Σηκώθηκα και άρχισα να λικνίζομαι μόνη μου στο ρυθμό της μουσικής.

Τον είδα να σερβίρει τα ποτά μας.

«Πάγο;» με ρώτησε.

Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά, «θέλω να ζήσω πέρα από τα όρια» ψιθύρισα στο αυτί του.

Με κοίταξε χωρίς να πει κουβέντα, η ματιά του ήταν σαν λάβα, το μήνυμα το πήρε και ήξερα ότι θα το χειριζόταν με τον δικό του τρόπο.

«Θα μεθύσω και δεν με νοιάζει, θα μεθύσω γιατί το έχω ανάγκη, το αντέχεις;» ρώτησα με την άτακτη φωνή μου.
«Ναι, συνέχισε μόνο να χορεύεις» είπε και ακούστηκε σαν διαταγή.

Το ήξερα ότι γινόμουν προκλητική. Το έβλεπα στα μάτια των αρσενικών. Είχα γίνει η γάτα που ήθελα, με την ουρά όρθια μέσα στο καταχείμωνο. Ο Αντώνης καμάρωνε. Σηκώθηκε και με πλησίασε. Τον άρπαξα από τη μέση και προσπάθησα να κολλήσω επάνω του.

«Βιάζεσαι» είπε και με έσπρωξε λίγο μακριά του χωρίς να αποτραβηχτεί από πάνω μου.
«Θέλω να χορέψουμε» είπα νιαουρίζοντας.
«Θέλω να βγάλεις τα εσώρουχά σου» απάντησε και κοκάλωσα.

Η φωνή του εσώτερου εαυτού μου, ακούστηκε μέσα στο κεφάλι μου κοροϊδευτική.  «Μπορεί εσύ να αποφάσισες να παίξεις τη γάτα μόλις τώρα, ο άλλος όμως είναι κεραμιδόγατος μια ολόκληρη ζωή. Τώρα να δω τι θα κάνεις».

Ξεροκατάπια και άκουσα τον Αντώνη να λέει με έντονο ύφος, «τώρα» και με κομμένα τα γόνατα άρπαξα την τσάντα μου και κατευθύνθηκα προς την τουαλέτα.

«Ερεθιστικό ε;» κάγχασε η φωνή μέσα μου.

Ναι, μόνο που δεν είχα πια τη φρεσκάδα των νιάτων. Η φύση και ο νόμος της βαρύτητας ήταν ορατά πάνω στο σώμα. Δάγκωσα τα χείλη μου και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη για αρκετή ώρα. Τα χέρια μου δεν τολμούσα να τα κουνήσω. Πίεζα τα ακροδάχτυλα στο μάρμαρο του νιπτήρα, μέχρι που οι κόμποι των δαχτύλων άσπρισαν. Προσπάθησα να με δω με τα μάτια του σερνικού που με περίμενε έξω, απολαμβάνοντας το τσιγάρο του. Δεν τα κατάφερα. Μα τι στην ευχή έβλεπε που τον έκανε να με λιμπίζεται γυμνή; Ξεκίνησα από τα εύκολα. Το σλιπάκι στην τσάντα. Σκέφτηκα τις γυναίκες της Αφρικής με τα γυμνά κορμιά και τα μαθήματα ευτυχίας. Αυτό κάπου το είχα διαβάσει. Άφησα το μυαλό να ταξιδεύει όσο πιο μακριά μπορούσε. Το σουτιέν γλίστρησε στην τσάντα. Ανατρίχιασα.  Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, τέντωσα το ύφασμα του φουστανιού και κορδώθηκα σαν να έχω πάθει ξαφνικά λόρδωση.

Βγήκα από την πόρτα της τουαλέτας παίζοντας με τα χέρια και το τσαντάκι. Αυτό μου δημιουργούσε την ψευδαίσθηση ότι κάλυπτα τις ατέλειες του ενήλικου κορμιού μου. Όχι, για την ακρίβεια τις ατέλειες του ώριμου κορμιού μου.

Τρύπωσα στον καναπέ δίπλα στον Αντώνη και ρούφηξα μια γερή γουλιά από το ποτό μου. Ήθελα να κρυφτώ μέσα στη ζάλη μου.

«Πήγαινε να χορέψεις και δώσε μου τα εσώρουχά σου» είπε.
«Τα … τα έχω στην τσάντα μου» τραύλισα.
«Εσύ θα χορεύεις και εγώ θα έχω τα εσώρουχα στην τσέπη μου» συνέχισε με τη σταθερή φωνή του.

Ήταν ό,τι πιο ερεθιστικό είχα ακούσει. Πρέπει να ήπια το ποτό μου σχεδόν μονορούφι. Ε και; Ήταν αυτές οι αναστολές που μου έκαναν με το ζόρι «παρέα» κι ας είχα ορκιστεί ότι θα τις ξεφορτωθώ. Υποθέτω ορισμένες φορές ότι υπάρχουν, ίσα για να μας καταστρέφουν τις στιγμές μας, με το έτσι θέλω.

