Αυτό που ήθελε η Ανδριάνα, ήταν να αλλάξει τη ζωή της, μα εύκολο δεν ήταν και το ήξερε. Έπρεπε να πάρει σοβαρές αποφάσεις, πως θα τα κατάφερνε αυτό για την ώρα δεν το γνώριζε. Το μόνο που ένοιωθε ήταν ένας αδιόρατος φόβος κι ένοιωθε εγκλωβισμένη  μέσα στον ίδιο της τον εαυτό και τις ευθύνες που κουβαλούσε στην πλάτη της.  ‘’Μπρος γκρεμός και πίσω γκρεμός’’ και όχι μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, ‘’γιατί μέσα στο ρέμα, ξέρω να κολυμπάω’’ σκεφτόταν εκείνο το πρωινό με τα παράξενα χρώματα που έπαιρναν τα σύννεφα.

Το πρωί, την ώρα του καφέ ο Μανώλης της είχε κάνει μια ερώτηση, ‘’ποια είναι τα όνειρά σου;’’. Η Ανδριάνα κοίταζε την κούπα με τον αχνιστό καφέ, παρατηρώντας τον ντελικάτο χορό της άχνας.

«Που τρέχει ο νους σου πάλι ομορφιά μου; Σου έκανα μια ερώτηση».
«Για ποια όνειρα μιλάς Μανώλη;»
«Δεν έχεις όνειρα για τη ζωή σου, για την κοινή μας ζωή;» αναρωτήθηκε μην πιστεύοντας ότι αυτό το μονίμως χαρούμενο πλάσμα που είχε δίπλα του, είχε αρχίσει να συρρικνώνεται και να κλείνεται σε ένα καβούκι αφήνοντάς τον έξω από τον δικό της χώρο. «Τι έχεις πάθει;» ρώτησε χάνοντας κάτι από τον αρχικό του ενθουσιασμό.

Η Ανδριάνα σηκώθηκε όρθια.

«Κάποτε είχα πολλά όνειρα …» ξεκίνησε να λέει μα σταμάτησε.
«Τι έγινε κι άλλαξε αυτό;»
«Αν θέλω να πω την αλήθεια στον εαυτό μου» είπε «η απάντηση είναι μια, δεν τα κυνήγησα».
«Μήπως είσαι λίγο αυστηρή με τον εαυτό σου; τι εννοείς;»
«Με άφησα, με ξέχασα» είπε και συνέχισε «αυτές δεν είναι συζητήσεις όμως για να ξεκινήσει όμορφα η ημέρα».

Ο Μανώλης κοίταξε το ρολόι του, είχαν χρόνο ακόμα. Δεν πείραζε ας αργούσε να πάει στο γραφείο.

«Μια ομάδα είμαστε, έτσι δεν είναι;»
«Ποιους εννοείς ομάδα;»
«Εσένα κι εμένα» είπε ο άντρας σμίγοντας ελαφρώς τα φρύδια. «Δεν νοιώθεις έτσι;»
«Όχι» απάντησε μονολεκτικά και τον ξάφνιασε.
«Ζευγάρι είμαστε, πρέπει να έχουμε κοινούς στόχους …» άρχισε να λέει ο Μανώλης μα η Ανδριάνα τον διέκοψε.
«Κοινούς στόχους, βέβαια, το που θα τους βρούμε δεν μου είπες».
«Δεν σε καταλαβαίνω, σήμερα ειλικρινά δεν μπορώ να σε καταλάβω» είπε, σταύρωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος του και ακούμπησε την πλάτη του στον καναπέ. «Θα ένοιωθα καλύτερα αν μου εξηγούσες» ζήτησε.

«Θέλω να βάλεις μπροστά το διαζύγιο με την Πηνελόπη» απάντησε η Ανδριάνα. Ήπιε μια γερή γουλιά από τον καφέ της και συνέχισε. «Δεν μπορούμε να είμαστε ομάδα και να κάνουμε όνειρα κοινά, όσο αυτό το χαρτί δεν το έχεις πάρει.

