Οι ημέρες προσπερνούσαν η μία την άλλη, αφήνοντας πίσω τους αυτό το βαρύ αίσθημα της μονοτονίας και αναπάντητα ερωτηματικά Η σιωπή του Αντώνη αλλά και η δική μου, έκανε την απόσταση να μεγαλώνει όλο και περισσότερο και δεν έφταιγαν τα χιλιόμετρα.

Ήθελα να μετατραπεί η ζωή μου σε σκηνή από ταινία. Να γυρίσω ένα βράδυ και να τον δω να με περιμένει ξαφνικά στην είσοδο, καθισμένο στα σκαλιά, με τη βαλίτσα. Ή καλύτερα να με ξυπνήσει μέσα στη νύχτα και να μου πει «ήρθα άνοιξε την πόρτα».  Να με πάρουν τηλέφωνο από την κεντρική είσοδο της εταιρίας και να μου πουν ότι με ζητάει ένας κύριος.  Να με αρπάξει από το χέρι και να εξαφανιστούμε, να πιάσουμε την ιστορία από την αρχή και να στρίβουμε δρόμο κάθε φορά που στο διάβα μας θα συναντούσαμε κακοτοπιές.

Γυρίζοντας από το Παρίσι η επικοινωνία μας έγινε τυπική. Οι λέξεις που είχαν ειπωθεί πονούσαν αλλά κανείς δεν είχε το θάρρος να ξετυλίξει το γεμάτο κόμπους κουβάρι.

Κάθε βράδυ σκεφτόμουν αυτά που ήθελα να του πω. Την ευθύνη μου απέναντι σε αυτή την σχέση. Την ευθύνη μου απέναντι στον εαυτό μου. Τι ήθελα να κάνω; Ποια κατεύθυνση θα ακολουθούσα; Αν το μαγικό  τζίνι, έλυνε όλα μου τα προβλήματα και  η ζωή μου γέμιζε από την πολυτέλεια της ελευθερίας και της οικονομικής ευημερίας τι θα έκανα; Τι θα επέλεγα; Ποια εμπόδια φρέναραν τις αποφάσεις μου, το μυαλό ή η πραγματικότητα;

Εκείνο το βράδυ έφυγα αργά από το γραφείο. Είχα ένα από εκείνα τα βαρετά συμβούλια, που οι ομιλητές φάνταζαν σαν εξωπραγματικές μορφές που είχαν προσγειωθεί στη ζωή μας από μια άλλη διάσταση. Αυτά που έλεγαν ή δεν είχαν σχέση με την πραγματικότητα ή εγώ είχα μεταμορφωθεί σε μια φιγούρα που περιέφερε ένα κορμί χωρίς ψυχή.

Μπήκα στο σπίτι διαλυμένη. Παράτησα, τσάντα, κλειδιά και laptop όπου βρήκα. Έκανα ένα γρήγορο μπάνιο και τυλιγμένη με το μπουρνούζι σύρθηκα μέχρι την κουζίνα. Ανοιγόκλεισα τα ντουλάπια και το ψυγείο βαριεστημένα. Έφτιαξα κάτι πρόχειρο, περισσότερο για να συνοδεύσω ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Το μόνο που ήθελα ήταν να ξεκουράσω το μυαλό μου.

Στα χέρια μου είχε πέσει μια γαλλική ταινία. «Μια πορνογραφική σχέση» ο τίτλος (Une Liaison Pornographique). Για κάποιο λόγο μου την είχαν δώσει την ταινία αυτή αλλά δεν θυμόμουν. Ξάπλωσα στον καναπέ και αδιάφορα στην αρχή, άρχισα να την παρακολουθώ. Θυμάμαι, πως αρκετά πριν τα μισά της ταινίας, είχα ήδη καθίσει οκλαδόν. Είχα αφήσει την ξάπλα και παρακολουθούσα συνεπαρμένη τους μονόλογους των δυο πρωταγωνιστών. Κάθε τόσο, συναντούσα ανάμεσα στις λέξεις τους, μια τον Αντώνη και μια εμένα. Η ετυμηγορία είχε βγει, τα λάθος συμπεράσματα και η ζωή που δεν πρόλαβαν να ζήσουν, μόλις είχε ρίξει τους τίτλους του τέλους. Ενός τέλους πικρού μα τόσο αληθινού. Ήμουν συγκλονισμένη από την ένταση της αλήθειας που έβγαζε αυτή η ταινία. Περπατούσα αμήχανα πάνω-κάτω στο σαλόνι.  «Αν ζούσαμε στην ίδια πόλη θα πήγαινα να του χτυπήσω το κουδούνι, θα του έλεγα αυτά που αισθάνομαι, αυτά που θέλω, αυτά που ονειρεύομαι. Θα τον ρώταγα, θα… θα… θα…»

