαζε ο ήχος της μουσικής. Νότες που κανείς δεν άκουγε, μυρωδιές από αρωματικά ρεσώ που ποτέ δεν έφτασαν στις κόγχες τους. Σφυροκοπούσαν ο ένας το κορμί του άλλου μέχρι να καταλαγιάσουν την φωτιά που τους έκαιγε για να ξαναρχίσουν μετά από λίγο αυτό το χορό, του πάθους και της λαγνείας.

Ένα μακρόσυρτο «αχχχχχ» βγήκε από τα χείλη της Ανδριάνας και ακολούθησε ο βρυχηθμός του Μανώλη και δύο τους κορμιά τραντάχτηκαν εκτονώνοντας τη δύναμη της δικής τους λάβας.

Κανείς δεν μίλαγε. Ανάσες γρήγορες, λαχανιασμένες και ο ιδρώτας του ενός ανακατεμένος με του άλλου. Η μυρωδιά του έρωτα τους είχε σκεπάσει και καταλάγιασε μόνο όταν ένοιωσαν την ανατριχίλα τους και την ανάγκη να σκεπαστούν.

Σηκώθηκαν αλλά κανείς δεν είχε όρεξη για ύπνο.

«Πεινάω» είπε ξανά η Ανδριάνα και ο Μανώλης της απάντησε μόνο «πρόσεχε» καθώς της γέμιζε το στόμα με ένα κομμάτι παρμεζάνα.

«Μμμμμμ» είπε η γυναίκα αχόρταγα και κάθισαν ο ένας δίπλα στον άλλον για να ξεκινήσουν να μοιράζονται τις γεύσεις των τυριών πίνοντας αργά και απολαυστικά το κρασί τους.

«Λοιπόν;» ρώτησε ο Μανώλης.

Με γεμάτο το στόμα η Ανδριάνα, κούνησε το κεφάλι της κάνοντας νόημα ότι δεν καταλαβαίνει. Ο άντρας την έπιασε από τους ώμους.

«Θα μου εξηγήσεις το σημερινό;» επέμεινε στην αρχική του ερώτηση ο Μανώλης.
«Ήταν τόσο όμορφα που δεν θέλω να μιλήσω» απάντησε ελαφρώς ναζιάρικα η γυναίκα.
«Θέλω όμως εγώ. Έλα πες μου τι έγινε στο σπίτι στο λόφο».
«Ειλικρινά τώρα είναι κάτι που σε ενδιαφέρει;» απάντησε ενοχλημένη.
«Αν σε ενοχλεί η συζήτηση να το σταματήσουμε εδώ» είπε απότομα ο άνδρας.

Η Ανδριάνα έμεινε για λίγο σιωπηλή, πίνοντας νευρικά μικρές γουλιές από το κρασί της.

«Βάλε μου λίγο ακόμα σε παρακαλώ» ζήτησε ευγενικά τεντώνοντας το χέρι της κι ο άνδρας της πρόσθεσε από το αρωματικό κρασί, παρατηρώντας το σκοτεινιασμένο βλέμμα της  και παραμένοντας σιωπηλός.

«Θέλω να ζήσω» ξεκίνησε να λέει η γυναίκα μαζεύοντας τα πόδια της όσο πιο κοντά μπορούσε στο κορμί της.

Ο Μανώλης κάνοντας μια κίνηση σχεδόν αστραπιαία έφυγε από το σαλόνι και επέστρεψε κρατώντας αγκαλιά τις φόρμες τους και μια μικρή κουβέρτα.

«Θα είναι μακριά η νύχτα, ντύσου» της είπε κάνοντας το ίδιο κι εκείνος.

