«Τι έχεις Στέλλα;» ρώτησε η Δήμητρα βλέποντας τη γυναίκα του Σπύρου να παίζει με την σαλάτα στο πιάτο της.

Η Ρόζα παρακολουθούσε τις δύο νύφες της κάτω από τα βλέφαρά της, καθώς έβαζε προσεκτικά ένα μικρό κομμάτι γαρίδας στο στόμα της.

«Πόσο λυπάμαι αγάπη μου, ήταν μεγάλη παράλειψη από μεριάς μου να έχω για πρώτο πιάτο θαλασσινά. Ο ενθουσιασμός μου βλέπεις πολλές φορές με παρασύρει σε σφάλματα» είπε.
«Μα τι λέτε τώρα; Η σαλάτα είναι εξαιρετική» είπε χαμογελώντας η Στέλλα.
«Γιατί είσαστε ενθουσιασμένη μητέρα;» ρώτησε όλο περιέργεια η Δήμητρα.
«Έχω κάτι στο μυαλό μου αλλά δεν είναι της παρούσης» απάντησε η Ρόζα προσπαθώντας να ξεγλιστρήσει από την ερώτηση της νύφης της.

«Θα σας πω εγώ» πετάχτηκε η Ανδριάνα και οι τρεις γυναίκες γύρισαν να την κοιτάξουν.

«Ανδριάνα…» είπε η Ρόζα.
«Εντάξει, δεν θα τα πω όλα, άσε με όμως να πω μόνο το τέλος» είπε η ανιψιά της και χωρίς να περιμένει συνέχισε «κορίτσια, όλα θα τελειώσουν με ένα υπέροχο γλέντι, εδώ σε αυτό το σπίτι» και χτύπησε χαρούμενα τα χέρια της.

Η Στέλλα και η Δήμητρα κοίταξαν την Ρόζα περιμένοντας μιαν απάντηση.

«Μου αρέσει που ακούτε τα λόγια της Ανδριάνας. Κάνετε σαν να μην την ξέρετε» απάντησε η Ρόζα. «Αν και η ιδέα για ένα μεγάλο γλέντι δεν θα ήταν άσχημη» συνέχισε αφήνοντας το πιρούνι της κάτω. «Να μαζευτεί όλη η οικογένεια ξανά όπως παλιά και να γεμίσει το σπίτι από τις φωνές των παιδιών και από χαρά» είπε βρέχοντας τα χείλη της με μια σταγόνα κρασί. Μακάρι να ήταν ακόμα ανάμεσά μας κι ο Γιωργής, πόσο θα το χαιρόταν. Να διαλέξουμε ημερομηνία και Στέλλα μου να πεις και στους γονείς σου να έρθουν. Έχω καιρό να τους δω, αλήθεια τι κάνουν;» ρώτησε με ενδιαφέρον η Ρόζα.

Η Στέλλα άσπρισε και χωρίς να το θέλει βούρκωσε. Η Ρόζα τα έχασε και άνοιξε τα χέρια της ξαφνιασμένη.

«Είσαι καλά κορίτσι μου;» τη ρώτησε. Ο νους της δεν πήγαινε σε αυτά που θα άκουγαν τα αυτιά της. Η Στέλλα άρχισε να κλαίει με κλάμα βουβό. Έσπρωξε την καρέκλα της και παραπατώντας σχεδόν πήγε γρήγορα στο μπάνιο.

«Κατάλαβε καμιά σας τι έγινε;» ρώτησε με απορία η Ρόζα. Η Ανδριάνα και η Δήμητρα έμειναν αποσβολωμένες στη θέση τους. Από το τραπέζι σηκώθηκε η Ανδριάνα πηγαίνοντας ξωπίσω από την Στέλλα.

Την βρήκε στο μπάνιο να κλαίει.

«Τι συμβαίνει Στέλλα;» τη ρώτησε τρυφερά. Η γυναίκα της έκανε νόημα να την αφήσει ήσυχη. Η Ανδριάνα γύρισε στο τραπέζι. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει.

