Ήξερα ότι κάνω λάθος.  Ήταν λες και τα κύτταρα του εγκεφάλου μου το φώναζαν. Ο Αντώνης, το Παρίσι, οι μεγάλες σιωπές, οι σπασμωδικές κινήσεις για να ξεφύγω από την εξουσία του και οι άπειρες δικαιολογίες. Οι εκλογικεύσεις,  οι επιθυμίες μου, οι φόβοι αλλά και οι ανασφάλειες. Όλα ήταν λάθος. Αυτό που κινούσε τα νήματα του μυαλού και της καρδιάς ήταν το πάθος.  Ίσως τα μεγάλα πάθη κρύβουν κάτω από το χαλάκι τους μεγάλα λάθη.  Ίσως πάλι το μεγαλύτερο λάθος είναι να μην ζήσεις το πάθος σου. Ούτε ήξερα, ούτε με ενδιέφερε. Θα το ζούσα, γιατί αυτό μόνο μπορούσα να κάνω. Γιατί δεν μπορούσα να ξεφύγω.

Για άλλη μια φορά έκλεινα τη βαλίτσα μου. Αυτή τη φορά όμως, το χρώμα της, μεταφορικά,  ήταν κόκκινο. Σαν μεθυστικό κρασί. Σαν κόκκινο φτηνό εσώρουχο. Κόκκινο σαν αίμα ή σαν γυαλιστερό χαρτί περιτυλίγματος. Η βαλίτσα, τα συναισθήματα, το μυαλό και το κορμί ήταν γεμάτα από κόκκινο χρώμα και έτοιμα να κάνουν λάθη. Μεγάλα λάθη, αυτά που τα ονομάζουμε ζωή.

Είχα παρκάρει ήδη το αυτοκίνητο στο αεροδρόμιο όταν χτύπησε το κινητό μου. Ήταν από το γραφείο. «Θέλει να σου μιλήσει ο Διευθυντής μας» είπε, με την ψυχρή επαγγελματική φωνή της, η βοηθός του. Κανονικά θα έπρεπε να απαντήσω , να δώσω μια ψεύτικη δικαιολογία, να πεθάνω έστω κάποια θεία. Τίποτα απ’ όλα αυτά τα αναμενόμενα δεν έκανα. «Είμαι στο Παρίσι» της είπα και συνέχισα «θα σας δω την Δευτέρα». Έκλεισα το τηλέφωνο χαμογελώντας. Παράλογο, παράτολμο αλλά πέρα για πέρα αληθινό.  Το μόνο ψέμα ήταν, ότι στο Παρίσι, θα ήμουν σε λίγες ώρες. Όχι ακόμα, σε λίγο σκέφτηκα και πέρασα την πύλη.

Είχα κλείσει εισιτήριο στην πρώτη θέση. Δεν υπήρχε λόγος για τόσα έξοδα αλλά ήθελα να το κάνω. Ήθελα κάποιον να με φροντίζει και ο μοναδικός που μπορούσε να το κάνει αυτό, δεν ήταν άλλος από τον ίδιο μου τον εαυτό.

Check in, χειραποσκευές, βαλίτσα και ένα πονηρό χαμόγελο. Ο Αντώνης θα με περίμενε στο αεροδρόμιο. Ήξερα ότι παρακολουθούσε τα πάντα από την οθόνη του κινητού του. Τι ώρα γινόταν η αποβίβαση και που βρισκόταν ανά πάσα στιγμή το αεροπλάνο. Ένα πράγμα δεν ήξερε ακόμα ή μάλλον δύο.

Με την καπαρντίνα στο χέρι, την τσάντα περασμένη στον ώμο και το αποφασισμένο βλέμμα κατευθύνθηκα προς τις τουαλέτες. Περίμενα για λίγο στη σειρά μου χωρίς να παίζω νευρικά με τα δάχτυλά μου. Άνοιξα την πόρτα της τουαλέτας, τακτοποίησα το πανωφόρι και την τσάντα και έβγαλα το εσώρουχο με τους κρίκους. Το έβαλα στη θήκη του και το πέταξα στην τσάντα. Το μόνο που σκεφτόμουν όταν το έβγαζα ήταν, πώς να αποφύγω το μηχάνημα για να μην χτυπήσει ανελέητα. Αυτό το αδιάκριτο βλέμμα του κόσμου δεν το άντεχα, ούτε την ιδέα του ελέγχου και τα χέρια της αστυνομικού να με ψαχουλεύουν. Το ύφος της όταν θα έβρισκε τους κρίκους.  Άραγε, ποια από τις δυο μας θα ήταν πιο γελοία; Από την άλλη όμως, η πρώτη θα ήμουν ή μήπως η τελευταία; Βγήκα, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, διόρθωσα το μακιγιάζ , τη φούστα, έκανα μια περιστροφή γύρω από τον εαυτό μου και ικανοποιημένη από την εικόνα μου κατευθύνθηκα προς την έξοδο.  Μου άρεσε το ρυθμικό τικ-τικ των τακουνιών μου όπως ακουμπούσαν στο δάπεδο. Ήταν σαν να μου ψιθύριζαν που πάω.