«Θέλω να ζήσω» είπε ξανά η Ανδριάνα πιάνοντας την πρότασή της από την αρχή. «Όπως επέστρεφα, τα λόγια της Ρόζας είχαν σφηνωθεί μέσα στο κεφάλι μου. Έχει δίκιο Μανώλη, κρύφτηκα και βολεύτηκα μέσα στις ανασφάλειες μου και στη θαλπωρή που μου χάρισε απλόχερα η οικογένειά μου αλλά και η ίδια. Λάθος μου, είχα όλες τις ευκαιρίες για να κυνηγήσω και να φτιάξω τη ζωή μου καλύτερη».

«Τι εννοείς καλύτερη; Τι σου λείπει;»

«Για την ακρίβεια δεν μου λείπει τίποτα. Πέρα από τόλμη και εμπειρίες. Κρύφτηκα Μανώλη γιατί δεν χρειαζόταν να κυνηγήσω την ζωή μου. Πώς να στο πω και να το καταλάβεις; Έχεις δει ότι οι πιο πετυχημένοι άνθρωποι γύρω μας είναι αυτοί που αναγκάστηκαν να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους; Αυτοί που, ας μου επιτραπεί η έκφραση, δεν είχαν θεωρητικά στον ήλιο μοίρα; Είμαστε πιο μαλθακοί εμείς οι βολεμένοι. Καλοπερασάκηδες, ελαφρώς τεμπέληδες και άτολμοι.

Για να πάω την εταιρία ένα βήμα πιο μπροστά έπρεπε να φωνάξει η Ρόζα γιατί εγώ τα είχα βάλει όλα στον αυτόματο πιλότο και η καλή μου τύχη έστειλε εσένα στον διάβα μου για να με ξεστραβώσεις και σε ευχαριστώ γι’ αυτό. Όμως έτσι δεν προχωράνε τα πράγματα. Αυτή τη φορά, οφείλω να πω δυνατά για να το ακούσουν τα αυτιά μου, αυτά που εγώ η επιθυμώ κι όχι εκείνα που περιμένουν οι άλλοι από εμένα. Είμαι υποχρεωμένη απέναντι στον εαυτό μου αλλά και στην Ρόζα να ξεβολευτώ».

«Τι εννοείς απέναντι στη Ρόζα;»

«Εγώ μητέρα δεν είμαι και είμαι σίγουρη ότι εσύ, θα μπορέσεις να την καταλάβεις καλύτερα για δυο λόγους. Ο ένας είναι γιατί έχετε παιδιά και ο άλλο γιατί και οι δυο σας είσαστε αυτοδημιούργητοι.

Η Ρόζα έχει κουραστεί και κακά τα ψέματα θέλει σαν έρθει η ώρα να πεθάνει, να είναι η ψυχή της ανάλαφρη, έχοντας τη σιγουριά ότι πίσω της αφήνει ευτυχισμένους, δημιουργικούς και αυτάρκεις ανθρώπους. Ότι το έργο της το ολοκλήρωσε σωστά. Εγώ δεν μπορώ να διορθώσω τα δικά της λάθη, μπορώ όμως να φτιάξω τη ζωή μου έτσι όπως εγώ θέλω. Μόλις νοιώσω ευτυχισμένη θα το καταλάβει και θα έχω βάλει ένα λιθαράκι στο σωστό σημείο για να ξεφορτώσει από τις έννοιες της και θα είναι η ανταμοιβή της για όλα αυτά που τόσα χρόνια έκανε για μένα. Άλλα σωστά άλλα λάθος, όλα όμως με αφετηρία την αγάπη. Κατάλαβες;»

«Όχι, γιατί τόση ώρα μου μιλάς για την Ρόζα. Δεν έχω καταλάβει τα δικά σου όνειρα. Εσύ τα έχεις καταλάβει; Το ‘’θέλω να ζήσω τη ζωή μου’’ που είπες προηγουμένως, είναι μια γενική έννοια, τι θέλεις να κάνεις ακριβώς Ανδριάνα;» ρώτησε ο Μανώλης γεμίζοντας τα ποτήρια τους με κρασί.

«Με έχει κουράσει η οικογένεια μου και καμιά φορά με κάνει να ντρέπομαι».

