Ο δικαστικός επιμελητής παρέδωσε την αίτηση διαζυγίου στην Στέλλα στην κεντρική είσοδο της τράπεζας όπως είχαν συμφωνήσει. Όποιος τη γνώριζε καλά, θα παρατηρούσε ότι το χρώμα είχε εξαφανιστεί από το πρόσωπό της και τα χείλη της είχαν στεγνώσει. Στιγμιαία, η ιδιότροπη συμπεριφορά της είχε εξαφανιστεί. Θα υπέθετε κανείς ότι αυτό που ένοιωθε, ήταν ότι της τράβηξαν τη γη κάτω από τα πόδια και το σώμα της να αιωρείται στο κενό.

«Στέλλα είσαι καλά;» τη ρώτησε η συνάδελφός της που μόλις είχε περάσει το κατώφλι της εισόδου. Την παρατηρούσε καθώς ανέβαινε τις σκάλες βιαστικά, να στέκει βουβή κι ακούνητη κρατώντας το φάκελο στα χέρια της.
«Ναι» απάντησε αφηρημένα και προχώρησε τινάζοντας νευρικά τα μακριά της μαλλιά.

Ο Σπύρος από την δική του την πλευρά, εγκαίρως  την είχε ενημερώσει ότι θα προχωρούσε στην λύση του γάμου τους. Δεν τον είχε πιστέψει. Την αγάπη και την αδυναμία που της είχε, τα θεωρούσε δεδομένα και όλα τα υπόλοιπα τα έβρισκε φτηνές απειλές. Η Ανδριάνα είχε ακούσει επανειλημμένα τα ειρωνικά σχόλια της Στέλλας για την αγάπη του Σπύρου αλλά και την βεβαιότητάς που ένοιωθε ότι τον είχε του «χεριού της». Το στόμα της όμως το είχε κρατήσει κλειστό, λάδι στη φωτιά εκείνη δεν θα έριχνε.

Συζητήσεις είχαν γίνει, όπως πάντα εκτός σπιτιού και σε ουδέτερο έδαφος. Αυτό ήταν ένα τρυκ που τους είχε μάθει η Ρόζα. «Είναι ο μόνος τρόπος για να μην γίνουν έκτροπα» έλεγε «για να φιλάς τα νώτα σου» και κάθε φορά που ήθελε να κάνει μια σοβαρή κουβέντα, κανόνιζε έναν «καφέ» στο πιο κεντρικό και πολυσύχναστο μέρος. Κανένας τους δεν κατάφερε να τα βάλει μαζί της και οι λύσεις βρισκόταν άμεσα, ή σχεδόν άμεσα. Η εκδήλωση της έντασης φανερωνόταν με κοκκίνισμα του προσώπου, νύχια μπηγμένα στις παλάμες, σφιγμένα χείλη και δόντια που έτριζαν. Ρουθούνια που ανοιγόκλειναν θυμωμένα αλλά φωνές ποτέ. Στη ζωή της δεν υπήρχε χώρος για «θεατρινισμούς και λέξεις που πληγώνουν». Το σίγουρο ήταν, ότι μετά τον «καφέ», τα καινούργια όρια ήταν ξεκάθαρα και κανείς δεν μπορούσε να το αμφισβητήσει αυτό, είτε του άρεσε είτε όχι.

Όλοι; Μα φυσικά όχι. Η Στέλλα ήταν μια από αυτές τις περιπτώσεις που είχε σταθεί αδύνατον να χαλιναγωγηθεί ο θυμός της. Ο Σπύρος, ακολουθώντας το παράδειγμα της μητέρας του, προσπάθησε αρκετές φορές να μιλήσει με την γυναίκα του και κάθε φορά είχε ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα. Η Στέλλα να ωρύεται και να απειλεί αδιαφορώντας για το ποιος την έβλεπε και ποιος την άκουγε. Έτσι λοιπόν η μόνη λύση που μπόρεσε να βρει ο Σπύρος, αναπόφευκτα ήταν και η χειρότερη. Τηλεφωνικές επικοινωνίες και βραδινά μηνύματα και η οργή της Στέλλας αντί να κοπάζει, να φουντώνει ολοένα και περισσότερο.