Το ξέρω Μανώλη ότι μπορεί να ακούγομαι σαν την Ρόζα, μα δεν αντέχω άλλο. Βλέπεις,  τα έχουμε κάνει όλα ίσιωμα στη ζωή μας και ούτε μου αρέσει αλλά ούτε μου κάνει.

Δεν θέλω να σε παντρευτώ και στο ξεκαθαρίζω από την αρχή για να μην έχουμε εσφαλμένες εντυπώσεις. Είμαι κατά αυτού του θεσμού ειδικά όταν δεν υπάρχουν παιδιά. Οι σχέσεις για να πετύχουν δεν χρειάζονται δεσμά. Αυτό που θέλω είναι να ανοίγεις την πόρτα του σπιτιού, να μπαίνεις μέσα και να είσαι τόσο ελεύθερος όσο είμαι κι εγώ. Αυτή η σχέση δεν είναι ισότιμη, ερχόμαστε από διαφορετικές κατευθύνσεις και θα χρειαστεί να βρούμε τον τρόπο που θα σταθούμε ο ένας δίπλα στον άλλο χωρίς περιττά βάρη».

«Πιστεύεις ότι αν είχε βγει χθες το διαζύγιο, δεν θα στεκόμουν δίπλα στο παιδί μου ή στην Πηνελόπη αν με είχαν ανάγκη;»

«Δεν μίλησα γι’ αυτό αλλά μια που το θέτεις ως θέμα τούτο έχω να σου πω. Όταν οι κύκλοι της ζωής μας κλείνουν, οφείλουμε να τους σφραγίζουμε βάζοντας τελεία και παύλα. Ξέρεις τι βλέπω εγώ; Έναν άνδρα, που στα πόδια αντί να φοράει παπούτσια, κουβαλάει τσιμεντόλιθους» είπε.
«Ανατρίχιασα» της απάντησε «τι άσχημη εικόνα είναι αυτή!».

«Αν το σκεφτείς» συνέχισε η γυναίκα «έχω δίκιο. Στο βάθος του μυαλού και της ψυχής σου είσαι  ακόμα παντρεμένος κι ας μην θέλεις να το συνειδητοποιήσεις.

Δεν διεκδικώ τίποτα από την ζωή των ανθρώπων που θα είναι πάντα η οικογένειά σου και πώς να το κάνουμε, η οικογένεια όσο κι αν μας πληγώνει, τελικά είναι το μέρος που εκεί θα γυρίσουμε ό,τι κι αν συμβεί. Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις …

Και για να μην μακρηγορώ,  λέω πως όχι, δεν είμαστε ομάδα και δεν νοιώθω έτσι».

«Αισθάνομαι σαν να μου δίνεις τελεσίγραφο».

«Ποτέ δεν θα το έκανα αυτό, όμως ξέρεις τι εισπράττω συχνά μέσα στη σχέση μας;» ρώτησε και χωρίς να περιμένει απάντηση συνέχισε «τα απόνερα της Πηνελόπης και τις ευθύνες των πράξεών της να λεκιάζουν τη ζωή μου».

«Είναι πολύ σοβαρό αυτό που λες, δεν είχα ιδέα. Απόνερα;»

«Το ότι δεν αντιλαμβάνεσαι το μέγεθος των πράξεών της αλλά και των δικών σου, όπως επίσης τη δική μου ανοχή ,‘’κακώς βεβαίως’’,  με εντυπωσιάζει.

Μου ζητάς να κάνουμε κοινά όνειρα. Ξέρεις πως νοιώθω Μανώλη; Σαν τον φυλακισμένο που έχει μια τεράστια σιδερένια μπάλα στο πόδι του και δεν μπορεί να ξεφύγει, να γλυτώσει, να τρέξει. Η δικιά μου μπάλα, έχει σκαλισμένο επάνω το όνομα της Πηνελόπης».

