Με την άκρη του ματιού της είδε ένα ανάχωμα στην άκρη της Αττικής Οδού. Άφησε το κορμί της να σωριαστεί και μόλις ένοιωσε ότι την αίσθηση του χώματος, αναλύθηκε σε λυγμούς. Τυλίχθηκε σαν το ζώο και άφησε το κλάμα να βγει με ορμή από τα σωθικά της.

«Σας παρακαλώ μην κλαίτε, θα μπορούσατε να έχετε σκοτωθεί» της είπε το αγόρι «λαμαρίνες είναι δεν πειράζει».

Η Ανδριάνα μέσα στα αναφιλητά της προσπαθούσε να ψελλίσει τη δικιά της αγωνία.

«Αν σκότωνα κάποιον; Ένα παιδί, μια οικογένεια, πως έτυχε να μην περνάει αυτοκίνητο; Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό» έλεγε και τα δάκρυα κυλούσαν ασταμάτητα.
«Σας παρακαλώ …»
«Τι θα έλεγα, με συγχωρείτε δεν έφταιγα;»
«Μα δεν φταίγατε» είπε το αγόρι παρατηρώντας την Ανδριάνα που έτρεμε σύγκορμη.

«Έχετε πιεί;» ρώτησε αυστηρά ο αστυνόμος. Η γυναίκα δεν μπορούσε να απαντήσει, κουνούσε μόνο το κεφάλι της σαν χαμένη.
«Έχετε πιεί;» επέμεινε.
«Όχι» κατάφερε να ψελλίσει. Τα χείλια της είχαν σκάσει, πάνω στα ρούχα της και στα μαλλιά της υπήρχαν θρυμματισμένα γυαλιά και σε κάθε κίνηση που έκανε έπεφταν από παντού. Έπρεπε να προσέχει να μην τρυπηθεί και να μην μπουν στα μάτια της.
«Έχετε χτυπήσει;» συνέχισε ο αστυνόμος.
«Όχι, δεν νομίζω» είπε η Ανδριάνα και σηκώθηκε όρθια ψάχνοντας το κορμί της με τις παλάμες της και κουνώντας τον αυχένα της δεξιά κι αριστερά με μαλακές κινήσεις.
«Άδεια, δίπλωμα και φυσήξτε εδώ δυνατά» της είπε και η Ανδριάνα φύσηξε με όσο αέρα είχαν τα πνευμόνια της.
«Τα χαρτιά μου είναι στην τσάντα μου» είπε δείχνοντας το σμπαραλιασμένο αυτοκίνητό της.
«Φέρτε τα πριν το πάρει ο γερανός».

Η κοπέλα κοίταξε με παράπονο τους αστυνομικούς και τους άντρες της Αττικής Οδού. Όλοι γύρω της είχαν σχηματίσει έναν ασφυκτικό κλοιό. Ένοιωθε να πνίγεται ανάμεσα σε αυτούς τους άγνωστους ανθρώπους και οι φωνές τους, σαν σφυριά που της έλιωναν το μυαλό.

«Τα χαρτιά σας παρακαλώ».
«Ναι» είπε και περπάτησε μέχρι το αυτοκίνητο. Οι πόρτες δεν άνοιγαν, μπήκε από το σπασμένο παράθυρο κάνοντας ένα άλμα κι άνοιξε το ντουλαπάκι του συνοδηγού για να πάρει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Η τσάντα της είχε πέσει κάτω από τη θέση. Την σήκωσε και βγήκε προσεκτικά. Κοίταξε το αυτοκίνητό της για τελευταία φορά έντρομη σκαρφαλωμένο σε ένα μικρό δέντρο.

Εκτελούσε τις εντολές των αστυνομικών σαν άψυχη κούκλα. Αυτό που κανένας δεν της είχε πει ήταν ότι το στόμα της έμενε συνέχεια ανοιχτό. Ίσως να μην είχε σημασία, να ήταν φυσιολογικό σε ένα ατύχημα.

