Παρίσι 6 χρόνια μετά, Απρίλιος, αεροδρόμιο CDG, αναχώρηση για Αθήνα.

Ο Αντώνης σταμάτησε το αυτοκίνητο με το μαλακό τράβηγμα του χειρόφρενου.  Κατέβασε βιαστικά τη βαλίτσα και μου έδωσε ένα φιλί στα πεταχτά.

«Χάρηκα πολύ που ήρθες και ελπίζω να ξανάρθεις» είπε με ένα βεβιασμένο χαμόγελο.

«Μην πεις τίποτα, σε παρακαλώ, άστο…» ψέλλισα και έκανα ένα βήμα προς τα πίσω.

Με κοίταξε με συγκατάβαση, κούνησε το κεφάλι και εξαφανίστηκε. Τα σκούρα γυαλιά, δεν τα έβγαλα ούτε για ένα λεπτό. Προσπάθησα να κρύψω χωρίς επιτυχία τα δάκρυα που πλημμύριζαν τα μάτια μου. Ο κόσμος έγινες θολός. Πέρασα από το check in με το κεφάλι κατεβασμένο, την ψυχή και το σώμα μουδιασμένα. Βγήκα έξω για να καπνίσω. Να καπνίσω και να κλάψω. Έξι χρόνια και το τέλος μόλις είχε έρθει. Σκεφτόμουν ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ότι συνέβη αυτό που γνώριζα από την αρχή ότι θα συμβεί. Το ταξίδι προς την περιπέτεια, που τόσο ανάλαφρα ξεκίνησε για ένα Σαββατοκύριακο, κράτησε πολύ περισσότερο και κάθε φορά έλεγα «ίσως τώρα να είναι η τελευταία» αλλά δεν ήταν. Κανένας από τους δυο μας δεν υποσχέθηκε, δεν ζήτησε, δεν έκανε όνειρα. Ψέματα. Εγώ έκανα όνειρα και την ίδια στιγμή τα ξέχναγα για διαφορετικούς λόγους κάθε φορά. Εκλογίκευα το συναίσθημα. Αφήσαμε τη ζωή μας στην τύχη. Ζήσαμε τάχα ελεύθεροι χωρίς περιορισμούς. Κάθε τόσο όμως, αναρωτιόμουν τι έκανε αυτή τη σχέση μοναδική. Η μαγεία που ο ίδιος δημιουργούσε; Η περιπέτεια που υπήρχε σε κάθε ταξίδι; Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζαμε στο να συναντηθούμε; Η προετοιμασία για το ταξίδι ή το ίδιο το ταξίδι; Το μέχρι πρότινος παράνομο και κρυφό; Ή μήπως η ανάγκη να δραπετεύσω από την ίδια μου τη ζωή ; Τα μεγάλα χρονικά κενά μέχρι την επόμενη φορά; ή τελικά ήταν πράγματι ξεχωριστός;

Μόλις ένοιωσα τον αέρα, άφησα τα δάκρυα να κυλίσουν ελεύθερα. Ένας καυγάς ήταν τελικά αρκετός για να φέρει το τέλος; Ένας ηλίθιος καυγάς, μια συγγνώμη που δεν ειπώθηκε, σκιές που σκοτείνιασαν το μυαλό, φόβοι, ανασφάλειες και εγωισμός. Μνήμες από ένα παρελθόν που δεν μας αφορούσε και τελικά το βάλαμε στα πόδια την ίδια στιγμή. Κουκουλώσαμε τη «λάθος στιγμή», η πληγή όμως αιμορραγούσε. Σκούπισα τα μάτια μου με την ανάστροφη του χεριού μου, ρούφηξα τη μύτη μου και αποχαιρέτισα νοερά το Παρίσι. Τα βήματά βαριά, κοίταγα κάθε σημείο του αεροδρομίου για να το «πάρω» μαζί μου.

Το τηλέφωνό κουδούνισε από το βάθος της τσάντας μου.

«Νομίζω ότι φεύγεις έχοντας την εντύπωση ότι δεν θέλω να ξανάρθεις» είπε

«….» δεν απάντησα.

