1987 – 23 ετών

Η Ρόζα με τις εθνικές γιορτές δεν τα πήγε ποτέ καλά. Αυτή τη φορά όμως, μάζεψε όλα της τα ανίψια για να μας κάνει το τραπέζι. Την τίμησα με τα καλύτερά μου κέφια, μου θύμισε τα όνειρα που στρίμωξα στη δρύινη ντουλάπα του παππού Νικόλα και της γιαγιάς Φερενίκης, παρέα με τα μαθητικά βιβλία και τις ξεχασμένες φιλοδοξίες.

“Τα άφησες όλα να πάνε στράφι” είπε.
“Παράτα με” της είχα απαντήσει νομίζοντας ότι το θέμα θα έκλεινε εκεί. Γελάστηκα. Το βλέμμα της Ρόζας είχε σφηνωθεί στο κεφάλι μου και δεν έλεγε να φύγει. Τι ήθελε κι ανακατευόταν; Οι αποφάσεις είχαν πάρει ήδη το δρόμο τους και η ζωή μου ήταν δρομολογημένη σωστά. Έτσι νόμιζα τουλάχιστον.

Είχε μεσημεριάσει όταν τεντώθηκα στην καρέκλα του γραφείου. Κοίταξα το χώρο και αναρωτήθηκα, τι δουλειά είχα εγώ σε μια φαρμακευτική εταιρία, ανάμεσα σε καταπιεσμένους πωλητές με ιδρωμένα πρόσωπα και υπερόπτες γιατρούς; και τα λόγια της Ρόζας γιατί δεν έφευγαν από το κεφάλι μου; ”Ήρθε η ώρα της αλλαγής” ψιθύρισε μέσα μου η Μουχρίτσα. Τράβηξα την εφημερίδα μέσα από την τσάντα μου αλλά και πάλι δεν πρόλαβα να την ανοίξω. Μια καινούργια στοίβα από χαρτιά προσγειώθηκε μπροστά μου.

”Τα θέλει τώρα” είπε η Ελπίδα με την λεπτή φωνή της και παρατηρώντας την εφημερίδα συνέχισε ”κι έχει κάτι νεύρα”. Κούνησε το στρουμπουλό της χέρι για να δώσει έμφαση στα λόγια της και με κοίταξε.
“Μάλιστα” απάντησα και ακολούθησα τις εντολές της.

Η Μουχρίτσα μέσα μου χοροπήδαγε εκνευρισμένη.

“Και τώρα τι; έτσι θα περάσεις το υπόλοιπο της ζωής σου; θα κοιτάς το ρολόι για τη λήξη του οκταώρου;”

Δίκιο είχε. Αυτή θα ήταν η ζωή μου από εδώ και στο εξής; Στρίμωξα την εφημερίδα στην τσάντα μου και περίμενα να φτάσει η ώρα για να την ξεφυλλίσω στην ησυχία του σπιτιού μου.

Το Σαββατοκύριακο ήμουν πολύ απασχολημένη από τα απανωτά σούρτα-φέρτα, τα ξενύχτια και τα χαχανίσματα. Ήταν η μελαγχολία της Κυριακής που μου θύμισε ότι ξημέρωνε άλλη μια άγευστη Δευτέρα και με έκανε να θυμηθώ τα όνειρα και τις επιθυμίες μου.

Άνοιξα την τσάντα και έβγαλα την τσαλακωμένη και στραπατσαρισμένη εφημερίδα. Χωρίς δεύτερη σκέψη πήγα κατευθείαν στις αγγελίες. Η ματιά μου έπεσε αμέσως στο έντονο, τετράγωνο πλαίσιο. Εταιρία πληροφορικής ζητούσε Γραμματέα Γενικής Διευθύνσεως με προϋπηρεσία και άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας. Το σκέφτηκα λίγο. Τι σχέση είχα εγώ με την πληροφορική; καμία, μα η Μουχρίτσα απαιτούσε να ζήσει νέες εμπειρίες και περιπέτειες.