«Τρέχατε;» συνέχισε την ‘’ανάκριση’’ ο αστυνομικός.
«Όχι» είπε η Ανδριάνα που συνέχιζε να κλαίει.
«Όχι» απάντησε και ο άγνωστος άνδρας που είχε έρθει με το βαν της Αττικής Οδού. «Την είδαμε από τις κάμερες, δεν έτρεχε καθόλου, μόνο που ξαφνικά το αυτοκίνητο γυρόφερνε σαν να τρελάθηκε» είπε και η Ανδριάνα τον κοίταξε με απορία.
«Από τις κάμερες;» τον ρώτησε αλλά δεν είχε σημασία η απάντηση. Ήθελε να πει σε όλους να την ξυπνήσουν από τον εφιάλτη που έβλεπε, γιατί δεν ήταν δυνατόν να συνέβαιναν αυτά σε εκείνη.

Ξανακάθισε στο ανάχωμα κρατώντας το κεφάλι της απελπισμένη. Φοβόταν αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει και το μόνο που ένοιωθε ήταν το στομάχι της να δένεται κόμπος.

Σήκωσε το κεφάλι της από έναν έντονο βαρύ ήχο. Ο γερανός με αναμμένο το μπλε του φάρο, μόλις είχε φτάσει. Κοίταξε τριγύρω της σαν αποβλακωμένη και έβλεπε μόνο φάρους να αναβοσβήνουν σε διαφορετικά χρώματα. Όλα αυτά τα είχε δημιουργήσει εκείνη;

«Επιτέλους κυρία μαζέψτε το γατί σας» ακούστηκε μια οργισμένη φωνή.
«Δεν έχω γατί» απάντησε.
«Τι λέτε τώρα; Πάρτε το ζωντανό μην το πλακώσει το αμάξι».
«Δεν έχω γατί» συνέχισε να απαντάει ξεψυχισμένα.
«Μήπως δεν θυμόσαστε;» τη ρώτησε το ευγενικό αγόρι.
«Δεν έχω σας λέω, ούτε σκύλο, ούτε γάτα, γιατί δεν με καταλαβαίνετε;»
«Γιατί κοιτάξτε αυτό το γατάκι πως φωνάζει κάτω από το αυτοκίνητό σας».

Η Ανδριάνα κοίταξε το μικρό πλάσμα που νιαούριζε και δεν έφευγε. Ο γερανός μόλις είχε καταφέρει να σηκώσει το αυτοκίνητο στον αέρα με τις δαγκάνες του κι αυτό, φώναζε σαν να ζητούσε να μην το πάρουν. Περίεργα πράγματα …

«Μαζέψτε το ζώο» ούρλιαξε ο άνδρας με το γερανό.
«Δεν είναι δικό μου σας λέω» ανταπόδωσε στον ίδιο τόνο η Ανδριάνα.

Το αγόρι την πλησίασε και γονάτισε κοντά της.

«Μήπως είναι σημάδι;»
«Τι εννοείτε;»
«Μήπως το γατάκι αυτό πρέπει να το πάρετε μαζί σας;» της είπε και της χαμογέλασε.

«Αν δεν έρθετε να μαζέψετε το ζωντανό σας θα το κλωτσήσω» φώναξε ο άντρας με την σκούρα φόρμα.
«Αν το κλωτσήσετε θα σας κάνω μήνυση» απάντησε η Ανδριάνα.
«Πάρτε το γατάκι» επέμεινε το ευγενικό αγόρι «δείτε το πώς κλαίει. Μα είναι παράξενο όλο αυτό».
«Σας παρακαλώ, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή».
«Ίσως όμως …»

Από το βάθος της τσάντας της, ακούστηκε ο ήχος του τηλεφώνου.

«Γύρισες;» ρώτησε η Ρόζα.

Η Ανδριάνα κοίταξε το αγόρι, το ανάχωμα που καθόταν, τις σπασμένες μπάρες της Αττικής Οδού, το αυτοκίνητο της που ανεβάζοντάς το σιγά-σιγά ο γερανός παρατηρούσε ότι είχε μετατραπεί σε μια ακαθόριστη σχεδόν μάζα σιδερικών, το περιπολικό, το βαν και το γερανό, τα φώτα που αναβόσβηναν, τους άντρες τριγύρω της και τα θρύψαλα που ήταν καρφωμένα στο παντελόνι της.

