Είχα γυρίσει στην Αθήνα μετά από ένα θεότρελο Σαββατοκύριακο.  Ήρεμη πια, στην ησυχία του σπιτιού μου, άκουγα μουσική.  Είχα φτιάξει ένα πλατό με τυριά και φρούτα και είχα ανοίξει ένα μπουκάλι λευκό κρασί.  Μου άρεσε να με κακομαθαίνω. Ξάπλωσα στον καναπέ και άφησα το μυαλό να στριφογυρίσει στα πρόσφατα γεγονότα.

Όταν ξημέρωσε η επόμενη ημέρα, αρνήθηκα να γυρίσουμε στο σπίτι του Αντώνη. Η παραμονή μας στο ξενοδοχείο, με έκανε να αισθάνομαι ότι ξεφεύγω από τα όρια του εαυτού μου. Ο Αντώνης το κατάλαβε. Χωρίς να χρειάζεται να του εξηγήσω, πήρε την κατάσταση στα χέρια του και προσπάθησε να με μυήσει σε έναν άλλο κόσμο. Στην κρυφή, ανεξερεύνητη αλλά και άγνωστη ερωτική πλευρά του εαυτού μου και στις μυστικές πόρτες του Παρισιού.

Υπάρχουν ορισμένες σχέσεις, που είναι επικίνδυνες. Αφήνουν ανεξίτηλο το στίγμα τους στο μυαλό, στην ψυχή αλλά και στο κορμί. Σε ξεκουνάνε από τη σιγουριά  και τη βολή της στημένης σε πλαίσια ζωής σου.  Ο Αντώνης και η σχέση μαζί του, με οδηγούσαν σε αυτή ακριβώς τη διαδρομή.

Θυμήθηκα την πρώτη φορά που ξεπόρτισα από το σπίτι. Ήμουν λίγο μετά τα δεκαοκτώ. Η μητέρα, από την μία χαιρόταν που θα έφευγα εκδρομή και θα έβγαινα από το τσόφλι της προστατευμένης μου ζωής. Αυτό το συναίσθημα, ήταν μάλλον της γυναίκας. Το άλλο, της μητέρας, ζούσε τον πανικό του. Ειδικά την ώρα που ετοίμαζα τη βαλίτσα μου και δεν ήξερα ποια κολόνια να πάρω μαζί μου. Ποια ήταν η πιο αισθησιακή; Αφού ίδρωσε αρκετές φορές μέχρι να μου μιλήσει για την «πρώτη νύχτα», θυμάμαι ότι κράτησα τα χέρια της, λέγοντάς της ότι είχα μια μεγάλη επιθυμία. «Να ζήσω τη ζωή μου στο έπακρο. Όταν θα φτάσω στο τέλος, να μην έχω ζήσει μια ευθεία γραμμή, να έχω ζήσει τόσο έντονα,  που η ζωή μου όλη να μοιάζει με καρδιογράφημα». Έφταιγαν ίσως τα παραμύθια και ο έρωτας που βιαζόμουν να ζήσω και να νοιώσω. Με ένοιωσε, κούνησε το κεφάλι της και μου είχε πει, «θα κλάψεις πολύ» και είχε δίκιο · δίκιο όμως είχα κι εγώ όταν της απάντησα «ναι, αλλά μετά, θα ευχαριστηθώ περισσότερο».

Τώρα λοιπόν ήθελα να τηρήσω τον όρκο απέναντι στον εαυτό μου. Να ευχαριστηθώ και ας έκλαιγα μετά. Το κλάμα καθαρίζει την ψυχή.  Έκλεισα τα μάτια και γύρισα πίσω, στο Παρίσι, νοερά.

Ο Αντώνης, δεν με ενημέρωνε γι’ αυτά που είχε αποφασίσει. Ειδικά όταν ήξερε ότι ο φόβος θα με κατέκλυζε και το μόνο που θα ήθελα θα ήταν να το βάλω στα πόδια.

