«Ήταν τόσο διαφορετικά όλα φέτος, που σχεδόν τα έχασα» είπε η Ανδριάνα διορθώνοντας το λαιμό στη ζιβάγκο μπλούζα της. «Δεν περίμενα ότι μπορούσαν τα Χριστούγεννα να είναι τόσο όμορφα» συμπλήρωσε με ενθουσιασμό.
«Μου αρέσει αυτό που φοράς» σχολίασε η Ρόζα πλησιάζοντας πιο κοντά κι ακουμπώντας το πουλόβερ της. «Μου θυμίζεις την Audrey Hepburn» είπε και της χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο.
«Ειδικά ο λαιμός μου» απάντησε η Ανδριάνα περιπαίζοντας τον εαυτό της.
«Τι είπες;»
«Ο λαιμός λέω, η Audrey δεν χρειαζόταν να διπλώσει το λαιμό από το ζιβάγκο, σαν κύκνος ήταν, εμείς όμως …»
«Κρύβει τις ατέλειες και τη χαλάρωση καθώς μεγαλώνουμε» απάντησε η θεία της.

Η Ρόζα προχωρούσε προς το μεγάλο σαλόνι που ήταν γεμάτο από Αλεξανδρινούς και χριστουγεννιάτικα στολίδια, διασχίζοντας την τραπεζαρία. Η Ανδριάνα άφησε έναν ανεπαίσθητο αναστεναγμό και το μεγάλο της χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της.

«Ξέρεις τι, θα ήθελα να κουρνιάσουμε δίπλα στο τζάκι μπροστά από την κουζίνα» είπε στη θεία της χαϊδεύοντας με τα δάχτυλά της το λινό λευκό τραπεζομάντηλο «σαν τον παλιό καιρό».

«Μόνο που αγάπη μου, τίποτα δεν είναι όπως παλιά, ούτε εμείς οι ίδιοι. Μέσα» συμπλήρωσε με ύφος συνωμοτικό η Ρόζα, «δεν μπορούμε να πούμε τα δικά μας, καταλαβαίνεις» είπε, «δεν θέλω να τα ξέρει όλα η Γαρυφαλλιά και η Ολυμπία, συμφωνώ, μια οικογένεια είμαστε όλοι όσοι ζούμε σε αυτό το σπίτι αλλά υπάρχουν και όρια».

«Προχώρα εσύ κι εγώ θα φέρω καφέ».

«Την κανάτα και τις μεγάλες κούπες, άσε τα φλιτζάνια στην άκρη, βαριέμαι» είπε κι έκατσε στην γνωστή της θέση, ξετυλίγοντας την σομόν ζεστή πασμίνα της, δώρο του κυρίου Νικολάου, με αργές κινήσεις.

«Θα στην περάσω εγώ από τους ώμους» ακούστηκε η φωνή της Ανδριάνας «μόνο κάτσε πρώτα να αφήσω τον δίσκο» είπε.

«Αμάν με αυτή την πουτίγκα» γκρίνιαξε η Ρόζα μόλις είδε τα πιάτα, «σαν μπαούλο θα γίνεις».

«Για σένα έχει τυρόπιτα με κρέμα μπεσαμέλ. Ειλικρινά τώρα που τις θυμήθηκες όλες αυτές τις συνταγές;»

«Ήθελα να θυμηθούμε τα παλιά πριν αρχίσουν οι αλλαγές στη ζωή μας …» είπε με νόημα κρατώντας τη κούπα με τον καφέ στα χέρια της.

«Δηλαδή;» ρώτησε με ενδιαφέρον η Ανδριάνα.

Η Ρόζα για λίγο δεν μίλησε.

«Δεν παρατήρησες τίποτα διαφορετικό από τις προηγούμενες χρονιές;» ρώτησε την ανιψιά της.

«Αν εξαιρέσεις ότι ανάμεσά μας ήταν η οικογένεια του κυρίου Νικολάου, ο Μανώλης …» σκέφτηκε λίγο και ανασήκωσε τους ώμους. «Τι προσπαθείς να μου πεις;» ρώτησε τη θεία της.

«Ο Γρηγόρης με την οικογένειά του έλειπαν».

«Είχαν πάει στο σπίτι της Φαίδρας» απάντησε με φυσικότητα η Ανδριάνα.