«Όχι ακόμα γιατί έχω πάθει μια βλάβη με το αυτοκίνητο στην είσοδο της Αττικής Οδού» απάντησε ψύχραιμα.
«Βλάβη ή ατύχημα;» τσίριξε η θεία της.
«Πως σου ήρθε αυτό τώρα; Άσε με να ξεμπλέξω εδώ που είμαι γιατί δεν καταλαβαίνω κι από αυτοκίνητα» προσπάθησε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.
«Εμένα μην με περνάς για ηλίθια, μάνα είμαι, έχεις τρακάρει! Ναι, αυτό είναι και δεν το λες. Θα πάρω τον …»
«Κανέναν δεν θα πάρεις, το αυτοκίνητο έχει μηχανική βλάβη και θα επιστρέψω με την οδική βοήθεια στην Αθήνα για να πάμε κατευθείαν στο συνεργείο» συνέχισε η Ανδριάνα.
«Ορκίσου».
«Ειλικρινά δεν αντέχω τις βλακείες σου, μόλις τακτοποιήσω τα πάντα θα έρθω σπίτι σου να δεις ότι είμαι μια χαρά. Ρόζα σε παρακαλώ, δεν μπορώ τώρα, λυπήσου με».
«Αν δεν έρθεις, θα έρθω εγώ και δεν με ενδιαφέρει ούτε ο Μανώλης, ούτε κανείς. Κατάλαβες;» είπε και της έκλεισε το τηλέφωνο. Η Ρόζα δεν ήταν θυμωμένη, τρομαγμένη ήταν.

Η Ανδριάνα αναστέναξε.

«Θα ήταν καλό να ενημερώσετε κάποιον δικό σας» συνέχισε το ευγενικό αγόρι, «ξέρετε, το σοκ εμφανίζεται αργότερα».
«Μα θα πρέπει να πάω με τον γερανό»
«Ναι αλλά ας είναι κάποιος κοντά σας, ακούστε με θα νοιώσετε κι εσείς καλύτερα. Θα ήθελα να σας πω κάτι αν μου επιτρέπετε…».

Η κοπέλα τον κοίταξε με απορία.