Χόρευα, μη μπορώντας να κρυφτώ μέσα στην τάχα δήθεν ξαφνική μου λόρδωση, ούτε στα ταχυδακτυλουργικά που έκανα με το τσαντάκι. Βρήκα «κρυψώνα» όμως στις γρήγορες στροφές. Βοηθούσε και η μουσική σε αυτό.

Ο Αντώνης απολάμβανε το θέαμα. Ένα θέαμα που ήταν μόνο για εκείνον. Ξέραμε και οι δύο μας τι επρόκειτο να συμβεί λίγο αργότερα. Αυτό το «λίγο αργότερα», το άγγιγμα και το φιλί που δεν μου έδινε, με έφερναν σε κατάσταση ζάλης. Υπήρχε μόνο η ανείπωτη υπόσχεση του «λίγο αργότερα». Έπιανα τον εαυτό μου να θέλει να ουρλιάξει. «Τώρα σε θέλω, τώρα».  Ο ίδιος όμως με βασάνιζε μέσα σε ένα πρωτόγνωρο παιχνίδι ερωτικού καλέσματος. Μέσα στην παραζάλη μου ζήτησα λίγο νερό. Μου το έδωσε.

Έκανα να καθίσω. Με άρπαξε από το χέρι και σηκώθηκε επάνω. Κρατώντας με σφιχτά, κατευθυνθήκαμε προς τις τουαλέτες. Δεν καταλάβαινα και πολλά πράγματα, ούτε μπορούσα να ακούσω τον δυνατό χτύπο της καρδιάς μου. Πρόλαβα μόνο να δω τη ματιά του· σκοτεινή, άγρια. Με έσπρωξε μέσα και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Άκουσα τον ήχο της κλειδαριάς. Κλακ. Την αγκράφα της ζώνης που λυνόταν και τον ήχο του φερμουάρ καθώς άνοιγε. Με πήρε στα όρθια, κλείνοντας με την παλάμη του το στόμα μου. Ζούσα το ζωώδες μου ένστικτο ελεύθερη · η αίσθηση του κινδύνου έκανε την αδρεναλίνη να τρέχει και χώρος για ντροπές και αναστολές δεν υπήρχε. Μόνο η φύση μας υπήρχε και το ένστικτο των ζώων για το λυσσαλέο ζευγάρωμα.

Γυρίσαμε στο τραπέζι. Ένοιωθα τα γόνατά μου να τρέμουν και μαζί με αυτά έτρεμε όλο το κορμί σαν να γίνεται εσωτερικός σεισμός. Με κράταγε ανάλαφρα αγκαλιά και γέλαγε. Ήταν κι ο ίδιος ζαλισμένος. Η ένταση, το ποτό, το καινούργιο.  Κουρνιάσαμε για λίγο στον καναπέ, μέχρι που ο ήχος της μουσικής έγινε έντονος και ενοχλητικός. Είχαμε καταλαγιάσει για λίγο την ορμή μας.

Φύγαμε περασμένα μεσάνυχτα. Ο παγωμένος αέρας ήταν λυτρωτικός. Περπατήσαμε με τα πόδια μέχρι να βρούμε ταξί. Μία παρέα Αλγερινών μας πλησίασε.

«Συνέχισε να περπατάς χωρίς να σε πιάσει πανικός» είπε.

Με κράταγε αγκαλιά και το βήμα του ήταν σταθερό. Μιλούσε μαζί τους και η ένταση της φωνής του ήταν σίγουρη, αυστηρή και απόλυτη. Δεν καταλάβαινα τι έλεγαν ούτε τι γινόταν, μέχρι που είδα το μαχαίρι να ακουμπάει το μπράτσο του. Μου κόπηκε η ανάσα, με έσφιξε παραπάνω. Δεν αντέδρασα. Ξαφνικά τα πάντα έμοιαζαν απόκοσμα. Συνεχίσαμε να περπατάμε παρέα με τους Αλγερινούς. Είχαν σχηματίσει πίσω μας ένα ημικύκλιο. Το τσαντάκι μου το είχα φορέσει μέσα από το παλτό και δεν φαινόταν. Ευτυχώς. Συνειδητοποίησα ότι ήμουν ακόμα γυμνή. Ήταν η ριπή του αέρα που μου το θύμισε. Δηλαδή τώρα μπορούσε να συμβεί τι; Δεν ήθελα καν να το σκεφτώ. Τρόμος. Πως είναι δυνατόν να είναι τόσο ψύχραιμος; Βοηθούσαν ίσως τα φώτα της πόλης, η λεωφόρος, ο κόσμος που ακόμα ήταν διάχυτος στους δρόμους. Ξημερώματα Σαββάτου το Παρίσι δεν κοιμάται. Ένα ταξί φρενάρισε με ορμή μπροστά μας. Ο Αντώνης έσπρωξε απότομα τον τύπο με το μαχαίρι άνοιξε την πόρτα και με πέταξε μέσα σαν να ήμουν σακί. Έσκασα με το πρόσωπο πάνω στο κάθισμα και όπως ήμουν σχεδόν μπρούμυτα ξεκινήσαμε με ταχύτητα. Κουτρουβάλησα αλλά κανείς μας δεν νοιάστηκε.  Έμαθα αργότερα ότι οδηγός είχε δει τι γινόταν. Μιλούσαν μεταξύ τους χωρίς να μπορώ να καταλάβω τι λένε οι λέξεις. Την ένταση καταλάβαινα από τον ήχο της φωνής και τις εκφράσεις του προσώπου.