Την επόμενη ημέρα και κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού μου διαλείμματος, τηλεφώνησα κρυφά, μιλώντας χαμηλόφωνα και κοιτάζοντας πότε δεξιά και πότε αριστερά μήπως με άκουγε κανείς.

“Αύριο στις τέσσερεις, θα σας δει ο κύριος Γεωργόπουλος” είπε η τηλεφωνήτρια από την άλλη άκρη της γραμμής.

“Ες αύριον τα σπουδαία”. Σήμερα, η Μουχρίτσα κι εγώ θα κάναμε υπομονή κοιτάζοντας το ρολόι του τοίχου στα κλεφτά και τον ήλιο που έλαμπε έξω. Ήταν τέλη Οκτωβρίου.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Η εταιρία βρισκόταν χωμένη στην περιοχή του Ελληνικού. Αυτοκίνητο δεν είχα και για να φτάσω χρειαζόταν να πάρω τρεις συγκοινωνίες. Πως θα το έκανα αυτό δεν το αναλογίστηκα ούτε μια στιγμή.

“Κρανίου τόπος” γκρίνιαξε η Μουχρίτσα. Κοντοστάθηκα μπροστά στην πόρτα του τριώροφου κτιρίου και αναρωτήθηκα αν ήθελα να το κάνω αυτό. Οι συνεντεύξεις και οι εξετάσεις μου δημιουργούσαν πάντα άγχος.

“Ποιός ήταν αυτός που θα με έκρινε;”

Με την ερώτηση αναπάντητη έμεινα. Τα βήματά μου με είχαν ήδη σπρώξει στον τελευταίο όροφο. Έσπρωξα μαλακά την πόρτα κι έμεινα έκθαμβη μπροστά στην ομορφιά του τοπίου που ξεδιπλώθηκε με χάρη μπροστά μου. Ο Σαρωνικός με το στραφτάλισμά του, μου έκλειναν το μάτι. Ήταν σαν να έλεγε ”εμένα θα βλέπεις κάθε πρωί” και χαμογέλασα παρατηρώντας τα φουσκωμένα του νερά.

”Έχω έρθει για την αγγελία” είπα στην κοπέλα στη ρεσεψιόν δίνοντάς της το όνομά μου. Με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω και με οδήγησε στο γραφείο του κυρίου Γεωργόπουλου.

Περίμενα για λίγο στην θέση μου όταν η πόρτα άνοιξε και μπήκε το ομορφότερο πλάσμα που είχα δει στη ζωή μου. Ο Σαρωνικός του είχε χαρίσει το μπλε των ματιών του και τα στάχυα ήταν λες και είχαν βάψει το χρώμα των μαλλιών του. Ήταν ψηλός και είχε το κορμί αίλουρου. Το σάλιο στο στόμα μου ξεράθηκε.

“Ο κύριος Γεωργόπουλος” ρώτησα.
“Όχι, θα έρθει σε λίγο” απάντησε κι εξαφανίστηκε.

Δεν το κατάλαβα εκείνη τη στιγμή, μα όλα τα σπουδαία της ζωής μου, πέρασαν μονομιάς σε δεύτερη μοίρα.

Ο κύριος Γεωργόπουλος ήρθε μετά από λίγο, καταϊδρωμένος και πλαδαρός, με ένα τεράστιο χαμόγελο να φωτίζει το φαλακρό του κεφάλι. Η καρέκλα, βόγκηξε από το άτσαλο άφημα του κορμιού του. Η Μουχρίτσα μέσα μου μουρμούρισε ”μπρρρρ” και προσπάθησα να μην την ακούσω.

Με ρωτούσε, απαντούσα. Κοίταζε το βιογραφικό μου, τα χαρτιά μου και με έβαλε να πληκτρολογήσω μια επιστολή κάνοντας ταυτόχρονη μετάφραση από ελληνικά σε αγγλικά.

“Δημήτρη” φώναξε ο κύριος Γεωργόπουλος και τότε άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο αίλουρος,  που είχε κάνει το στόμα μου πριν από λίγο να ξεραθεί. Ήπια ασυναίσθητα μια γουλιά νερό.