«Θα λείψω για λίγο» είπε και με άφησε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Τον ακολούθησα κι εγώ, έχοντας στο μυαλό μου τις βιτρίνες του Champs-Élysées. Πόσο την ευχαριστήθηκα αυτή τη βόλτα! Ήμουν στο Παρίσι και ήμουν ευτυχισμένη. Σταμάτησα μπροστά στην βιτρίνα του Armani. Ένοιωσα ένα μικρό τσίμπημα ζήλιας. Τι να λέμε τώρα; Όλα τα ήθελα.  Ίσως κάποτε σκέφτηκα και χαμογέλασα. Ανασήκωσα τους ώμους και συνέχισα τη βόλτα μου.

Χτύπησε το κινητό μου. Ήταν ο Αντώνης. «Σε περιμένω στο γνωστό εστιατόριο» μου είπε. Έφτασα λίγο αργότερα με τα μάγουλα αναψοκοκκινισμένα.
«Τι έπαθες;» με ρώτησε.
«Τι να πάθω; Ο Armani και οι φίλοι του με ξελόγιασαν» απάντησα.
«Σου αρέσουν οι … φίλοι;» είπε με κάποιο υπονοούμενο στη φωνή, που εκείνη την στιγμή δεν το κατάλαβα. Ξεφύλλιζα τον κατάλογο και η αλήθεια ήταν, ότι η βόλτα μου είχε ανοίξει την όρεξη. Παραγγείλαμε από ένα φιλέτο. Ο Αντώνης ζητούσε πάντα να μην έχει πιπέρι και να είναι μισοψημένο. Εγώ πάλι αυτό το χωρίς πιπέρι ποτέ δεν το κατάλαβα. Έπαιζα με μια τούφα από τα μαλλιά μου και χαμογελούσα όσο εκείνος έδινε την παραγγελία.

«Αυτό, είναι ένα δώρο για εσένα» είπε και συνέχισε «μόνο που δεν θα το ανοίξεις εδώ».
«Τι είναι;» είπα γεμάτη ενθουσιασμό. Με κοίταξε και χαμογέλασε .
«Θα το δεις μετά» είπε και άπλωσε την πετσέτα στα πόδια του.

Φάγαμε αρκετά καλά.
«Θα πρέπει να έχεις δυνάμεις για το βράδυ» είπε και τον κοίταξα με απορία.
«Το βράδυ έχει μόνο ποτό» συνέχισε «και σε θέλω σε φόρμα». Δεν καταλάβαινα αλλά δεν ρώτησα και περισσότερα. Έτσι κι αλλιώς δεν θα μου έλεγε. Το ύφος του πλέον το ήξερα πολύ καλά. Τα μάτια μου, ήταν κολλημένα στην μαύρη σκληρή σακούλα. Προσπαθούσα, έστω στα κρυφά, να καταλάβω τι κρύβει μέσα της.

«Μην κλέβεις» είπε ο Αντώνης, «άσε που δεν θα καταλάβεις».
«Δώσε μου ένα στοιχείο» τον παρακάλεσα. Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. Πήρα το φλιτζάνι με τον καφέ, το έβαλα στο στόμα μου και τον κοίταζα στα μάτια λες και θα τον μαγνήτιζα. Έβαλε τα γέλια.

«Είναι κάτι που θα φορέσεις το βράδυ» είπε. Ενθουσιάστηκα. Η συσκευασία ήταν μεσαίου μεγέθους  για να μπορέσω να υποθέσω οτιδήποτε. Το προσπάθησα όμως.
«Εσώρουχα» είπα με έναν άτακτο τόνο στη φωνή.
«Δεν θα το βρεις» μου απάντησε και ένοιωσα σαν κακομαθημένο παλιόπαιδο που δεν του δίνουν το παιχνίδι του.

Γυρίσαμε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου με την χρυσή μπανιέρα.  Πολύ μου άρεσε αυτό το παιχνίδι. Να μπαίνω μέσα, να παίζω με τους αφρούς και ο Αντώνης ξαπλωμένος στο κρεβάτι να δουλεύει με το tablet και να μιλάει στο τηλέφωνο. Τον άκουγα να μιλάει γαλλικά με την ελληνική προφορά του και η sexy του φωνή με αναστάτωνε γλυκά.

