«Και σε παρακαλώ στο τέλος, ρίξε δύο ποτήρια του κρασιού κονιάκ»

Η Ρόζα έδινε τις τελευταίες οδηγίες στην Ανδριάνα.

«Τη Χριστοκουλούρα μου την έμαθε να την φτιάχνω η μητέρα σου. Θυμάσαι;»
«Μην αρχίσεις τώρα θα με πιάσουν τα κλάματα».
«Ε και; Θα καθαρίσει η ψυχή σου. Ξέρεις, τα χρόνια τα παλιά, την έφτιαχναν μέσα σε ένα μεγάλο ταψί του φούρνου και καταμεσής,  για να γίνει η τρύπα, έβαζαν μια κονσέρβα. Η γιαγιά σου έτσι την έφτιαχνε».
«Τώρα τι θες; Βαλτή είσαι μέρα που είναι» γκρίνιαξε η Ανδριάνα.
«Κλάψεις δεν κλάψεις ένα να θυμάσαι, τέτοιες μέρες πάντα θα σου λείπουν και κοίτα να κόψεις λίγα κλαδάκια από το πεύκο και να έχουμε έτοιμο το κρασί και το καθαρό οινόπνευμα. Τι άλλο θέλουμε βρε παιδάκι μου ζαλίστηκα».

Το σπίτι μοσχομύριζε κανέλα και γαρύφαλλα. Η Ολυμπία έτρεχε δεξιά κι αριστερά να τα προλάβει όλα.  Η Ρόζα γύριζε από δωμάτιο σε δωμάτιο και όλο κάτι διόρθωνε. Τα κρύσταλλα είχαν πλυθεί όλα στο χέρι ένα-ένα και είχαν σκουπιστεί με στεγνή καθαρή πετσέτα. «Να μην υπάρχει χνούδι πουθενά και να αστράφτουν» έλεγε αλλά και τα ασημικά τα είχαν γυαλίσει όλα.

Η Ρόζα μέτραγε τα σερβίτσια στο τραπέζι και κάτι της έλειπε.

«Ολυμπία, λείπει ένα σερβίτσιο» είπε.
«Όχι κυρία Ρόζα, τα έχω μετρήσει με τα χέρια μου, οκτώ σερβίτσια».
«Μόνο που είμαστε εννέα, ξέχασες τον εαυτό σου υποθέτω» είπε στην κοπέλα.
«Μα εγώ …» ξεκίνησε να λέει η Ολυμπία έχοντας γίνει κατακκόκινη.
«Μα εγώ» την κορόιδεψε τρυφερά η Ρόζα και συνέχισε «μα εσύ είσαι της οικογένειας και δεν θέλω κουβέντα» είπε και με μια κίνηση του χεριού της έκλεισε το στόμα της κοπέλας. «Κάθε χρόνο τις ίδιες βλακείες, δεν βαρέθηκες πια;»

Γύρισε στην Ανδριάνα και της είπε.

«Πες μου τώρα, είναι ή δεν είναι αχαΐρευτες εκείνες οι δύο;»
«Για ποιες λες;»
«Μην κάνεις σε εμένα την ανήξερη. Εκείνες οι δύο “προκομμένες” που πήραν τα καμάρια μου».
«Έλα μωρέ Ρόζα, μην τις ξεσυνερίζεσαι κι εκείνες το σπίτι τους θα φροντίζουν».
«Ειδικά αυτό! Κάτσε και θα σου πω εγώ τι θα γίνει. Θα έρθει η Στέλλα με εκείνη την απαράδεκτη αυγοσαλάτα που φτιάχνει για πεσκέσι κι ένα κουτί μελομακάρονα, που σπάνε δόντια και θα θέλει και τα μπράβο της. Αφού της έχω πει χίλιες φορές, όταν κάνω τραπέζι δεν θέλω να μου φέρνουν τίποτα».
«Θέλεις τα πρωτεία ή μου φαίνεται;» τη ρώτησε κρυφογελώντας η Ανδριάνα.
«Όχι πες, τρώγονται ή δεν τρώγονται;»
«Άμα τα βουτήξεις στον καφέ» απάντησε
«Τα βλέπεις, στα λόγια μου έρχεσαι! Κι εκείνη η άλλη η Δήμητρα, θα φάει και θα πιεί ότι βρει μπροστά της κι αφού γεμίσει την κοιλιά της καλά-καλά θα θέλει και το λικεράκι της. Grand Marnier παρακαλώ, θα πάρει και το μπουκάλι δίπλα της, σαν να μην υπάρχουν άλλοι άνθρωποι στο σπίτι και θα αρχίσει να χαχανίζει ζαλισμένη. Αχ Γιωργή μου αχ!!!» είπε και άρχισε να κόβει με το ψαλίδι τα λουλούδια και να φτιάχνει μικρά μπουκέτα για να τα βάλει στο κασπώ στη μέση του τραπεζιού. «Να το ξέρεις, για εμάς τα φτιάχνω όλα αυτά και όχι για τις δυο λεγάμενες» είπε, τράβηξε μια καρέκλα και σκούντησε ελαφρά την ανιψιά της.

