Το αεροπλάνο θα τροχοδρομούσε σε λίγο στο CDG. Ο κυβερνήτης μας ενημέρωνε ότι στο Παρίσι είχε -4 βαθμούς Κελσίου. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν παλαβή. Φοβόμουν και ταυτόχρονα ένοιωθα εκστασιασμένη μπροστά σε αυτό που μου συνέβαινε.

Θα βρισκόμουν στο Παρίσι για πρώτη φορά στη ζωή μου. Στην ομορφότερη πόλη του κόσμου. Για ένα ερωτικό ραντεβού, με την πιο αντιπαθητική φιγούρα των παιδικών μου χρόνων.

Ο Αντώνης με περίμενε στο ξενοδοχείο. Ραντεβού στα κρυφά, για τους περισσότερους και για μένα ραντεβού στα τυφλά. Ο φόβος άρχισε να με κυριεύει. Είχα ξεχάσει και τη γλώσσα χρόνια τώρα. Πως θα μίλαγα; Τι θα έλεγα; Σχεδόν κανείς δεν ήξερε που βρισκόμουν και τον Αντώνη είχα να τον συναναστραφώ τουλάχιστον τριάντα χρόνια και να τώρα, που με περίμενε στο ξενοδοχείο. Το αίμα άρχισε να παγώνει. Δεν ήξερα τίποτα γι’ αυτόν. Τι πάει να πει συμμαθητές; Μήπως κάναμε και ποτέ παρέα; ποιός είναι; τι κάνει; είναι αυτό που παρουσιάζει ή πίσω από όλα τα φυσιολογικά κρυβόταν ένας ψυχοπαθής; Ο αέρας μέσα στο αεροπλάνο όλο και λιγόστευε. Η πόρτα εξόδου που ήταν;

«Σφαγμένη θα με βρουν» μονολόγησα.

Μα πως έφτασα εδώ;

Τον Αντώνη, τον συνάντησα ξαφνικά, μετά από όλα αυτά τα χρόνια σε ένα βαρετό Πρωτοχρονιάτικο πάρτι. Παιδί, τον αντιπαθούσα, γιατί είχε όλα αυτά που έκαναν την τρίχα μου να σηκώνεται όρθια σαν την τρίχα της γάτας. Μέτραγε γρήγορα, ενώ εγώ μέτραγα με τα δάχτυλα. Ήταν ετοιμόλογος, πειραχτήρι, ειρωνικός και επικριτικός. Εγώ ήμουν κλαψιάρα, ευγενική και χαδιάρα. Ένα καθώς πρέπει κορίτσι γνώρισε ένα αρσενικό ταυρί κι έγινε το κακό συναπάντημα. Η ιστορία θα τελείωνε εκεί, μέχρι την στιγμή που κουτούλησα πάνω του λίγο πριν την αλλαγή του καινούργιου χρόνου. Εκείνα τα δευτερόλεπτα της αμηχανίας, μετατράπηκαν σε στιγμή μαγείας. Η καλή μου νεράιδα ήρθε να προσθέσει μυστήριο, χαρά και έρωτα στη βαρετή ζωή μου. Μιλήσαμε δεν μιλήσαμε όλο το βράδυ όσο διαρκεί ένα τσιγάρο. Ήταν ταγμένος στο τραπέζι με την πρωτοχρονιάτικη τράπουλα. Τα μάτια του όμως διαπερνούσαν το κορμί μου σαν βέλη. Ωραία βέλη, ερωτικά και πόσο πείναγα για αυτόν τον έρωτα. Έκατσα λίγο. Ίσα για να αφήσω τη μυρωδιά του αρώματός μου. Ανταλλάξαμε τηλέφωνα, στα γρήγορα, στα κλεφτά και μετά αναλογίστηκα. Τι έρωτας και κουραφέξαλα με έναν άνθρωπο που ζει στο εξωτερικό; Με έναν άνθρωπο που ακόμα το θέμα «γάμος» δεν έχει ξεκαθαρίσει. Είχαμε κι αυτό μέσα στη μέση, ένας γάμος που τελείωνε και τελειωμό δεν είχε ή τελικά θα είχε;

Πρώτη ημέρα της καινούργιας χρονιάς και ξύπνησα χαμογελώντας για λίγο. «Ο Αντώνης» σκέφτηκα και αμέσως μετά σκοτείνιασα.