«Τι πάει να πει αυτό; Μας κουράζουν μόνο αυτοί που τους επιτρέπουμε κάτι τέτοιο κι εσύ ντρέπεσαι για τις δικές τους επιλογές; Κάτι πάει λάθος εδώ».

«Έχεις δίκιο το ξέρω. Όλα αυτά τα συνειδητοποίησα πρόσφατα. Αναλώνω τον εαυτό μου στο να δίνω την ενέργειά μου σε ανθρώπους που με ρουφάνε και με στραγγίζουν. Η μητέρα μου το έλεγε αυτό ‘’η πατρική οικογένεια ορισμένες φορές γίνεται βαμπίρ και σου πίνει το αίμα’’. Τότε δεν καταλάβαινα τι εννοούσε, τώρα όμως …

Δεν φταίω για τις λάθος επιλογές ούτε του Γρηγόρη ούτε του Σπύρου κι όσο κι αν προσπαθώ να βοηθήσω, αισθάνομαι ότι τελικά λειτουργώ ως πατερίτσα και τελικά έτσι ακριβώς μου φέρονται.

Οι άνθρωποι Μανώλη, είμαστε σαν τον λεκέ. Όσο βρίσκουμε ύφασμα απλωνόμαστε. Για ποιο λόγο να μην μου ζητάνε να δίνω όλο και περισσότερο αφού έτσι τους έμαθα; Ένα αστείρευτο βαρέλι βοήθειας. Ανεξάρτητα από το πόσο αγαπάω την Ρόζα, το φυσιολογικό είναι πρώτα να ενημερώνονται τα παιδιά της και μετά εγώ. Ότι είναι άνδρες είναι μόνο μια κακή δικαιολογία. Όπως βολεύτηκα εγώ μέσα στη σιγουριά των δικών μου, έτσι κάνουν κι εκείνοι. Ας μην τους κατηγορώ όμως άλλο, αυτό πρέπει να τελειώσει και είναι δικιά μου δουλειά».

«Μίλα τους».

Το γέλιο της Ανδριάνας ακούστηκε δυνατό μέσα στην ησυχία της νύχτας.

«Ποιος κατάλαβε με τα λόγια Μανώλη; Οι πράξεις μετράνε».

«Δεν θέλω να ανακατευθώ αλλά υποθέτω ότι έχουν συμβεί πράγματα για τα οποία δεν θέλεις να μιλήσεις από τη μία αλλά σε βασανίζουν από την άλλη. Σωστά;»

«Ανθρώπινα γεγονότα που θίγουν υπολήψεις. Πράγματι δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτά, θα σου το κάνω όμως απλό. Ας υποθέσουμε ότι ένα παιδί τρώει όλα τα γλυκά που έχει αγοράσει η μητέρα του για τους καλεσμένους, αν τα αντικαταστήσεις για να μην το μαλώσουν, η μητέρα δεν θα του φωνάξει, δεν θα συγχυστεί και δεν θα το ξεμπροστιάσει. Το αποτέλεσμα ξέρεις ποιο θα είναι; Αυτό το παιδί δεν θα καταλάβει ποτέ το λάθος του και θα συνεχίσει να τρώει τα γλυκά των υπολοίπων χωρίς να υπολογίζει τίποτα, γιατί έτσι έμαθε».

«Αναφέρεσαι στο αλκοόλ και στον Σπύρο;»

«Να ένα παράδειγμα προς αποφυγή. Ο Σπύρος ισοπεδώθηκε μέσα από τη δυναμική και σαρωτική πολλές φορές συμπεριφορά της Ρόζας  και ο πατέρας του, ποτέ δεν τον επιβράβευσε για κάτι. Μια αδύναμη ψυχή που κρύφτηκε κάτω από τα φουστάνια της Ρόζας και τώρα συνεχίζω εγώ να κάνω τα δικά της λάθη. Τα λάθη αυτά τα ονομάζω ‘’αγάπη, οικογένεια και δέσιμο’’.  Μπούρδες, αδυναμία είναι και αυτό θα αλλάξει».