«Με ακούς;» ρώτησε ο Αντώνης νευρικά.

«Έτσι νοιώθω» ψέλλισα και τα δάκρυα άρχισαν πάλι να τρέχουν ποτάμι.

«Κάνεις λάθος, θέλω πολύ να ξανάρθεις» είπε και η πληγή σταμάτησε να αιμορραγεί. Δεν μπορούσα ακόμα να χαμογελάσω. Ήθελα να γυρίσω πίσω, να πάρω τη μεγάλη στροφή και να αλλάξω τη ζωή μου όλη. Να ζήσω μαζί του, να αφήσω πίσω μου ό,τι με κράταγε δέσμια. Δεν έκανα όμως τίποτα. Για άλλη μια φορά έμεινα μουγκή ακολουθώντας μια πορεία που δεν ήθελα.

Η απογείωση μόλις ξεκίνησε. Έγειρα το κεφάλι μου στο παράθυρο και αφέθηκα στη θύμηση των τελευταίων ημερών.

Σε αυτό το ταξίδι, είχα προσγειωθεί στις Βρυξέλλες. Η Ελένη, φίλη από τα παλιά, έκανε ένα μεγάλο party και θα μας φιλοξενούσε μαζί με τον Αντώνη, σπίτι της. Τους είχα γνωρίσει μεταξύ τους, ένα καλοκαίρι στην Αθήνα. Το party της Ελένης είχε μεγάλη επιτυχία. Ήμουν χαρούμενη που βρισκόμουν εκεί αλλά η αλήθεια ήταν ότι ήθελα να γυρίσουμε στο σπίτι του Αντώνη. Στη βαλίτσα μου είχα κρύψει το δώρο του και ήθελα να είμαστε οι δυο μας για να του το δώσω. Η αλήθεια ήταν ότι είχα ψάξει πολύ για να το βρω και ήθελα να κάνω τη στιγμή ιδιαίτερη.   

Πήγαιναν τέσσερα χρόνια πια που είχε χωρίσει οριστικά. Μπορούσαμε να τριγυρνάμε τον κόσμο όλο με την ησυχία μας. Χωρίς ενοχές και χωρίς μυστικά. Την επόμενη του party πίστευα ότι θα γυρίζαμε στο Παρίσι. Ο Αντώνης όμως ήθελε να πάμε μέχρι την Αμβέρσα και πήγαμε. Ήταν περίοδος Πάσχα για τους καθολικούς και είχε περισσότερες ημέρες στην διάθεσή του. Η ατελείωτη ευθεία που συνδέει τις Βρυξέλλες με την Αμβέρσα είναι λίγο βαρετή καθώς και η ατελείωτη βροχή που συνήθως πέφτει.

Περπατήσαμε στο λιμάνι αλλά το αφήσαμε γρήγορα. Το κρύο και η βροχή δεν βοηθούσαν για τη βόλτα αυτή. Στρίψαμε στα στενά και βρεθήκαμε στην αγορά. Ο Αντώνης ψώνιζε για το σπίτι του μικροαντικείμενα μετά μανίας. Πεινάσαμε και είχαμε μπροστά μας δρόμο. Μπήκαμε στο πρώτο συμπαθητικό καφέ που βρήκαμε και φάγαμε κάτι πρόχειρο. Ήθελα να φύγουμε.

«Μήπως θα ήθελες να μείνουμε εδώ και να επιστρέψουμε αύριο;» με ρώτησε.

«Ούτε να το σκεφτείς» απάντησα και τον είδα να με κοιτάει με απορία. Συνήθως οι εκδρομές δεν ήθελα να τελειώσουν. Αυτή τη φορά όμως σκεφτόμουν το δώρο που έμενε κλεισμένο στη βαλίτσα. Τρίτο βράδυ στη σειρά πήγαινε πολύ. Είχα μπροστά μου μόνο τρεις νύχτες. Η Αμβέρσα μπορούσε να περιμένει. 