Πήγα να τον ρωτήσω, «μην ασχολείσαι άλλο με το θέμα, είναι συνηθισμένο αυτό εδώ, πες ότι δεν έγινε» είπε ο Αντώνης.

Ο τρόμος είχε ζωγραφιστεί στο βλέμμα μου.

«Δεν μπορώ» είπα.
«Είμαι εκπαιδευμένος» απάντησε ήρεμα, σχεδόν σαν να μιλάει σε παιδί.
«Εκπαιδευμένος σε τι;» ρώτησα ξαφνιασμένη.
«Να αντιμετωπίζω καταστάσεις πανικού» συνέχισε ο Αντώνης.
«Δηλαδή;»
«Από την δουλειά μου, σε παρακαλώ μην ασχολείσαι» είπε, βγάζοντας τα γάντια του και κάνοντας μια συγκεκριμένη γκριμάτσα που έμοιαζε με ευγενικό χαμόγελο, μόνο που δεύτερη κουβέντα δεν σήκωνε.

Εκείνη τη στιγμή, συνειδητοποίησα ότι ήξερα στο περίπου τι δουλειά έκανε. Οικονομολόγος. Τι δουλειά είχε ένας οικονομολόγος με όλα αυτά; Εκπαιδεύονται οι οικονομολόγοι σε καταστάσεις πανικού και επιθέσεις; Ο Αντώνης, ήταν αυτό που ήξερα ή μήπως τελικά δεν ήταν; Που είχα μπλέξει ακριβώς;

Φτάσαμε στο ξενοδοχείο. Αποκαμωμένη από την ημέρα και την εναλλαγή των συναισθημάτων, το μόνο που ήθελα ήταν να βρω καταφύγιο στο ζεστό νερό και στο σαπούνι. Άφησα το σώμα μου να βυθιστεί  στη βολική μπανιέρα και μέσα στη σαπουνάδα και τους υδρατμούς «μίλησα» με τα ερωτηματικά και τις ανασφάλειές μου.

Δεν ήξερα σε τι ακριβώς ήταν εκπαιδευμένος. Χρειαζόμουν χρόνο για να μάθω για τη ζωή του και χρόνο για να μοιραστώ τη δική μου. Δεν γνώριζα όμως αν τον είχαμε, ούτε τα σχέδια που έκανε η ζωή για εμάς. Αυτό που καταλάβαινα  ήταν, ότι μέσα στο διήμερο, δεν υπήρχε χώρος για σκιές και ανούσιες φοβίες. Ήμουν πολύ μεγάλη πια για να παίζω κρυφτό με τον εαυτό μου και να παριστάνω την παρθενοπιπίτσα. Αν μου άρεσε.  Ή θα βούταγα ολόκληρη στο κάλεσμα της ζωής ή ας καθόμουν στα βαρετά αυγά μου. Για το μέχρι τώρα μου, ζούσα την πιο όμορφη ιστορία της ζωής μου. Αργότερα κατάλαβα πως ο Αντώνης μου χάρισε ολόκληρο το Παρίσι μέσα σε δύο νύχτες. Το δώρο αυτό δεν θα μπορούσε κανείς να μου το πάρει, ούτε καν ο ίδιος. Ένα κομμάτι της καρδιάς μου θα έμενε για πάντα εκεί, γιατί εκεί ήταν η θέση του. Ίσως ήταν το ευχαριστώ μου. Ίσως πάλι, να είμαστε έτσι φτιαγμένοι οι άνθρωποι. Να αφήνουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας σαν σφραγίδα της σημαντικότητας της στιγμής μας. Ποιος ξέρει;

Τυλίχτηκα στο μπουρνούζι και βγήκα καθαρή και καινούργια. Με περίμενε χαμογελαστός. Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι και πιάσαμε το νήμα από εκεί που το είχαμε αφήσει στο μπαρ. Η νύχτα συνεχιζόταν και η δικιά μας ιστορία μόλις ξεκινούσε.

 

 

(συνεχίζεται)

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here