«Τι λες τώρα;»

«Θέλω να κάνω μεγάλες τομές στη ζωή μου. Σε κάποιες από αυτές θα ήθελα να σε συμπεριλάβω, θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε μια νέα ζωή παρέα, ξέρεις όμως κάτι, αμέσως-αμέσως βάζω ‘’συνέταιρο’’ στη ζωή μου και στα όνειρά μου τη γυναίκα σου».

«Σταμάτα να την λες έτσι, εσύ είσαι η γυναίκα μου».

«Τι γράφουν τα χαρτιά Μανώλη;»

«…»

«Ακριβώς αυτό και γι’ αυτούς τους λόγους δεν μπορούμε να ονειρευτούμε παρέα. Σκέφτομαι τον εαυτό μου ως μονάδα, ψάχνω να βρω τις λύσεις μόνη μου. Το ‘’ταξίδι’’ μαζί σου, είναι  μια διαδρομή  μικρή και γεμάτη από εμπόδια».

«Είναι σκληρά αυτά που λες».

«Το ξέρω, μα δεν παύει να είναι η αλήθεια. Ξέρεις τι μπορούμε να κάνουμε; μερικά ταξίδια, να πάμε να φάμε σε ένα εστιατόριο, να πάμε μια βόλτα, να σε αγαπάω, να με αγαπάς μα τίποτα παραπάνω. Αν θέλεις κάτι άλλο, κανόνισε να σφραγίσεις τον κλεισμένο κύκλο σου» είπε και βγήκε στο μπαλκόνι.

Ο Μανώλης έμεινε για κάμποση ώρα σκεφτικός. Είχε δίκιο η Ανδριάνα μα για όλα αυτά χρειαζόταν χρήματα και τα έσοδα από την δουλειά του είχαν σχεδόν εξαφανιστεί. Το καμένο αυτοκίνητο του Αχιλλέα, τα δάνεια της Πηνελόπης μαζί με τις ανεξάντλητες ανάγκες της τον είχαν πνίξει.

«Σε παρακαλώ, έλα μέσα» είπε και μόλις η Ανδριάνα μπήκε στο σαλόνι και γέμισε την κούπα της με καφέ, την κοίταξε στα μάτια κι ένα καινούργιο κεφάλαιο της ζωής του ξεδιπλώθηκε.

«Χθες σου μίλησα απότομα στο τηλέφωνο».

«Δεν το θυμάμαι» απάντησε η γυναίκα αδιάφορα.

«Μόλις είχα κλείσει το τηλέφωνο με την Πηνελόπη η οποία μου ζητούσε εναγωνίως να πληρώσω τις δόσεις του δανείου της. Τρεις ή τέσσερις μαζεμένες. Ένα σκασμό λεφτά που δεν τα είχα. Έκλαιγε,  την λυπήθηκα μα το κυριότερο όμως ήταν, ότι δεν ήθελα να μάθει τίποτα ο Αχιλλέας κι εκείνη τη στιγμή που δεν ήξερα τι να κάνω, πήρες τηλέφωνο και σε πήρε η μπάλα».

«Η αλήθεια είναι αυτό που σου είπα προηγουμένως Μανώλη, δεν το θυμάμαι και το χειρότερο είναι ότι έχω πάψει να δίνω σημασία σε πολλά τέτοια μικρά γεγονότα. Ξέρεις τι λέω από μέσα μου;»

«Τι;»

«Άντε παράτα μας κι αμέσως μετά το ξεχνάω. Έχω αρχίσει να αδιαφορώ Μανώλη για το τι συμβαίνει στη ζωή σου, όταν αυτό αφορά την Πηνελόπη και το θέμα είναι ότι ακόμα σε αγαπάω.

Αν θέλεις να έχουμε μια πραγματική σχέση, τότε δεν μπορούμε να έχουμε μυστικά ο ένας από τον άλλον. Δεν γίνεται να περνάμε μέσα από τέτοιες πιέσεις και να μην τις μοιραζόμαστε. Κάθε φορά που συμβαίνει κάτι ανάλογο, λέω ότι σε έχει τσιμπήσει μύγα τσε-τσε κι έτσι ταχτοποιώ μέσα μου την παράλογη συμπεριφορά σου, καθώς  γνωρίζω ότι δεν έχει να κάνει με εμένα. Μα αυτό δεν είναι λύση και βλέπεις τελικά ότι τα απόνερα της Πηνελόπης σκάνε επάνω μου με φόρα.