«Μακάρι» είπε ο Μανώλης «σε έβλεπα και αναρωτιόμουν πως είναι δυνατόν να αφιερώνεις τόσο χρόνο από τη ζωή σου για όλους τους υπόλοιπους. Να σπαταλιέσαι».

«Ξέρεις, οι μεγάλες αλλαγές συνήθως αργούν να συνειδητοποιηθούν. Ίσως γιατί έχουμε μάθει να λειτουργούμε με την δύναμη της συνήθειας. Όταν όμως οι γύρω μου συνειδητοποιήσουν τι γίνεται, τότε αγάπη μου τα βέλη θα στραφούν προς εσένα. Θα σε θεωρήσουν υπαίτιο γι’ αυτή την αλλαγή. Θα το αντέξεις;»

«Ανδριάνα, όλα αυτά με αφήνουν αδιάφορο. Σέβομαι την οικογένειά σου αλλά δεν είναι οικογένειά μου. Κατανοώ τις ανθρώπινες αδυναμίες αλλά δεν μπορώ να τις φορτωθώ στη δική μου πλάτη. Ο κάθε ένας ας κάνει τις επιλογές του. Επιτέλους είμαστε μεγάλοι άνθρωποι» είπε και με μια γρήγορη κίνηση ήπιε την τελευταία γουλιά από το κρασί του και συνέχισε «επέλεξα να είμαι και να ζήσω μαζί σου. Όχι τη ζωή του Γρηγόρη, όχι τη ζωή του Σπύρου. Είναι ευπρόσδεκτοι στο σπίτι μας όσο δεν ξεπερνούν τα όρια που εσύ κι εγώ βάζουμε.

Έχω να δώσω παραδείγματα σε ένα παιδί, για το πώς θα κάνει τη ζωή του καλύτερη. Να τον δω να μεγαλώνει και να μην τρικλίζουν τα πόδια του. Να είναι υπερήφανος για τον εαυτό του αλλά και για τον πατέρα του.

Για την Ρόζα θα σε στηρίξω όσο θέλεις, για τους υπόλοιπους όμως όχι. Ακούγεται σκληρό το ξέρω, αλλά δεν θα ζήσω τη ζωή μου παρηγορώντας αδύναμους ανθρώπους. Αυτό είναι δουλειά των ψυχολόγων. Δικιά μου δουλειά είναι να διοικήσω μια εταιρία και να στοχεύω όλο πιο ψηλά. Κατάλαβες;»

Η Ανδριάνα έπαιζε αμήχανα με το ποτήρι της, κοιτάζοντας τους μικρούς κυματισμούς που έκανε το κρασί.

«Το ξέρω ότι σε στενοχωρώ αλλά η αλήθεια είναι πικρή. Έλα να σου πω τι θα κάνουμε» είπε και την αγκάλιασε τρυφερά. «Θα χρησιμοποιήσω μια ατάκα που άκουσα πρόσφατα και μου άρεσε. ‘’Όταν τα πράγματα γίνονται δύσκολα, ψάχνω στο ημερολόγιό μου και βρίσκω το πλησιέστερο ευχάριστο γεγονός που με περιμένει κι έτσι ξέρω ότι έχω έναν χαρούμενο στόχο’’, ο δικός μας στόχος ποιος είναι;» ρώτησε ο Μανώλης.

«Η Μονεμβασιά» απάντησε χαμογελώντας η Ανδριάνα και άφησε το κεφάλι της να ακουμπήσει στο στήθος του.

«Και ας φροντίσουμε να έχουμε πολλές χαρούμενες στιγμές κορίτσι μου, στο χέρι μας είναι» της είπε και την φίλησε στο στόμα. «Κάτι αφήσαμε στη μέση …» ψιθύρισε στο αυτή της και το μόνο που ακούστηκε ήταν το πνιχτό γέλιο της.

butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here