Το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει. «Αλήθεια, είναι αρκετά καλή η δικαιολογία ότι δεν ζούμε στην ίδια πόλη;» με ρώταγε ο εαυτός μου «και γιατί δεν μπαίνεις εσύ στο αεροπλάνο; Το πολύ πολύ να φας τα μούτρα σου».  Ο κρυφός μου εαυτός, σαν να είχε εμφανιστεί μπροστά μου με σάρκα και οστά.  Λες και καθόταν εκείνος στον καναπέ, με το αντιπαθητικό ειρωνικό μειδίαμα του ξερόλα και με τη λίμα, να στρογγυλεύει τις γωνίες των νυχιών. Μισούσα το κομμάτι του εαυτού μου που είχε δίκιο. Γιατί δίκιο είχε και το μισούσα, γιατί δεν είχα τα κότσια να το κάνω. Να μπω στο αεροπλάνο, να φτάσω στο Παρίσι και να διεκδικήσω τη σχέση από την αρχή.

Κοίταξα το ρολόι. Ήταν ήδη περασμένη η ώρα. Ήθελα να ακούσω τη φωνή του κι εκείνο το καθάριο του γέλιο. Δεν τόλμησα όμως να πάρω τηλέφωνο. Πολλά πράγματα δεν τολμούσα να κάνω και δεν καταλάβαινα το γιατί. Ο έρωτας είναι αυθόρμητος. Διεκδικητικός, κάνει λάθη, συγχωρεί, φωνάζει, κλαίει, λάμπει. Ο έρωτας δεν έχει σύνορα, δεν έχει μη και ούτε. Σε κάνει να υπερβείς τον εαυτό σου και να πετάξεις ψηλά. Ο έρωτας είναι η άνοιξη της ψυχής, η ανθοφορία κι εγώ ένοιωθα σαν Μεγάλη Παρασκευή.

Αισθανόμουν ότι έχανα τα λογικά μου. Καταλάβαινα ότι εκείνη την υπέρβαση που ήθελα να κάνω, συνάμα την φοβόμουν. Φυσικά δεν ήταν η υπέρβαση, ήταν η επικριτική ματιά του Αντώνη που έτρεμα. Ήταν σαν να έδινα αναβολή στο τέλος. Σε ένα τέλος που δεν ήξερα αν είχε έρθει αλλά σίγουρα δεν άντεχα να αντιμετωπίσω.

Ένα πράγμα ήταν σίγουρο. Μετά τον καυγά είχαμε λουφάξει και οι δύο. Ο κάθε ένας για τους δικούς του λόγους.

Άνοιξα τον υπολογιστή και άρχισα να γράφω. Έγραφα και έσβηνα. Ξαναγέμισα το ποτήρι με το κρασί αλλά κι αυτό δεν βοήθησε. Οι λέξεις έβγαιναν συγκρατημένες. Είχα χάσει την ορμή μου. Σηκώθηκα πήγα μέχρι το παράθυρο, χάζεψα για λίγο το δρόμο και γύρισα αποφασισμένη. Θα του έγραφα δύο λέξεις, ακόμα κι αν αυτές ήταν λάθος. Το λάθος είναι μια κίνηση. Είναι ενέργεια και από μόνο του παύει να είναι λάθος. Λάθος είναι η ακινησία η οποία συνήθως μεταφράζεται ως αδιαφορία και για εμένα ο Αντώνης μόνο αδιάφορος δεν ήταν.

Δυο λέξεις ήθελα να γράψω. «Μου λείπεις» ή τέσσερεις λέξεις «θέλω να σε δω» ή μία λέξη «έρχομαι». Δεν έγραψα τίποτα από αυτά τα λίγα και ανθρώπινα που ήθελα. Γέμισα δύο σελίδες με βλακείες, με αναλύσεις και ερμηνείες. Πόσο βαρετό και ακαταλαβίστικο γράμμα πρέπει να ήταν. Μετέπειτα, όταν το ξαναδιάβασα το χαρακτήρισα με μια λέξη «παπαρολογία». Μια πρόταση είχε μόνο νόημα. Η τελευταία, «Έφυγα από το Παρίσι με μαύρη καρδία».