“Δημήτρης Μορίδης” είπε.
“Ανδριάνα Παππά” απάντησα.

“Ωχ, ωχ, ωχ” βόγκηξε η Μουχρίτσα, ωχ, ωχ, ωχ, μουρμούρισα κι εγώ.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

“Πιστεύεις στον κεραυνοβόλο έρωτα;” ρώταγα το ίδιο απόγευμα την Ιωάννα.
“Την Έλενα ρώτα, ιδέα δεν έχω, εμένα δεν μου έχει συμβεί ποτέ”.

Τηλεφώνησα στην Έλενα, μυρίστηκε αντάρα, αναστεναγμούς και μουσκεμένα από τα δάκρυα μαξιλάρια και το ενδιαφέρον της ξύπνησε στο λεπτό.

“Στου Κολοκοτρώνη στις εννιά” είπε και για πρώτη φορά στη ζωή της, ήρθε στην ώρα της, τρέχοντας και σέρνοντας από το χέρι την Ιωάννα. Στην Πλάκα για κρασί μας οδήγησαν τα βήματά μας και η προσμονή του νέου έρωτα και της περιπέτειας. Η ανακάλυψη της ζωής …

“Για μένα πλάστηκε αυτός σας λέω και να είσαστε σίγουρες ότι την δουλειά τελικά θα την πάρω” είπα.
“Άσχημα μπερδέματα φοβάμαι …” είπε η Ιωάννα.
“… και νύχτες αξημέρωτες” συμπλήρωσε η Έλενα.

Ο αναπάντεχος έρωτας, μια ημέρα σαν τις άλλες, βρήκε την πόρτα της καρδιάς μου ανοιχτή και ξάπλωσε την αντρίκια κορμοστασιά του με τη μορφή του Δημήτρη Μορίδη για να ταράξει την ανούσια ζωή μου. Υπάρχει κεραυνοβόλος έρωτας; ρώταγα μα κανείς δεν μου έδινε σημασία.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Η πολυπόθητη απάντηση ήρθε στα μέσα του Νοέμβρη.

“Ο κύριος Γεωργόπουλος θα ήθελε να σας ξαναδεί” είπε η τηλεφωνήτρια και τα λόγια της ήχησαν σαν τραγούδι.

Την ημέρα της καθορισμένης απογευματινής συνάντησης, δρασκέλισα την εξώπορτα και ανέβηκα από τις σκάλες σχεδόν χοροπηδώντας.

Το θέμα της συζήτησης με τον κύριο Γεωργόπουλο ήταν οικονομικό. Στη μέση κάπου τα βρήκαμε και η αλήθεια ήταν, ότι εκείνη την ώρα παζάρευα τον εαυτό μου για να μην πω αργότερα ότι δεν το έκανα. Η ευγενική και ψυχρή μορφή του Δημήτρη, με το ανεπαίσθητο τικ του ζαρώματος της μύτης του, έκανε την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή και το βλέμμα μου από πάνω του, ήταν αδύνατον να το τραβήξω.

“Μερικές φορές χρειάζεται να καθίσουμε λίγο παραπάνω” είπε ο κύριος Γεωργόπουλος.
“Δεν με πειράζει, τι σημασία έχουν μερικές φορές” απάντησα, χωρίς φυσικά να μπορώ να καταλάβω ότι μόλις είχα πέσει στην παγίδα του.
“Σας περιμένουμε την ερχόμενη Δευτέρα” είπε.

Ο Δημήτρης με χαιρέτησε με ένα αδιάφορο κούνημα του κεφαλιού του κι ένα ξερό “καλησπέρα σας”, ο κύριος Γεωργόπουλος με ένα ελαφρύ χτύπημα στην πλάτη και μια ιδρωμένη χειραψία. Τα είχα καταφέρει για άλλη μια φορά κι έψαχνα μέσα σε αυτή την επιτυχία να βρω τα σημάδια που εγώ ήθελα.