«Τελικά έχεις καταλάβει τη θέλει;» τον είχε ρωτήσει η Ανδριάνα σε μια από τις χιλιάδες συζητήσεις τους.
«Όχι και τα έχω δοκιμάσει όλα».
«Δηλαδή;»
«Της έχω ζητήσει συγγνώμη για τα χρόνια που ήμουν απόμακρος, για το ποτό. Την έχω παρακαλέσει να δώσουμε άλλη μια ευκαιρία στο γάμο μας. Να μένουμε στο ίδιο σπίτι και να μετακομίσω εγώ στον ξενώνα φτάνει να μην χαλάσει η ψυχική ισορροπία της κόρης μας. Η απάντησή της σε όλα ήταν αρνητική. Είμαι σίγουρος ότι έχει εραστή» είχε πει τότε ο Σπύρος με μάτια θλιμμένα και κόρες ραγισμένες σαν καθρέφτης σπασμένος.

«Όταν έχουμε εραστή ομορφαίνουμε, γλυκαίνουμε, αδυνατίζουμε, αλλάζουμε χτένισμα και γινόμαστε εύθυμες και καλόκαρδες. Είναι μέσα στη φύση μας, ο έρωτας μας κάνει καλύτερους, μέχρι τη στιγμή που θα μας πονέσει. Τότε καταρρέουμε».
«Τι θέλεις να πεις;»
«Είδες την Στέλλα να ηρεμεί, να γλυκαίνει, να ομορφαίνει, να ασχολείται έστω και λίγο με τον εαυτό της;»
«Όχι»
«Τότε πολύ απλά δεν έχει εραστή»
«Γιατί όμως έφυγε;»
«Γιατί δεν ήθελε άλλο να είναι μαζί σου. Γιατί πεθαίνοντας ο μεγαλύτερος δυνάστης της ζωής της, βρήκε την ‘’πόρτα’’ της ζωής της ανοιχτή και την κοπάνησε»
«Τι εννοείς;»
«Για τελευταία φορά Σπύρο θα κάνουμε αυτή τη συζήτηση. Η Στέλλα δεν σε αγάπησε πραγματικά. Σε ερωτεύθηκε αλλά δεν μπόρεσε να σε αγαπήσει. Να φύγει από το σπίτι της ήθελε. Από τα δεσμά της μάνας της και του πατριού της. Όταν πήρε χαμπάρι ότι δεν της έκανες, αντί να φύγει σε παντρεύτηκε γιατί που θα πήγαινε; Στο σπίτι της μητέρας της; Στον έλεγχο και την κριτική που της έκανε η οικογένειά της;»
«Θα  μπορούσε να πάει να ζήσει μόνη της, ολόκληρη γυναίκα ήταν»
«Με τι λεφτά; Με το μισθό μιας υπαλλήλου; Να ζήσει που; σε μια τρύπα; Σε γκαρσονιέρα; Γιατί, για ποιο λόγο αφού μαζί σου τα είχε όλα».

Ο Σπύρος δεν καταλάβαινε ή δεν ήθελε να καταλάβει αυτό που όλοι τριγύρω του ψιθύριζαν. Η Στέλλα όλα τα προηγούμενα χρόνια είχε βολευτεί στη ζωή που της προσέφερε κι όταν τα οικονομικά τους έπαψαν να είναι καλά, η δουλειά του να πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο, τότε κι αφού είχε πεθάνει η μητέρα της, πήρε το παιδί τους και έφυγε. Δεν εξαφανίστηκε, απλώς έφυγε απομυζώντας χρήματα από την περιουσία του πατριού της και απαιτώντας τα μέγιστα που μπορούσε να εισπράξει από τον άνδρα της αδιαφορώντας για το τι ήταν λογικό και τι όχι.