Ο Αντώνης έκανε αρκετές ημέρες να επικοινωνήσει μαζί μου. Υποθέτω ότι άφηνε την ιστορία και την ένταση να ξεφουσκώσουν. Ίσως κι εκείνος να μέτραγε τα θέλω και τα δεν θέλω του. Ίσως πάλι να καταλάβαινε ότι κανείς μας δεν ήταν έτοιμος να παραδεχτεί τα πιο βαθειά συναισθήματά του. Για το λάθος του όμως, κουβέντα δεν έκανε. Καμία συγγνώμη, καμία δικαιολογία. Ο καυγάς είχε επικεντρωθεί στις λέξεις και στα νοήματα. Λες και δίναμε εξετάσεις στη Φιλοσοφική. Αυτό το λένε υπεκφυγή κι εδώ που τα λέμε ήταν άδικο, καθώς επίσης άδικο ήταν ότι εγώ κρυβόμουν πίσω από το δάχτυλό μου.

Ο καιρός στην Ελλάδα όλο και γλύκαινε. Στο μυαλό μου είχα βάλει ότι έπρεπε να ξεκόψω με τον Αντώνη. Δεν είχα κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο, το μόνο που έκανα ήταν ότι είχα αρχίσει να βγαίνω με διάφορες παρέες. Να ξεφεύγω από τη μοναξιά του σπιτιού μου και τις εικόνες του Παρισιού. Ήμουν σίγουρη πως αν του το έλεγα δεν θα αντιδρούσε. Θα με άφηνε ελεύθερη να κινηθώ μέσα στις επιλογές μου.

Η Βάσω, που τόσο με είχε βοηθήσει στο πρώτο ταξίδι, στεκόταν δίπλα μου. «Έχουμε κανονίσει με τον Νίκο και κάποιους φίλους να πάμε για φαγητό στην Κηφισιά. Θα έρθεις;» με ρώτησε. Δέχτηκα. Τι είχα να χάσω; Κυριακή βράδυ ήταν.

Έριξα μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη, χάϊδεψα με το χέρι μου τη μπλούζα μου, χαμογέλασα στο είδωλό μου και προσπάθησα να τα βρω με τον εαυτό μου. Με τον Αντώνη δεν είχα ξεκόψει αλλά προσπαθούσα να δημιουργήσω καινούργιες ευκαιρίες για τον εαυτό μου. Να γνωρίσω καινούργιους ανθρώπους και ποιος ήξερε; Ίσως …

Έψαχνα μέσα μου να δω την πραγματικότητα. Τι χαζή! Γνωρίζει ο έρωτας πραγματικότητα; Εκλογίκευα το συναίσθημα και δεν έδινα μια να τα γκρεμίσω όλα. Γιατί αυτό έπρεπε να κάνω. Να δώσω μια κλωτσιά και να ζήσω τη ζωή μου έτσι όπως ήθελα. Τουλάχιστον θα είχα τολμήσει.

Ο Αντώνης είχε δυο μικρά παιδιά από τον γάμο του τα οποία τα προστάτευε με νύχια και με δόντια. Δεν θα έβαζε άλλη γυναίκα στη ζωή του έτσι εύκολα. Δεν θα άφηνε επίσης το Παρίσι ποτέ. Γιατί άλλωστε; Άρα ο κλήρος της αλλαγής έπεφτε σε εμένα. Δεν το κουβέντιασα ποτέ. Ούτε προσπάθησα, ούτε το απέτρεψα. Απλώς δεν έκανα τίποτα. Ο φόβος υπερκάλυπτε την ανάγκη για περιπέτεια. Την ανάγκη για την μεγάλη αλλαγή. Εγώ δεν είχα πίσω μου παιδιά. Πολλές φορές είχα αναρωτηθεί, αν με έστελνε η εταιρία μου σε μια καλύτερη θέση στο εξωτερικό θα έλεγα όχι; Μπα δεν νομίζω. Εκεί όμως θα είχα τη σιγουριά μιας θέσης. Μπούρδες, ένα σωστό άλλοθι, αυτό είναι η αλήθεια. Θα έπρεπε να παρατήσω τη ζωή μου, τη δουλειά μου, την οικογένειά μου, τους φίλους μου, την καθημερινότητά μου για να πάω στο Παρίσι και να ξεκινήσω από το μηδέν. Ωραία. Αν όμως όλα αυτά δεν οδηγούσαν πουθενά; Αν η σχέση με τον Αντώνη όταν γινόταν καθημερινότητα έχανε την μαγεία της τι θα κάναμε; Θα ήμουν εξαρτώμενη από αυτόν; Πόσο φριχτό μου φαινόταν και τι θα γινόταν αν θα φτάναμε στο τέλος. Το θέμα ήταν ότι μπροστά μου έβλεπα μια μαύρη μουτζούρα. Δεν έβλεπα φως και ξεγνοιασιά. Δεν είχα όραμα.

