Μόλις είχα κλείσει το τηλέφωνο. Ήμουν χαρούμενη. Χαρούμενος ήταν και ο Αντώνης. Επιτέλους θα τον έβλεπα. Γέμισα το φλιτζάνι με καφέ και χάζευα έξω από το παράθυρο τα πουλιά που πέταγαν μακριά. Κουλουριάστηκα στον καναπέ σαν γάτα που λιάζεται στον χειμωνιάτικο ήλιο.

Πόσα χρόνια είχαν περάσει; Τα μέτρησα και σαν πολλά μου φάνηκαν. Δεκατρία ολόκληρα χρόνια, από την πρώτη φορά που συνάντησα ξανά τον Αντώνη. Ποιος το φανταζόταν ότι θα περνάγαμε μέσα από τόσες ανατροπές;

Άφησα το μυαλό μου ελεύθερο να κάνεις τις βόλτες του στο μονοπάτι των αναμνήσεων.

Κοίταξα το ρολόι, είχα πολύ χρόνο μπροστά μου και άφησα το μυαλό μου να πετάξει ελεύθερο.

- Διαφήμιση -

Ο πατέρας αρρώστησε και πέθανε πέντε χρόνια μετά από το ταξίδι εκείνο, που είχα ακυρώσει. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα, η ζωή μου είχε ξεφύγει από τα χέρια μου και μαζί με τη μπερδεμένη μου ζωή, δεν ήξερα που είχα βάλει τις επιθυμίες μου. Ποιες ήταν πραγματικές και ποιες ήταν των άλλων. Ποιες ήταν δικές μου και ποιες ήταν αποτέλεσμα της πίεσης που ένοιωθα καθημερινά να με συνθλίβει;

Στο Παρίσι συνέχισα να πηγαίνω τα χρόνια που ο πατέρας έδινε τη δική του άνιση μάχη. Μόνο, που από τα ταξίδια αυτά έλειπε η χαρά. Ήταν σαν απόδραση από την προσωπική μου φυλακή. Στη βαλίτσα, πέρα από τα χρώματα, τα αρώματα και τα φρου-φρου, υπήρχε κρυμμένος και ο φόβος της απώλειας. Οι ημέρες που καθόμουν μαζί με τον Αντώνη ήταν ένα Σαββατοκύριακο τη φορά. Τι να σου κάνει ένα Σαββατοκύριακο; Ποιες τρύπες να προλάβει να μπαλώσει;  Της συντροφικότητας, της χαράς, του ζευγαρώματος, της ξεγνοιασιάς, του φόβου ή της καθημερινότητας; Τα όνειρα, οι στόχοι και οι φιλοδοξίες είχαν πετάξει μακριά.

Πήγαινα στον Αντώνη με ψυχή βαριά σαν το μολύβι. Τα προβλήματά δεν ήθελα να τα μοιράζομαι γιατί είχα φτάσει να νοιώθω, ότι είχα ένα κεφάλι γεμιστό με προβλήματα.  Ήθελα να είμαι η χαρούμενη πλευρά της ζωής του. Ήθελα να είναι η ξεγνοιασιά μου. Έτσι κατάπινα τις λέξεις και κρυβόμουν πίσω από ένα παγωμένο χαμόγελο. Καταλάβαινα ότι τον απομάκρυνα σιγά-σιγά από κοντά μου. Αυτό ήταν το δικό μου μερίδιο ευθύνης. Από την άλλη, ο Αντώνης δεν έκανε τίποτα για να γεφυρώσει αυτό το χάσμα που καθημερινά μεγάλωνε και μας απομάκρυνε.

Η δουλειά του πήγαινε κάθε ημέρα όλο και καλύτερα. Η πολυεθνική που εργαζόταν  είχε γραφεία σε όλο τον κόσμο. Με την τελευταία προαγωγή που είχε πάρει, αναγκαζόταν να ταξιδεύει όλο και περισσότερο. Από  Νέα Υόρκη μέχρι Τόκυο,  και με όλους τους ενδιάμεσους ευρωπαϊκούς σταθμούς, ήταν μερικά από τα μέρη που ταξίδευε κάθε μήνα.

«Την επόμενη φορά που θα πάω Νέα Υόρκη θα έρθεις μαζί», μου είχε πει. Ποτέ δεν τα κατάφερα.

Έμενα πίσω να μπαινοβγαίνω στα νοσοκομεία, περιμένοντας θεραπείες που δεν μπόρεσαν να εφαρμοστούν ποτέ. Έβλεπα τον πατέρα να βαδίζει προς την διαδρομή του τέλους και μαζί με αυτόν ένοιωθα ότι έσβηνα κι εγώ.  Παρακαλούσα να τελειώσει αυτό το μαρτύριο για όλους μας αλλά η κάθε μια κατάσταση χρειάζεται το δικό της χρόνο και ο χρόνος δεν μετριέται πάντα με τους δικούς μας λεπτοδείκτες.