«Το αυτοκίνητό σας δεν είναι παλιό σωστά;»
«Ναι».
«Έχετε κάνει όλα τα service;»
«Βέβαια και μόνο σε εξουσιοδοτημένα συνεργεία. Δεν καταλαβαίνω;»
«Οι αερόσακοι όμως δεν άνοιξαν, θα μπορούσατε να έχετε σκοτωθεί. Ευτυχώς που φορούσατε τη ζώνη, αυτή σας έσωσε».
«Τι θέλετε να μου πείτε;»
«Από τις κάμερες είδαμε ότι δεν τρέχατε, και το κοντέρ σας είναι σταματημένο στα 90 χιλιόμετρα. Χωρίς να είμαι δικηγόρος, θα σας πρότεινα να το κυνηγήσετε».
«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείται;»
«Την κατασκευάστρια εταιρία, να απευθυνθείτε σε έναν δικηγόρο. Όλο αυτό που έγινε σήμερα δεν δικαιολογείται!» είπε.
«Δεν λέτε που δεν έχω σκοτώσει άνθρωπο; Που εγώ είμαι μια χαρά, να βάλω κι άλλα πάνω στο κεφάλι μου. Θα το πληρώσει η ασφαλιστική, αυτά τα έχω τακτοποιήσει» είπε η Ανδριάνα.
«Με συγχωρείτε που επεμβαίνω, αλλά πως έγινε το ατύχημα. Εμείς ξαφνικά είδαμε το αυτοκίνητο να αλλάζει πορεία και να …»
«Δεν τα θυμάμαι όλα. Θυμάμαι την αρχή και μετά τους ήχους και τα ουρλιαχτά μου. Πρέπει να ούρλιαζα και ένα λευκό πανί σαν να είχε πέσει μπροστά στα μάτια μου».
«Αντίδραση του εγκεφάλου είναι για να μην καταγράψει τις πληροφορίες, πείτε μου όμως».
«Στην κορυφή της στροφής αισθάνθηκα το αυτοκίνητο να φεύγει από μόνο του αριστερά. Δεν έτρεχα και δεν φοβήθηκα, προσπάθησα να σταθεροποιήσω το τιμόνι και τότε ένοιωσα ότι κλείδωσε και το αυτοκίνητο έμεινε ακυβέρνητο. Θυμάμαι μόνο ότι χτύπησα στο αριστερό τοιχίο και αμέσως μετά ένοιωσα να εκσφενδονίζομαι. Από εκεί και πέρα άκουγα μόνο ήχους από λαμαρίνες και τα ουρλιαχτά μου. Άνοιξα τα μάτια όταν έπαψαν οι κρότοι και διαπίστωσα ότι αιωρούμαι. Τα γυαλιά ηλίου μου είχαν στραβώσει χωρίς να σπάσουν, τζάμια δεν υπήρχαν πουθενά στο αυτοκίνητο και προσπάθησα να ανοίξω την πόρτα του οδηγού. Δεν άνοιγε. Κοίταξα καλύτερα και συνειδητοποίησα ότι βρίσκομαι κάπου ψηλά. Τρόμαξα …».
«Στο τελευταίο χτύπημα βρεθήκατε στο αέρα και το αυτοκίνητο  ‘’προσγειώθηκε’’ πάνω σε εκείνο το δέντρο. Για καλή σας τύχη ήταν κοντό και λόγο ύψους, σας έκοψε την τρελή πορεία, διαφορετικά αν ήταν λίγο πιο ψηλό, θα καρφωνόσαστε πάνω στο δέντρο και τότε μάλλον … ».
«Όλα αυτή τη ζημιά την έχω κάνει εγώ;» ρώτησε έντρομη η Ανδριάνα και το αγόρι έγνευσε καταφατικά με το κεφάλι του. «Πόσα κομμάτια από την μπαριέρα λείπουν;»
«Επτά, μεγάλη η ζημιά αλλά αυτό δεν μας νοιάζει είπαμε. Έχετε φύλακα άγγελο, δεν εξηγείται αυτό το ατύχημα διαφορετικά».
«Τι εννοείτε;»
«Να πάτε να ανάψετε ένα κερί. Θα μπορούσατε να έχετε …»
«Μην το πείτε, μέσα στο κεφάλι μου γυρνάνε σκέψεις που με τρομάζουν. Αυτά δεν συμβαίνουν στην πραγματική ζωή, μόνο σε ταινίες».
«Πιστέψτε με, συμβαίνουν καθημερινά».
«Κι εσείς τα βλέπετε;»
«Αυτή είναι η δουλειά μου. Θέλετε να μάθετε τι έγινε και βρεθήκατε πάνω στο δέντρο;»

Η Ανδριάνα κούνησε το κεφάλι της.

«Με το που χτυπήσατε αριστερά, το αυτοκίνητο έφυγε διαγώνια δεξιά και έσκασε πάνω στην μπαριέρα. Από εκεί και πέρα ξεκίνησε να γυρνάει στο οδόστρωμα και να χτυπάει από άλλη πλευρά. Δεν ξέρω πόσες φορές έγινε. Όταν μας έστειλαν σήμα ήμουν σίγουρος ότι δεν θα σας βρίσκαμε ζωντανή. Το αυτοκίνητό σας έχει καταστραφεί ολοσχερώς. Έχουν σπάσει οι κολώνες, τα τζάμια όλα έχουν θρυμματιστεί, έχει μπει μέσα από όλες τις πλευρές και δεν έχει πάθει τίποτα η καμπίνα του οδηγού. Είναι ανέπαφη και μετά μου λέτε ότι δεν έχετε προστάτη άγγελο πάνω από το κεφάλι σας;»

«Πως είναι δυνατόν να μην περνούσε αυτοκίνητο εκείνη την ώρα; Πως δεν σκότωσα άνθρωπο, παιδί, οικογένεια;»

«Να πάτε σε έναν καλό δικηγόρο και να ανάψετε ένα κερί και να θυμάστε πως όλα είναι για εμάς και όχι για τις ταινίες, ρωτήστε τι βλέπουμε καθημερινά» είπε, έκανε μεταβολή κι έφυγε.