«Μήπως τα παραλές;» της απάντησε η Ανδριάνα.
«Το βλέπεις το ψαλίδι; Μια κουβέντα να πεις ακόμα και θα σου την κόψω την γλώσσα. Σήμερα μιλάω εγώ» είπε.

Η Ανδριάνα δεν ήθελε να τη βλέπει να στενοχωριέται.

«Δώσε τόπο στην οργή μέρα που είναι» της είπε και συνέχισε «σε πόση ώρα θα βγάλουμε την Χριστοκουλούρα από το φούρνο;»
«Μόλις γίνει» απάντησε μουτρωμένη η θεία της «και για να έχουμε καλό ερώτημα δεν μας είπες και του λόγου σου τα καμώματά σου. Τι κάνει ο Μανώλης;»
«Καλά είναι και σου στέλνει τα χαιρετίσματά του»
«Θα μου πεις ή θα μου βγάλεις την ψυχή;»
«Τι να σου πω; Πήγε στο Λονδίνο και γύρισε»
«Δηλαδή τώρα είναι εδώ. Εδώ, τρόπος του λέγειν, γιατί εδώ δεν είναι, σπίτι του είναι και … καλά κάνει. Έχει κι ένα παιδί».

Η Ανδριάνα σταμάτησε να χτυπάει τη μαγιονέζα εκνευρισμένη.

«Μην σταματάς το χτύπημα, θα κόψει το αυγό και δεν μαγειρεύουμε θυμωμένες ακούς; Το φαγητό θέλει χάδι».
«Μα με έχεις ζαλίσει σήμερα, τι έχεις πάθει επιτέλους;»
«Τι να έχω πάθει, σας κοιτάω όλους και πονοκεφαλιάζω» απάντησε η Ρόζα.
«Τι πάει να πει αυτό;»
«Ότι σας λυπάται η ψυχή μου».

Στην κουζίνα επικράτησε βαριά ατμόσφαιρα και ο ήχος που έκαναν τα σκεύη ήταν εκνευριστικά εκκωφαντικός!

«Τι συμβαίνει Ρόζα;»
«Θέλω να μου πεις τι έγινε με τον Μανώλη»
«Μα μόλις σου είπα»
«Γιατί πήγε στο Λονδίνο;»
«Για δουλειές, για τι άλλο;»
«Μόνος;» ρώτησε με νόημα τραβώντας ελαφρά το σίγμα.
«Ο Μανώλης πήγε για δουλειά της εταιρίας. Μόνος ή με συνεργάτες τι σημασία έχει;»
«Μήπως τον συνεργάτη τον λένε Πηνελόπη;»
«Εσύ δεν υποφέρεσαι» φώναξε και παράτησε ότι έκανε, έπλυνε τα χέρια της και έκανε να φύγει.
«Από ποιόν πας να κρυφτείς; Από τον εαυτό σου ή από μένα;» ρώτησε η Ρόζα.
«Εσύ δεν μου είπες να φτιάξω τη ζωή μου; Να κυνηγήσω πράγματα και καταστάσεις; Να ζήσω; Να προχωρήσω μπροστά; Τι σε έχει πιάσει τώρα; Και επιτέλους γιατί τα έχεις βάλει με όλους μας;» φώναξε η Ανδριάνα.

Η Ρόζα κούνησε το κεφάλι της μερικές φορές πάνω-κάτω.

