Οι ημέρες περνούσαν με τις σκέψεις να γυρίζουν μέσα στο κεφάλι μου. Καταλάβαινα ότι έπρεπε να πάρω αποφάσεις. Ήθελα όμως; Αυτό ήταν ένα καλό ερώτημα. Αν κουβεντιάζαμε, θα λέγαμε αλήθειες. Αυτό το ήξερα. Κανένας από τους δύο δεν θα κρυβόταν πίσω από το δάχτυλό του. Θα φανερώναμε τα «θέλω» μας. Τι θα γινόταν όμως αμέσως μετά; Ποιο θα ήταν το παρακάτω βήμα; Γιατί θα υπήρχε αυτό το «παρακάτω». Πως θα διαχειριζόμουν τις αλήθειες που θα έπεφταν βροχή; Ήξερα ότι δεν μπορούσα να ανταπεξέλθω σε αυτά που ο Αντώνης χρειαζόταν για να είναι γεμάτος, για να είναι ευτυχισμένος. Πόσο όμως τα ήθελε; Πόσο σημαντικά ήταν γι’ αυτόν; Και ποιος κρίνει το σημαντικό ή όχι; Ποιος έπρεπε να βάλει νερό στο κρασί του και πόσο είναι αυτό το νερό τελικά; Υποχωρήσεις. Ναι, αλλά μέχρι ποιού σημείου; Κι εγώ; Εγώ τι ήθελα;

Γύριζα από το γραφείο. Ήμουν πολύ κουρασμένη και η ώρα ήταν περασμένη. Αυτά τα συμβούλια που κράταγαν μέχρι αργά τη νύχτα, είχαν χάσει το νόημά τους. Ένοιωθα το σώμα μου πιασμένο και το κεφάλι μου βαρύ. Η διαδρομή μέχρι το σπίτι, έμοιαζε ατελείωτη. Ήταν κι εκείνη η βροχή που είχε ακινητοποιήσει τα πάντα …

Άκουγα μουσική μέσα στο αυτοκίνητο όταν χτύπησε το κινητό. Ήταν η μητέρα μου. Πως αυτή η γυναίκα με καλούσε πάντα τις ώρες που δεν έπρεπε, αυτό ήταν και θα έμενε ανεξήγητο.
«Που είσαι κούκλα μου;» ρώτησε προσπαθώντας να κάνει τον τόνο της φωνής της να ακούγεται ήρεμος. Κατάλαβα αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Ο πατέρας σου τράκαρε και έχει χτυπήσει μάλλον ο άλλος οδηγός» είπε με αρκετή δόση ψυχραιμίας στη φωνή της.
Μου ήρθε ο ουρανός στο κεφάλι. Κοίταξα την ατελείωτη ουρά των ακινητοποιημένων από τη βροχή αυτοκινήτων. Τις χοντρές σταγόνες που έπεφταν πάνω στο τζάμι, εμένα που βρισκόμουν στη μεσαία λωρίδα και έπρεπε να βρω τρόπο να διακτινιστώ στην άλλη άκρη της Αθήνας.

Άρχισα να κορνάρω, είχα ανάψει τα alarm και προσπαθούσα να αλλάξω λωρίδα στο αυτοκίνητο για να κόψω μέσα από τα στενά. Πρέπει να με φασκέλωσαν εκείνη την ημέρα οι οδηγοί, όχι μόνο με τα χέρια αλλά και με τις πατούσες.

Μισή ώρα αργότερα είχα φτάσει στο σημείο του ατυχήματος. Είδα το ασθενοφόρο να μαζεύει έναν νεαρό από το δρόμο. Ο πατέρας μου καθισμένος στο πεζοδρόμιο σαν χαμένος, με τα κεφάλι ανάμεσα στα χέρια, την τραγιάσκα δίπλα του και τα γυαλιά του να στραβοκάθονται στη κορυφή της μύτης του και να μονολογεί μέσα στην απόγνωσή του, «δεν έχω τρακάρει ποτέ στη ζωή μου».