Γυρίσαμε στο Παρίσι μετά από τέσσερεις ώρες οδήγημα. Είχε νυχτώσει για τα καλά και οι αντοχές μας είχαν αρχίσει να μας εγκαταλείπουν. Ανεβήκαμε με τα πόδια τις σκάλες φορτωμένοι με τη βαλίτσα μου και τις σακούλες του Αντώνη. Παράτησα τα πράγματα στο βοηθητικό δωμάτιο και εξαφανίστηκα στο μπάνιο. Θυμάμαι ότι όπως ήμουν τυλιγμένη με την πετσέτα, κάθισα στο κρεβάτι μέχρι να αποφασίσω τι θα φορέσω. Κρύωνα λίγο.

«Ξύπνα υπναρού» άκουσα τη φωνή του Αντώνη.

Κοίταξα γύρω μου σαν χαμένη. «Τι ώρα είναι;» ρώτησα και είδα έξω από το παράθυρο τον γκρι ουρανό του Παρισιού. Πετάχτηκα σαν ελατήριο. Είχα χάσει ένα ολόκληρο βράδυ. 

«Τι έπαθες;» με ρώτησε και τι να του εξηγήσω; Ότι το δώρο μου θα γυρίσει στην Αθήνα περιμένοντας την επόμενη φορά;

«Έλεγα, σήμερα το βράδυ…» συνέχισε ο Αντώνης και μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Άλλο ένα βράδυ χαμένο; Αυτό πήγαινε πολύ. Πήρα την κατάσταση στα χέρια μου. Ας τα αφήναμε όλα στην τύχη, χωρίς πρόγραμμα. Έτσι του είπα και το δέχτηκε.

Η ημέρα πέρασε ξεκούραστα. Πήγαμε βόλτα, φάγαμε έξω, ήπιαμε τον καφέ μας και γυρίσαμε στο σπίτι νωρίς.

Την ώρα που ο Αντώνης έβλεπε τις ειδήσεις εξαφανίστηκα. Έκανα ένα γρήγορο μπάνιο, έφτιαξα τα μαλλιά μου και βάφτηκα τόσο όσο χρειαζόταν. Άνοιξα τη βαλίτσα, ξεδίπλωσα με προσοχή το «δώρο» του και το φόρεσα. Χωρίς κοσμήματα, μόνο με τις γόβες και ένα ζευγάρι μακριά γάντια. Ήταν από μόνο του πολύ σέξι, πολύ κοντό και με όλη την πλάτη έξω.

«Θα μπορούσες να μου βάλεις ένα ποτήρι κόκκινο κρασί;» τον ρώτησα. Γύρισε και με κοίταξε. Έσβησε την τηλεόραση και έμεινε σιωπηλός να με παρατηρεί.

«Το δώρο σου» είπα.

Με πλησίασε, έπιασε το χέρι μου και με στριφογύρισε.

«Είναι τέλειο, απλώς τέλειο» είπε και έκλεισε τα φώτα. Πήρε τον αναπτήρα και άναψε όλα τα κεριά και χωρίς να χάσει ούτε ένα λεπτό έστησε το δικό του σκηνικό.

Έφερε το κρασί με δυο ποτήρια σε ασημένιο δίσκο. Εξαφανίστηκε με ένα βιαστικό «περίμενέ με». Άκουσα το νερό από το μπάνιο να τρέχει, πήρα το ποτήρι με το κρασί και στάθηκα στο παράθυρο. Κοίταγα έξω αλλά δεν έβλεπα. Αφουγκραζόμουν μόνο τους ήχους. Άκουσα τα βήματά του και τη φωνή του George Michael.

Don’t kiss me, darling
I want you to hear the things I say
I loved you in my way
But you know I’m gonna leave you

Γύρισα και τον κοίταξα. Στεκόταν στη μέση του σαλονιού φορώντας το κοστούμι του και φτιάχνοντας τα μανικετόκουμπα. Κάθισε στην πολυθρόνα και μου έκανε νόημα να καθίσω απέναντί του στον καναπέ. Ήταν σαν να ξεκινούσαν όλα από την αρχή. Δεν με άγγιζε, μόνο με προσέγγιζε. Πίναμε κρασί και γελάγαμε. Ανακαλύπταμε τις καινούργιες πτυχές του εαυτού μας. Έβλεπα τα μάτια του και τις σπίθες που πέταγαν.