“Μα δεν είχα όλα τα προσόντα” έλεγα το βράδυ στις φίλες μου προσπαθώντας να αποδείξω ότι ένα ”άλλο χέρι” με είχε βοηθήσει για να με οδηγήσει τελικά στην αγκαλιά του Δημήτρη Μορίδη.
“Μην υποβιβάζεις τον εαυτό σου” απαντούσαν και οι δυο με το πιο ξινό τους ύφος.

Η Αντιγόνη πάλι με τα κατακόκκινα μαλλιά, πίστευε ότι η ζωή μας όλη ήταν γραμμένη στα άστρα, τον καφέ και την τράπουλα. Επαναλάμβανε κάθε τόσο “το κάρμα σου είναι αυτός ο άνδρας” και ανακάτευε τα χαρτιά με χάρη μάγισσας.

“Να ‘στα πω;” με ρώταγε και το έβαζα στα πόδια γιατί δεν άντεχα να την ακούσω. Κι αν τα μελλούμενα έλεγαν κάτι κακό;
“Όχι” ήταν τελεσίδικη απάντησή μου μα εκείνη επέμενε. “Από το κάρμα σου δεν θα ξεφύγεις”.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Εκείνη η Δευτέρα ξημέρωσε πριν πραγματικά ξημερώσει. Η μορφή του Δημήτρη ήρθε να ταράξει τις αισθήσεις μου μέσα στο βραδινό μου ύπνο. Το αγκάλιασμά του, το ένοιωσα σαν σύννεφο που με τραβούσε μακριά. Τι όνειρο ήταν αυτό; Η λαχτάρα με ξύπνησε και επιθυμία οι φαντασιώσεις να γίνουν πραγματικότητα.

Με το φλιτζάνι γεμάτο καφέ να αχνίζει ανάμεσα στα παγωμένα μου χέρια, κούναγα το κεφάλι μου αναλογιζόμενη τα καμώματά μου.

“Μα να παρατήσω μια δουλειά για τα όμορφα μάτια του άγνωστου κυρίου Μορίδη; Είμαι με τα καλά μου;” ή μήπως δεν ήταν αυτό; Όχι, αυτό δεν ήταν. Το κάλεσμα της ίδιας της ζωής, η επιθυμία για το διαφορετικό, το καινούργιο, η ανακάλυψη, η τόλμη, η περιπέτεια και το ”σκούντημα” της Ρόζας, με είχαν κάνει να βάλω τις μηχανές μπροστά. Ο Δημήτρης, έτυχε στην αφετηρία αυτού του ταξιδιού που θα έκανα, με ή χωρίς αυτόν αλλά τότε δεν το ήξερα.

“Κι αν θες να βρεθείς στο δρόμο χωρίς δεκάρα τσακιστή, συνέχισε να ονειροπολείς” φώναξε η Μουχρίτσα δείχνοντάς μου την ώρα και ταράζοντας τη σιγαλιά του πρωινού. Πετάχτηκα επάνω κι άρχισα να ετοιμάζομαι μετρώντας μέσα μου το φόβο που άρχισε να δείχνει το μπόι του κι ανησύχησα.

“Μέχρι εδώ καλά, τι θα γίνει όμως αν δεν τα καταφέρω;” αναρωτήθηκα και το μυαλό μου έτρεξε για άλλη μια φορά στη Ρόζα. Τι θα έλεγε αν με έβλεπε στριμωγμένη στο επαγγελματικό μου ταγέρ;

“Πληροφορική και πράσινα άλογα και τα ταλέντα σου πεσμένα σε χειμερία νάρκη, στον πάτο της δρύινης ντουλάπας”.

Κοίταξα το είδωλό μου στον καθρέφτη. “Καλή σου επιτυχία Ανδριάνα” είπα και έστειλα στον εαυτό μου ένα αέρινο φιλί.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Στο νέο μου πλέον γραφείο, η υποδοχή που μου φύλαξαν οι νέοι μου συνάδελφοι ήταν τουλάχιστον αποκαρδιωτική.

“Άσχημα ξεμπερδέματα θα έχουμε εδώ μέσα” μουρμούρισε η Μουχρίτσα.