Ο Μανώλης πρέπει να έφτασε ‘’πετώντας’’.

«Δεν καταλαβαίνω που βρίσκεσαι» της είχε πει προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει αυτά που του έλεγε όταν τον ειδοποίησε.

«Στην είσοδο της Αττικής Οδού, με κατεύθυνση προς Αθήνα, θα δεις φασαρία αλλά μην τρομάξεις δεν έχω πάθει τίποτα και προς Θεού να μην μάθεις κανείς τίποτα και ειδικά η Ρόζα».
«Πάρε τηλέφωνο τον χειρούργο σου» φώναξε από την άλλη άκρη της γραμμής.
«Μα δεν έχω τίποτα, ούτε μια αμυχή».
«Αυτό που σου είπα Ανδριάνα» ούρλιαξε και της έκλεισε το τηλέφωνο κατάμουτρα και τώρα, να που στεκόταν μπροστά της αποσβολωμένος.

«Μανώλη, Μανώλη» φώναζε η κοπέλα προσπαθώντας να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα.

Ο άνδρας είχε ασπρίσει και κοιτούσε με απόγνωση το αυτοκίνητο που αιωρείτο σαν εκκρεμές. Τα χέρια του και το κορμί του έδιναν την αίσθηση ότι είχε μαρμαρώσει. Καμία σύσπαση δεν υπήρξε στο πρόσωπό του. Η Ανδριάνα, κάνοντας προσεκτικές κινήσεις, σηκώθηκε από το λοφίσκο που καθόταν με το σκληρό χώμα και τον πήρε αγκαλιά.

«Κανονικά εσύ θα έπρεπε να με πάρεις αγκαλιά» του είπε προσπαθώντας να δημιουργήσει ένα πιο ανάλαφρο κλίμα.
«Μίλησες με το γιατρό;» ψέλλισε ο άντρας χωρίς να μπορεί να τραβήξει το βλέμμα του από την άμορφη μάζα των σιδερικών.
«Με έβαλε να κάνω κάτι ασκήσεις μέσα στη μέση του δρόμου. Δεν μου φτάνουν αυτά που ζω, κάνω και ό,τι βλακείες σου έρχονται».
«Τι είπε;» ρώτησε με αγωνία.
«Μανώλη σύνελθε. Διάγνωση δεν γίνεται από το τηλέφωνο, για την ώρα δεν κινδυνεύω, θα πάμε όμως από εκεί για καλό και για κακό. Μπορεί να υπάρχει κάτι εσωτερικά και να μην φαίνεται αν και δεν νομίζω».
«Και από πού το συμπεραίνεις αυτό;»
«Δεν χτύπησα πουθενά Μανώλη, είναι σαν μην με άγγιξε τίποτα, αν είναι δυνατόν».
«Θα έρθεις μαζί μου και θα οδηγήσεις εσύ» είπε ο άνδρας αποφασιστικά.
«Γιατί;»
«Γιατί αν δεν οδηγήσεις αμέσως τότε δεν θα ξαναπιάσεις τιμόνι στα χέρια σου. Έτσι γίνεται κι έτσι ξεπερνιέται».

«Λυπάμαι αλλά η κυρία θα έρθει μαζί μου, είναι υποχρεωτικό, εσείς πάρτε το γατάκι σας» είπε ο οδηγός του γερανού δείχνοντας προς την μεριά του ζώου.

«Μα δεν έχουμε γατί» είπε ο Μανώλης.