Η πτήση της Aegean έφυγε στην ώρα της.  Πάντα απολάμβανα την ώρα της απογείωσης. Ο ήχος της τουρμπίνας στα αυτιά μου, έφτανε σαν το σάλπιγμα της ελευθερίας.

Άνοιξα το βιβλίο μου. Το έκλεισα. Γύρισα το οπισθόφυλλο. Το άφησα στο κάθισμα δίπλα μου. Ευτυχώς ήταν κενό.  Έβγαλα το τσαντάκι με τα καλλυντικά. Ήρθε η αεροσυνοδός. «Καφέ;» με ρώτησε. Κούνησα το κεφάλι καταφατικά. «Αν θέλετε κι άλλο να μου πείτε» είπε ευγενικά. Χάζευα απ’ έξω. Τα σύννεφα τόσο πυκνά και όμορφα. Όσο ένας απέραντος παραμυθένιος κόσμος από ζάχαρη άχνη. Έτσι ήθελα να είναι η ζωή μου. Χάθηκα στις σκέψεις μου μέχρι την ώρα του φαγητού. Ζήτησα κρασί. Ήπια δυο μικρά μπουκάλια. Ζαλίστηκα. Δεν με ενδιέφερε όμως. Αυτή η ζαλάδα θα φρόντιζα να παραμείνει στο κεφάλι μου όλο το τριήμερο.

Προσγειωθήκαμε. Η διαδικασία πλέον ήταν γνωστή. Ο Αντώνης με περίμενε ακριβώς στο ίδιο σημείο όπως πάντα. Τον έβλεπα από μακριά να με παρακολουθεί. Ένοιωθα σέξι και ήξερα ότι το εξέπεμπα. Το εσώρουχο με τους κρίκους το είχα φορέσει ξανά. Λίγο πριν την προσγείωση. Μου άρεσε, με έκανε να νοιώθω ότι το παιχνίδι το όριζα εγώ. Η εξουσία της λαγνείας.

«Μοιάζεις διαφορετική» είπε. Δεν απάντησα. Τον κοίταξα και του έδωσα την βαλίτσα. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο.

«Δεν θα έρθω σπίτι σου» είπα πριν προλάβει να βάλει μπροστά τη μηχανή. Με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. «Έχω κλείσει δωμάτιο σε ξενοδοχείο, στο Hôtel Chateaubriand – Champs Elysées» συνέχισα με τέτοια φυσικότητα που είδα τον Αντώνη να απορεί. Κοίταξα τα νύχια μου. Μου άρεσε το χρώμα που είχα επιλέξει. Είχαν το χρώμα του δαμάσκηνου.

«Είσαι με τα καλά σου;» με ρώτησε ξαφνιασμένος.

«Πολύ περισσότερο απ’ ότι φαντάζεσαι» απάντησα και συνέχισα σε άλλο τόνο.
«Αν θέλετε, μπορείτε να με ακολουθήσετε, είμαι η προσωπική σας καργιόλα και περιμένω τις εντολές σας» είπα ανεβάζοντας τη φούστα μου τόσο, όσο να φανεί η κάλτσα με τη σιλικόνη.  Το παιχνίδι μόλις είχε αρχίσει.

Στο ξενοδοχείο ο Αντώνης τακτοποίησε όλα τα διαδικαστικά. Το δωμάτιο ήταν έτοιμο και μας περίμενε.