«Ελάτε να συνεχίσουμε, όταν η Στέλλα νοιώσει καλύτερα θα έρθει από μόνη της» είπε η Ρόζα και σηκώθηκε από τη θέση της. «Ποιος ξέρει τι κουβαλάει η ψυχή της. Αλλοίμονο, όλοι γίναμε κριτές των πάντων» είπε και τράβηξε να βρει τη Στέλλα.

«Στέλλα μου …» της είπε και την τράβηξε παράμερα στο μεγάλο σαλόνι. «Θέλεις να σου φέρω κάτι;» τη ρώτησε πιάνοντας τη νύφη της από τους ώμους, τρυφερά. Τα μάτια της Στέλλας βούρκωσαν για άλλη μια φορά κι ένας βαθύς αναστεναγμός ξέφυγε από τα στήθη της νέας γυναίκας.

«Σώπα κορίτσι μου, σώπα κι όλα διορθώνονται όταν έχουμε την υγειά μας» είπε η Ρόζα.

Η Στέλλα σηκώθηκε επάνω. Σκούπισε με τα ακροδάχτυλά της τα μάτια της, τίναξε πίσω τα μαλλιά της και με όση αξιοπρέπεια της είχε μείνει είπε «πάμε να συνεχίσουμε σας παρακαλώ, δεν είναι σωστό να μας περιμένουν» και πιασμένες χέρι-χέρι γύρισαν στο τραπέζι.

Αλλιώς τα είχε σχεδιάσει γι’ αυτό το δείπνο η Ρόζα στο κεφάλι της, αλλιώς της έβγαιναν.

«Κορίτσια μου, δεν μαζεύετε το τραπέζι με τα θαλασσινά να φέρουμε το λαβράκι που αρέσει και στην Στέλλα; Μπουκιά δεν έχει βάλει στο στόμα της» είπε και όλες μαζί σηκώθηκαν να βοηθήσουν η μια την άλλη.

Η Ρόζα κοίταζε τις τρεις γυναίκες.  Σήμερα είχε αποφασίσει να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Να παρθούν αποφάσεις, να σωθούν ή να διαλυθούν σπίτια. Να μιλήσουν οι γυναίκες με τον δικό τους τρόπο. Να βγάλουν από μέσα τους αυτά που τους έπνιγαν, γιατί κάτι τις έπνιγε, όσο γι’ αυτό ήταν σίγουρη. Ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικό αυτό ήταν μια μεγάλη κουβέντα και η ίδια Θεός δεν ήταν για να κρίνει.

Ήξερε ότι η Δήμητρα ήταν η μεγάλη άπιστη της οικογένειας. Άπιστη και με θράσος. Αυτό που δεν καταλάβαινε ήταν γιατί έμενε ο Γρηγόρης μαζί της. Την είχε δει με τα μάτια της και την είχε ακούσει με τα αυτιά της να ερωτοτροπεί με τον Βαγγέλη, τον συνέταιρό του Γρηγόρη. Η λαγνεία της, την μετέτρεπε σε ένα απόκοσμο πλάσμα. Αυτό μπορούσε να το καταλάβει μόνο όποια γυναίκα είχε ζήσει τον παράφορο έρωτα. Η ευχαριστημένη ψυχή της Ρόζας και το γυναικείο κομμάτι του εαυτού της, την καταλάβαιναν και κάπου στο βάθος της ψυχής της, την συγχωρούσε. Η γυναίκα Ρόζα μα όχι η μάνα. Ο Βαγγέλης, ήταν μεγάλο μούτρο. Καλοστεκούμενος και ευγενής, είχε έναν τρόπο να τουμπάρει τους πάντες. Όχι όμως την Ρόζα. Αυτόν τον φοβόταν από την ημέρα που τον γνώρισε.  Παντρεμένος με την Ελένη, μια γυναίκα με χλωμό πρόσωπο, να στέκεται πάντα δίπλα στον άντρα της, σαν βουβή ηρωίδα και να υπομένει.  Τι και για ποιο λόγο, κανείς δεν ήξερε. Ο Γρηγόρης πάλι, ήταν πάντα με το τραγούδι στο στόμα, λες και ζούσε σε έναν δικό του κόσμο. Ταξίδευε όλο τον κόσμο και η μόνη του έγνοια ήταν η κόρη του η Φαίδρα, ένα πλάσμα πικραμένο και τρομαγμένο από την αδιαφορία της μάνας της.  Η Δήμητρα μυαλό είχε μόνο για τον Βαγγέλη. Ο Γρηγόρης όμως; Να ήταν η φιλοδοξία του που τον στράβωνε; Πολιτικός μηχανικός κι αυτός και ο Βαγγέλης. Η εταιρία τους πήγαινε μια χαρά. Είχαν δουλειές στο εξωτερικό και λογαριασμούς για γεμάτες τσέπες. Ήταν σίγουρη ότι ο Γρηγόρης δεν νοιαζόταν για τα λεφτά. Μπορούσε να τον κρατάει δυνατό κι ευτυχισμένο μόνο η ευτυχία της κόρης του;