«Καιρός να αποκτήσετε» απάντησε καλόκαρδα, δείχνοντας το κατάμαυρο ζωάκι που είχε σηκωθεί στα πίσω του πόδια και με τα μπροστινά, έκανε κινήσεις σαν να προσπαθούσε να ‘’τσακώσει’’ το αυτοκίνητο.

«Ανδριάνα τι έχεις μέσα στο αυτοκίνητο;»
«Τι εννοείς;»
«Έχεις κάτι που …»
«Καλαμάκια από τον Ισθμό αλλά δεν προλάβαινα να τα φάω».
«Γι’ αυτό αγάπη μου νιαουρίζει το μικρό» είπε ο Μανώλης «πεινάει». Γέλασαν όλοι.

Μέσα από τις φυλλωσιές εμφανίστηκε μια γυναίκα. Ήταν η ίδια που είχε δώσει στην Ανδριάνα ένα μπουκάλι με νερό.

«Δεν πεινάει, έτσι κάνει όλη την ημέρα. Είναι ο ‘’φαγάνας’’ μας» είπε και τον πήρε αγκαλιά.
«Σας ευχαριστώ για το νερό» είπε η Ανδριάνα.
«Να ‘σαι καλά κοπελιά και να ‘χεις καλό ριζικό» απάντησε η γυναίκα παίρνοντας τον ‘’Φαγάνα’’ αγκαλιά. «Ώρα καλή» ευχήθηκε κι εξαφανίστηκε μαζί με το γατί μέσα στις φυλλωσιές.

Ο Μανώλης κοιτούσε και δεν πίστευε στα μάτια του. «Τι;» προσπάθησε να ρωτήσει αλλά τον διέκοψε ο οδηγός του γερανού.

«Είναι από τον καταυλισμό, μην ανησυχείτε».
«Έχει εδώ καταυλισμό;» ρώτησε κοιτώντας κατά την κατεύθυνση που είχε πάρει η άγνωστη γυναίκα.
«Ναι αλλά δεν φαίνεται από το δρόμο, ελάτε πάμε, η κυρία θα έρθει υποχρεωτικά μαζί μου κι εσείς αν θέλετε μας ακολουθείτε» είπε και σκαρφάλωσε στη θέση του.

Ο Μανώλης βοήθησε την Ανδριάνα να ανέβει στη θέση του συνοδηγού.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε και η κοπέλα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Μην ανησυχείς, θα βρίσκομαι μόνο λίγα μέτρα πίσω από εσένα» είπε και της χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο. «Είμαστε μαζί, εντάξει;» είπε και μπήκε στο αυτοκίνητό του.

Στη διαδρομή για την Αθήνα στα όρια του νομού αναγκάστηκαν να αλλάξουν οδηγό.

«Ο κάθε ένας από εμάς εξυπηρετεί μέχρι τα όρια του νομού, μετά αναλαμβάνει άλλος οδηγός» εξήγησε στην Ανδριάνα που επαναλάμβανε την συνομιλία της στον Μανώλη.

«Κάνω καινούργιες γνωριμίες σήμερα» είπε προσπαθώντας να καταπνίξει τα συναισθήματά της και συμπλήρωσε, «σταμάτα να ανησυχείς, με αγχώνεις περισσότερο» και πριν προλάβει να κλείσει το τηλέφωνο, το κουδούνισμα από το κινητό, της δημιούργησε νέα ταραχή. Τα νεύρα της δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Αναμενόμενο.

«Επιστρέφουμε Ρόζα, θα αφήσουμε το αυτοκίνητο και θα πάμε σπίτι» είπε όσο πιο ανάλαφρα μπορούσε.
«Βγήκε το όνειρο έτσι;» ρώτησε η θεία της.
«Ποιο όνειρο;» αναρωτήθηκε μέσα στη θολούρα της η Ανδριάνα.
«Με τον παππού σου».
«Μην με μπλέκεις με τα όνειρα Ρόζα, είμαι τόσο κουρασμένη, μια δουλειά ήρθα να κάνω και ήρθαν τα πάνω κάτω».
«Τράκαρες, εσύ θα προσπαθήσεις να μου το κρύψεις αλλά εγώ Ανδριάνα το ξέρω. Έλα το πρωί να μιλήσουμε σαν άνθρωποι, μην ταράζεσαι άλλο».
«Μα δεν τράκαρα!» φώναξε η κοπέλα.
«Στη Ρόζα ψέματα δεν λένε» είπε η θεία της και έκλεισε το τηλέφωνο.