Ο Αντώνης τι; Ούτε ένα ποτήρι κρασί δεν προλάβαμε να πιούμε. Κοίταξα το ρολόι. Σε λίγο θα ξεκινούσε για το αεροδρόμιο. Απολάμβανα τον καφέ μου χαζεύοντας τα αυτοκίνητα στο δρόμο. Μα τι είχα πάθει; Ο ήχος του τηλεφώνου με έβγαλε από τις σκέψεις μου. Πόσο βαριόμουν να μιλήσω. Άντε πάλι, χρόνια πολλά και …
«Παρακαλώ»
«Ο Αντώνης είμαι»
«… δεν έφυγες ακόμα;»
«Φεύγω τώρα, ήθελα να σου δώσω το τηλέφωνο στη Γαλλία. Δεν χρειάζεται να περάσουν άλλα τριάντα χρόνια για να τα πούμε»
είπε και με άφησε άφωνη, «κάθε πότε έρχεσαι;» με ρώτησε.
«Να έρχομαι που;»
«Στην Γαλλία»
Τι ρώταγε; Τι ήταν η Γαλλία, Κολιάτσου Παγκράτι;
«Δεν έχω λόγο να έρθω» είπα και αμέσως κατάλαβα ότι μόλις είχα κάνει μια ωραιότατη γκάφα.
«…»
«Μάλλον θα τα πούμε το καλοκαίρι που θα έρθεις για διακοπές, έρχεσαι έτσι δεν είναι;» συνέχισα
«Ναι» απάντησε παγωμένα.
«Καλό ταξίδι λοιπόν και ραντεβού σε έξι μήνες» είπα.
«Καλή χρονιά και καλά να περνάς» μου ευχήθηκε. Κάτι ψέλλισα που δεν θυμάμαι και έμεινα με το ακουστικό στον αέρα και ένα τεράστιο ερωτηματικό πάνω από το κεφάλι μου. Μα πόσο βλάκας μπορεί να ήμουν;

Για τον Αντώνη, δεν είπα κουβέντα σε κανέναν. Τι να έλεγα; Είχα και τίποτα να πω; Πέρασα την ανούσια πρωτοχρονιά μου ακούγοντας γαλλικά τραγούδια, πίνοντας κρασί και έσπαγα το κεφάλι μου ψάχνοντας να κάνω κάτι για να σβήσω το «ραντεβού σε έξι μήνες».

Το άλλο πρωί από το γραφείο, του έστειλα μήνυμα. «Ξέχασα να σου δώσω το mail μου, δεν ξέρεις, μπορεί να θελήσεις να μου γράψεις δυο λόγια. Για τον καφέ που δεν ήπιαμε…» και το θαύμα μόλις είχε ξεκινήσει.

Γράφαμε ατελείωτα, μιλάγαμε, γελάγαμε. Στέλναμε ο ένας στον άλλον φωτογραφίες, τραγούδια. Είχε γίνει η χαρούμενη νότα της ζωής μου. Αυτό είναι ο έρωτας, αυτό είναι το φλερτ. Να ξυπνάς το πρωί και να νοιώθεις ότι ο κόσμος όλος σου ανήκει. Να χαμογελάς και να ξέρεις μόνο εσύ το λόγο. Να τραγουδάς και να σφυρίζεις φάλτσα και να νομίζεις ότι η Edith Piaf, αν σε άκουγε, θα σε ζήλευε και όλα αυτά, για έναν άντρα, που μια στιγμή αντάμα δεν είχαμε μοιραστεί.

Τα μουντά χρώματα της πολυεθνικής και τα βαρετά συμβούλια, έγιναν φωτεινά και απέκτησαν νόημα. Η καρδιά μου, χωρίς να το παραδέχομαι, είχε ανθίσει μέσα από τα πλήκτρα του υπολογιστή και από μια ζεστή φωνή, που ερχόταν από την άλλη άκρη της Ευρώπης. Δεν με ενδιέφερε τίποτα άλλο παρά μόνο η χαρά της στιγμής και όχι η επόμενη ημέρα.