Το δώρο μου, δεν με είχε αφήσει ακόμα να το ανοίξω. Αυτό, έκανε την φαντασία μου να οργιάζει από σκέψεις και υποθέσεις. Τι ζούσα αλήθεια;  Ήταν αλήθεια η  παραμύθι, ήταν έρωτας ή χίμαιρα;

Ντύθηκα. Το χρώμα μου ήταν το μαύρο. Άνοιξα την ντουλάπα και έβγαλα το αγαπημένο μου φουστάνι. Στενό, μέχρι λίγο πάνω από το γόνατο, με λεπτά τιραντάκια που κατέληγαν σε ένα χι, αφήνοντας την πλάτη ακάλυπτη. Φίνο, λιτό και τόσο όσο, για να μπορείς να παίξεις ό,τι ρόλο ήθελες.

Ο Αντώνης είχε ανοίξει τη σκληρή σακούλα και κρατούσε ένα μαύρο κουτί στα χέρια του. Ήρθε κοντά μου και μου φόρεσε ένα μαύρο σουέτ βραχιόλι στο αριστερό χέρι. Το περιεργάστηκα με το στόμα μισάνοιχτο. Από την κάτω πλευρά έδενε με δύο μικρά λουριά με ασημένια τρουκς. Στην πάνω πλευρά κρεμόταν ένας όμορφος ασημένιος βαρύς κρίκος. Ήταν τόσο απλό και τόσο εντυπωσιακό που το μόνο που βρήκα να πω ήταν «ουάου».

«Να φορέσεις και το περιλαίμιο σε παρακαλώ» μου ζήτησε και χατίρι δεν του χάλασα. Μέσα από το κουτί, τον είδα να βγάζει και κάτι άλλο, μόνο που το έκρυψε στην τσέπη του και φέρνοντας το δάχτυλο στο στόμα, μου έκανε νόημα να σωπάσω.

Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και αυτή τη φορά περάσαμε στην απέναντι όχθη του Σηκουάνα. Καταλάβαινα ότι δεν είχε σκοπό να μου πει τίποτα.  Είχαμε βάλει μουσική και τον έβλεπα να προσπαθεί να μείνει απόμακρος. Ήθελα να τον ρωτήσω αν είχε κάτι, αλλά αυτή η μόνιμη γυναικεία ανασφάλεια, μας κάνει κουραστικές κι έτσι προτίμησα να σιγοψιθυρίζω το hit της εποχής.

Βρεθήκαμε σε άλλο ένα πολύ ωραίο club με αυστηρή πόρτα. Εδώ δώσαμε ταυτότητες. Αυτό δεν το είχα ξανασυναντήσει. Παλτό, βεστιάριο, τακούνια, σκάλες, «πρόσεχε μην ξαναπέσεις», γέλια, φωνές, τραγούδια. Πήγαμε κατευθείαν στον μπαρ. Η μουσική έπαιζε δυνατά. Κοίταζα γύρω μου μαγεμένη ξανά. Ωραίοι άντρες, ωραίες γυναίκες. Κοστούμια ακριβά, μανικετόκουμπα, βραδινά φουστάνια μακριά, κοντά, γυμνά, καλτσοδέτες και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα να μου δημιουργεί μια ευφορία και έναν κρυφό φόβο. Στο μπαρ δίπλα μου καθόταν μια όμορφη κοπέλα μόνη της. Δεν την έβλεπα όμως ούτε ανήσυχη, ούτε θλιμμένη. Έπινε το ποτό της με την ησυχία της και κοίταζε τον υπόλοιπο κόσμο με ύφος αδιάφορο. Μου είχε κάνει εντύπωση το πόσο ήρεμη έδειχνε και το απέριττο γυμνό φουστάνι της. Μαύρο, μακρύ, με ένα τεράστιο άνοιγμα στην πλάτη που σχεδόν έφτανε στο εσώρουχο αλλά και ένα αντίστοιχο ντεκολτέ. Είχε τραβήξει το φουστάνι της τόσο όσο να φαίνεται η άκρη της ζαρτιέρας της. Κομψή, χωρίς να αποπνέει τίποτα πρόστυχο. Κοίταζα εντυπωσιασμένη και ίσως και μαγεμένη. Μια παρουσία που θύμιζε περισσότερο οπτασία μέσα σε όλο αυτό τον καπνό των τσιγάρων και του χαμηλού φωτισμού.