Οι φορές που ήρθε ο Αντώνης στην Αθήνα θα πρέπει να μετριούνται στα δάχτυλα.  Είχα πάψει πια να είμαι ένας ξέγνοιαστος άνθρωπος, παρόλο που έκανα φιλότιμες προσπάθειες για το αντίθετο. Οι ημέρες όπως περνούσαν, βάραιναν  την ψυχή μου. Όσο η ψυχή βάραινε άλλο τόσο το κορμί αδυνάτιζε. Είχα φτάσει και είχα γίνει η σκιά του εαυτού μου.

Σε ένα ξαφνικό και γρήγορο ταξίδι μου στο Παρίσι, μόλις το Αντώνης με αντίκρισε, τα έχασε από την αδυναμία μου. Εγώ πάλι, μην έχοντας συναίσθηση της κατάστασής , ένοιωθα υπέροχα μέσα στο καινούργιο μου μινιόν κορμί και ανάλαφρη. Θυμάμαι το βλέμμα του που είχε καρφωθεί επάνω μου και ήταν γεμάτο απορία.

«Πόσο πολύ αδυνάτισες» είχε πει.  Τώρα πια όλα τα ρούχα ήταν σε μικρό μέγεθος. Κάθε φορά που κάποιος μου έλεγε «έλα, φάε λίγο, δεν έχεις ανάγκη εσύ» η χαρά μου ήταν απερίγραπτη.  Υπήρχαν ημέρες που ξέχναγα να φάω. Το φαγητό και το μαγείρεμα είχε μετατραπεί σε αγγαρεία. Ευτυχώς που ορισμένες φορές με έπιανε ζαλάδα και θυμόμουν ότι έπρεπε να σταθώ στα πόδια μου. Για τους άλλους και όχι για εμένα. Στη ζυγαριά ανέβαινα καθημερινά και κάθε φορά που με έδειχνε λίγο πιο αδύνατη, τόσο πιο χαρούμενη γινόμουν. Ήταν λες και η μάχη με τα ανύπαρκτα κιλά μου είχε γίνει στόχος ζωής. Το «πρόσεχε, μην αδυνατίσεις άλλο» που μου έλεγαν οι δικοί μου άνθρωποι, ηχούσε στα αυτιά μου ως «κούκλα είσαι» και πίστευα ότι καταβάθος με ζήλευαν.

Τότε είχα αρχίσει να πίνω και περισσότερο από το κανονικό. Στα κρυφά. Όταν τελείωνα από τις υποχρεώσεις της ημέρας και έπεφτε η νύχτα με εκείνη την ατελείωτη σιωπή, ήθελα ένα ποτήρι κρασί ή ένα ουίσκι και ένα πακέτο με τσιγάρα. Κάπνιζα πολύ και το βράδυ έπινα όσο αλκοόλ χρειαζόμουν για να νυστάξω και να ξεχάσω τις αγωνίες μου.

Όταν ήμουν με τον Αντώνη ή με κόσμο πρόσεχα. Δεν ήθελα να δώσω δικαιώματα αν και ορισμένες φορές ο έλεγχος είχε ξεφύγει από τα χέρια μου. Τότε τρόμαζα. Στιγμιαία όμως.

Ήξερα ότι χρειαζόμουν βοήθεια. Ένοιωθα όμως ότι δεν υπήρχε χρόνος για εμένα. Μαζί με τον πατέρα άρχισε και η μητέρα με τα δικά της προβλήματα και δεν προλάβαινα να πάρω ανάσα.

Η εταιρία που εργαζόμουν είχε αρχίσει τις μειώσεις προσωπικού. Η απόλυση κουνιόταν πάνω από το κεφάλι μου σαν μεγάλη βεντάλια. Με είχαν προειδοποιήσει μέχρι που για καλή μου τύχη άλλαξε ολόκληρη η διοίκηση και με άφησαν στην ησυχία μου. Κακά τα ψέματα όμως, η απόδοσή μου δεν ήταν η ίδια.

Καμιά φορά, όταν το παράπονο της μοναξιάς με έπιανε, αναρωτιόμουν τι έκανα με τον Αντώνη; Είχαμε σχέση ή δεν είχαμε; Το χρονικό διάστημα μεταξύ των συνευρέσεών μας όλο και μεγάλωνε. Το πώς περνούσα εγώ το χρόνο μου το ήξερα. Ο Αντώνης όμως τι έκανε μόνος του;  Ανάμεσα στα ταξίδια και στην καθημερινότητά του, τις ελλείψεις του πως τις κάλυπτε; Δεν χρειαζόταν δα να είμαι σοφή κουκουβάγια για να καταλάβω. Όλο και κάποιο μεζέ ξέκλεβε δεξιά και αριστερά. Δεν τον ρώτησα, δεν μου το ομολόγησε. Γιατί κράταγα όμως αυτή την υποτιθέμενη πλέον σχέση αφού κανείς από τους δύο μας δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να καλύψει τις ανάγκες του άλλου; Η απάντηση ήταν μία. Παραμύθιαζα τον εαυτό μου ότι είχα ακόμα δικαίωμα στο όνειρο και ξέφευγα από την πραγματικότητα.