«Ολυμπία μήπως μπορείς να μου βράσεις λίγη λουΐζα να πιώ κορίτσι μου;» ερώτηση που ήταν ευγενική διαταγή.  Έστρεψε τα μάτια της στην ανιψιά της και της έκανε νόημα να καθίσει δίπλα της. «Άσε κι εσύ τα καμώματα. Αυτά είναι δικιά μου δουλειά. Ξεκούτιανα ίσως λίγο» είπε. Η Ανδριάνα υπάκουσε.

«Θα κοιμηθείς εδώ απόψε;» την ρώτησε χαρούμενα η Ρόζα «ή μήπως έχεις κανονίσει κάτι για αργότερα;»
«Όχι, θα μείνουμε εδώ παρέα και το πρωί θα φτιάξουμε το υπέροχο Χριστουγεννιάτικο πρωινό και το μεσημέρι θα μαζευτούμε ξανά σε αυτό το ίδιο τραπέζι και θα φάμε αυγοσαλάτα και μελομακάρονα» της απάντησε και γέλασαν και οι δύο τους.

«Σε παρακαλώ, μην με παρεξηγείς. Έχω μεγαλώσει και θέλω να σας δω ευτυχισμένους» απολογήθηκε η μεγάλη γυναίκα.
«Το καταλαβαίνω αλλά με μπερδεύεις. Την μια μου τα λες έτσι και την άλλη αλλιώς. Τι να κάνω κι εγώ;»
«Ανδριάνα άκουσέ με. Μεγάλωσα».
«Μην το ξαναπείς αυτό!» φώναξε η ανιψιά της.
«Μεγάλωσα, το λέει κι ο καθρέφτηκς και σαν έρθει η ώρα μου θα φύγω κι εγώ και το μόνο που θέλω είναι να σας δω όλους ευτυχισμένους. Αυτό παρακαλάω κάθε ημέρα από το Θεό. Να έχετε την υγειά σας και να είσαστε ευτυχισμένοι και μονιασμένοι».
«Μην μου λες τέτοια πράγματα, άσε με …»

Η Ρόζα συνέχισε.

«Προσπαθώ αγάπη μου να καταλάβω όλους εσάς και δεν τα καταφέρνω»
«Να πάω να βρω την Πηνελόπη όμως ήξερες να μου το πεις» παραπονέθηκε η Ανδριάνα.
«Και ποιος σου είπε εσένα ότι εγώ δεν κάνω λάθη;  Νομίζεις ότι τώρα πια ξέρω ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος; Τίποτα δεν ξέρω! Κυκλοφορώ ανάμεσά σας και νοιώθω αφόρητη μοναξιά».
«Πως μπορείς να νοιώθεις μοναξιά με όλους εμάς γύρω σου;» ρώτησε γεμάτη απορία η Ανδριάνα.
«Γιατί είναι η μοναξιά της ηλικίας. Πασχίζω να καταλάβω τα νιάτα αλλά δεν τα καταφέρνω, έχω όμως να σου πω κάτι και μην με διακόψεις».

Η Ολυμπία έφερε τον δίσκο με δύο πορσελάνινα φλιτζάνια, μελομακάρονα, κουραμπιέδες, και δίπλες. Όλα από δυο και το μεγάλο τσαγιερό να αχνίζει, γεμάτο από λουΐζα.