Ήξερα τι θα αντικρίζαμε μπαίνοντας μέσα. Το είχα κανονίσει από πριν. Ο Αντώνης δεν ήξερε. Η μπανιέρα, με το επίχρυσο σκούρο χρώμα, τα αρχικά του ξενοδοχείου και τα σκαλιστά πόδια, ήταν στον ίδιο χώρο με το τεράστιο κρεβάτι.  Το δωμάτιο παρ’ όλο που ήταν εσωτερικό και έβλεπε στον φωταγωγό, φωτιζόταν από έναν τεράστιο κρεμαστό πολυέλαιο γεμάτο κρύσταλλα. Αν έβγαζες το κεφάλι σου έξω από το παράθυρο, σου κοβόταν η ανάσα από το μέγεθός του.  Πάνω στο γραφείο, το αγαπημένο κόκκινο κρασί του Αντώνη μαζί με δυο κρυστάλλινα ποτήρια.  Τον κοίταξα με νόημα.

«Θα σε περιμένω ντυμένη» είπα όσο εκείνος σέρβιρε το κρασί μας.

Ήπιε δυο γουλιές αμίλητος. Με κοίταζε με εκείνο το βλέμμα που έκανε τα σωθικά μου να καίγονται.

«Μην κουνήσεις δεν θα αργήσω» είπε και έκλεισε την πόρτα πίσω του για να επιστρέψει λίγη ώρα αργότερα με έναν σάκο γεμάτο ρούχα, φορώντας κοστούμι, γραβάτα και έχοντας ένα μυστήριο βλέμμα.

«Γδύσου» είπε, άνοιξε το σάκο και έβγαλε από μέσα ένα μαύρο κουτί. Ξάπλωσε με τα ρούχα στο κρεβάτι και με παρατηρούσε χωρίς το πρόσωπο του να κάνει τον παραμικρό σπασμό.

Υπάκουσα. Άρχισα να γδύνομαι αργά, παριστάνοντας ότι είμαι μόνη στο δωμάτιο. Με τις κινήσεις που κάνει η πρωταγωνίστρια πάνω στη σκηνή. Ήξερε ότι με έβλεπε, το παιχνίδι όμως είχε τους δικούς του κανόνες. Ο Αντώνης κράτησε το εσώρουχο με τους κρίκους και έπαιζε μαζί τους. Ήταν ο μοναδικό ήχος που ακουγόταν σε όλο το δωμάτιο. Μπήκα στην μπανιέρα και άφησα το νερό να τρέχει επάνω μου καυτό. Είχα ανατριχιάσει. Η απόλυτη σιωπή του από τη μια και ο ήχος των κρίκων από την άλλη με τρέλαινε. Έπιασα το σαπούνι και το ακούμπησα κάτω από τη μύτη μου. Ακόμα θυμάμαι τη μυρωδιά του. Ρούφηξα με δύναμη το άρωμά του και κάθισα στο χείλος της μπανιέρας. Χωρίς να κοιτάζω τον Αντώνη, άφηνα το σαπούνι να γλιστράει επάνω μου. Έπαιζα και κάθε τόσο έπινα και μια γουλιά κρασί. Όλα αυτά μαζί έφταναν για να με κάνουν να χάσω τον έλεγχο. Να φύγω και να ξεφύγω από τον ίδιο μου τον εαυτό. Από την άλλη άκρη του δωματίου άκουσα κάτι να ανοίγει. Δεν έδωσα σημασία. Το νερό έτρεχε επάνω μου. Είχα βουτήξει το δάχτυλο στο ποτήρι με το κρασί και χάιδευα τα χείλη μου. Ερχόταν προς το μέρος μου. Τον είχα δει με την άκρη του ματιού μου.

«Γύρνα» μου είπε και με έπιασε από τους ώμους. Αισθάνθηκα στο λαιμό μου να μου φοράει κάτι. Ασυναίσθητα προσπάθησα να το πιάσω. «Μη» ακούστηκε αυταρχικά η φωνή του. «Σε σφίγγει;» με ρώτησε και ταυτόχρονα δοκίμασε με τα χέρια του να δει αν μπορούσα να αναπνεύσω.
«Ντύσου» είπε.

Βγήκα από την μπανιέρα με ανακούφιση. Αυτή η προσμονή, μου είχε κόψει την ανάσα.  Πήγα προς τον καθρέφτη να δω το δώρο μου. «Μην τολμήσεις» ακούστηκε η φωνή του πίσω μου.
«Μα…» προσπάθησα να διαμαρτυρηθώ.

Δεν υπήρχαν «μα» που να έχουν χώρο σε εκείνο το δωμάτιο.

«Θα φορέσεις μόνο το φουστάνι σου» είπε και ούτε καν μου πέρασε από το μυαλό να φέρω αντιρρήσεις. Χαμογέλασε ικανοποιημένος.  Είχε ξεχωρίσει στην άκρη αυτά που ήθελε να βάλω.