Πλέον είχαμε φτάσει σε ένα σημείο που η επικοινωνία γινόταν ως επί το πλείστον μέσω Skype. Πόσα να πεις και πόσα να κάνεις;

Ο πατέρας πέθανε μήνα Αύγουστο. Ο Αντώνης, την εποχή εκείνη ήταν στην Ελλάδα σε κάποιο νησί του Αιγαίου μαζί με τα παιδιά του. Ήταν ο καθιερωμένος μήνας των κοινών διακοπών τους μετά το διαζύγιό. Δεν ήθελα να τους ενοχλώ. Άφηνα τον Αντώνη να επικοινωνεί μαζί μου όποτε εκείνος έκρινε. Δεν ξέρω αν έκανα σωστά ή λάθος. Ξέρω ότι έτσι ένοιωθα. Ήθελα να υπάρχει απόλυτη ελευθερία για να είμαι σίγουρη ότι κάθε επικοινωνία αλλά και κάθε συνεύρεση ήταν γιατί το θέλαμε και οι δύο.

Οι ημέρες, όσο κοντοζυγώναμε στον μήνα Αύγουστο όλο και δυσκόλευαν. Κρυφά μέσα μου ήθελα ο Αντώνης να είναι πιο κοντά μου αλλά δεν ήταν κι εγώ δεν το ζητούσα. Όταν ο πατέρας «έφυγε», εκείνο το πρωί, η φίλη μου η Ελένη που έμενε μόνιμα στις Βρυξέλλες, έτυχε και ήταν μαζί μου. Μέσα στην παραζάλη των διαδικαστικών της είπα «μην τυχόν και πάρεις τον Αντώνη τηλέφωνο» δεν μου απάντησε. Λίγη ώρα μετά ο Αντώνης επικοινώνησε μαζί μου. Ήξερε, είχε μάθει από την Ελένη και ο τόνος της φωνής του ήταν λίγο ένοχος. Είχε ημέρες πολλές να μου τηλεφωνήσει. Δεν είχα διάθεση να εξηγήσω στον Αντώνη τι ένοιωθα. Η συζήτηση είχε επικεντρωθεί στο γεγονός. Θυμάμαι ότι οι κινήσεις μου και οι λέξεις μου ήταν αυτοματοποιημένες και ψύχραιμες. Πάλι δεν είχα χρόνο για τον εαυτό μου. Έπρεπε να φροντίσω τη μητέρα . Για εμένα και για τα συναισθήματά μου ούτε λόγος.

Την κατσάδα την άκουσε η Ελένη. Με είχε κάνει έξαλλη που είχε ενημερώσει τον Αντώνη. «Θέλω να καταλάβεις ότι όποιος ενδιαφέρεται δεν χρειάζεται να έχει υποβολέα» της φώναζα. Η Ελένη όμως είχε άλλη άποψη και σημασία καμία δεν μου έδωσε.

Κύλησε ο πρώτος καιρός και βρέθηκα ξανά στο Παρίσι. Τίποτα δεν ήταν όμως πλέον ίδιο, ούτε καν η αίσθηση του ταξιδιού. Δεν ξέρω γιατί πήγα. Φαντάζομαι γιατί πάλι ήθελα να ξεφύγω από την πραγματικότητα. Το Παρίσι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες έχει μια υπέροχη λάμψη.

Γυρίσαμε πάλι σε όλα τα αγαπημένα μας μέρη. Στο  Café des Anges πηγαίναμε καθημερινά.  Τα βράδια τρώγαμε ή στο The Beef Club που ήταν το αγαπημένο του Αντώνη ή στο Grazie  που ήταν το  Ιταλικό εστιατόριο που προτιμούσα.

Το σεξ ήταν πάντα έντονο και δυνατό. Αυτό που πια έλειπε, ήταν η δύναμη της μαγείας. Στο Παρίσι ανακάλυψα ότι η μαγεία είχε εξαφανιστεί μέσα στην ταλαιπωρίας της καθημερινότητας.  Η σαπουνόφουσκα που μέχρι τότε ήθελα να είμαι κλεισμένη, μόλις είχε σπάσει.

