«Εκεί θα καθίσεις το υπόλοιπο βράδυ;» με ρώτησε ο Αντώνης με ένα μειδίαμα να διαγράφεται στα χείλη του. Τινάχτηκα κατά πάνω σαν ελατήριο

«Άσε με να πάρω μια ανάσα»

«Υπάρχει και πολυθρόνα στο δωμάτιο» είπε εύθυμα διασκεδάζοντας με την αμηχανία μου.

Πήρε το παλτό από τα χέρια  μου και με φωνή ήρεμη με ρώτησε με για το ταξίδι όσο εγώ παρατηρούσα το δωμάτιο.  Ήξερε τι έκανε. Μου έδινε χρόνο να χαλαρώσω. Το βλέμμα μου καρφώθηκε στη μπαλκονόπορτα με τις τραβηγμένες κουρτίνες. Άνοιξα το παράθυρο και μαγνητισμένη χάζευα τις στέγες του Παρισιού ρουφώντας όσο περισσότερο αέρα μπορούσα.  Όλα είχαν γίνει ένας πίνακας ζωγραφικής κι εγώ, ήμουν η φιγούρα που στεκόταν στο μπαλκόνι.

Από το βάθος ακούστηκε ο Ewan McGregor να τραγουδάει το Your Song. Ο Αντώνης δεν το ήξερε και δεν του το είπα ποτέ. Ήταν το τραγούδι που του έμελλε να χαρακτηρίσει την συγκεκριμένη εποχή. Τα βράδια που ονειρευόμουν αυτό που θα μου συνέβαινε, αυτό που ερχόταν.

«Να βάλω ένα ουίσκι;» ρώτησε.

Άκουσα τον χαρακτηριστικό ήχο που κάνει ο πάγος όταν πέφτει στο ποτήρι, χωρίς καν να περιμένει νεύμα του κεφαλιού μου. Το ποτό, η μουσική, το Παρίσι και η ζωή μου  που είχε κοπεί στα δύο. Στο πριν και στο τώρα. Αύριο δεν υπήρχε, μόνο τώρα και για πρώτη φορά αυτό το «τώρα» έγινε σημαντικό και θέλησα να το ζήσω πραγματικά και ολόκληρο.

«Anyway, the thing is, what I really mean
It’s yours are the sweetest eyes I’ve ever seen» τραγουδούσε ο McGregor στην Nicole Kidman.

Κοίταξα τον Αντώνη. Όχι, σε καμία περίπτωση δεν είχε τα πιο γλυκά μάτια που είχα δει. Δύο πύρινες φωτιές ήταν, που ερχόταν κατά πάνω μου με φόρα. Θα με έκαιγε και η προσμονή αυτή, έκανε το ενήλικο παιχνίδι μας πιο απολαυστικό.

Όλα ήταν στα χέρια του. Ήταν το αρσενικό που με εξουσίαζε και το ήξερε. Δεν έκανε καμία κίνηση. Με άφηνε να συνηθίσω την παρουσία του, να ζαλιστώ από τη λαχτάρα του «μετά» και στη συνέχεια πλησίασε. Ήξερε τι έκανε, ήξερα κι εγώ τι έκανε και φτάσαμε στην ώρα που η σιωπή γίνεται πιο σημαντική από τις λέξεις.  Το λυσσασμένο σμίξιμο των κορμιών και τα ξεσκισμένα στο πάτωμα ρούχα, ήταν η φυσική κατάληξη. Η πρωτόγονη πάλη του έρωτα, χωρίς αναστολές και ντροπές. Μία μοίρα άγνωστη που μας καθόριζε και μας καθοδηγούσε. Το σμίξιμο αυτό ήταν σαν να είχε γίνει ξανά και ξανά στο παρελθόν. Σε κάποιο άλλη απροσδιόριστη από τη μνήμη χρονική στιγμή. Σε κάποια άλλη ζωή. Ίσως.

Ιδρωμένος και με κομμένη την ανάσα είπε, «έχεις λιγότερο από μισή ώρα για να ετοιμαστείς»
«Να ετοιμαστώ για πού;»
«Έχω κλείσει τραπέζι, ντύσου».