«Η καργιόλα μου δεν είπες ότι είσαι;» συνέχισε χωρίς να περιμένει απάντησή μου. Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά. Τα πράγματα γινόταν μάλλον επικίνδυνα και δεν ήμουν σίγουρη ότι μπορούσα να τα χειριστώ.

Έβγαλα το τσαντάκι με τα καλλυντικά. Πήγα στον καθρέφτη να φτιάξω το μακιγιάζ μου και τότε είδα το περιλαίμιο που μου είχε φορέσει.  Ήταν μαύρο, δερμάτινο και κρεμόταν ένας κρίκος. Απλό, ακριβό, πρόστυχο και μου άρεσε όσο τίποτα άλλο. Άρχισα να χαϊδεύω το λαιμό μου και να απολαμβάνω αυτό που σηματοδοτούσε το δερμάτινο περιλαίμιο. Γινόμουν έρμαιο στα χέρια του και το ήθελα σαν κολασμένη. Ήταν επιλογή μου και αυτό με έκανε να τον θέλω πιο πολύ. Τον κοίταξα με νόημα.

Κρατώντας το παλτό μου στα χέρια του, βγήκαμε από το δωμάτιο χωρίς την τσάντα μου. Χωρίς το κινητό μου. Χωρίς λεφτά. Χωρίς την ανεξαρτησία μου.  Έκανα να γυρίσω πίσω.

«Μου ανήκεις» είπε και κράτησε το παλτό μου για να το φορέσω. Το Champs Elysées το βράδυ είναι πανέμορφο αλλά γίνεται ακόμα ομορφότερο όταν ανήκεις κάπου, το σώμα καίγεται  και η ψυχή ηρεμεί.

Μπήκαμε στο αυτοκίνητο.
«Που πάμε» ρώτησα,
«Θα δεις» μου απάντησε χαμογελώντας αινιγματικά.

Η απόσταση από το ξενοδοχείο με το αυτοκίνητο ήταν δεν ήταν δέκα λεπτά.

«Κοίτα μου είπε» και μου έδειξε την ταμπέλα στο απέναντι πεζοδρόμιο. Crazy Horse  διάβασα και η ανάσα μου κόπηκε.  Βιαζόμουν να μπω μέσα σε ένα από τα πιο ξακουστά cabaret του κόσμου. Περάσαμε την πόρτα, δώσαμε τα παλτά μας και κατεβήκαμε στην αίθουσα. Η πρώτη απογοήτευση ήρθε και με συνάντησε. Περίμενα ότι θα βρισκόμουν σε ένα chic χώρο με τραπέζια, όμορφα τραπεζομάντηλα, κρυστάλλινα ποτήρια και ό,τι άλλο μπορεί να δημιουργήσει μαγεία στο γυναικείο κεφάλι. Όχι όμως. Τάβλες σαν τεράστια μακρόστενα θρανία περασμένων δεκαετιών που στην πλάτη του μπροστινού σου, ακουμπούσε ένας σερβιτόρος ένα μπουκάλι σαμπάνιας και δύο γυάλινα ποτήρια, του σωρού. Δεν είπα τίποτα. Κάθισα χαμογελαστή στην θέση μου. «Κρίμα η προετοιμασία» σκέφτηκα και ακούμπησα με τα ακροδάχτυλά μου το περιλαίμιό. Τα φώτα έκλεισαν και σε δευτερόλεπτα, η μαγεία ξεδιπλώθηκε μπροστά μου.

Κορμιά γυμνά, που η λέξη πανέμορφα τα αδικεί. Μουσική, αισθησιασμός και αυτό που θα μπορούσε να γίνει χυδαίο μεταμορφώθηκε σε τέχνη που συναρπάζει και σε βάζει σε άλλους κόλπους. Το παιχνίδι του αισθησιασμού στο Crazy Horse παίρνει άλλες διαστάσεις.  Γίνεσαι ένα με αυτά τα αέρινα πλάσματα και ξυπνάει μέσα σου ένας άλλος εαυτός που κανείς ποτέ δεν στον σύστησε, ένας εαυτός που έπρεπε να μείνει κρυμμένος. Είχα σαστίσει απ’ όλα. Το μόνο που ήθελα, ήταν να αποκτήσω μια από αυτές τις υπέροχες περούκες, να με εκπαιδεύσω, να περάσω σε μια άλλη διάσταση.