«Θέλω να μου υποσχεθείς ότι στη σχέση σου με τον Μανώλη θα βάλεις όρια»
«Δηλαδή;»
«Να του πεις ακριβώς πως νοιώθεις Ανδριάνα, ότι δεν είσαι αποφασισμένη να περάσεις τη ζωή σου στο περιθώριο που σου αφήνει η κοινή του ζωή με την Πηνελόπη».
«Δεν είναι λίγο εκβιαστικό αυτό;»
«Και τι φοβάσαι; Μην σε πάνε μέσα; Όχι, δεν είναι σε καμία περίπτωση εκβιαστικό. Είναι ειλικρινές και ξεκάθαρο. Μην αφήνεις τον εαυτό σου να ζει την ζωή του “κατά λάθος” ή ακόμα χειρότερα μην είσαι “χύμα”. Να έχεις όρια, να έχεις στόχους, να είσαι συγκεκριμένη. Εσύ είσαι συγκεκριμένη;»
«Τι εννοείς;»
«Ξέρεις τι θέλεις από τον Μανώλη ή από τον κάθε Μανώλη;»
«Δεν είναι λίγο νωρίς; Ακόμα δεν τον ξέρω καλά-καλά τον άνθρωπο».
«Αυτό είναι το θέμα μου μαζί σου. Περιμένεις να γνωρίσεις τον Μανώλη, ενώ δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι ξέρεις τον εαυτό σου» είπε η Ρόζα πολύ σοβαρά. «Ξέρεις, πρώτα βάζουμε τους δικούς μας στόχους και μετά βγαίνουμε στο κυνήγι. Δεν πιάνεις αγριογούρουνο με απόχη αγάπη μου».
«Ορίστε;»
«Αυτό που σου είπα. Ο κυνηγός στήνει καρτέρι στο θήραμά του αλλά ξέρει τι κυνηγάει. Εσύ ξέρεις τι κυνηγάς; Άσε μην μου απαντήσεις, θα σου πω εγώ. Δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Περιμένεις οι άλλοι να σου δώσουν αυτό που αξίζεις. Μόνο που κάθεσαι κρυμμένη πίσω από τον τίτλο του “καλού” ανθρώπου και μαραζώνεις μέσα στις ανασφάλειές σου. Κανείς δεν θα σου χαρίσει τίποτα, αν είσαι άξια βγες έξω και ακολούθησε πιστά τα όνειρά σου, χωρίς εκπτώσεις που καταστρέφουν τον χαρακτήρα σου. Κατάλαβες;»

Η Ανδριάνα δεν απάντησε. Κρατώντας το πορσελάνινο φλιτζάνι της προσεκτικά έκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε στη θεία της.

«Πάντως την Πηνελόπη δεν θα πάω να την βρω».
«Εννοείται πως όχι!» απάντησε η Ρόζα και της έκανε νόημα να πάνε στην κουζίνα.

«Τα μελομακάρονα της Στέλλας θα τα κάνω πάσα στη Δήμητρα μαζί με το λικεράκι. Θα περάσουμε τρέλα σήμερα» είπε η μεγάλη γυναίκα γελώντας και γυρνώντας το κεφάλι της προς την ανιψιά της την ρώτησε «δεν μου είπες, στο κρεβάτι είναι καλός;»

«Ρόζα!» είπε η Ανδριάνα αυστηρά και ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια.
«Ναι καλά, κάνε μου ντροπές τώρα. Αν δεν είναι καλός να τον αφήσεις. Είναι θέμα χημείας, επιστημονικά σου μιλάω» απάντησε και της γύρισε την πλάτη.

Η Ανδριάνα χαμογελούσε στη θύμηση και μόνο των τσαλακωμένων της σεντονιών. Σε αυτό που είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ. Όχι, για την ακρίβεια, σε αυτό που συνέβαινε κάθε βράδυ στη ζωή της τώρα πια.

Η Ρόζα την παρατηρούσε λίγα βήματα πιο κει και χαμογελούσε. Ήθελε πολύ να γνωρίσει τον Μανώλη.

«Να κανονίσεις, να τον γνωρίσω. Δεν ξέρω γιατί αλλά θέλω να τον δω» είπε και συνέχισε για την κουζίνα. «Η μαγιονέζα θα έχει κρυώσει αρκετά, μην κάθεσαι άλλο έλα να με βοηθήσεις να φτιάξουμε τη ρώσικη» είπε και όλες μαζί βάλθηκαν να τα φτιάξουν όλα τέλεια.

Η Ανδριάνα άναψε τα φώτα στο μεγάλο στολισμένο δέντρο και σε αυτά του κήπου και τοποθέτησε τους αλεξανδρινούς πάνω στα παράθυρα, για να φαίνονται από την τραπεζαρία και το σαλόνι. Μπήκε μέσα και έψαξε για τα κατάλληλα κάλαντα. Το σπίτι γέμισε από μουσική και αρώματα. Μπήκε σχεδόν χοροπηδώντας στην κουζίνα και παρατηρούσε την Ρόζα που στόλιζε την Χριστοκουλούρα με μικρά πολύχρωμα κουφετάκια. Ήξερε πως ό,τι κι αν συνέβαινε στη ζωή της, αυτές τις μοναδικές στιγμές ομορφιάς θα τις κουβαλούσε πάντα μέσα της.