Από την πρώτη στιγμή ο Σπύρος, της έδινε όσα το δικαστήριο θα του επέβαλλε ως διατροφή και τα προσωπικά έξοδα της κόρης τους τα ανάλαβε ο ίδιος.

«Γιατί το κάνεις αυτό; Γιατί δίνεις τόσα λεφτά; Τι θα κερδίσεις;» ρωτούσε η Ανδριάνα που την έφερνε σε απόγνωση.

«Γιατί δεν θέλω να λείψει τίποτα στην Μυρτώ» απαντούσε με αφοπλιστική ειλικρίνεια «να έχει ό,τι καλύτερο χρειάζεται για τις σπουδές που ονειρεύεται».

Η Ανδριάνα ήταν σίγουρη ότι πίσω από αυτή την κίνηση του ξαδέλφου της, υπήρχε και η κρυφή ελπίδα ότι η Στέλλα θα γυρνούσε κάποια στιγμή πίσω. Την δωροδοκούσε χωρίς να το καταλαβαίνει.

Ο χρόνος περνούσε, οι ελπίδες του Σπύρου γκρεμιζόταν η μια μετά την άλλη και η γεύση του πρώτου τους έρωτα έμελε να ξεχαστεί και να γεμίσει πληγές που έμεναν ανοιχτές και ο χρόνος δεν τις γιάτρευε.

«Έχεις κατάθλιψη το ξέρεις;» τον ρώτησε μια ημέρα η Ανδριάνα.

Ο Σπύρος συνέχιζε να κοιτάει το κενό, να προσθέτει ποτό στο ποτήρι του και το βλέμμα του να έχει αδειάσει από κάθε ίχνος ζωής. Η ξαδέλφη του, τον έβλεπε και πονούσε η ψυχή της. Τότε ήταν που την είχε ζητήσει να την δει η Ρόζα.

Είχε ανέβει ένα απόγευμα στο λόφο και η θεία της χωρίς εισαγωγές και περιττές λέξεις, είχε περάσει κατευθείαν στο θέμα που την έκαιγε. Ο Σπύρος και το πάθος του για το ποτό.

Η λύση που είχαν βρει ήταν μια. Η Βέρα. Ο μοναδικός άνθρωπος που θα μπορούσε να τους βοηθήσει την συγκεκριμένη χρονική στιγμή ήταν η γυναίκα αυτή.

Η Ρόζα, χωρίς δεύτερη σκέψη την είχε επισκεφθεί. Πήρε τις πληροφορίες που ήθελε και επέβαλε με τον δικό της απόλυτο τρόπο στο γιό της, να ακολουθήσει τη διαδρομή που όριζε.

Ο Σπύρος είχε πάει και στον ψυχολόγο και στον ψυχίατρο και ακολουθούσε τη φαρμακευτική αγωγή που του είχε δοθεί. Αυτό από μόνο του δεν έφτανε. Κανείς και τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την απόφαση του μυαλού και απ’ ότι φαινόταν ο Σπύρος δεν είχε καταφέρει να πείσει τον εαυτό του για να την αναγκαιότητα να απαλλαγεί από αυτό τον εφιάλτη.

Η Βέρα είχε πει ότι το αλκοόλ είναι η χειρότερη μορφή εθισμού κι αυτό που συμπλήρωνε η Ανδριάνα ήταν ότι «δεν διαλύει μόνο τα σωθικά αυτών που το πίνουν, κυρίως κομματιάζει την ψυχή των πιο κοντινών τους ανθρώπων. Είναι η μαύρη τρύπα μέσα στην οποία πέφτουν όλοι μαζί και χάνονται στο σκοτάδι της αβύσσου».