Στα μέσα του Γενάρη δέχτηκα ένα τηλεφώνημα που με έκανε να χάσω τη γη κάτω από τα πόδια μου.
«Φεύγω για μια εβδομάδα εκτός Γαλλίας για δουλειά. Η επικοινωνία μας σταματάει εδώ, μέχρι να γυρίσω. Θέλω να έρθεις να με βρεις στο Παρίσι».
«Πότε;»
ψέλλισα.
«Αυτό θα το κανονίσεις εσύ, σκέψου με την ησυχία σου και θα επικοινωνήσουμε μόλις γυρίσω. Θα περιμένω την τελική σου απάντηση» είπε και απενεργοποίησε αμέσως το τηλέφωνο του.

Η Βάσω, συνάδελφος και φίλη, έτυχε και μπήκε στο γραφείο μου φουριόζα, αγκαλιά με μια ντουζίνα χαρτιά. Με βρήκε με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό και με το στόμα ανοιχτό.
«Τι έπαθες εσύ;» ρώτησε φυσώντας μια τούφα από τα μαλλιά της.
Τι να της εξηγούσα; Από πού να άρχιζα; Η Βάσω όμως ήταν φίλη μου. Έκλεισε την πόρτα, κάθισε απέναντί μου και της είπα όλη την ιστορία από την αρχή.

«Θα πας» είπε έντονα «δεν το συζητάω, φυσικά και θα πας» και ήταν τόσο χαρούμενη λες και το ταξίδι αυτό θα το έκανε εκείνη.
«Δεν μπορώ» ψιθύρισα.
«Τι πάει να πει δεν μπορώ;» είπε και τα χείλια της σφίχτηκαν σε μια ευθεία γραμμή.
«Δεν έχω αρκετά λεφτά, Παρίσι είναι αυτό» απάντησα και χαμήλωσα το κεφάλι.
«Έχω εγώ όσα χρειάζεσαι, από το δάνειο του σπιτιού. Θα μου τα δώσεις όταν μπορέσεις» και πριν προλάβω να αντιδράσω συνέχισε, «στο Παρίσι θα πας για όλες μας, κατάλαβες;» φώναξε και χτύπησε το χέρι της στο γραφείο. «Πόσες από εμάς ξέρεις να είχαν την ευκαιρία να ζήσουν κάτι ανάλογο;» είπε και έκλεισε ξωπίσω της την πόρτα.

Για τις υπόλοιπες ημέρες η Βάσω κι εγώ γυρίσαμε όλη την Αθήνα.  Στο κόλπο έβαλε και την Χριστίνα με τη lingerie της. Εισιτήρια, φουστάνια, παπούτσια, αρώματα, χρώματα, κάλτσες και καλτσοδέτες και το παιχνίδι «μου πάει ή δεν μου πάει». Μαλλιά, νύχια και μην τρως, με ακούς; Ρουφήξου και να κάνεις κοιλιακούς.

Δύσκολη υπόθεση να είσαι γυναίκα!

«Στο Παρίσι θα πας για όλες μας» είχε πει η Βάσω και ο ήχος της φωνής της με κυνήγαγε.