Κοίτα για να τελειώνουμε. Η οικογένειά μου έχει προβλήματα, μα τους αγαπώ και τους νοιάζομαι, το ίδιο συμβαίνει και με τους δικούς σου ανθρώπους. Αν όλα αυτά δεν μπορέσουμε να τα αποδεχτούμε και να τα κουβεντιάζουμε, χαθήκαμε. Πως θα γίνουμε ‘’ομάδα’’; Πως θα ονειρευτούμε παρέα; Πως θα προχωρήσουμε;» ρώτησε και συνέχισε «θέλεις να είμαστε μαζί;»

«Τι ρωτάς; Μόνο με εσένα θέλω να είμαι».

«Τότε φρόντισε να το κάνεις πράξη» απάντησε η Ανδριάνα.

«Προχθές» συνέχισε ο Μανώλης, «όταν βρεθήκαμε οι τρεις μας με τον Αχιλλέα και την Πηνελόπη, είδα μπροστά μου μια γερασμένη γυναίκα. Κούτσαινε και τα δυο της γόνατα χρειάζονται χειρουργείο. Την λυπήθηκε η ψυχή μου από την μια κι από την άλλη μου ερχόταν να της δώσω μια κλωτσιά να φύγει από μπροστά μου».

«Γιατί;»

«Της είχα κλείσει τρεις φορές ραντεβού με τον ορθοπεδικό σου και δεν πήγε ποτέ κι όχι μόνο δεν πήγε ‘’ξέχασε’’ και να το ακυρώσει» είπε σφίγγοντας τα χείλη.

«Με τον δικό μου τον γιατρό; Έχει κάνει χρήση του δικού μου ονόματος κι έχει ‘’ξεχάσει’’ να ακυρώσει ραντεβού; Κι εσύ πιστεύεις ότι πονάει τόσο που δεν μπορεί να πάρει τα πόδια της; Όποιος πονάει Μανώλη, πάει τρέχοντας στο γιατρό. Τα υπόλοιπα είναι απλές δικαιολογίες, κατάλαβες; Εκτός αν δεν πονάει τόσο. Όταν ο πόνος είναι μεγάλος, ο φόβος φεύγει από το παράθυρο» είπε φωνάζοντας. «Το δικό μου όνομα άλλη φορά δεν το χρησιμοποιήσετε. Οι γνωριμίες μου, που τις περισσότερες τις οφείλω στο όνομα της Ρόζας, δεν είναι για τα δόντια της Πηνελόπης με την ανάγωγη συμπεριφορά».

Η γυναίκα σηκώθηκε απότομα και πήρε το τηλέφωνο στα χέρια της.

«Αναστασία μου» είπε.
«Ναι εγώ, Ανδριάνα εσύ; Τι συμβαίνει;»
«Απολύτως τίποτα, υπάρχει μια κυρία που κλείνει ραντεβού με τον γιατρό, κάνοντας χρήση του ονόματός μου και δεν έρχεται ποτέ. Επίσης απ’ ότι μαθαίνω, έχει συμβεί ήδη τρεις τουλάχιστον φορές».
«Το όνομά της;» ρώτησε ευγενικά η γραμματέας του γιατρού.
«Πηνελόπη …»
«Τι ακριβώς θα ήθελες;»
«Να μην της κλείσεις άλλη φορά συνάντηση με τον γιατρό. Εκτός αν αναλαμβάνεις εσύ το κόστος» είπε έχοντας αφήσει τον Μανώλη άλαλο και φέρνοντας την Αναστασία σε δύσκολη θέση.
«Ξέρεις …»
«Μπορείς να χρησιμοποιήσεις μια δικαιολογία, ότι ο γιατρός είναι πολύ απασχολημένος και πες της, ότι έχει κενό για να την δει, έξι μήνες μετά, αν θέλει. Ενημέρωσε εκ μέρους μου σε παρακαλώ πολύ τον γιατρό, ότι η κυρία δεν έχει ασφάλεια ούτε ιδιωτική αλλά ούτε και δημόσια και ας αποφασίσει εκείνος αν θέλει να την εξυπηρετήσει. Όχι όμως για δική μου χάρη. Έγινα κατανοητή;»