Δεν ήξερα σε ποιόν να τρέξω πρώτα. Στον νεαρό που δεν τον ήξερα ή στον πατέρα μου; Πλησίασα το ασθενοφόρο. «Σε ποιο νοσοκομείο τον πηγαίνετε; Έχει κάτι σοβαρό; Πως σε λένε παιδί μου; Οι γονείς σου;»

Ο νεαρός δεν είχε κάτι σοβαρό, ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν εκείνη την ώρα. Πήρα τις πληροφορίες που χρειαζόμουν και πήγα στον πατέρα μου. Το αυτοκίνητο το βρήκα σφηνωμένο ανάμεσα σε κολώνα της ΔΕΗ και ένα δέντρο. Δεν είχε μείνει τίποτα. Είχε παραβιάσει STOP. Έφταιγε. Το άλλο αυτοκίνητο, σαραβαλάκι εποχής, έμοιαζε να έχει τρακάρει με κομήτη. Παραπεταμένο σε μια άκρη με τις πόρτες ορθάνοιχτες. Κόσμος μαζεμένος. Άλλοι για να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους και άλλοι για να βοηθήσουν. Γερανοί για να σηκώσουν τα αυτοκίνητα, οδική βοήθεια, ασθενοφόρο, τροχαία και ο πατέρας μου στο κράσπεδο, λίγο πριν βάλει τα κλάματα υποθέτω και να απολογείται παραμιλώντας κάθε τόσο «δεν έχω τρακάρει ποτέ» . Ο κόσμος, μου φώναζε, «σαν δεν ντρέπεσαι να αφήνεις το γέρο να οδηγεί». Ένας πέρασε και με έφτυσε και η βροχή, έπεφτε ασταμάτητα, λες για να με ξεπλύνει.

Πήρα τον πατέρα μου και τον πήγα στο σπίτι του. Η μάνα, μας περίμενε στην πόρτα. Βεβαιωθήκαμε ότι ο πατέρας δεν πόναγε πουθενά και τον άφησα στην φροντίδα της μητέρας μου. Όπως ήμουν βρεγμένη πήγα κατευθείαν στον νοσοκομείο. Βρήκα τον νεαρό και τον πήρα ασυναίσθητα μια αγκαλιά. «Μην ανησυχείς όλα θα πάνε καλά» ψέλλισα. «Βαγγέλη σε λένε; σωστά;» ρώτησα και πάγωσα από το βλέμμα του. Με κοίταγε με μίσος, μάλλον.
«Είχα πεταχτεί μέχρι το περίπτερο, δύο τετράγωνα από το σπίτι» είπε. «Το αυτοκίνητό μου, καταστράφηκε».

Κατέβασα τα μάτια. Κούνησα το κεφάλι καταφατικά. Είδα τους φίλους του κοντά του. Όλοι μαζί έμοιαζαν σαν στρατιά εναντίον μου.
«Οι γονείς σου;» ρώτησα.
«Έρχονται από το Μεσολόγγι» πήρε το λόγο και απάντησε, με ύφος επιθετικό, μια κοπέλα που στεκόταν δίπλα του.
«Θα καθίσω μαζί σας μέχρι να έρθουν οι δικοί του» απάντησα και πήγα λίγο παράμερα. «Το ξέρω ότι δεν με θέλετε εδώ αλλά μπορεί κάτι να χρειαστείτε» είπα. Νέα παιδιά ήταν, την τύφλα τους δεν ξέρανε.

Οι ώρες πέρναγαν βασανιστικά αργά. Τα βρεγμένα ρούχα και τα μαλλιά μου, είχαν κολλήσει επάνω μου. Εμφανίστηκε ένας γιατρός. Πετάχτηκα επάνω. «Τον Βαγγέλη θα τον κρατήσουμε για λίγες ημέρες για να βεβαιωθούμε ότι όλα είναι εντάξει» είπε.
«Λίγες ημέρες;» αναφώνησα τρομαγμένη.
«Μπορείτε να φύγετε;» είπε ο Βαγγέλης οργισμένος. «Μέχρι το περίπτερο πετάχτηκα και κοιτάξτε που βρίσκομαι εξ αιτίας του πατέρα σας» συνέχισε σε υψηλό τόνο. Μια νοσοκόμα με πλησίασε. «Πρέπει να φύγετε» είπε χωρίς να σηκώνει δεύτερη κουβέντα.