Μπήκα στο αυτοκίνητο. Με αυτές τις σκέψεις αισθάνθηκα λίγο καλύτερα. Λίγο πιο ελεύθερη. Μια έξυπνη γυναίκα φροντίζει να έχει φίλους, παρέες και να γνωρίζει κόσμο. Με κοίταξα στον καθρέφτη. «Κούκλα μου εσύ» είπα και ξεκίνησα για την Κηφισιά. Το ραδιόφωνο έπαιζε στο γνωστό σταθμό και όλα έδειχναν να είναι στη θέση τους. Μέχρι το επόμενο τραγούδι. Tired of being sorry, τραγουδούσαν οι Ringside και η ανάσα μου άρχισε να γίνεται κοφτή και γρήγορη, σαν να πνίγομαι.

Μπορούσα να αλλάξω σταθμό αλλά δεν το έκανα. Τα μάτια μου είχαν βουρκώσει ήδη. Προσπαθούσα να μην κλάψω αλλά δεν ήμουν σίγουρη ότι θα το πετύχαινα. Την πρώτη φορά που είχα ακούσει αυτό το τραγούδι, ήμουν στο διαμέρισμα του Αντώνη. Στο πάτωμα. Με τα ρούχα μας παραπεταμένα και τσαλακωμένα. Την πρώτη φορά που είχα ακούσει αυτό το τραγούδι ήμουν ιδρωμένη και δεν μπορούσα να αναπνεύσω αλλά χαμογελούσα.

Έφτασα στη Κηφισιά. Στέγνωσα τα βλέφαρά μου με προσοχή και μπήκα στο εστιατόριο. Η Βάσω μου είχε κρατήσει θέση δίπλα της. Η παρέα ήταν μεγάλη και ευτυχώς το ρεπερτόριο της μουσικής δεν ήταν ελληνικό. Μιλάγαμε όλοι μεταξύ μας. Κάποιους τους ήξερα κάποιους όχι. Το κρασί ήταν μια σκέτη απόλαυση αυτό το οποίο δεν θυμάμαι καθόλου ήταν η γεύση του φαγητού. Για την ακρίβεια δεν είμαι καθόλου σίγουρη αν έβαλα στο στόμα μου κάτι παραπάνω από σαλάτα. Το μυαλό μου ήταν κολλημένο στο τραγούδι και στον Αντώνη. Στο Παρίσι και στη σιωπή μας.

Η φιλενάδα μου κάθε τόσο μου τράβαγε μια κλοτσιά κάτω από το τραπέζι. «Χαμογέλα» μουρμούριζε και ακολουθούσα τη συμβουλή της. Η φιγούρα του Αντώνη είχε γιγαντωθεί μέσα μου. Ήμουν ανακατεμένη με τόσο κόσμο και ένοιωθα απελπιστικά μόνη.

«Φεύγω» είπα στη Βάσω. Δεν νοιώθω καλά. Χαιρέτησα την υπόλοιπη παρέα, δικαιολογήθηκα όσο πιο ευγενικά μπορούσα και το έβαλα στα πόδια. Μπήκα στο αυτοκίνητο σαν την τρελή. Βρήκα το CD που είχα γράψει τότε και το έβαλα όσο πιο δυνατά μπορούσα. Η μουσική σκέπαζε το κλάμα μου. Έπιασα το κινητό μου. Ήταν περασμένη η ώρα. Στο Παρίσι ο Αντώνης θα κοιμόταν. Δεν με ένοιαζε καθόλου. Ίσως έφταιγε το κρασί, ίσως οι Ringside για ένα πράγμα ήμουν όμως σίγουρη. «Είχα κουραστεί να νοιώθω τόσο λυπημένη.»

Μια λέξη έγραψα μόνο στο μήνυμα που του έστειλα.
«Έρχομαι»
«Σε περιμένω»
απάντησε αμέσως.

(συνεχίζεται)

https://www.youtube.com/watch?v=UmpZhibh8eg

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here