Την Στέλλα πάλι δεν μπορούσε να την καταλάβει.  Ένοιωθε ότι κάτι συνέβαινε αλλά δεν είχε μπορέσει να ανακαλύψει την αλήθεια. Αντιλαμβανόταν για πιο λόγο είχε ερωτευθεί τον Σπύρο τόσο πολύ. Ήξερε ότι ο γιός της είχε πέραση στις γυναίκες, γνώριζε όμως και την αδυναμία του γιού της για το ποτό. Ήταν η μεγάλη του ερωμένη. Αυτό της λάβωνε την ψυχή. «Γιωργή, κάποιο λάθος πρέπει να έχουμε κάνει» έλεγε στον άνδρα της και ο Γιωργής κούναγε το κεφάλι. Προσπαθούσε με τον τρόπο του να μιλήσει στον Σπύρο αλλά οι δύο άντρες αυτό που είχαν καταφέρει ήταν να τρώγονται κάθε τόσο και τον Σπύρο  να φωνάζει «άσε με πατέρα, άσε με» και να κοπανάει ξοπίσω του μια πόρτα.

Γιατί ο Σπύρος είχε διαλέξει για γυναίκα του την Κατερίνα; Γιατί είχε φύγει από το πατρικό σπίτι τόσο νωρίς; Να έφευγε, άντρας ήταν, μα γιατί δεν είχε πάει να ζήσει μόνος του; Οικονομικό πρόβλημα δεν είχαν. Τι να είχε φταίξει; Η απάντηση, ήταν κάτω από τη μύτη της. Η ίδια έφταιγε. Δεν μπορεί να συνέβαινε κάτι άλλο. Ναι αλλά που ήταν το λάθος της; Χρόνια μετά, ο Σπύρος έφυγε από την Κατερίνα για να ξεκινήσει τη ζωή του από την αρχή με την Στέλλα και σήμερα, είναι όλοι τους αντιμέτωποι με ένα αδιαπέραστο τοίχος  αντιπάθειας από την Στέλλα προς την Ρόζα. Γιατί; Αλήθεια γιατί; Κι αν η Στέλλα κουράστηκε από το ποτό και τις μεταπτώσεις του Σπύρου, πράγμα που η Ρόζα καταλάβαινε από τα βάθη της ψυχής της, γιατί είχε μείνει με τον Σπύρο; Γιατί είχε κάνει μαζί του παιδί; Δικαιολογία η Στέλλα εδώ δεν είχε. Την Μυρτώ την έφερε στον κόσμο έχοντας ζήσει με τον Σπύρο ήδη δώδεκα χρόνια μαζί. Κάνεις παιδί δώδεκα χρόνια μετά, έχοντας δίπλα σου έναν άνθρωπο που πίνει; Δουλειά είχε, οικογένεια είχε. Κάτι εδώ δεν κόλλαγε. Ήταν το ένστικτο της Ρόζας που την οδηγούσε σε αυτή τη διαδρομή. Δώδεκα χρόνια είναι πάρα πολλά για να έχεις καταλάβει όλες τις πτυχές της ζωής ενός ανθρώπου. Σε αυτό ήταν κάθετη. Υπήρχε βέβαια περίπτωση, το σημερινό ξέσπασμα  της Στέλλας να μην είχε να κάνει με αυτό. Ήταν κι αυτή η Ανδριάνα μέσα στη μέση που κουβέντα δεν της έπαιρνε.  Άτιμο θηλυκό.