Μάζεψα όση αξιοπρέπεια μου είχε μείνει και άφησα την επαγγελματική μου κάρτα στον Βαγγέλη. «Μπορεί να μας χρειαστεί κάτι ο δικηγόρος ή η ασφαλιστική εταιρία» είπα. «Περαστικά εύχομαι» συμπλήρωσα και χωρίς να περιμένω απάντηση έφυγα ξεγλιστρώντας σαν την γάτα.

Έφτασα στο σπίτι μου κατάκοπη, μουδιασμένη και παγωμένη. Μπήκα κατευθείαν στην μπανιέρα. Τουρτούριζα. Έριξα επάνω μου όσο πιο πολύ καυτό νερό μπορούσα. Να ξεπλύνω τα συναισθήματα και να ζεστάνω το κορμί. Τι ήταν πάλι κι αυτό που έζησα σήμερα. Αναλογίστηκα τα γεγονότα. Ο πατέρας δεν έπρεπε να οδηγεί αλλά ήταν αδύνατον να το πείσουμε γι’ αυτό και το χειρότερο; Ήταν νόμιμος οδηγός περασμένης ηλικίας. Σκέφτηκα τον Βαγγέλη, ένα παλικάρι σαν τα κρύα νερά, πως την γλύτωσε; ακόμα και τώρα δεν ήξερα. Τα αυτοκίνητα; Πατσαβουριασμένες λαμαρίνες, αυτή είναι η σωστή απάντηση. Κοίτα όμως οι λαμαρίνες σε τι διαδικασίες σε βάζουν.

Στέγνωσα τα μαλλιά μου και ξάπλωσα. Πήρα μια βαθειά ανάσα και το μυαλό μου πέταξε στον Αντώνη. «Τι να κάνει;» αναρωτήθηκα. Κάποια στιγμή με πήρε τηλέφωνο αλλά ούτε τι του είπα δεν θυμόμουν. Ανακάθισα στο κρεβάτι και άναψα το φως στο κομοδίνο. Ο πατέρας μου τώρα ήταν με την μητέρα μου. Ο Βαγγέλης, προληπτικά στο νοσοκομείο με όλους τους φίλους του τριγύρω και με την κοπέλα του να μην ξεκολλάει από δίπλα του κι εγώ … μόνη μου.

Βούρκωσα, μόλις με είχε πιάσει το παράπονο και αυτή η υγρασία που ένοιωθα στα μάτια μαζί με την ένταση της ημέρας και την αγωνία έγιναν αναφιλητό. Ίσως έφταιγαν τα γεγονότα, όμως η πραγματικότητα ήταν ότι ήμουν μόνη. Ξανά. Να αντιμετωπίσω αυτό που συμβαίνει αλλά κι αυτό που έρχεται. Μόνη. Μήπως έπρεπε να το παραδεχτώ πια; Δεν ήθελα να είμαι μόνη, ήθελα το ταίρι μου, δίπλα μου, στην αγκαλιά μου.

Ξημέρωσε η επόμενη ημέρα, η μεθεπόμενη και τα γεγονότα έτρεχαν. Η μητέρα του Βαγγέλη ήρθε από το Μεσολόγγι και όπως ήταν η γυναίκα τρελαμένη με πήρε τηλέφωνο.
«Θα τον σκοτώσω το κωλόγερο» ούρλιαζε από την άλλη άκρη της γραμμής «δεν φταίει αυτός, εσύ φταις μωρή που δεν του έχεις πάρει το δίπλωμα, έρχομαι εκεί να σας σφάξω όλους. Το παιδί μου, τι κάνατε στο παιδί μου;» φώναζε κι έκλαιγε. Μια μάνα ταλαιπωρημένη που είχε τρομάξει για το παιδί της. Ο Βαγγέλης ήταν καλά. Είχε αποκομίσει από την «συνάντηση» με τον πατέρα μου, εκδορές, μώλωπες, μια λαχτάρα στο τσεπάκι του και μια μπάλα λαμαρίνες που κάποτε την έλεγες αυτοκίνητο . Μέχρι να μάθω όμως ότι δεν κινδύνευε, η καρδιά μου, νόμιζα ότι θα σταματήσει να χτυπάει. Η μητέρα του όμως δεν είχε την ψυχραιμία που χρειαζόταν. Καλώς ή κακώς με έβρισε, με απείλησε αλλά τελικά τίποτα δεν έκανε απ’ όλα αυτά για καλή μας τύχη.