Οκτώ η ώρα το πρωί και ήμουν σφραγισμένη στη γυάλινη αίθουσα συμβουλίου. “Ο κύριος Γεωργόπουλος έρχεται μετά τις εννιά, θα τον περιμένετε εδώ” είχε πει η κοπέλα στη ρεσεψιόν καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω της. Ούτε καφέ, ούτε νερό είχαν τη διάθεση να μου προσφέρουν. Το μόνο που έκαναν ήταν να με επεξεργάζονται με τα μάτια τους και αμέσως μετά να στρέφουν το βλέμμα τους αλλού.

Η γλώσσα μου είχε αρχίσει να κολλάει στο στεγνό από σάλιο στόμα μου. Ακόμα και τα σκέρτσα του Σαρωνικού με άφηναν αδιάφορη. Ήταν κι εκείνο το πιτσίλισμα της βροχής που έκανε την μέρα μελαγχολική και γκρίζα. Κοίταξα το ρολόι του τοίχου ξανά. Ήταν μόνο οκτώ το πρωί κι αυτή η αίσθηση της απόλυτης σιωπής βάραινε τον χώρο και την καρδιά μου.

Τον Δημήτρη Μορίδη δεν πρόλαβα να τον δω. Άκουσα μόνο το άνοιγμα της πόρτας.

“Καλημέρα γιατί καθόσαστε εδώ;” ρώτησε παρατηρώντας τον άδειο χώρο. “Ούτε καφέ δεν σας έχουν προσφέρει;” συνέχισε και το τικ με τη μύτη του έγινε πιο έντονο.
“Μου είπαν να περιμένω τον κύριο Γεωργόπουλο εδώ”, απάντησα ήρεμα.
“Ελάτε μαζί μου” είπε με ενοχλημένο ύφος από την συμπεριφορά των συναδέλφων μας κι άρχισε να με ξεναγεί στην εταιρία.

“Εδώ είναι η αίθουσα παραλαβής” έλεγε καθώς προχωρούσαμε στο χώρο.
“Ο καφές που είναι;” φώναζε η Μουχρίτσα μέσα μου.
“Το λογιστήριο είναι στο βάθος και αυτά είναι τα γραφεία της Γενικής Διεύθυνσης. Στον πρώτο όροφο είναι οι επισκευές …”.
“Ο καφές που είναι;” συνέχιζα να αναρωτιέμαι.
“Μήπως θέλετε να με ρωτήσετε κάτι;” είπε ο κύριος Μορίδης συνεχίζοντας την ξενάγηση.
“Το γραφείο μου ποιό είναι;”
“Αυτό μόνο ο κύριος Γεωργόπουλος μπορεί να σας το απαντήσει” είπε.

Έμεινα να τον κοιτάζω με απορία. Τόση μυστικότητα για ένα γραφείο; Τι στην ευχή συνέβαινε δεν καταλάβαινα.

“Τον καφέ, τον καφέ” φώναζε η Μουχρίτσα.
“Ο καφές;” ρώτησα και με οδήγησε στην κουζίνα. “Ευχαριστώ” απάντησα και με την γεμάτη κούπα στα χέρια, γύρισα στο γυάλινο κλουβί μου.

Ο κύριος Γεωργόπουλος έφτασε με καθυστέρηση. Το χαμογελαστό του πρόσωπο ήταν τώρα σκυθρωπό. Ίσως να τον ενοχλούσαν οι Δευτέρες.

Είδα τον Δημήτρη να μιλάει μαζί του και οι δυο μαζί να στρέφονται προς το μέρος μου . Η πόρτα της γυάλινης αίθουσας άνοιξε και η επιτακτική φωνή του κυρίου Γεωργόπουλου μου έκοψε την ανάσα.