Και για να έχουμε καλό ερώτημα η Ανδριάνα τι ήξερε; Ήταν σίγουρη ότι η ανιψιά της κάτι έκρυβε. Κάτι δεν έλεγε. Τι είχε μεσολαβήσει ανάμεσα στις δύο γυναίκες; Το έβλεπε στη ματιά τους. Ήταν πάντα ευγενικές αλλά απόμακρες μεταξύ τους. Η Ανδριάνα που είχε βαφτίσει τη Μυρτώ απόμακρη; Η Ανδριάνα που για όλους είχε μια καλή δικαιολογία; Που έδινε χιλιάδες ευκαιρίες ακόμα και σε αυτούς που δεν έπρεπε; Που όταν έμαθε για την ύπαρξη του τότε εμβρύου, έκλαιγε από την χαρά της; Εκτός κι αν είχε και η Στέλλα εραστή. Το ξανασκέφτηκε. Μα δεν έβγαινε ούτε σε χρόνους. Η Στέλλα, σε αντίθεση με την Δήμητρα δεν έλειπε ποτέ από το σπίτι της. Ήταν πάντα δίπλα στο παιδί της. Ίσως και περισσότερο απ’ ότι έπρεπε. Έβλεπε τη Μυρτώ κολλημένη πάνω στη μάνα της χωρίς να μπορεί να αυτονομηθεί. Να έχει τους ίδιους φόβους και την αντικοινωνική συμπεριφορά με την Στέλλα. Ξεφύσησε.

Κοίταξε την Ανδριάνα που ήταν πάντα χαμογελαστή και με τον καλό λόγο στο στόμα. Γιατί δεν είχε παντρευτεί; «Ρόζα, αυτά δεν είναι για μένα» έλεγε και συνέχιζε την πορεία της προς το άγνωστο.

«Δεν θέλεις έναν άντρα δίπλα σου;» ρώταγε όλο απορία η Ρόζα.
«Έναν καλό σύντροφο θέλω Ρόζα μου. Να κάνουμε παρέα, να μιλάμε, να γελάμε. Να μην θέλουμε να ξεκολλάμε ο ένας από την αγκαλιά του άλλου. Αν είναι να κάνω γάμο, να είναι σαν τον δικό σου» απαντούσε η Ανδριάνα και δεν την αδικούσε. «Δεν βλέπεις τι γίνεται γύρω μας;» συνέχιζε η ανιψιά της. «Λες και διαλύεται ο κόσμος όλος και να σου πω το παράπονό μου; Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα σπιτικά που στήνονται, ούτε αυτές τις σχέσεις. Σαν να γεννήθηκα από άλλο κόσμο» συμπλήρωνε με λύπη. «Λες και ζω στο περιθώριο της ζωής».
«Και τι θα κάνεις; Μόνη σου θα πορευτείς;»
«Ναι Ρόζα μου. Ή όλα ή τίποτα» απαντούσε η Ανδριάνα και το εννοούσε.  Έπεφτε στη φωτιά, καιγόταν, τίναζε τις στάχτες από πάνω της και έτσι ταλαιπωρημένη συνέχιζε το ταξίδι της. Χαμογελαστή, έχοντας προσθέσει άλλη μια μαχαιριά στην καρδιά της και γνώση στη φαρέτρα της.

Αυτά δεν μπορούσαν να συμβαίνουν στη δικιά της οικογένεια.  Η Ρόζα βρισκόταν σε απόγνωση. Το σημερινό δείπνο το είχε στήσει με σκοπό να ξεκαθαρίσει τα θέματα με τις τρεις γυναίκες της ζωής της. Οι άντρες δεν έπαιρναν ούτε από λόγια, ούτε από συμβουλές. Αν ζούσε ο Γιωργής ίσως να μπορούσε να τους πει μια κουβέντα παραπάνω. Η ίδια όμως είχε κουραστεί να προσπαθεί να τους βάλει μυαλό. Να φροντίσουν τους εαυτούς τους, τα παιδιά τους, την οικογένειά τους.