Οι ημέρες ξεδίπλωναν την ένταση τους και είχα αυτή την επιθυμία όταν γύριζα το βράδυ στο σπίτι, να τα μοιραστώ με τον δικό μου άνθρωπο. Να χωθώ στην αγκαλιά του. Να αφεθώ και να με κανακέψει. Να με παρηγορήσει και να μου πει «μην σε νοιάζει, θα περάσει κι αυτό, μαζί θα το περάσουμε». Ποιος ήταν όμως ο δικός μου άνθρωπος που θα έκανε αυτά για εμένα; Ο Αντώνης;

Το τρακάρισμα του πατέρα μου ήταν σαν να ήρθε και να κουκούλωσε τα γεγονότα των προηγούμενων ημερών. Οι ανθρώπινοι δονητές ξεχάστηκαν. Μπορεί πάλι και όχι, μπορεί απλώς να κρύφτηκαν σε μια άκρη του μυαλού γιατί έτσι με βόλευε.

Έλεγα στον εαυτό μου ότι δεν είχα παράπονο. Ο Αντώνης επικοινωνούσε μαζί μου καθημερινά. Με νοιαζόταν, ήθελε να με ακούσει. Το καταλάβαινα από τον τόνο στη φωνή του. Ήταν ξεκάθαρο αυτό. Δεν μπορούσα να έχω και παραπάνω απαιτήσεις. Μην γινόμουν και παράλογη, στην άλλη άκρη της Ευρώπης ζούσε, 2.957 χλμ από εμένα. Δηλαδή τι ακριβώς ήθελα;

Τι ακριβώς ήθελα; Να πάρει το αεροπλάνο και να έρθει. Για ένα Σαββατοκύριακό, για ένα βράδυ, για μια αγκαλιά, για ένα «μην στενοχωριέσαι». Το θέμα δεν ήταν οικονομικό και το ήξερα.

Ο Αντώνης όμως δεν το έκανε, δεν το πρότεινε κι εγώ δεν το ζήτησα και το χειρότερο δεν ήταν ότι δεν το ζήτησα, το χειρότερο ήταν ότι δεν τόλμησα να το ζητήσω. Όχι από τον Αντώνη αλλά από τον εαυτό μου. Ντροπή.

Η ζωή στην Αθήνα άρχισε πάλι να με πνίγει. Τα γεγονότα, ο πατέρας, οι γκρίνιες, το τρέξιμο. Όλα μου έφταιγαν.

«Γιατί δεν έρχεσαι;» πρότεινε ο Αντώνης και πέταξα τη σκούφια μου για να πάω. Να μπω πάλι μέσα στο αεροπλάνο, να ακούσω την φωνή του κυβερνήτη να λέει ότι σε λίγο προσγειωνόμαστε στο CDG, οι αεροσυνοδοί, τα αεροδρόμια, η βαλίτσα, τα ρούχα, τα μαλλιά. Να αγοράσω καινούργια καλλυντικά και εκείνο το άρωμα που είχα βάλει στο μάτι. Έλα ντε, γιατί δεν πήγαινα;

Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη. Σαν να κούνησαν μπροστά στα μάτια ενός παιδιού το μεγαλύτερο παγωτό στο κόσμο. Γύρισα στο σπίτι μου φουριόζα το βράδυ μετά το γραφείο και άνοιξα τον υπολογιστή σχεδόν χωρίς να βγάλω το παλτό μου.

Έκλεισα τα εισιτήρια για λίγες ημέρες μετά. Ειδοποίησα τον Αντώνη και ο ενθουσιασμός του ενός χόρευε με τον ενθουσιασμό του άλλου. Γέλαγα, γέλαγε και τα γέλια μας έφταναν σαν γάργαρο νερό στα αυτιά μου.