Το κουδούνι του σπιτιού χτύπησε. Η Ολυμπία έτρεξε να ανοίξει την πόρτα.

«Καλώς τα μου» φώναξε η Ρόζα και το σπίτι γέμισε φωνές.

Η μεγάλη γυναίκα άνοιξε διάπλατα την αγκαλιά της για να χωρέσει τα εγγόνια της και μοίραζε τα φιλιά της σε όποιον την πλησίαζε.

«Που να τα αφήσω αυτά;» ρώτησε δυνατά η Δήμητρα δείχνοντας το κουτί με τα γλυκά.

«Σας έφτιαξα αυγοσαλάτα και μελομακάρονα» είπε η Στέλλα.

Η Ρόζα με την Ανδριάνα κοιτάχτηκαν από μακριά με νόημα και μάτια που άστραφταν από την ζαβολιά.

«Ολυμπία, βοήθησε τις νύφες μου» είπε η Ρόζα κι έκανε νόημα σε όλους να περάσουν στο μεγάλο σαλόνι.

Αφού ταχτοποιήθηκαν, η Ολυμπία πέρασε κρατώντας τον μεγάλο ασημένιο δίσκο και πρόσφερε σε όλους ένα κρυστάλλινο ποτήρι με λευκό κρασί.

«Κλείστε τη μουσική» ζήτησε η Ρόζα καθώς πήγαινε προς την κουζίνα μαζί με την Ολυμπία και τηρώντας το έθιμο, όλοι υπάκουσαν.

Τα λίγα λεπτά τα φώτα του σπιτιού έκλεισαν και όλοι σιώπησαν. Το μόνο που ακουγόταν ήταν το τρίξιμο των ξύλων στο μεγάλο τζάκι.

Η Ανδριάνα ρίγησε από την συγκίνηση.

Τα πρόσωπα όλων ήταν γυρισμένα προς την κατεύθυνση που θα εμφανιζόταν η Ρόζα.

Στο υπερυψωμένο σαλόνι στεκόταν η μεγάλη γυναίκα κρατώντας τον μεγάλο δίσκο με την Χριστοκουλούρα. Καταμεσής, ένα μπωλ με τα μικρά κλαδάκια από το πεύκο να καίγονται και η φωτιά να φωτίζει το πρόσωπο της Ρόζας. Η φωνή της ακούστηκε σταθερή και δυνατή.

Η Γέννησίς σου Χριστὲ ο Θεὸς ημών
ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως
εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες
υπὸ αστέρος εδιδάσκοντο
Σε προσκυνείν τον ήλιον της δικαιοσύνης
και Σε γινώσκειν εξ ύψους ανατολήν
Κύριε δόξα Σοι.

Έφερε μια βόλτα όλο το σπίτι, όπως ήταν το έθιμο, το αντέτι,  για να καταλήξει μπροστά στο τζάκι. Γονάτισε με προσοχή και παίρνοντας το δικό της ποτήρι με το κρασί, έσβησε τη φλόγα. Ένας-ένας με τη σειρά του, ακολούθησαν και άδειασαν κι εκείνοι το ποτήρι τους.

«Καλά Χριστούγεννα σε όλους σας» είπε κι ένας μικρός λυγμός ξέφυγε από το στόμα της.

«Καλά Χριστούγεννα Ρόζα» φώναξαν όλοι με μια φωνή και τα δυο της αγόρια, κρατώντας την αγκαλιά την έβαλαν να καθίσει στην κορυφή του τραπεζιού.

Η μουσική πλημμύρισε το σπίτι και οι πιατέλες γέμισαν το τραπέζι. Το κρασί έρεε στα ποτήρια τους από τις κρυστάλλινες κανάτες και η Στέλλα, απεγνωσμένα γύρευε με τα μάτια της την αυγοσαλάτα της. Η Ρόζα είχε διάθεση για αταξίες κι έκανε ότι δεν καταλαβαίνει.

Το κινητό της Ανδριάνας άρχισε να δονείται.

«Καλά Χριστούγεννα αγάπη μου, θα έρθω να σε πάρω μετά τα μεσάνυχτα» έγραφε το μήνυμα του Μανώλη. Η μαγεία των ημερών της έκλεινε το μάτι.
butterfly

 

 

~ συνεχίζεται ~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here