Η Αναστασία γέλασε δυνατά. «Θα πρέπει να σε έχει βγάλει εκτός εαυτού για να φτάσεις σε αυτό το σημείο» είπε και η Ανδριάνα της απάντησε «ακριβώς αυτό».

Έκλεισε το τηλέφωνο και στρέφοντας το πρόσωπό της, είδε τον Μανώλη να την κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό.

«Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν και τους καλούς τους φίλους αγάπη μου. Με το δικό μου όνομα και στη δική μου πλάτη, άνθρωπος δεν θα παίξει. Κατάλαβες;» ρώτησε και χωρίς να περιμένει απάντηση προχώρησε προς το υπνοδωμάτιο τους. «Θα αργήσεις στο ραντεβού σου» είπε κι έκλεισε ξωπίσω της την πόρτα.

Ακουμπισμένη στο δροσερό ξύλο της κλειστής πόρτας, άκουγε την ανάσα της. Είχαν αρχίσει να την κουράζουν όλα αυτά, μα καταλάβαινε πως είχε κάνει ένα βήμα. Μικρό μεν αλλά δεν έπαυε να είναι ένα ολόκληρο βήμα. «Μόνο που δεν έχω καιρό μικρά βήματα» σκέφτηκε κι ένοιωσε μέσα της να φουντώνει ο θυμός. Όχι με τους άλλους αλλά με τον εαυτό της.

֍ ֍ ֍ ֍ ֍

Με τον Σπύρο είχαν καιρό να βρεθούν.

«Έλα σπίτι, θα είμαι μόνη» του είπε όταν επικοινώνησε μαζί της. «Μετά τις πέντε όμως γιατί έχω μάθημα».
«Τι μάθημα;» ρώτησε με περιέργεια ο ξάδελφός της.
«Θα σου πω από κοντά» απάντησε βαριεστημένα κι έκλεισε το τηλέφωνο.

Όταν ο Σπύρος έφτασε στο διαμέρισμά της, την βρήκε να διαβάζει.

«Ειλικρινά τώρα τι κάνεις;»
«Αγγλικά»
«Δεν μιλάς σοβαρά!»
«Γιατί παρακαλώ;»
«Διότι τα έχουμε τελειώσει τον προηγούμενο αιώνα αν θυμάσαι κι ακριβολογώ. Έλα τώρα πες μου τι κάνεις κι άσε τις βλακείες».
«Λοιπόν, έχω ξεκινήσει και παρακολουθώ μαθήματα για να φρεσκάρω τη γλώσσα. Τι το παράξενο βρίσκεις σε αυτό;»
«Μάλλον κάτι έχω χάσει».
«Όχι, σε διαβεβαιώνω πως τίποτα δεν έχει αλλάξει. Απλώς κατάλαβα ότι έχω αρχίσει να δυσκολεύομαι, κομπιάζω πώς να στο πω. Τα ξέχασα Σπύρο, ότι αφήνεις σε αφήνει, τόσο απλό».
«Ναι αλλά γιατί τώρα;»
«Σκοπεύω να κάνω αλλαγές στη δουλειά».
«Καινούργιο είναι αυτό;»

Η Ανδριάνα δεν ήθελε να απαντήσει. Για την ακρίβεια δεν είχε αποφασίσει ακόμα και η ίδια τι θα έκανε. Αυτό που ένοιωθε ήταν ότι ο κόσμος άλλαζε κι εκείνη ήθελε να πάει μπροστά, να συναντήσει τα όνειρά της που κάπου τα είχε παραπετάξει. Με τον Σπύρο όμως δεν θα τα κουβέντιαζε. Αυτό ήταν κάτι που το κρατούσε μόνο για τον εαυτό της, για την ώρα τουλάχιστον.