«Σε περιμένω» μου είχε πει ο Αντώνης και αυτές οι δυο λέξεις με είχαν κάνει την πιο ευτυχισμένη γυναίκα στη γη.

Είχα πάρει τη Βάσω και αλωνίζαμε τα μαγαζιά. Δεν ήταν τα ρούχα, τα αρώματα και τα κοσμήματα το θέμα. Ούτε οι κάλτσες και οι ζαρτιέρες. Ήταν αυτή η όμορφη προσμονή που από μόνη της, ήταν ένα τεράστιο δώρο. Μπαινοβγαίναμε στα μαγαζιά και καταλήγαμε πάντα στο γνωστό μας καφέ για μια μπαγκέτα με ψητά λαχανικά και κατσικίσιο τυρί και ένα ποτήρι λευκό κρασί. Η ιεροτελεστία της χαράς και η απληστία της ζωής.

Η Βάσω είχε ανοίξει την μπαγκέτα της και αφαιρούσε από μέσα τα λαχανικά. «Δεν σε καταλαβαίνω, γιατί δεν την παραγγέλνεις κάτι άλλο» ρωτούσα σχεδόν κάθε φορά για να πάρω πάντα την ίδια απάντηση «για το άρωμα, μου αρέσει το άρωμα αλλά όχι η γεύση» έλεγε γελώντας και συνέχιζε το γνωστό παιχνίδι της. Ο ήχος του κινητού ακούστηκε από τον πάτο της τσάντας. Χτύπαγε ασταμάτητα.

«Έλα σπίτι σε παρακαλώ, ο πατέρας σου δεν είναι καλά» είπε η ταραγμένη φωνή της μητέρας μου.

Μπήκαμε στο νοσοκομείο το ίδιο βράδυ. Τα πράγματα δεν ήταν καλά αλλά δεν ήξερα τι ακριβώς συνέβαινε. Για άλλο μπήκαμε και άλλο βρήκαμε κι εγώ το μόνο που ήθελα ήταν οι άνθρωποι που αγαπούσα να είναι καλά, οι καταστάσεις στη ζωή μου να μείνουν αμετακίνητες κι εγώ να πάρω το αεροπλάνο και να πετάξω μακριά. Έστω για ένα Σαββατοκύριακο, για να νοιώσω πάλι ότι είμαι ζωντανή. Η ζωή όμως φαίνεται ότι είχε άλλα σχέδια για εμένα.

Η μέση του πατέρα τον βασάνιζε πάρα πολύ. Είχε ακινητοποιηθεί από τους πόνους. Βρεθήκαμε στα επείγοντα και από εκεί στο δωμάτιο. Η μέση δεν είχε τίποτα. Ήταν αποτέλεσμα από το τράνταγμα που είχε υποστεί κατά το τρακάρισμα. Θα περνούσε με φάρμακα και υπομονή. Η ακτινογραφία όμως στο θώρακα έδειξε ανεύρυσμα στην καρδιακή χώρα. Ούτε καταλάβαινα τι γινόταν, τι σήμαινε, τι μας περίμενε. Μια ζαλάδα θυμάμαι μόνο και φιγούρες σοβαρές με λευκές μπλούζες να μου μιλάνε.

Την επόμενη ημέρα ο γιατρός μας φώναξε στο γραφείο του. Τα πράγματα ήταν περισσότερο σοβαρά απ’ ότι μπορούσαμε να φανταστούμε. Θα έπρεπε να γίνει ένα πολύ μεγάλο χειρουργείο, με διαφορετικών ειδικοτήτων χειρουργούς. Ήταν το ιατρικό ιστορικό του πατέρα μου δύσκολο. Όχι, το χειρουργείο δεν θα γινόταν εκείνες τις ημέρες. Έπρεπε να περιμένουμε. Να βρεθούν τα υλικά αλλά και οι κατάλληλοι γιατροί που θα αναλάμβαναν μια τέτοια περίπτωση και αν την αναλάμβαναν. Το κόστος; «Πως είναι δυνατόν να μιλάμε για κόστος μπροστά σε μια ανθρώπινη ζωή, όσα χρειαστεί θα τα δώσετε» είπε ο γιατρός και η γη χάθηκε κάτω από τα πόδια μου. «Για την ώρα πάρτε τον από εδώ και θα σας ειδοποιήσουμε» συνέχισε. Τι θα έλεγα στους γονείς μου; Τι πάει να πει «όσα θα χρειαστεί θα δώσετε;»

Φύγαμε από το νοσοκομείο λίγες ημέρες μετά. Ο Αντώνης διακριτικά στεκόταν στο «πλάι» μου. Ποιο πλάι μου δηλαδή, στεκόταν στην άκρη της άλλης γραμμής.