«Σήκω» με πρόσταξε και μου ζήτησε να σταθώ όρθια στο παράθυρο κοιτώντας προς τα έξω. Άκουσα τον ήχο της φωτογραφικής μηχανής. Ξεροκατάπια. Γύρισα και τον κοίταξα προσπαθώντας κάτι να πω αλλά με μια κοφτή κίνηση του χεριού του δεν με άφησε.

Στην αρχή ένοιωθα αμήχανα. Αποθανάτιζε την κάθε μου κίνηση. Ο συνεχόμενος ήχος του κλείστρου ήταν ο μοναδικός ήχος που ακουγόταν στο δωμάτιο. Ο Αντώνης κρύφτηκε πίσω από τον φακό κι εγώ, μετά το πρώτο ξάφνιασμα, έπαιξα μαζί του όλη τη νύχτα. Χαθήκαμε στο παιχνίδι του αισθησιασμού, της αποπλάνησης και της φωτογραφίας.

Το επόμενο πρωί ξύπνησα με την ησυχία μου. Από το σπίτι δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος. Τον φώναξα, «έλα σου έχω φτιάξει καφέ» μου απάντησε από μακριά. Κουλουριάστηκα λίγο ακόμα, κρατώντας αγκαλιά το μαξιλάρι και το πάπλωμα. Ένοιωσα τους καρπούς μου να με πονάνε. Χαμογέλασα πονηρά και κρυφοκοίταξα προς το κομοδίνο. Η γραβάτα του, η αυτοσχέδια χειροπέδη, ήταν πεταμένη δίπλα μου. Το φουστάνι θα είχε μείνει μάλλον στο σαλόνι. Σηκώθηκα και φόρεσα ένα από τα φούτερ του. Εισέπνευσα βαθιά. Το δωμάτιο είχε τη μυρωδιά του πάθους. Χθες είχα δει άλλη μια πτυχή του. Πιο βίαιη, πιο ενστικτώδη και πιο αρσενική. Δάγκωσα τα χείλια μου. Ήθελα κι άλλο.

Με ανακατεμένα τα μαλλιά και ξυπόλητη πήγα να τον βρω.

Η γυάλινη καφετιέρα και η μεγάλη κούπα για τον καφέ με περίμεναν στο σαλόνι. Πριν προλάβω να ανοίξω το στόμα μου είδα στη μεγάλη οθόνη της τηλεόρασης τις φωτογραφίες μου να ακολουθούν η μία την άλλη. Δεν ξέρω αν άκουσα πρώτα τη μουσική ή αν είδα πρώτα τις φωτογραφίες. Έμεινα αποσβολωμένη να κοιτάζω τη χθεσινή νύχτα να περνάει από μπροστά μου σαν ταινία.

«Σου αρέσει;» με ρώτησε με αβεβαιότητα.

Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Ήταν η χαρά του μεγάλη και με έκανε να νοιώσω ότι όλο αυτό ήταν το δικό του δώρο προς εμένα.

Είχα γίνει screen saver στον υπολογιστή και στην τηλεόραση. Ο Αντώνης περίμενε την απάντησή μου. Γέμισα την κούπα με καφέ και παρακολουθούσα την πορνό πλευρά του εαυτού μου.

Με ρώτησε ξανά, «σου αρέσει;» και ένευσα μην μπορώντας να πάρω τα μάτια μου από το είδωλό μου.

Το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν η Ελένη.  