Με τον Αντώνη είχαμε καθίσει σε ένα τραπέζι με δερμάτινους καναπέδες. Τριγύρω μας ήταν πολλά ζευγάρια. Το ντύσιμο όμως των γυναικών είχε μια πρόκληση που δεν εντυπωσίαζε. Ταίριαζε με το περιβάλλον. Οι γαλλίδες, είναι τόσο αδύνατες και ταυτοχρόνως έχουν τόσο στυλ, που είναι δύσκολο να εκχυδαΐσουν την εικόνα τους.  Τίποτα περιττό δεν θα βρεις επάνω τους.

Πίναμε ουίσκι. Στην πόρτα κοντοστάθηκε ένα ζευγάρι. Ο άντρας κρατούσε στο ένα του χέρι ένα μπουκάλι σαμπάνια και στο άλλο το ποτήρι του. Η γυναίκα, μικροκαμωμένη και ημίγυμνη κρατούσε ένα τσαντάκι και το δικό της ποτήρι. Έψαξαν με τα μάτια τους στο χώρο να βρουν κάπου να καθίσουν, μόνο που το μπαρ είχε γεμίσει ήδη.

«Θα σε πείραζε να τους πούμε να καθίσουν μαζί μας;» με ρώτησε ο Αντώνης και με ξάφνιασε.
«Όχι, … φυσικά .., βέβαια … ναι» είπα τραυλίζοντας και μην καταλαβαίνοντας αυτή την ευγένεια του Αντώνη.

Μας ευχαρίστησαν και ήρθαν στην παρέα μας. Το κορίτσι δεν μιλούσε τίποτα άλλο πέρα από τη μητρική της γλώσσα. Γαλλικά. Ωραία παρέα θα κάναμε. Τι θα λέγαμε; Ο άντρας, με το μπουκάλι στο χέρι ήρθε και έκατσε δίπλα μου. Μαζεύτηκα. Εδώ κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Αντώνης γέλασε και μίλησε με την κοπέλα χωρίς να μπει στον κόπο να μου μεταφράσει. Κοίταξα τον άντρα δίπλα μου. Συμπαθής και μεθυσμένος. Κράταγε την σαμπάνια και γέμιζε το ποτήρι του και τα μάτια του ήταν υγρά. Διακριτικά κινήθηκα ελαφρώς πιο κοντά στον Αντώνη. Δεν τον είδα να ταράζεται, αντιθέτως είχε πιάσει κουβεντούλα με την κοπέλα και τα έλεγαν μια χαρά.
«What’s your name?» με ρώτησε ο άντρας δίπλα μου. Ευτυχώς μιλούσε αγγλικά. Του απάντησα και συνέχισε συστήνοντας  μου τον εαυτό του. Δίπλα μου λοιπόν, καθόταν ο μεθυσμένος Ανρί, στέλεχος γνωστής τράπεζας.  Μου σύστησε και την κοπέλα του αλλά δεν συγκράτησα το όνομα. Πριν προλάβω να καταλάβω τι γίνεται, τράβηξε μια γερή γουλιά από το ποτό του και έπεσε πάνω μου κλαίγοντας. Με έπιασε από τον λαιμό και άφησε τα αναφιλητά του να τραντάξουν το στήθος του.
«Γιατί της αρέσουν οι γυναίκες; Τι έχετε εσείς που δεν το έχω εγώ;» έλεγε ο Ανρί.
Κοίταξα τον Αντώνη με απορία. «Τι λέει;» τον ρώτησα. Άρχισα να αναρωτιέμαι αν καταλαβαίνω καλά. Αν η γαλλική προφορά του Ανρί με μπέρδευε και τέλος πάντων γιατί έκλαιγε επάνω μου;

«Είναι μεθυσμένος» είπε ο Αντώνης «αλλά ναι, στην κοπέλα του αρέσουν οι γυναίκες» συνέχισε.