«Νομίζω ότι πρέπει να ακυρώσεις το ταξίδι. Τα πράγματα μοιάζουν πολύ σοβαρά και δεν ξέρω αν θα μπορέσεις να το αντέξεις όλο αυτό. Αν συμβεί κάτι όσο είσαι εδώ, το σκέφτηκες; Φυσικά να ξέρεις ότι θέλω να έρθεις όσο δεν φαντάζεσαι και αν αποφασίσεις να έρθεις, θα κάνω τα πάντα για να περάσεις καλά και να ξεχάσεις ό,τι σε βασανίζει. Αντέχεις όμως;» είπε και περίμενε την απάντησή μου. Είχε δίκιο. Δεν άντεχα αλλά δεν ήταν μόνο αυτό.

Χρειαζόμουν και λίγο περισσότερο ενθάρρυνση. Να με παρασύρει κοντά του. Έτσι κι αλλιώς εδώ δεν θα έκανα τίποτα απολύτως. Ήταν σαν να περιμέναμε όλοι μαζί τον θάνατο να μας λυτρώσει.

Ακύρωσα τα εισιτήρια την επόμενη ημέρα το πρωί. Τι να έλεγα και στη μάνα μου που τα είχε χαμένα. Στον πατέρα δεν είπαμε τίποτα. «Μέση είναι θα περάσει» του λέγαμε και κάναμε σαν να μην τρέχει τίποτα. Περιμέναμε τα πορίσματα των γιατρών και ο εγωιστικός μου εαυτός ένοιωθε ότι η ζωή μου ξαφνικά μίκραινε την ώρα που λαχταρούσα να ζήσω και ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα να μεγαλώνω απότομα αλλά και ότι κάποιος μου στερεί το δικαίωμα στη χαρά. Εγωισμός ή αλήθεια;

Λίγες ημέρες αργότερα, έφτασε η Παρασκευή. Στις 15:10 ώρα Ελλάδος, η πτήση με αριθμό 1533 της Air France θα ξεκινούσε από το Αεροδρόμιο των Αθηνών με κατεύθυνση προς Παρίσι. Σε αυτή την πτήση δεν θα ήμουν μέσα. Σε αυτή την πτήση δεν θα ήμουν μέσα … Πόσες φορές είχε κολλήσει το μυαλό μου σε αυτή ακριβώς τη φράση. Κοίταξα τον ουρανό και άφησα να δάκρυα να πλημμυρίσουν ελεύθερα τα μάτια μου. Η φωνή δεν έβγαινε, είχε σπάσει από το παράπονο.

Πήρα τον Αντώνη τηλέφωνο. Ήταν η πρώτη φορά που με άκουσε έτσι.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ανήσυχος.
«Τώρα επιβιβάζονται στην πτήση για το Παρίσι. Σε τρεισήμισι ώρες θα ήμουν εκεί» είπα και άφησα όλα τα συναισθήματα να με καταβάλουν.

Ο Αντώνης προσπάθησε να με ηρεμίσει αλλά δεν τα κατάφερε. Δεν κατάφερε όμως και να έρθει στην Αθήνα γιατί δεν το προσπάθησε. Τότε, δεν το σκεφτόμουν. Το μόνο που χρειαζόταν η ψυχή μου για να νοιώσει ζωντανή, ήταν να δω ξανά την Αψίδα του Θριάμβου το βράδυ, να πιω καφέ στο Les Deux Magots και να κυκλοφορήσω άλλη μια φορά με το φουστάνι στο χέρι γυμνή. «Άλλη μια φορά» σκέφτηκα με λαχτάρα και άφησα τα δάκρυα να τρέξουν ποτάμι.

 

(συνεχίζεται)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here