Το τελευταίο πλάσμα στον κόσμο για το οποίο η Ανδριάνα ενδιαφερόταν, ήταν η Στέλλα. Ήθελε να το κρύψει κι από τον ίδιο της τον εαυτό αλλά δεν το κατάφερνε. Ήταν πολλές οι φορές που είχε ευχηθεί η Στέλλα να πεθάνει όπως ακριβώς και η μητέρα της. Ξαφνικά, τώρα, να χτύπαγε το τηλέφωνό της και να της έλεγαν ότι η γυναίκα του ξαδέλφου της είχε τελειώσει. Πολλές φορές ο θάνατος είναι λυτρωτικός. Μετά τον πόνο, έρχεται η ελευθερία. Μα τι σκεφτόταν; Τινάχθηκε επάνω σαν άγριο ζώο.

Κάθε φορά που ένοιωθε έτσι, την έπιανε ρίγη, ντροπή και θυμός.

«Πως έγινα εγώ έτσι;» αναρωτιόταν χωρίς να μπορεί να αποδεχτεί αυτή την πλευρά του εαυτού της. Κάθε που κόπαζε η οργή μέσα της, πάλευε να μιλήσει στην ίδια την ψυχή της. «Ας πιεί η Στέλλα το δηλητήριο που στάζουν οι πράξεις και τα λόγια της. Εγώ δεν θέλω να έχω καμία σχέση μαζί της, ούτε για χάρη του παιδιού» έλεγε μέχρι που κατάλαβε την αλήθεια που δεν ήθελε να παραδεχθεί, την αλήθεια που ψιθύριζε η Ρόζα και δεν είχε μπορέσει καμία τους να ακούσει.

Η υπερπροστασία της Ρόζας είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργήσει δυο αδύναμους γιούς. «Ποιος είπε ότι η πολύ αγάπη κανέναν δεν έβλαψε;» αναρωτήθηκε η Ανδριάνα. «Η πολύ αγάπη ίσως όχι, το υπερβολικό κανάκεμα όμως, σίγουρα ναι».

Αυτό που συνειδητοποιούσε έντρομη η Ανδριάνα ήταν, ότι η θεία της και η κυρία Αθηνά, είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Δεν άφησαν ποτέ τα παιδιά τους να ξεκολλήσουν από πάνω τους, να ενηλικιωθούν και να ξεπεταχτούν μόνα τους. Τα ‘’θήλαζαν’’ μέχρι και σήμερα.

Γι’ αυτό ο Γρηγόρης ανεχόταν τα πάντα από την Δήμητρα, γιατί μια ζωή ανεχόταν τις εντολές και τις απαιτήσεις της μητέρα του.

Γι’ αυτό ο Σπύρος δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί παραπάνω. Γιατί το οξυγόνο όλο του το στερούσε η υπερβολή της Ρόζας.

Γι’ αυτό η Στέλλα δεν ήξερα να αγαπάει. Γιατί η κυρία Αθηνά δεν αγάπησε κανέναν παραπάνω από τον εαυτό της, την βολή της και τα καμώματα στο κρεβάτι της.

Γι’ αυτό η Δήμητρα αδιαφορούσε για τους πάντες γύρω της, γιατί η κυρία Σοφία δεν την αγάπησε ποτέ όσο τους βαλέδες και τους ρηγάδες. Τις ντάμες πάλι για έναν λόγο που κανένας δεν κατάλαβε δεν τις συμπαθούσε.

Τελικά στη ζωή, τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Ο κάθε ένας από αυτούς επέλεξε ότι του ήταν γνώριμο, με τις συνήθειες που γαλουχήθηκε. Η αλυσίδα που ποτέ δεν έσπασε.

Την στιγμή που η Ανδριάνα συνειδητοποίησε την μεγαλύτερη αλήθεια σε αυτή την ιστορία, γύρισε και κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη του γραφείου της.