Το κεφάλι μου άρχισε να γυρίζει γύρω-γύρω. Περιεργάστηκα το χώρο και οι υποψίες, με έζωσαν σαν φίδια.

«Μην τρομάζεις βγες από εκείνη την πόρτα και έρχομαι» είπε ο Αντώνης και χωρίς να μπω στον κόπο να χαιρετήσω εξαφανίστηκα. Νόμιζα.

Πέρασα την πόρτα που μου είχε υποδείξει και βρέθηκα σε έναν μισοσκότεινο χώρο με μια περίεργη μυρωδιά. Μου θύμιζε μέντα και πάταγα πάνω σε κάτι που δεν καταλάβαινα. Τι ήταν αυτά που πάταγα και υπήρχαν διάσπαρτα σε όλο το πάτωμα; Έμεινα ακίνητη προσπαθώντας να συνηθίσω το χαμηλό φωτισμό. Άκουγα βογκητά; Όχι δεν μπορεί κι αυτά τα άσπρα τι ήταν; Κινήθηκα στο χώρο. Άκουγα φωνές. Σαν υπνωτισμένη προχώρησα από εκεί που ερχόταν οι ήχοι. Θυμάμαι ότι κοίταγα το πάτωμα. Στα αριστερά  μου είδα ένα ζευγάρι αντρικές κάλτσες σε γυμνά πόδια. Γύρισα απότομα και αντίκρισα ένα ζευγάρι να κάνει σεξ. Απέναντι ένας καθρέφτης και μια μεγάλη μπάρα από αυτή που έχουν στις σχολές μπαλέτου. Πιάστηκα από την μπάρα και άρχισα να κάνω βήματα προς τα πίσω. Αργά αλλά σταθερά μέχρι που ακούμπησα κάπου και τινάχτηκα. Ήταν ο Αντώνης.

«Τι είναι εδώ;» είπα χαμηλόφωνα με φωνή γεμάτη απόγνωση.
«Privé Club» απάντησε ο Αντώνης με μια φυσικότητα.
«Πάμε να φύγουμε τώρα» είπα «και τι είναι αυτά που πατάω και γλιστράω;» ρώτησα.
«Προφυλακτικά εννοείται» μου απάντησε.
Έμεινα μουγκή, πιασμένη από την μπάρα του μπαλέτου με τα δυο χέρια και την πλάτη ακουμπισμένη πίσω. Ήμουν σαν ζώο έτοιμο να εκτιναχθεί με άλμα στον αέρα.  Η ανάσα μου άρχισε να γίνεται κοφτή. Κοίταγα προς όλες τις κατευθύνσεις και έβλεπα γυμνά κορμιά να περιφέρονται, να συνουσιάζονται και να απολαμβάνουν έναν κόσμο άγνωστο σε εμένα. Ένας τεράστιος φόβος ήρθε και με τύλιξε. «Αν … αν κάποιος με πλησίαζε; Τι θα έκανα; Τι θα έλεγα;»

Αισθάνθηκα τους πρώτους κόμπου ιδρώτα να εμφανίζονται στο πρόσωπό μου. Το περιλαίμιο, μου έσφιγγε ξαφνικά το λαιμό. Δεν ήθελα να βρίσκομαι εκεί που βρισκόμουν. Δεν ήθελα να πηδηχτώ με κάποιον άσχετο. Δεν ήταν αυτή η φαντασίωσή μου. Αγωνία, αυτό θυμάμαι. Τράβηξα το περιλαίμιο για να μπορώ να αναπνεύσω, άρχισα να τρέχω και έσπρωξα με τις παλάμες μου κάποιον που βρέθηκε στο δρόμο μου. Μπήκα στην τουαλέτα κι έκανα εμετό. Έριξα νερό στο πρόσωπό μου και βγήκα έξω κυνηγημένη από την μυρωδιά της μέντας.

Πήγα στο τραπέζι.