“Περάστε στο γραφείο μου” είπε κάνοντας μεταβολή και τον ακολούθησα. “Θα σας παρακαλούσα να στείλετε αυτή την επιστολή, να μάθετε να φτιάχνετε τον καφέ μου και να τηλεφωνήσετε στην έδρα μας στο εξωτερικό” συνέχισε να λέει σκυμμένος πια πάνω από τα χαρτιά του.
“Το γραφείο μου” ξεκίνησα να ρωτάω δειλά “που είναι;”
“Για την ώρα δεν έχετε γραφείο” απάντησε και έμεινα να τον κοιτάζω με απορία, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια.
“…”
“Θα μοιραστείτε το ίδιο γραφείο με την Κατερίνα” είπε καθώς με οδηγούσε προς την καστανή κοπέλα. Ήταν η ίδια που με είχε κλείσει στην γυάλινη αίθουσα συμβουλίων χωρίς να μου προσφέρει ούτε ένα ποτήρι νερό.

Η Κατερίνα βέβαια στο γραφείο της δεν με ήθελε κι έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να μου το αποδείξει. Η αλήθεια ήταν ότι μοιάζαμε σαν τραγιά έτοιμα για μάχη. Θεριά που το ένα μετρούσε τις δυνάμεις του άλλου. Το βλέμμα της πετούσε λάβα και την υπόσχεση που έδωσε κρυφά στον εαυτό της, την τήρησε μέχρι τέλους. Μου έκανε την ζωή όσο πιο δύσκολη μπορούσε και οι “τρικλοποδιές” που μου έβαζε, διαδεχόταν η μια την άλλη.

Το μεσημέρι όμως, ο κεραυνός που έπεσε, μας χτύπησε και τις δύο.

Ο κύριος Στρογγυλός ήταν ένας από τους δυο μετόχους της εταιρίας. Μετρίου αναστήματος, αγέλαστος και πάντα αυστηρός. Με το βλοσυρό του ύφος, άνοιξε την πόρτα και φώναξε την Κατερίνα στο γραφείο του. Έξυνε τα μολύβια του με την μεταλλική ξύστρα και παρατηρούσε τις μύτες τους φέρνοντάς τα όσο πιο κοντά μπορούσε στα γυαλιά του. “Αλήθεια τώρα, δεν αλληθωρίζει αυτός ο βλάξ;” ρωτούσε η Μουχρίτσα. Μετά πίεζε με τον δείκτη του τήν άκρη του μολυβιού και το στοίχιζε στην δεξιά πλευρά του γραφείου του. “Στρατιωτάκια ακούνητα κι αγέλαστα” συνέχισε να λέει κοροϊδεύοντας τον κύριο Στρογγυλό, η Μουχρίτσα μέσα στο κεφάλι μου.

Η Κατερίνα έμεινε για λίγη ώρα μέσα στο γραφείο του. Βγήκε ήσυχα, πήγε στο λογιστήριο και έκλεισε την πόρτα. Άκουσα φωνές στο βάθος μα δεν έδωσε σημασία. Πάλευα με το τηλεφωνικό κέντρο που χτυπούσε σαν δαιμονισμένο, ψάχνοντας να βρω στη λίστα τηλεφώνων ποιό όνομα αντιστοιχεί στο σωστό εσωτερικό αριθμό. Το κεφάλι μου είχε γεμίσει από ήχους και την φωνή του κυρίου Γεωργόπουλου που κάθε τόσο φώναζε “Ανδριάνα, καφέ”. Οι ευγενικοί τρόποι όλων τους, είχαν εξαφανιστεί μέσα σε ένα παφ.

Δεν την πρόσεξα όταν ήρθε και στάθηκε πλάι μου άκαμπτη σαν μαρμάρινη κολώνα.

“Τα κατάφερες” είπε η Κατερίνα σφυρίζοντας σαν φίδι πριν επιτεθεί, μέσα από τα δόντια της.
“Δεν καταλαβαίνω” της απάντησα σηκώνοντας άλλη μια τηλεφωνική γραμμή ενώ η κοπέλα έσπρωχνε μπροστά μου το χαρτί της απόλυσής της. Με κοίταξε με μίσος, μάζεψε τα πράγματά της κι έφυγε χωρίς να χαιρετήσει κανέναν. Κοντοστάθηκε έξω από το γραφείο του κυρίου Γεωργόπουλου κοιτάζοντάς τον οργισμένη, μα σιώπησε.