Σηκώθηκα σαν προγραμματισμένη αμίλητη κούκλα. Το μόνο που ήθελα ήταν να σαπίσω σε εκείνο το κρεβάτι του ξενοδοχείου μαζί του αλλά δεν είπα κουβέντα. Θα ακολουθούσα τους δικούς του κανόνες. Βγήκα από το μπάνιο τυλιγμένη με το αφράτο μπουρνούζι. Η μάχη του βάλε-βγάλε-πέτα μόλις είχε ξεκινήσει και η γυναικεία μου ανασφάλεια με έπνιγε. Αλήθεια τώρα, γιατί στις ταινίες όλα είναι τόσο όμορφα και μαγικά; Γυναίκες ιδανικές και τέλειες, τυλιγμένες μέσα σε ένα πέπλο μυστηρίου. Η δικιά μου μαγεία που είχε πάει; Και πώς να τραβήξω με το eyeliner μια ευθεία γραμμή με χέρια που έτρεμαν;

Η επιβεβαίωση της εικόνας μου, ήρθε με το χαμόγελό του. Με ένα εσωτερικό μακρόσυρτο “ουφ”, κορδωτή και ικανοποιημένη διέσχισα το ξενοδοχείο. Το ταξί μας περίμενε στην είσοδο. Κράτησε την πόρτα για να περάσω και συνεννοήθηκε με τον οδηγό για τη διαδρομή. Δεν κατάλαβα λέξη. Ούτε προσπάθησα να καταλάβω. Νομίζω, πως μέσα σε εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου, συνειδητοποίησα το πόσο όμορφο είναι, ορισμένες φορές, την ευθύνη της ζωής σου να την φέρει κάποιος άλλος. Την ξεγνοιασιά του να μην καταλαβαίνεις τίποτα. Το ορκίζομαι ότι είναι το συναίσθημα της απόλυτης ελευθερίας.

Κοίταγα έξω από το παράθυρο και τα μάτια μου ήταν γεμάτα από εικόνες. Πήραμε τη Boulevard Saint-Michel με κατεύθυνση από Montparnasse προς Λούβρο. Περάσαμε έξω από τους κήπους του Λουξεμβούργου αλλά δεν κατάφερα να δω τίποτα. Διασχίσαμε το Σηκουάνα. Προσπερνώντας το Λούβρο, τον ρώτησα με λαχτάρα «θα έρθουμε εδώ;»

«Φυσικά, στα ογδόντα μας, τώρα έχουμε άλλα να κάνουμε» απάντησε πολύ σοβαρός. Έμεινα δίπλα του σιωπηλή χωρίς να ξέρω αν πρέπει να γελάσω ή όχι. Τα φώτα, η ατμόσφαιρα και η αχλή του παγωμένα αέρα προσδίδουν κάτι μοναδικό στο Παρίσι. Είναι ένα και μοναδικό βάπτισμα που το κουβαλάς μέσα σου για πάντα. Το ερωτεύεσαι θες δεν θες. Το ταξί σταμάτησε και βγήκα στο παγωμένο αέρα αδιαφορώντας για το κρύο. Το σώμα μου φλεγόταν ακόμα.  Περπάτησα προς την είσοδο του εστιατορίου.

«Που πας; Περίμενε» είπε ο Αντώνης
Τον κοίταξα με απορία «τι να περιμένω;» σκέφτηκα και τον ένοιωσα να πλησιάζει από πίσω μου.

Με αργές κινήσεις, έπιασε το κεφάλι μου. Τι έκανε; τι ήταν αυτό που περνούσε στα μαλλιά μου; Τα πάντα σκοτείνιασαν. Έφερα ασυναίσθητα τα χέρια στο πρόσωπο. Μου είχε φορέσει μια ολόκληρη μάσκα από δαντέλα, χωρίς τρύπες στα μάτια. Δεν έβλεπα τίποτα. Άκουγα μόνο ήχους. Η ακοή μου ξαφνικά είχε οξυνθεί. Έκανα να τραβήξω τη μάσκα. Το κεφάλι μου σφυροκόπαγε. Το χέρι του τυλίχτηκε στη μέση μου και με φωνή επιβλητική είπε «έχε μου εμπιστοσύνη». Φωνές εύθυμες, μουσική και τον Αντώνη να μιλάει με κάποιον. Προσπάθησα να καταλάβω αλλά ο φόβος δεν με άφηνε.