Ήταν σίγουρη, ότι οι κόποι που είχαν κάνει με τον Γιωργής, σε λίγο καιρό θα πήγαιναν χαμένοι. Σαν το άγριο ζώο,  αφουγκραζόταν τον σεισμό να έρχεται προς στο σπίτι της και τα μέσα της την προειδοποιούσαν. Μόνο που δεν ήξερε πώς να σώσει πια την οικογένειά της.

Μετρούσε τα χρόνια της και ο αριθμός την τρόμαζε. Ο χρόνος κόνταινε για την ίδια και ήθελε σαν θα πεθάνει να πάει να βρει τον Γιωργή της με καρδιά ανάλαφρη. Να ξέρει ότι όλοι πίσω της είναι ασφαλείς και ευτυχισμένοι. Να κλείσει ο κύκλος της ζωής της με ευλογία.

«Μάλλον έχω πολύ δουλειά να κάνω εδώ κάτω Γιωργή» αναλογίστηκε «ούτε να πεθάνω δεν προλαβαίνω» σκέφτηκε και κούνησε το κεφάλι.

«Βρε κορίτσια το λαβράκι» φώναξε και η Ανδριάνα της έκανε νόημα από μακριά να σωπάσει.
«Ερχόμαστε, ερχόμαστε» είπε και γύρισαν η μια μετά την άλλη στο τραπέζι.

Το υπέροχο λαβράκι του Αντώνη με τις λεπτεπίλεπτες γεύσεις και το ανακάτωμα των δροσερών αρωμάτων, θα έπρεπε να τις κάνουν να γουργουρίζουν από χαρά. Να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους και να απολαμβάνουν κάθε μια πιρουνιά βγάζοντας μικρές κραυγές ικανοποίησης. Όμως αυτό που συνέβαινε ήταν άκρως απογοητευτικό. Στο τραπέζι επικρατούσε σιωπή και κάθε τόσο, ο μόνος ήχος που έφτανε στα αυτιά της Ρόζας, ήταν το ενοχλητικό ρούφηγμα της μύτης της Στέλλας.

Η γυναίκα, άφησε κάτω τα βαριά ασημένια μαχαιροπίρουνα και τα σταύρωσε στο πιάτο της χωρίς να ακουστεί ο παραμικρός ήχος. Σκούπισε με την άκρη της λινής της πετσέτας τα χείλια της, ήπιε μια γερή γουλιά νερό από το κολονάτο κρυστάλλινο ποτήρι της και καθάρισε διακριτικά το λαιμό της.

«Τι έχεις Στέλλα μου;» είπε.

Η γυναίκα δεν σήκωσε καν τα μάτια της από το πιάτο της. Άφησε απότομα τα μαχαιροπήρουνα στο πιάτο της, αδιαφορώντας για τον εκκωφαντικό θόρυβο που έκαναν.

«Δεν είσαι υποχρεωμένη να μας πεις. Σου ζητώ συγγνώμη αν σε αναστάτωσα» είπε η Ρόζα μην μπορώντας να καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε και γιατί η Ανδριάνα την κοιτούσε με εκείνο το ύφος σαν να της έλεγε «σώπα και μη μιλάς».

«Θα τα μάθετε έτσι κι αλλιώς κάποια στιγμή» είπε η Στέλλα «καλύτερα λοιπόν να τα μάθετε από μένα» είπε η νύφη της η οποία πάντα της μιλούσε στον πληθυντικό χωρίς όμως να την αποκαλεί με το όνομά της. Αυτό την Ρόζα την τρέλαινε.  Ούτε μητέρα, ούτε Ρόζα. Ένας σκέτος πληθυντικός χωρίς πρόσωπο. Όπως μιλάς σε μια άγνωστη γυναίκα στη στάση του λεωφορείου. Της ήρθε να φωνάξει αλλά καταλάβαινε ότι δεν ήταν η σωστή στιγμή και σιώπησε.