Άφησαν το αυτοκίνητο στο μεγάλο προαύλιο της αντιπροσωπείας.

«Θα σας ενημερώσει ο πραγματογνώμονας πότε ακριβώς θα έρθει» της είπε ο οδηγός, χαιρέτησε ευγενικά κι έφυγε.

Η Ανδριάνα είχε ζητήσει να παραμείνουν στο χώρο για να αδειάσει το αυτοκίνητό της από τα προσωπικά της αντικείμενα.

Από το σπασμένο παράθυρο του συνοδηγού άνοιξε το ντουλαπάκι και το άδειασε. Αυτό που την ενδιέφερε περισσότερο ήταν μια μικρή πάνινη πασχαλίτσα.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Μανώλης.
«Μου την είχε χαρίσει η μητέρα μου ένα Πάσχα. Για κάποιο λόγο ήθελα να την έχω πάντα μαζί μου» είπε και τη σφάλισε μέσα στην παλάμη της.

Έφτασαν στο σπίτι και ο Μανώλης της ζήτησε να τον ακολουθήσει στο μπάνιο.

«Θα φέρω μια σακούλα για να πετάξουμε τα ρούχα. Δεν θέλω να τα δω άλλη φορά μπροστά μου και θα σε βοηθήσω εγώ να κάνεις μπάνιο. Θέλω να βεβαιωθώ ότι είσαι καλά. Σήμερα μωρό μου νόμισα ότι θα σε έχανα» είπε και η Ανδριάνα αφέθηκε στα χέρια του.

Μόλις ένοιωσε το ζεστό νερό να τρέχει επάνω της, από τα μάτια της άρχισαν να κυλούν βουβά δάκρυα μεγάλα σαν χάντρες.

«Κλάψε όσο θέλεις, εγώ είμαι εδώ και πες μου τι θέλεις να σου φτιάξω».
«Ένα φλιτζάνι με ζεστό νερό και μέλι».
«Τι είναι αυτό τώρα; Δεν θα φας τίποτα; Λίγα μακαρόνια έστω;»
«Σε παρακαλώ» είπε μόνο και το ύφος της τα έλεγε όλα.

Το βράδυ οι εφιάλτες την έκαναν να πετάγεται κάθε τόσο από το κρεβάτι. Σηκώθηκε περπατώντας στα δάχτυλα των ποδιών της. Ήθελε να βγει έξω, να φέρει μια γύρα το τετράγωνο, να αναπνεύσει τον δροσερό αέρα της νύχτας.

Φόρεσε τη φόρμα της, πήρε τα κλειδιά από την τσάντα της και το κινητό της. Άφησε ένα σημείωμα στο Μανώλη για να μην ανησυχήσει στην περίπτωση που ξυπνούσε και δεν την έβρισκε δίπλα του. Έκλεισε την εξώπορτα με πολύ αργές κινήσεις και κατέβηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας με τα πόδια.

Άνοιξε την πόρτα και κάνοντας ένα βήμα είδε κάτι να γυαλίζει μπροστά από το παπούτσι της. Άπλωσε το χέρι της, το πήρε και το έκρυψε στην τσέπη της.

Με το κεφάλι κατεβασμένο έφερε μια γύρα το τετράγωνο. Η σιγαλιά της νύχτας και οι άγνωστες φιγούρες την τρόμαξαν. Θυμήθηκε τότε που ήταν μικρή που τίποτα δεν την αγρίευε στην πόλη. Κίνδυνος δεν υπήρχε, άλλα τα χρόνια τότε …

Γύρισε πίσω και αυτή τη φορά ανέβηκε τις σκάλες. Ίσως είχε ανάγκη να κουράσει το σώμα της για να μπορέσει ν’ ακολουθήσει και το μυαλό. Να χαλαρώσει και να κοιμηθεί.