Με έσπρωξε προσεκτικά προς το εσωτερικό του χώρου. Μου έβγαλε το παλτό και το άφησε στην γκαρνταρόμπα. Από κάπου άκουγα γέλια και χαρούμενες φωνές.

«Σε παρακαλώ» προσπάθησα να του εξηγήσω με τρομαγμένη φωνή. Με είχε σφίξει επάνω του με λαβή και τα χέρια μου ήταν ακινητοποιημένα.

«Πρόσεχε, κατεβαίνουμε σκάλα» είπε και προσπαθούσα να τον ακολουθήσω κι ας ήταν το βήμα ασταθές.

Θα μπορούσα να βάλω τις φωνές, να του δώσω έστω μια κλωτσιά, να κάνω κάτι για να ξεφύγω από τον κλοιό του. Να το βάλω στα πόδια. Τι θα γινόταν; θα με σκότωνε; Πίσω από το φόβο μου όμως, υπήρχε η αδιόρατη ανάγκη για περιπέτεια. Για το αναπάντεχο. Μπορεί ο φόβος να ήταν και η δικαιολογία. Ο φερετζές του καθωσπρεπισμού μου. Ή πιο απλά το τραβάτε με κι ας κλαίω. Η αδρεναλίνη είχε χτυπήσει κόκκινο.

Ο Αντώνης με κράταγε σφιχτά επάνω του και εγώ αφουγκραζόμουν τους ήχους. Με την μύτη της γόβας, έψαχνα να καταλάβω που ξεκινούσε και που τελείωνε το κάθε σκαλοπάτι. Η μουσική που έφτανε στα αυτιά μου και οι ομιλίες του κόσμου, άρχισαν να με καθησυχάζουν. Το βήμα μου πήγε να γίνει πιο σίγουρο. Αμέσως μετά, στο επόμενο σκαλοπάτι, με ένα εντυπωσιακό στροβίλισμα, παραπάτησα και γκρεμοτσακίστηκα αφήνοντας όσες περισσότερες κραυγές φόβου και ξαφνιάσματος μπορούσα.  Τα μέλη του σώματός μου πήραν διαφορετικές κατευθύνσεις το κάθε ένα και οι γόβες κυλούσαν μόνες τους προς τα κάτω. Άκουσα το γέλιο του κόσμου. Ο Αντώνης με ένα σάλτο ήρθε δίπλα μου, για να μαζέψει και να συναρμολογήσει το ντροπιασμένο μου κορμί. «Πονάς;» με ρώτησε. Κούνησα το κεφάλι μου ψελλίζοντας «όχι, όχι». Μια λέξη μόνο υπήρχε. Εξευτελισμός. Έκανα να βγάλω τη μάσκα, «μην τολμήσεις και μην κουνηθείς» είπε και δεν αντιστάθηκα. Το παιχνίδι της σαγήνης έμοιαζε να έχει τελειώσει. Έπιασε τις γόβες μου και μου τις φόρεσε. «Προχώρα και μην ξαναπέσεις» είπε. Ας μου έλεγε κάποιος, αυτός ο εφιάλτης της σκάλας δεν θα τελείωνε ποτέ;

Κατέβαινα λες και ένοιωθα ότι χάνομαι στα έγκατα της γης. Τον ένοιωσα δίπλα μου να κοντοστέκεται.

«Φτάσαμε, τώρα θα προχωρήσουμε ευθεία» είπε και με έσφιξε λίγο παραπάνω επάνω του. Ακολουθούσα πειθήνια με το κεφάλι σκυμμένο μέχρι που σταματήσαμε και με μια απότομη κίνηση, μου τράβηξε τη μάσκα από τα μάτια.

Προσπάθησα να καταλάβω τι γίνεται. Άκουσα το χαμηλόφωνο γέλιο του. Ανοιγόκλεισα τα μάτια έκπληκτη αντικρίζοντας τα τραπέζια, το υπέροχο βερικοκί στους τοίχους, τα μικροσκοπικά βάζα με το ένα τριαντάφυλλο, τα κρυστάλλινα ποτήρια και τα ασημένια μαχαιροπίρουνα. Την πολυτέλεια της απλότητας. Τους αόρατους σχεδόν σερβιτόρους και τα ποτήρια σαμπάνιας που πέρναγαν από μπροστά μου.