«Πως περνάτε εσείς οι δύο;» πρόλαβε μόνο να ρωτήσει. Ο Αντώνης έκανε σαν μικρό παιδί. Τράβηξε το ακουστικό από τα χέρια μου και άρχισε να περιγράφει στην Ελένη τη χθεσινή βραδιά. Είχε πάρει το τηλέφωνό και πήγαινε προς το γραφείο του. Ξυπόλητη τον ακολουθούσα κουνώντας τα χέρια μου πέρα δώθε. Αυτό το πίτσι πίτσι καθόλου δεν μου άρεσε και ειδικότερα η εξιστόρηση της χθεσινής νύχτας. Τι ήταν αυτό τώρα;

«Σου στέλνω μια φωτογραφία με το φουστάνι της» τον άκουσα να λέει.
«Όχι» τσίριξα «φέρε μου το τηλέφωνο».  
Ο Αντώνης γύρισε την πλάτη του από την άλλη πλευρά για να με αποφύγει.
«Δεν θα τολμήσεις» φώναξα θυμωμένη.
«Γιατί; ντρέπεσαι; Μα δεν υπάρχει κάτι για να ντρέπεσαι, να κοίτα …» κλικ και έφυγε.

Η φωτογραφία μου με το φουστάνι ταξίδευαν τώρα στο διαδίκτυο.

«Δεν είχες κανένα δικαίωμα να το κάνεις αυτό» είπα με φωνή σπασμένη.

Ο Αντώνης δεν καταλάβαινε, ή για να μπαλώσει το σφάλμα του παρίστανε ότι δεν καταλαβαίνει.

 «Πως κάνεις έτσι; Οι γυναίκες τα μοιράζεστε όλα μεταξύ σας με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες» είπε.
«Όχι, αυτό το κομμάτι, δεν ήθελα. Δεν καταλαβαίνεις, είναι κάτι δικό μου και δικό σου, δεν ήθελα, δεν θέλω».
«Δεν θέλεις τι;»
«Αδιάκριτα βλέμματα και αδιάκριτες κουβέντες».

Γύρναγα στο σπίτι σαν παλαβή. Κάπνιζα το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και έπιανα το κεφάλι μου που ήταν έτοιμο να σπάσει.

«Παραβίασες κομμάτι της προσωπικής μου ζωής χωρίς να σου το επιτρέπω, ξεπέρασες κάθε όριο» είπα και εννοούσα την κάθε μου λέξη.

Αυτό ήταν. Είχε καταπατήσει το ζωτικό μου χώρο. Θύμωνα από την αδιακρισία του, θύμωνε με το λάθος του. Πέρασε στην επίθεση. Μιλούσε ακατάπαυστα και δεν καταλάβαινα λέξη από αυτά που μου έλεγε. Αναφερόταν στο τέλος του γάμου του, χωρίς να έχω πάρει είδηση πότε φτάσαμε σε αυτό το σημείο. Ποιος έβαλε στη κουβέντα μας το γάμου του; Ένας γάμος που είχε ήδη τελειώσει και που ποτέ δεν είχε σχέση με εμάς τους δύο.

«Μπορεί να μην πίστευες καν ότι θα χωρίσω, όπως έκαναν όλοι οι φίλοι μου άλλωστε. Από το ένα αυτί σας έμπαινε και από το άλλο σας έβγαινε και κάπου μέσα σας όλοι, πιστεύατε ότι είμαι άλλος ένας μαλάκας».

Ένοιωθα ότι ζούσα το θέατρο του παραλόγου και του το είπα, έχοντας ήδη τρομάξει με αυτή τη «λογική» που με οδηγούσε στην παράνοια.

«Αν έχεις διάθεση να με προσβάλεις τότε βρήκες λάθος άνθρωπο» είπε μέσα στην απόλυτη ηρεμία.  

Αυτή η πλασματική ηρεμία με έβγαζε από τα ρούχα μου.

«Να σε προσβάλω; Δεν καταλαβαίνω λέξη απ’ όσα μου λες. Κάθεσαι απέναντι μου με τα χέρια σταυρωμένα σε ένδειξη κύρους και αναλύεις το συναίσθημά μου σαν να είναι οικονομική έκθεση. Γίνεσαι τεχνοκράτης και ψυχρός ενώ εγώ σου μιλάω για ανθρώπινα αισθήματα».
«Συνεχίζεις να χρησιμοποιείς προσβλητικά επίθετα» είπε με μια υποψία απειλής στη φωνή του.  
«Μίλα ανθρώπινα δεν σε καταλαβαίνω» ούρλιαξα.