Το αεροπλάνο προσγειώθηκε. Κοίταξα καλά-καλά τη ζουμερή κυρία που καθόταν δίπλα μου. Μην την αφήσεις από τα μάτια σου γιατί χάθηκες, σκέφτηκα. Άντε να βρεις άκρη με του Γάλλους και να συνεννοηθείς. Μπροστά πήγαινε η ζουμερή κυρία ξωπίσω εγώ. Κοντοστεκόταν, κοντοστεκόμουν, περπάταγε, περπάταγα. Πήραμε τις βαλίτσες, φτάσαμε στα ταξί. Τώρα έπρεπε να συνεννοηθώ με τον οδηγό με οποιονδήποτε τρόπο και σε οποιαδήποτε γλώσσα. Δεν το κούρασα πολύ. Του έχωσα κάτω από τη μύτη έναν χάρτη με τη διεύθυνση του ξενοδοχείου. Πέταξα ένα ξερό, «ici s’il vous plaît»  δείχνοντας επίμονα με το δάχτυλο το δρόμο. Σωστά ή λάθος, πως τα είχα πει, κανείς δεν ήξερε. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να ειδοποιήσω τον Αντώνη ότι ξεκίνησα για το ξενοδοχείο. Με περίμενε. Αυτός με περίμενε κι εγώ φοβόμουν, πήγαινα αλλά φοβόμουν. Πήρα τηλέφωνο αμέσως την Βάσω  «αν δεν έχω γυρίσει μέχρι την Κυριακή το βράδυ ενημέρωσε τους δικούς μου, γράφε το τηλέφωνο του Αντώνη, ξενοδοχείο, πτήση και άκου, μην πάρεις τη μάνα μου, τον αδελφό μου να πάρεις, ευχήσου μόνο να περάσω ένα τέλειο Σαββατοκύριακο, φοβάμαι, το ξέρω είμαι τρελή» είπα και της έκλεισα το τηλέφωνο ακούγοντας το γέλιο της από την άλλη άκρη της γραμμής.  Ο δρόμος από το αεροδρόμιο μέχρι το ξενοδοχείο θύμιζε δεκαετία του ’70. ‘Έξοδο για Πάσχα, Κακιά Σκάλα, τα αυτοκίνητα ακινητοποιημένα. Ο Αντώνης κάθε τόσο έπαιρνε τηλέφωνο «που είσαι;» ρώταγε κι εγώ τι να απαντήσω; Ήμουν σε μια χώρα που δεν γνώριζα την τύφλα μου, μποτιλιαρισμένη σε έναν αυτοκινητόδρομο με έναν γάλλο ταξιτζή που προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί μου στα γαλλικά. Εγώ μουγκή, με έβριζε; μου μίλαγε; ποιος ξέρει. Κάποια στιγμή φτάσαμε στο ξενοδοχείο. A La Villa Des Artistes.  Μικρό, κομψό, πανέμορφο. Τα γόνατά μου έτρεμαν. Η φαντασίωση μόλις είχε γίνει πραγματικότητα. Στη reception ευτυχώς μιλούσαν αγγλικά. Έδωσα τα στοιχεία μου και με ενημέρωσαν για το δωμάτιο και τον όροφο. Ο ήχος των τακουνιών μου χάθηκε μέσα στην παχιά μοκέτα. Έβγαλα το παλτό κρατώντας ασυναίσθητα την ανάσα μου. Άρχισα να σέρνω τη βαλίτσα με τα ροδάκια και χάζευα τους πίνακες ζωγραφικής που ήταν διάσπαρτοι παντού. Τι όμορφο μέρος. Η γοητεία της Γαλλικής κομψότητας σε μικρογραφία. Πήρα το ασανσέρ, ανέβηκα στον όροφο και στάθηκα έξω από την πόρτα του δωματίου. Για την ακρίβεια σωριάστηκα πάνω στη βαλίτσα. Προσπάθησα να αφουγκραστώ τους ήχους. Τίποτα, σιωπή. Ήμουν αντιμέτωπη με τα βρώμικα σενάρια του μυαλού. Ανασφάλειες και φοβίες δεν με άφηναν να απολαύσω τη στιγμή. Την κρυφή μου επανάσταση. Ο χρόνος μου όμως τελείωνε. «Τι να σου κάνει και το σύμπαν άμα εσύ κάνεις μαλακίες;» σκέφτηκα και χτύπησα την πόρτα πριν προλάβω να το βάλω στα πόδια. Ένα, δύο, τρία δευτερόλεπτα και η πόρτα άνοιξε.

Ο Αντώνης, χαμογελαστός και ευθυτενής στεκόταν στην πόρτα. «Καλώς ήρθες» είπε και μου έδωσε ένα αβέβαιο και αμήχανο φιλί στο στόμα. Τράβηξα τη βαλίτσα στο δωμάτιο και έκατσα επάνω της  ξανά, γυρισμένη στο πλάι αυτή τη φορά, αγκαλιά με το παλτό, ακούνητη. Σαν να ήταν Vespa και περίμενα τον οδηγό που θα την καβαλούσε για να με βοηθήσει να δραπετεύσω από ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. Στο Παρίσι. Σουρεάλ.  Μα πόσο ηλίθια μπορεί να φαινόμουν;

 

 

(συνεχίζεται…)

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here