Στην πτήση της επιστροφής, ήξερα ότι αυτή η κατάσταση, θα κρατούσε μέχρι ένας από τους δύο μας να έπαιρνε την απόφαση να την τελειώσει ή να της δώσει μια άλλη μορφή. Ή να βρεθεί ένας άλλος σύντροφος. Αυτό που μοιραστήκαμε με τον Αντώνη, ζούσε πλέον στο παρελθόν.

Ο αποχαιρετισμός μας δεν έκρυβε πόνο. Ούτε υποσχέσεις. Ούτε λέξεις  με περίεργα νοήματα και με ασάφεια. Με τον Αντώνη, ποτέ δεν ανταλλάξαμε όρκους. Αφήσαμε να ζήσουμε αυτό που κάθε ημέρα μας ξημέρωνε ελεύθερα. Χωρίς μελοδραματισμούς, κατηγορίες και αφορισμούς. Χωρίς «για πάντα» αλλά και χωρίς «ποτέ πια».

Αν τον αγάπησα; Τον αγάπησα και είμαι βέβαιη ότι κι εκείνος με αγάπησε. Σήμερα, μέσα από τη διαδρομή που κάναμε πότε μαζί και πότε χώρια,  μπορούμε και αγαπάμε ο ένας τον άλλον όπως ακριβώς αγαπιούνται δύο άνθρωποι που δεν πληγώθηκαν. Ήταν ένας κύκλος που ανοίξαμε και κλείσαμε παρέα, ήρεμα. Σαν το συρτάρι με τα πολύτιμα κομμάτια της ζωής σου.

Με την προσγείωσή μου στην Αθήνα έβαλα τον εαυτό μου σε τάξη. Έκοψα το κάπνισμα, και σταμάτησα το περιττό αλκοόλ.

Άρχισα να ασχολούμαι με τον εαυτό μου. Ξεκίνησα να σπουδάζω. Νέα πράγματα, νέες διαδρομές και εμπειρίες. Ανακάλυπτα έναν καινούργιο κόσμος και ήταν το δώρο μου στον εαυτό  μου αλλά και η διέξοδός μου. Η μητέρα, ακολούθησε λίγα χρόνια μετά τον πατέρα με την ίδια επώδυνη για εμένα διαδρομή. Μόνο που τότε στη ζωή μου είχε ήδη μπει το «φως» και είχε όνομα και επώνυμο και μια μεγάλη αγκαλιά.

Κοίταξα την ώρα και πετάχτηκα επάνω έντρομη.

Μετά από πόσα χρόνια αλήθεια θα έβλεπα ξανά  τον Αντώνη;  Κούνησα το κεφάλι μου έκπληκτη. Η αλήθεια ήταν, ότι ποτέ δεν έπαψε η μεταξύ μας επικοινωνία. Το νοιάξιμο. Τα νέα μας κάθε τόσο τα λέγαμε.

Την ίδια εποχή που γνώρισα έναν άντρα για τον οποίον είπα, «γι’ αυτόν κάνω χώρο στην ντουλάπα μου» και την έκανα, γνώρισε και ο Αντώνης την καινούργια γυναίκα της ζωής του. Σε λίγη ώρα, θα τον συναντούσα και δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία για το πώς θα ένοιωθα.

Μπήκα στο αυτοκίνητο πατώντας το play για να ακούσω από την αρχή τη μουσική από το Moulin Rouge, τη φωνή του Ewan McGregor και το Your Song.  Ένα χαμόγελο στο πρόσωπό μου και μια γλύκα απλώθηκε μέσα μου.

Έφτασα στον προορισμό μου χαμογελαστή. Με περίμενε. Ποιο όμορφος και ποιο ευτυχισμένος από ποτέ.

«Τι κάνεις;» με ρώτησε και με πήρε τρυφερά στην αγκαλιά του. Τον κοίταξα στα μάτια και ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα γιατί ο δικός μας κύκλος μας είχε κλείσει. Μα για να μας οδηγήσει ένα βήμα πιο κοντά στην ολοκλήρωση και την ευτυχία. Με άλλους συντρόφους μεν αλλά πιο πλούσιους και πιο σοφούς. Γεμάτους από πολύτιμες εμπειρίες, στραπάτσα αλλά και συναισθήματα αγάπης.

Τώρα πια ήξερα ότι ο κάθε ένας από εμάς, απολάμβανε κάθε βράδυ την αγκαλιά που του άξιζε και άξιζε και στους δύο μας να είμαστε ευτυχισμένοι.

Η Γάτα, το Παρίσι και η βουτιά στο παραμύθι θα ζουν πάντα μέσα μου, χαρίζοντας μου ένα μεγάλο χαμόγελο και την πολυτέλεια να σκέφτομαι «ότι εγώ αυτό το έζησα ολόκληρο». Εσείς;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here