Θυμήθηκα τις φωτογραφίες που μου έστελνε. Διαφορετικές λήψεις, διαφορετικές εικόνες. Όλες από το Παρίσι. Ασπρόμαυρες, έγχρωμες σημασία δεν είχε. Αυτό που ήθελε ήταν να κουβεντιάζουμε γι’ αυτές. Μέσα από τις λέξεις και την κριτική, είχε ξεχωρίσει αυτή που μου άρεσε περισσότερο. Ήταν η φωτογραφία αυτού του εστιατορίου και τη στιγμή εκείνη, βρισκόμουν ακριβώς στο σημείο λήψης της. Θυμήθηκα την ταινία Mary Poppins.  Σαν ένας άλλος Bert, με έπιασε από το χέρι και βουτήξαμε μαζί στην ωραιότερη ζωγραφιά. Αν του το έλεγα, η sexy διάθεση θα πέταγε από το παράθυρο. Ο Αντώνης όμως, έστω και εν αγνοία του, είχε κάνει ακριβώς αυτό.

Με οδήγησε στο τραπέζι και καθίσαμε. Είχε παραγγείλει μικρούς αστακούς και ένα λευκό κρασί. Savoir vivre και comme il faut.  Το θέαμα ήταν αστείο. Με την πένσα και το ειδικό πιρούνι κάναμε μικροχειρουργική στους αστακούς. «Σου αρέσουν;» με ρώτησε. Φυσικά και μου άρεσαν αλλά πώς να το κάνουμε, ο αστακός για να γίνει πιο νόστιμος θέλει την απεραντοσύνη της θάλασσας και ένα μπουκάλι ούζο. Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά και του χάρισα ένα χαμόγελο βάζοντας μια τόση δα μπουκιά από τον αστακό στο στόμα μου. Η δικιά μας η πείνα αποτυπωνόταν στις κινήσεις του σώματος. Στα τυχαία αγγίγματα και στις κάτω από τα βλέφαρα καυτές ματιές.

Πίναμε και γελάγαμε με την πτώση μου από τη σκάλα. Ο Αντώνης απολάμβανε την εξουσία που είχε καταφέρει να έχει επάνω μου κι εγώ ικανοποιούσα την ανάγκη που ένοιωθα «κάποιος να με προσέχει» αλλά και να με εξουσιάζει. Ήθελα να εξουσιαστώ. Για φαντάσου!

 «Θέλεις να φύγουμε;» του ψιθύρισα με νόημα πριν τελειώσουμε το δείπνο μας.

Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τη φράση μου και είχε πεταχτεί από το τραπέζι χαμογελώντας. Πήρε το μπουκάλι με το κρασί και με τράβηξε από το χέρι.

«Πάμε στο μπαρ, πάμε να χορέψουμε, δεν πεινάω καθόλου» είπε.

Ανεβήκαμε τρέχοντας τις σκάλες και τρυπώσαμε στο μπαρ. Καθίσαμε στο πρώτο τραπέζι που βρήκαμε άδειο. Γέμισε τα ποτήρια με κρασί και τα ήπιαμε χασκογελώντας, σχεδόν μονορούφι. Τα σημάδια της πρώτης ζαλάδας είχαν αρχίσει να γίνονται ορατά.

«Θέλω ένα ουίσκι» είπα δυνατά και θέλω να γίνω γάτα σκέφτηκα. Εκείνη τη στιγμή, μέσα στο Παριζιάνικο μπαρ, άφησα τη φύση μου ελεύθερη. Θα ζευγάρωνα με το αρσενικό μου όσο και όπου ήθελα. Χωρίς ντροπές και αναστολές. Χωρίς αύριο. Με την ουρά σηκωμένη για να καλοδεχτώ την απόλαυση. Το «έπρεπε» και το «δεν έπρεπε», τσαλαπατήθηκαν αλύπητα. Επιτέλους είχα γίνει γάτα, έστω λίγο, για το Παρίσι και για την περιπέτεια που μόλις άρχιζε.

(συνεχίζεται …)

2 ΣΧΟΛΙΑ

Γράψτε απάντηση στο Ντινος Ακύρωση απάντησης

Please enter your comment!
Please enter your name here