«Με εμένα και τις επιλογές μου τι πάει στραβά;» αναρωτήθηκε και με την καρδιά της να χτυπάει γρήγορα, πάτησε την ταχεία κλήση και κάλεσε τον Μανώλη.
«Πνίγομαι» της είπε βιαστικά.
«Μια ανάλαφρη καλημέρα πήρα να σου πω» είπε, έκλεισε το τηλέφωνό της και χάθηκε στο βαθύ κόσμο των σκέψεών της.

Η Στέλλα είχε ανέβει στο γραφείο της. Κάθισε στη θέση της και με χέρια τρεμάμενα κάλεσε τον άντρα της.

«Είσαι με τα καλά σου; Αίτηση διαζυγίου;» φώναζε στον Σπύρο.
«Δηλαδή τι περίμενες;» απάντησε ψύχραιμα.

Εκείνη την ημέρα ήπιαν τον πρώτο τους καφέ ήρεμα. Εκτός σπιτιού σε ένα μικρό bistrot στο κέντρο των Αθηνών.

«Μα εγώ δεν θέλω διαζύγιο» έλεγε η Στέλλα.
«Και τι ακριβώς θέλεις;» ρώτησε τάχα μου αδιάφορα ο Σπύρος.
«Δεν με ενδιαφέρει να παντρευτώ, δεν με ενδιαφέρει να κάνω τίποτα απ’ όλα αυτά. Δεν σε καταλαβαίνω ειλικρινά, μήπως θέλεις εσύ να παντρευτείς;» ρώτησε με αγωνία.

«Θέλω να συνεχίσω τη ζωή μου, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό» της απάντησε.
«Κι εγώ θέλω τη σύνταξή σου και την περιουσία σου. Έχουμε μια κόρη μαζί, μην το ξεχνάς» είπε σχεδόν απειλητικά η Στέλλα χωρίς να συνειδητοποιεί ότι μόλις είχε εκθέσει τον εαυτό της ανεπανόρθωτα.

«Δεν άνοιξα εγώ την πόρτα του σπιτιού κι έφυγα σαν τον κλέφτη Στέλλα» της απάντησε ο Σπύρος.

Η αλήθεια ήταν ότι κάθε φορά που άκουγε τον άντρα της να ξεστομίζει αυτή την φράση, τα σωθικά της τα έκαιγαν η λάβα που χυνόταν από το ηφαίστειο της οργής. Ήξερε ότι ο Σπύρος είχε δίκιο, αυτό όμως δεν την ενδιέφερε. Ήθελε να φτάσει στο στόχο της πάση θυσία κι έτσι αποφάσισε να τον εκδικηθεί με άλλο τρόπο, εκβιάζοντάς τον έμμεσα και άμεσα οικονομικά. Χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ.

Χρόνια πριν, όταν η Ρόζα είχε δώσει τα χρήματα από την πώληση ενός οικοπέδου για να συνεισφέρει στην αγορά το σπίτι τους, ο πατέρας της Στέλλας ο κύριος Πέτρος χρειαζόταν δανικά. Η κόρη του πήρε δάνειο από την τράπεζα για να καλύψει τις ανάγκες του πατέρα της.  Ο Σπύρος όταν το έμαθε, της πρότεινε να βάλουν δεύτερη υποθήκη το σπίτι για να πετύχουν χαμηλότερο επιτόκιο. Το δάνειο αυτό η Στέλλα σταμάτησε να το πληρώνει από την στιγμή που έφυγε από τον Σπύρο καθώς και κάθε προσωπική της εκκρεμότητα. Τα χρέη συσσωρευόταν, η τράπεζα την κυνηγούσε, ώσπου τελικά τα μαντάτα έφτασαν στον ίδιο τον Σπύρο. Μπορούσε δεν μπορούσε τα χρήματα έπρεπε να τα βρει αν δεν ήθελε να χάσει το σπίτι του. Η Ανδριάνα τον είχε ξελασπώσει πολλές φορές με την συνδρομή της Ρόζας. Ούτε η Ρόζα ήξερε που πήγαιναν τα δανικά που της ζητούσε η Ανδριάνα αλλά ούτε κι ο Σπύρος έμαθε ποτέ την αλήθεια. Μαθηματικές εξισώσεις που έπρεπε να λυθούν χωρίς αναβολή.