Γύρισα και κοίταξα τον Αντώνη. Με περιεργαζόταν. Η σαμπάνια δεν πινόταν με τίποτα και ειλικρινά, ήταν κάτι που δεν είχε κανένας μας ανάγκη. Του χαμογέλασα φιλάρεσκα. Μου άρεσα. Μου άρεσε η γύμνια μου, που μόνο εμείς οι δύο την ξέραμε. Ο κύριος που καθόταν ακριβώς δίπλα μου είχε πιεί σχεδόν όλο το  μπουκάλι και τα μάτια του ήταν καρφωμένα μονίμως στο περιλαίμιό μου.  Ο Αντώνης δεν έκανε καμία προσπάθεια να με προστατέψει. Το χρειαζόμουν; Δεν ήξερα. Αυτό το φλερτ με τα μάτια ενός άγνωστου άνδρα που με κατάπινε νοερά, έκανε τη γυναικεία μου φύση να ξεχειλίζει από προσμονή.

Το θέαμα τελείωσε, η μαγεία όμως όχι. Ο διπλανός κύριος ήθελε συνέχεια. Δεν είχα καταλάβει ακριβώς τι είχε στο μυαλό του, ή ποιά μπορούσε να είναι η κρυφή επιθυμία του, αυτό όμως που με ενδιέφερε ήταν ότι ήμουν επιθυμητή και γούσταρα.

Συνεχίσαμε τη βόλτα μας, με εμένα να διαμαρτύρομαι.  Το κορμί ζήταγε να ικανοποιηθεί.

«Ένα ουίσκι νομίζω ότι είναι ό,τι πρέπει για την περίσταση» είπε ο Αντώνης αδιαφορώντας για την λύσσα μου.

Δεν θυμάμαι που πήγαμε. Μάλλον μου ήταν αδιάφορο. Ήπιαμε τα ποτά μας με εμένα να τον βρίζω από μέσα μου. Δεν είχα μυηθεί ακόμα σωστά. Ο έρωτας και το σεξ έχουν πολλά μονοπάτια για να μην γίνουν βαρετά. Ο Αντώνης είχε διαλέξει για την ημέρα εκείνη, τη διαδρομή της έκπληξης αλλά και της αδημονίας.

Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και αρχίσαμε να κόβουμε βόλτες. Ήθελα να του ανοίξω το κεφάλι.

«Ειλικρινά, τώρα πες μου που πάμε;» τον ρώτησα προσπαθώντας να συγκρατήσω την οργή μου.
«Θέλω να σου δείξω το Παρίσι τη νύχτα» είπε σοβαρός.
«Δηλαδή Paris by Night» πρόλαβα μόνο να πω και τον άκουσα να λέει «Γδύσου».
«Ορίστε;»
«Δεν θα το ξαναπώ, γδύσου» είπε όπως έστριβε το αυτοκίνητο σε μια πλατεία.

Η καρδιά μου χτυπούσε σαν ταμπούρλο.
«Δεν μπορώ, ντρέπομαι» είπα αλλά έβγαλα το παλτό μου.
«Έτσι μπράβο, τώρα το φουστάνι» συνέχισε ο Αντώνης χωρίς να κάνει την παραμικρή κίνηση για να με βοηθήσει.

Δεν έφταιγε εκείνος, εγώ δήλωσα ότι ήμουν η καργιόλα του. Άρα μια χαρά συμπεριφερόταν.

Οδήγησε το αυτοκίνητο σε κάτι στενά και βρεθήκαμε κάτω από μια συστάδα δέντρων. Τράβηξε το χειρόφρενο, άνοιξε την πόρτα και ήρθε από την πλευρά μου. Πήρε το παλτό μου και το έστρωσε πάνω στο καπό. Φοβήθηκα. Με τράβηξε από το χέρι, με ξάπλωσε πάνω στο αυτοκίνητο και με πήρε κάτω από τα δέντρα του Παρισιού, έχοντας μόλις ξεκινήσει η βροχή και χωρίς να μας ενδιαφέρει τίποτα.

 Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και προσπάθησα να πιάσω το φουστάνι μου.

«Όχι, θέλω να σε νοιώθω γυμνή» είπε και γυρίσαμε στο ξενοδοχείο φορώντας το παλτό μου και κρατώντας το φουστάνι στο χέρι.

Μπήκαμε στο δωμάτιο και γεμίσαμε την μπανιέρα με καυτό νερό.

«Καλώς ήρθες στην άλλη πλευρά του Παρισιού» είπε και δεν κατάλαβα.

(συνεχίζεται)
https://www.youtube.com/watch?v=ov6d1y8jKmI

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here