Άνοιξε την πόρτα όσο πιο σιγά μπορούσε. Έβγαλε τα παπούτσια της και κρυφοκοίταξε στο δωμάτιο. Ο Μανώλης κοιμόταν του καλού καιρού. Πήρε το σημείωμα και το πέταξε. Έβρασε λίγο νερό και γέμισε μια κούπα. Την χαλάρωνε το βραστό νερό, χαμογέλασε, συνήθεια της μητέρας της.

Γύρισε στο σαλόνι και ξάπλωσε στον καναπέ. Άνοιξε την τηλεόραση. «Βλακείες» μονολόγησε και την έκλεισε, ταυτόχρονα θυμήθηκε αυτό που μάζεψε από το δρόμο. «Μα τι τσέπωσα η τρελή μέσα στη νύχτα;» αναρωτήθηκε και έπιασε με τα δάχτυλα της ένα μικρό μεταλλικό αντικείμενο. Τον κοίταξε καλά και είδε ότι είχε κάτι χαραγμένο.

Άναψε το φως αλλά και πάλι χρειαζόταν βοήθεια. Πήρε το μεγεθυντικό φακό και αναρωτήθηκε αν είχε αρχίσει να τα χάνει. Στα χέρια της κρατούσε μια ασημένια εικόνα στο μέγεθος ενός κοντοκομμένου νυχιού. Από την μια πλευρά ήταν ξεκάθαρα η Παναγία με τον Χριστό και από την άλλη, αχ δεν έβλεπε. Στάθηκε ακριβώς κάτω από το φως και ξανακοίταξε. Μια φιγούρα με ένα μωρό στην πλάτη και έγραφε Άγιος Χριστόφορος; Καλά έβλεπε και τι σήμαινε αυτό δεν είχε ιδέα.

Πληκτρολόγησε στο διαδίκτυο ‘’Άγιος Χριστόφορος’’ και μόλις διάβασε ότι ήταν ο προστάτης των οδηγώ και των ταξιδιωτών αναφώνησε δυνατά «Παναγίτσα μου».

Η πόρτα του σαλονιού άνοιξε ξαφνικά και ο Μανώλης άρχισε να ρωτάει «τι συμβαίνει;»

«Αυτό εδώ είναι η ταυτότητά του» είπε με φωνή που έτρεμε η Ανδριάνα.
«Ποιανού;»
«Του προστάτη μου» απάντησε και του έδειξε την ασημένια εικόνα.
«Που την βρήκες;» ρώτησε και η κοπέλα του εξήγησε.

«Δεν είναι δυνατόν, είσαι σίγουρη;»
«Λες να τρελάθηκα Μανώλη; Είμαι σίγουρη ότι ήρθε και μου άφησε την ταυτότητά του».
«Ο Άγιος Χριστόφορος;»
«Ο φύλακας άγγελός μου, ο προστάτης μου» ψέλλισε.
«Μα εσύ δεν πιστεύεις…»

Η Ανδριάνα σωριάστηκε στον καναπέ. Το ακαταλαβίστικο αυτό ατύχημα, το όνειρο της Ρόζας, το νεαρό αγόρι που της ζητούσε να ανάψει ένα κερί, η εικόνα που βρήκε στην είσοδο της πολυκατοικίας, ήταν πολλά αυτά που της συνέβησαν μέσα σε λίγες ώρες!

«Σήμερα ή θα τρελαθώ ή θα πάρω τα βουνά» είπε και τύλιξε τα χέρια της γύρω από τα γόνατά της κρατώντας την εικόνα σφιχτά στα χέρια της και αφέθηκε να κουνάει το σώμα της πέρα-δώθε. Δεν ήξερε καν που βρισκόταν …

 

 

~συνεχίζεται~

 

(φωτογραφία κειμένου: https://gr.pinterest.com/pin/148478118952641846/)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here