Δεν θύμωσε γιατί ούρλιαζα, ούτε γιατί δεν καταλάβαινα. Υποθέτω ότι θύμωσε γιατί βρήκα την ευαίσθητη χορδή του. Τεχνοκράτης, ψυχρός, χωρίς συναίσθημα. Οι λέξεις που τον τσάκισαν. Η ψεύτικη εικόνα του. Από έξω σκληρός σαν γρανίτης και από μέσα ευαίσθητος σαν μικρό παιδί.  Την ώρα εκείνη δεν μπόρεσα να συνειδητοποιήσω την αλήθεια του, ούτε πόσο πόνο κουβαλούσε μέσα του. Ούτε κι εκείνος κατάλαβε πόσο με πλήγωνε η έλλειψη ενσυναίσθησης και η συγγνώμη που δεν είπε.

«Πάω να κάνω μπάνιο γιατί πνίγομαι» είπε και εξαφανίστηκε. Προσπάθησα να βάλω το μυαλό μου σε τάξη αλλά δεν τα κατάφερα. Προσπάθησα να αλλάξω μέσα μου το κλίμα αλλά η προσπάθεια έπεσε στο κενό. Όταν επέστρεψε κοιταχτήκαμε στα μάτια και η ένταση συνεχίστηκε.

«Έτσι θα περάσουμε την υπόλοιπη ημέρα μας;» ρώτησα με τα χείλη σφιγμένα.
«Αν πρόκειται να το συνεχίσεις, τότε μάζεψε τα πράγματά σου να σε πάω σε ένα ξενοδοχείο τώρα» είπε και το εννοούσε.
«Δεν είμαι βαλίτσα να με πηγαινοφέρνεις ότι ώρα σου καπνίσει. Θα φύγω από εδώ μία και καλή, είτε αυτό σημαίνει ότι θα έχουμε τελειώσει οριστικά, είτε ότι θα έχουμε λύσει το θέμα μας» απάντησα χωρίς δεύτερη σκέψη.
«Πήγαινε να κάνεις μπάνιο να ηρεμήσεις, δεν έχω καμία όρεξη να αναλύω άλλο» είπε.

Κρύφτηκα στην ησυχία της μπανιέρας. Έτριβα το κορμί μου με λύσσα. Θα μπορούσα να συνεχίσω την αντιπαράθεση μέχρι τέλους. Θα μπορούσα; Ποιόν κορόιδευα; Ο Αντώνης δεν θα μου ζητούσε ποτέ συγγνώμη. Δεν θα το επέτρεπε στον εαυτό του κι όσο τέντωνα το σκοινί, τόσο πιο γρήγορα θα φτάναμε σε οριστική ρήξη. Άντεχα; Όχι, ούτε άντεχα ούτε ήθελα. Μόλις είχα ανακαλύψει το τρωτό του σημείο. Το ερώτημα ήταν αν άντεχα να ζήσω με έναν άνθρωπο που δεν μπορούσε να ζητήσει συγγνώμη. Άντεχα; Προτίμησα να μην απαντήσω. Για την ώρα τουλάχιστον.

Το βράδυ βάλαμε να δούμε μία ταινία. Δεν ξέρω αν την παρακολουθούσε, εγώ πάλι όχι.

«Έλα να σε πάρω μια αγκαλιά» του είπα

Με κοίταξε επιφυλακτικά. Δεν περίμενα να μου απαντήσει. Τον πήρα αγκαλιά και τον χάιδευα όπως χαϊδεύεις ένα μωρό. Έμεινε ακίνητος μέχρι που τον πήρε ο ύπνος στην αγκαλιά μου, χυμένος στον καναπέ, ήσυχος και ατάραχος.