«Η μητέρα μου, έδιωξε τον πάτριό μου από το σπίτι γιατί έχει εραστή. Τον πρώτο της μεγάλο έρωτα. Τον Θάνο» είπε και δυο μεγάλες σταγόνες από δάκρυα κύλησαν πάνω στο πιάτο, ραντίζοντας με την αλμύρα τους το λαβράκι.

Στο τραπέζι ακουγόταν μόνο οι ανάσες των γυναικών και το ρούφηγμα της μύτης της Στέλλας .

«Δεν αντέχω άλλο πατέρα, ούτε μπορώ να εξηγήσω στη Μυρτώ τι συμβαίνει. Δεν μπορώ να συγχωρέσω τη μάνα μου. Πετάει έναν μεγάλο άνθρωπο στο δρόμο. Ο Δημητρός με μεγάλωσε και έρχεται σε μένα και δεν ξέρω τι να του πω. Με παρακαλάει να μην δέχομαι στο σπίτι τη μάνα μου. Έχει τρελαθεί κι αυτός. Έπιασε μια γκαρσονιέρα. Εβδομήντα χρονών άνθρωπος, έχει περάσει ήδη ένα εγκεφαλικό να χωρίζει; Έτσι τον πετάει στο δρόμο; Μα γίνονται αυτά τα πράγματα; Το μόνο που έχω καταφέρει, είναι η μάνα μου να μην μου μιλάει γι’ αυτόν τον Θάνο και να μην διανοηθεί να τον φέρει στην ζωή μου. Τρίτο πατέρα; Δεν αντέχω να έχω και τρίτο πατέρα» ούρλιαξε κι όλες κράτησαν την ανάσα τους. Όλες εκτός από την Ρόζα.

«Και ποια είσαι που θα κρίνεις την Αθηνά και τον Δημητρό; Ο Θεός;» ρώτησε με την ήρεμη φωνή της.

Η Στέλλα ανοιγόκλεισε τα μάτια της.

«Μα …»
«Πες, ό,τι θέλεις σήμερα, μόνο πες το» συνέχισε η Ρόζα.
«Ντρέπομαι, όλους σας ντρέπομαι και το παιδί μου ακόμα. Τι θα του πω για την γιαγιά του; τι θα πω στον κόσμο;» συνέχισε η Στέλλα κοιτώντας με απορία την Ρόζα.
«Δεν έχεις να δώσεις αναφορά σε κανέναν Στέλλα. Δεν είναι δικιά σου δουλειά το τι κάνει η μάνα σου με τον Δημητρό και τον Θάνο. Δεν σε χαρακτηρίζει. Δεν θα σε αγαπάω ούτε λιγότερο, ούτε περισσότερο. Εσύ να κοιτάς  μόνο το παιδί σου και το σπιτικό σου. Κατάλαβες;»  είπε και σηκώθηκε από το τραπέζι.

«Για εμάς θα είσαι πάντα η Στέλλα μας» συνέχισε η Ρόζα πηγαίνοντας στο μικρό σαλόνι με το μεγάλο τζάκι. «Ελπίζω η κυρία Ζωή να μην μας βλέπει από εκεί πάνω» σκέφτηκε και αναρωτήθηκε τι θα έκανε η πεθερά της στη θέση της. Κούνησε το κεφάλι της ικανοποιημένη. Το ίδιο θα έκανε και η ίδια.

«Κορίτσια μαζέψτε το τραπέζι και ελάτε εδώ, να βάλουμε το γλυκό στη μέση χωρίς πιάτα, μόνο με τα κουτάλια. Εγώ θα φέρω το λικέρ και ελάτε να πούμε τους πόνους μας. Αγκαλιασμένες σφιχτά σαν οικογένεια» είπε η Ρόζα και εξαφανίστηκε.

 

~συνεχίζεται~

(φωτογραφία κειμένου: https://gr.pinterest.com/pin/340584790572193394/)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here