«Καλώς την όμορφη Ελληνίδα» φώναξε ο Ανρί. Τώρα ήταν η δικιά μου σειρά να κλαίω. Μου γέμισε το ποτήρι  μέχρι επάνω με ουίσκι και έκλεισε το μάτι του με νόημα. Ο Αντώνης εμφανίστηκε μετά από λίγο και με βρήκε να τρέμω στην αγκαλιά του Ανρί. Ο κοπέλα του Ανρί και ο Αντώνης γελούσαν μαζί μας.  Αυτό που θυμάμαι είναι ότι ο Ανρί κι εγώ είχαμε μεθύσει για τα καλά. Παρ’ όλο το μεθύσι μας όμως, το παράπονό δεν το ξεχάσαμε.

Η κοπέλα του Ανρί ήθελα να πηγαίνουν σε αυτά τα club και να κάνουν τρίγωνα με άλλες γυναίκες. Ο Αντώνης πάλι, απ’ ότι έμαθα δεν είχε ιδιαίτερες προτιμήσεις. Γυναίκες ή άντρες δεν τον ενδιέφερε. Το μόνο που ήθελε ήταν να μοιραζόταν με την σύντροφό του νέες εμπειρίες.

Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο έντονα εκνευρισμένοι και οι δύο.

«Το κακό μαζί σου είναι ότι δεν με εμπιστεύεσαι» είπε με ύφος πολύ έντονο καθώς πέταγε την γραβάτα του στην καρέκλα.

Εκείνο το βράδυ ξαναμπήκα στην χρυσή μπανιέρα και τριβόμουν σαν να ήθελα να αλλάξω δέρμα.

«Δεν ξέρω τι με έχει πειράξει πάνω απ’ όλα» είπα, «το γεγονός ότι δεν με προειδοποίησες, ότι δεν με ρώτησες ή ότι με έβαλες σε ένα παιχνίδι που δεν ήταν δικό μου».
«Δεν ξέρεις αν θα σου άρεσε αφού δεν το δοκίμασες» απάντησε ενοχλημένος. «Γιατί δεν με άφησες να σου δείξω και έναν άλλο τρόπο ζωής; Τι φοβήθηκες; Αφού ήμουν εγώ εκεί».

Τον κοίταξα καθώς τύλιγα το μπουρνούζι γύρω μου. Το μόνο που ήθελα ήταν να του αστράψω δύο χαστούκια. Δεν ξέρω αν αυτά τα παιχνίδια παίζονται έτσι. Ούτε με ενδιέφερε ποιος κάνει και τι. Ήξερα μόνο ότι είχα πανικοβληθεί και αυτό δεν μπορούσα να του το συγχωρήσω.

«Δηλαδή θέλεις να μου πεις ότι το βρίσκεις πολύ φυσιολογικό να βλέπεις την σύντροφό σου να πηδιέται με κάποιον ή κάποιους άλλους;» τον ρώτησα εξαγριωμένη.

Ο Αντώνης είχε παραγγείλει ένα ακόμα μπουκάλι ουίσκι να μας φέρουν στο δωμάτιο.

«Αφού δεν καταφέραμε να το ευχαριστηθούμε εκεί, ας το ευχαριστηθούμε εδώ» είπε, ενώ εγώ ακόμα έβραζα.

«Απάντησέ μου σε παρακαλώ» είπα έντονα.
Γέμισε τα ποτήρια με πάγο και ουίσκι και είπε, «ανάμεσα σε ένα ζευγάρι δεν μπορεί να μπει κανένας τρίτος».
«Και αυτοί που ήθελες να μου κουβαλήσεις τι ήταν;» ρώτησα εξοργισμένη.
«Ανθρώπινοι δονητές» είπε ψυχρά, χωρίς ίχνος συναισθήματος στη φωνή του. «Δεν έχουν όνομα, δεν έχουν αύριο, δεν υπάρχει συναίσθημα, είναι εκεί μόνο στιγμιαία για να σου προσφέρουν και να τους προσφέρεις χαρά. Κατάλαβες;»

Όχι δεν είχα καταλάβει και δεν ήμουν καθόλου σίγουρη ότι ήθελα να καταλάβω.

Μια απορία είχα. «Τώρα τι κάνουμε;»

(συνεχίζεται)
 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here