Πίστευα ότι υπεύθυνη για την απόλυσή της ήταν η ίδια, αυτό που τότε δεν γνώριζα ήταν ότι η Κατερίνα έχασε τη θέση της για ένα ηλίθιο στοίχημα εξουσίας που έπαιξε ο κύριος Γεωργόπουλος στις δικές μας νεανικές πλάτες. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο που η κοπέλα έχασε την θέση της, προσέλαβαν εμένα. Σε ένα παράλογο θέατρο με μαριονέττες, τον ρόλο της κακιάς αλεπούς τον έδωσαν σε εμένα, εν αγνοία μου. Όταν το κατάλαβα, συνειδητοποίησα γιατί κανείς από τους συναδέλφους μου δεν ήθελε παρτίδες μαζί μου και δεν τους αδίκησα.

Μένοντας ακούνητη στη θέση μου, απαντώντας στις κλήσεις των πελατών, παρατήρησα ότι εκείνη τη στιγμή, το γραφείο έμοιαζε με ανεξερεύνητο πλανήτη φτιαγμένο από ατελείωτες στοίβες χαρτιών. Η Κατερίνα είχε κλείσει την πόρτα πίσω της χωρίς να μου εξηγήσει τον τρόπο αρχειοθέτησης και απ’ ότι έμαθα σχεδόν αμέσως, δεν ήταν κανείς σε θέση να με βοηθήσει. Ο κύριος Γεωργόπουλος και ο κύριος Μορίδης ήταν κι αυτοί νέοι συνεργάτες. Ξεροκατάπια για άλλη μια φορά εκείνη την ημέρα.

“Μην στενοχωριέσαι παιδί μου” είπε ο Κάρολος Δεπόντε, ο δεύτερος μέτοχος, θα σε βοηθήσουμε εμείς και πήγε στην κουζίνα για να φτιάξει τον καφέ του, παρατρεχάμενους δεν χρειαζόταν. Ήταν ο μόνος που όσα χρόνια έμεινα μαζί τους, στάθηκε δίπλα μου σαν πατέρας.

“Δεν θα φύγετε στην ώρα σας σήμερα, θα μείνετε παραπάνω” είπε με προστατικό τόνο ο κύριος Γεωργόπουλος. Μόλις είχε ξεκινήσει το τραίνο χωρίς επιστροφή, που στην πινακίδα του έγραφε, υπερωρίες χωρίς οικονομικό όφελος και το στοίχημα που είχε βάλει με τον Οικονομικό Διευθυντή, μόλις το είχε κερδίσει. Εις βάρος μου και εις βάρος της Κατερίνας.

“Μερικές φορές χρειάζεται να καθίσουμε λίγο παραπάνω” είχε πει ο χαμογελαστός κύριος Γεωργόπουλος. Αυτό που έπρεπε να πει όμως ήταν ”ορισμένες φορές, σπάνια βέβαια, δηλαδή ποτέ, φεύγουμε στην ώρα μας”.

Ήμουν είκοσι τριών ετών και δεν με ένοιαζε, γιατί στο διπλανό γραφείο, με μοναδικό εμπόδιο τη τζαμαρία, εργαζόταν με το βλέμμα καρφωμένο στη οθόνη του υπολογιστή του, ο φιλόδοξος και πολλά υποσχόμενος κύριος Μορίδης. Γύρω από όλους μας, σαν να μας κρατούσε στην αγκαλιά του, ο Σαρωνικός, κάθε μέρα άλλαζε τα χρώματά του για να κάνει το σκηνικό της ζωής μας διαφορετικό.

Αλήθεια, σε ποιόν παφλασμό, ποιανού του κύματος και σε ποιά απόχρωση της θάλασσας η ζωή μου θα έσμιγε με τη ζωή του Δημήτρη; Το ταξίδι είχε αρχίσει αλλά κανείς δεν ήταν σε θέση να μας το πει.

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο

agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here