«Καφέ;» τον ρώτησε και χωρίς να περιμένει την απάντησή του, είχε ήδη σερβίρει. «Λοιπόν τι ήταν αυτό το τόσο σημαντικό;» τον ρώτησε.
«Στέλλα, διαζύγιο, δικηγόροι» είπε επιγραμματικά.

Αν μπορούσε η Ανδριάνα, θα το έβαζε στα πόδια. Το τελευταίο πράγμα που είχε ανάγκη, ήταν να ακούσει για άλλη μια φορά το όνομα της Στέλλας. Δεν μπόρεσε όμως, την είχε ανάγκη ο Σπύρος και καταλάβαινε πως όσο πλησίαζαν οι ημέρες για την εκδίκαση της υπόθεσης, τόσο περισσότερο θα χρειαζόταν κοντά του τούς δικούς του ανθρώπους. Ο Σπύρος δεν είχε το σθένος ενός αρσενικού που έπιανε τον ταύρο από τα κέρατα, τουλάχιστον όχι για τον εαυτό του.

«Σε ακούω» είπε και η εξιστόρηση άρχισε με το mail της δικηγόρου της Στέλλας. «Άλλο πάλι και τούτο, εγώ δεν καταλαβαίνω, την ‘’προειδοποίηση’’  της για μη αναίμακτο διαζύγιο και  για ποιο λόγο σας την έστειλε, για να τρομάξετε;»

«Αυτό δεν ήταν τίποτα. Να τις έβλεπες όταν συναντηθήκαμε» είπε σχεδόν γελώντας.
«Βρεθήκατε;»
«Βέβαια, πηγαίναμε για εξωδικαστικό συμβιβασμό αλλά η Στέλλα δεν θέλει να δώσει διαζύγιο».
«Μπορεί;»
«Τώρα πια όχι, βλέπεις έχει πάρει την αγωγή διαζυγίου, έχουν περάσει και τα δυο χρόνια άρα είναι μονόδρομος».
«Τότε δεν υπάρχει θέμα».
«Νομίζεις. Ζητάει να μην βγει το διαζύγιο μέχρι την ενηλικίωση της κόρης μας και τα χρήματα που απαιτεί, δεν βγαίνουν στην άθροιση ότι και να κάνει. Όταν το είπα στην συνάδελφο, μου απάντησε να πάω να βρω άλλη μια δουλειά».
«Μου κάνεις πλάκα;»
«Όχι βέβαια».
«Τι δουλειά δηλαδή; Εδώ δεν βρίσκουν όσοι είναι άνεργοι …»
«Έλα άστο, όλη η κατάσταση είναι γελοία. Η Στέλλα αυτή τη στιγμή που μιλάμε βγάζει περισσότερα χρήματα από εμένα».
«Και τι θα κάνεις, θα ζητήσεις διατροφή;»
«Άσε τις χαζομάρες. Τίποτα απ’ όλα αυτά. Θα ακολουθήσω τη νόμιμη οδό, δεν είναι αυτό όμως το πρόβλημα».
«Αλλά;»
«Το μίσος στα μάτια της Στέλλας έπρεπε να δεις και ίσως εμένα να με θεωρείς υπερβολικό, το ίδιο όμως παρατήρησε και ο δικηγόρος μου κι εγώ αυτή τη γυναίκα την αγάπησα κάποτε. Είμαι πολύ θυμωμένος Ανδριάνα, μα πάρα πολύ κι αυτή τη φορά όχι με την Στέλλα».
«Με εσένα να υποθέσω;»

Ο Σπύρος σηκώθηκε, άναψε ένα τσιγάρο και έφερε μια βόλτα σκεφτικός στο χώρο. Η Ανδριάνα έκλεισε την πόρτα που οδηγούσε στο υπόλοιπο σπίτι.