«Να πουλήσουμε το σπίτι. Έχω κι εγώ δικαιώματα, μου ανήκει το μισό» έλεγε η Στέλλα και ο Σπύρος κόντευε να τρελαθεί με το μέγεθος του λάθους του. Πως μπόρεσε να το κάνει αυτό; Με  ένα μέρος από την περιουσίας της Ρόζας αλλά και με τον δικό του κόπο, χάρισε στην Στέλλα το μισό τους σπίτι. Αυτά ήταν λάθη τραγικά κι ένας δικηγόρος δεν είχε την παραμικρή δικαιολογία. Πως το είχε κάνει αυτό;

«Γι’ αυτό το σπίτι, ούτε εσύ αλλά ούτε η οικογένειά σου έχετε βάλει έστω ένα ευρώ. Να μην ξεχνάς ότι έχει μπει δεύτερη υποθήκη εξαιτίας του πατέρα σου κι εσύ απαιτείς το μισό; Επειδή στο χάρισα; Επειδή θεώρησα ότι παντρεύτηκα έναν άνθρωπο που με αγαπούσε; » ρωτούσε πασχίζοντας να κρατήσει την ψυχραιμία του ο Σπύρος.

«Δεν με νοιάζει, έχω πάει σε δικηγόρο και μου έχει πει ότι άπαξ και στα χαρτιά είμαι συνιδιοκτήτρια έχω ακριβώς τα ίδια δικαιώματα με εσένα» απαντούσε ξεδιάντροπα.

«Το σπίτι θα το γράψουμε και οι δυο μας στην κόρη μας. Είναι ο μόνος τρόπος να το διαφυλάξουμε για να βρει κάτι η Μυρτώ όταν μεγαλώσει και μην ξεχνάς ότι μιλάς με δικηγόρο, εμένα. Αν δεν το γνωρίζεις, σε ενημερώνω ότι όλα τα απαραίτητα έγγραφα, καταθετήρια, μεταφορές χρημάτων που έχουν γίνει από τον λογαριασμό της Ρόζας προς τον δικό μου, καθώς επίσης και με ποιον τρόπο αλλά και με ποιανού το εισόδημα αγοράστηκε το σπίτι αυτό, τα έχω κρατήσει όλα.

Μάθε, ότι στα χέρια του συναδέλφου μου, του κυρίου Σταματόπουλου, υπάρχει ήδη χειρόγραφη διαθήκη στην οποία αφήνω το μερίδιό μου στον Νικόλα και αντίγραφο των οφειλών σου στις τράπεζες τα οποία τα έχω καλύψει εγώ. Κατάλαβες;»

«Με εκβιάζεις;» ρώτησε τρέμοντας η Στέλλα.

«Εσύ άνοιξες την πόρτα κι έφυγες, όχι εγώ. Ας τα σκεφτόσουν νωρίτερα» της απάντησε, πλήρωσε το λογαριασμό και χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει την άφησε στην γωνία μόνη της για να νοιώσει την αγωνία να της τρώει την ψυχή.

«Δεν έχω χρήματα να γυρίσω σπίτι» είπε.

Ο Σπύρος άνοιξε το πορτοφόλι του και της άφησε πέντε ευρώ στο τραπέζι δίπλα στον καφέ της αμίλητος.

«Δεν με φτάνουν» είπε η Στέλλα με σκυφτό το κεφάλι.

Ο Σπύρος ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα, της γύρισε την πλάτη και σηκώνοντας το χέρι του ψηλά είπε «πάρε το μετρό» και βγήκε στον δροσερό αέρα.

butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here