Ξημέρωσε και μαζί με την καινούργια ημέρα οι μάσκες πήραν πάλι την θέση τους. Πως μπορούσε και το έκανε αυτό δεν το καταλάβαινα. Λες κι ένας ξένος με είχε καλημερίσει. Ευγενικός και απόμακρος και αυτή η εύθραυστη κρυστάλλινη ευγένεια με τσάκιζε. Ήθελα να φύγω, να τρέξω μακριά, να κρυφτώ στην σιγουριά της μοναξιάς μου, να αναπνεύσω καθαρό αέρα. Ο χρόνος μετρούσε αντίστροφα. Σε λίγες ώρες έφευγα.

«Πάμε έξω για καφέ» είπε και κούνησα το κεφάλι καταφατικά. Το ουδέτερο έδαφος θα μας προστάτευε από τους εαυτούς μας.

Η βόλτα αυτή μου έμεινε αξέχαστη. Μάταια προσπαθούσα να διακρίνω μια σπίθα συναισθήματος στα βλέμμα του. Κενό. Ένα παγωμένο πέπλο και ένα βεβιασμένο χαμόγελο. Είχα μια βαθιά επιθυμία, να του χώσω μια μπουνιά στα μούτρα μήπως κι έτσι κατάφερνα να σπάσω την κρυστάλλινη πανοπλία του σε εκατομμύρια μικρά κομμάτια. Δυστυχώς, οι καλοί μου τρόποι στάθηκαν εμπόδιο και για να μην λέω ψέματα, ήμουν περισσότερο κότα απ’ ότι ήθελα να παραδεχτώ και απλώς έκατσα στα αυγά μου.

Η αεροσυνοδός με ρώτησε αν θέλω να φάω. Μπουκιά δεν κατέβαινε. Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά. «Μόνο λίγο καφέ σας παρακαλώ» είπα και γύρισα πάλι στις σκέψεις μου.

Σε όλη την διάρκεια της πτήσης αναμασούσα τα ίδια και τα ίδια. Εξαντλημένη από την κούραση, την ένταση και την αίσθηση του τέλους, ακόμα δεν είχα συνειδητοποιήσει ολόκληρη την αλήθεια του. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι ο Αντώνης ένοιωσε ότι ακύρωσα τον παιδιάστικο ενθουσιασμό του και ότι τον κατηγόρησα για έλλειψη συναισθήματος. Τον είχα προσβάλει αλλά κι εκείνος είχε ξεπεράσει τα δικά μου όρια. Η διαφορετικότητά μας ήρθε για πρώτη φορά σε σύγκρουση. Μου πήρε σχεδόν μία εβδομάδα για να καταλάβω. Για να αφήσω πίσω το δικό μου κομμάτι εγωισμού, για να δω και την άλλη πλευρά του νομίσματος. Τι θα υπερτερούσε δεν ήξερα.

«Ή το κόβεις ή προχωράς» έλεγε ο σοφός μου εαυτός. Όταν η κατάσταση φτάνει σε αδιέξοδο συνήθως έχεις δύο επιλογές. Μπορούσα να γυρίσω την πλάτη μου αδιαφορώντας οριστικά; και επιτέλους πόσες φορές θα προσπαθούσα να ξεφύγω από τον Αντώνη; Γιατί δεν παραδεχόμουν αυτό που μου συνέβαινε; γιατί προσπαθούσα να το υποβιβάσω; γιατί δεν κυνηγούσα το όνειρό μου; γιατί τόσα βαρίδια στα πόδια μου; και γιατί επιτέλους μιλούσα με γρίφους; γιατί δεν στεκόμουν σαν βράχος ακλόνητος μπροστά στα δικά μου θέλω; τι στο καλό φοβόμουν; Χιλιάδες γιατί πλημμύριζαν το κεφάλι μου.

Ένα γράμμα κι άλλη μία υπεκφυγή, αυτή τη λύση βρήκα.

 

 

(συνεχίζεται)

 
 
 
 
https://www.youtube.com/watch?v=7XhliMfiEdk

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here