«Αμάν με αυτό το λιβανιστήρι κάθε φορά» μουρμούρισε.
«Η δικηγόρος της, αναφέρθηκε ότι πληγώνω την Μυρτώ. Αναρωτιέμαι πως είναι δυνατόν να πληγώνεις ένα παιδί, όταν δεν το αφήνουν να σε δει.

Όλοι σας είχατε καταλάβει τι κουμάσι είναι, μόνο εγώ υπήρξα ο βλάκας της υπόθεσης. Αυτό δεν μπορώ να το συγχωρέσω στον εαυτό μου κι όσο περνάει ο καιρός κι απομακρύνομαι από την επήρεια της Στέλλας, τόσο αντιλαμβάνομαι πόσο τιποτένιος άνθρωπος είναι» είπε σχεδόν γαλήνια.

Η Ανδριάνα παρατήρησε για πρώτη ίσως φορά από την ημέρα που η Στέλλα έφυγε από το σπίτι, ότι ο Σπύρος ήταν ήρεμος.

«Τι έχει συμβεί;» τον ρώτησε.
«Θέλω να τελειώνω με αυτή την υπόθεση. Αν μπορούσα να μην ακούσω ξανά το όνομά της θα ήμουν ευτυχισμένος. Όμως  είναι η μητέρα της Μυρτώς, θα την υποστώ, απλώς θέλω να φτιάξω από την αρχή τη ζωή μου».
«Σκέφτεσαι να παντρευτείς;»
«Αν είναι μια καλή σύντροφος, γιατί όχι; Αρκετές απορρίψεις δεν πέρασα στο πλευρό της Στέλλας; Ας ηρεμίσω κι εγώ λίγο, να βρω μια ψυχή που με καταλαβαίνει, όχι μόνο να έχει απαιτήσει αλλά και συναισθήματα».
«Κατάλαβες γιατί δεν θέλει να σου δώσει διαζύγιο;»
«Φυσικά και δυστυχώς, για άλλη μια φορά, είχατε όλοι δίκιο. Η Στέλλα παλεύει να τραβήξει τον χρόνο όσο πιο μακριά γίνεται ελπίζοντας ότι θα πεθάνω για να κληρονομήσει τι; Τον κόπο της μητέρας μου κι εγώ, γι’ αυτή την γυναίκα θα σκότωνα. Πόσο ηλίθιος μπορεί να υπήρξα;»

Η Ανδριάνα δαγκώθηκε.

«Θα έρθεις μάρτυρας στο δικαστήριο; Εσύ ξέρεις όλα τα γεγονότα καλύτερα απ’ όλους, να μην σου πω και καλύτερα από μένα».

Το μυαλό της γυναίκας γύρισε πίσω, στις αρχές του δύο χιλιάδες, την ώρα που ανέβηκε τη σκάλα και άνοιξε την βαριά ξύλινη εξώπορτα της, στο θόρυβο που άκουσε, σε αυτά που είδε, στον τρόμο που έζησε, στις αποφάσεις που αναγκάστηκε να πάρει, στους λυγμούς στο γραφείο της ψυχολόγου της.

«Τι έπαθες και άσπρισες; Είσαι καλά;»
«Ναι βέβαια, έχω πολλές σκοτούρες που γυρνάνε στο κεφάλι μου, μην δίνεις σημασία».
«Δεν μου απάντησες, θα έρθεις για μάρτυρας;»
«Με πολύ μεγάλη μου χαρά, ιδέα δεν έχεις για το πόσο θέλω να σταθώ απέναντι από την Στέλλα στο δικαστήριο» είπε και ο νους της έτρεξε στο φάκελο με την αλληλογραφία που είχαν ανταλλάξει με την Στέλλα και με την παραδοχή της ενοχής της.

Γέλασε.

«Τέτοιο δώρο Σπύρο μου, ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δεν μπορούσες να μου κάνεις» είπε, τον πλησίασε, έσκυψε και τον φίλησε.

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here