«Η Μυρτώ ακολούθησε τη μητέρα της, ο Μανώλης εσένα κι εγώ απασχόλησα το μυαλό μου με το πώς θα ευχαριστήσω τον Σταύρο. Ο δε Σπύρος, ακολούθησε κατά γράμμα την εντολή μου».

«Ποια εντολή;»

«Αν έβαζε έστω και μια σταγόνα αλκοόλ στο στόμα του, θα έφευγε από την πίσω πόρτα της κουζίνας χωρίς δεύτερη κουβέντα» απάντησε η Ρόζα σφίγγοντας τα χείλη της.

«Ρόζα …»

«Αρκετά ασχολήθηκα Ανδριάνα με όλους σας, τώρα ήρθε η δικιά μου ώρα και ίσως για πρώτη φορά στη ζωή μου τόσο συνειδητά» απάντησε και τέντωσε περήφανα την πλάτη της.

«Τι εννοείς;»

Η Ρόζα έγειρε το κορμί της μπροστά, προς το τζάκι, σαν να ήθελε οι λέξεις να μείνουν εκεί και να μην απομακρυνθούν.

«Ας  πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή γιατί υποθέτω ότι κάτι σου έχει ξεφύγει» είπε στην ανιψιά της και η Ανδριάνα ζάρωσε ελαφρώς το μέτωπό της. «Θυμάσαι που ‘’κρυβόσουν’’ σε κάθε οικογενειακό τραπέζι;»

Η Ανδριάνα κούνησε καταφατικά το κεφάλι, «στην κουζίνα» είπε.

«Ναι, στην κουζίνα παρέα με την Ολυμπία να πλένεις πιάτα και να τρίβεις ταψιά. Γλύτωνες από αυτά που φοβόσουν ή που σε βάραιναν και δεν μπορούσες να αλλάξεις. Από τις ιστορίες των άλλων που κρέμασες στην ψυχή σου σαν σιδερένιες μπάλες κι έγινες ‘’κρατούμενη’’ του ίδιου σου του εαυτού. Φέτος γιατί δεν κρύφτηκες; Ποια δικαιολογία έχεις; Μήπως ότι ο Μανώλης ήταν μαζί μας;» ρώτησε και περίμενε παίζοντας με τα δαχτυλίδια της μέχρι να απαντήσει η ανιψιά της.

«Όχι».

«Τότε; Πες μου, εξήγησέ μου, θέλω να ακούσω την αλήθεια σου Ανδριάνα» την παρότρυνε η Ρόζα.

Η Ανδριάνα δάγκωσε το κάτω χείλος της και ήπιε νευρικά μια γουλιά από τον καφέ της.

«Ένοιωσα ξέγνοιαστη» απάντησε.

«Αυτό το κατάλαβα, παρακάτω όμως;»

Η Ανδριάνα σκάλιζε το τζάκι και οι φλόγες από την φωτιά αντιφέγγιζαν στον πρόσωπό της.

«Ξεφορτωθήκαμε τα εσωτερικά μας σκουλήκια» απάντησε.

«Τώρα αρχίζεις και μιλάς σωστά» αποκρίθηκε η θεία της.

«Ρόζα είναι η οικογένειά σου αλλά και η δικιά μου οικογένεια συνάμα και δεν ξέρω πώς να στο πω …»

«Να έχεις το θάρρος της γνώμης σου και να αφήσεις τα τερτίπια σε εμένα».

Η ανάσα της Ανδριάνας βγήκε με φόρα από τα πνευμόνια της, κοίταξε την θεία της στα μάτια κι έκατσε ξανά στη θέση της. Σηκώθηκε πάλι με μια απότομη κίνηση, «να ανάψουμε τα φώτα, βράδιασε» είπε και βολεύτηκε στην μπερζέρα ακριβώς απέναντι από τη Ρόζα.

«Με τον Μανώλη» ξεκίνησε να λέει «υπήρξε ένταση πριν φτάσουμε στο λόφο. Για την ακρίβεια είχα αρχίσει να αντιδρώ στη σκέψη και μόνο του Χριστουγεννιάτικου τραπεζιού.

Μην με παρεξηγήσεις αλλά όλη μου τη ζωή έμαθα να προσποιούμαι για να αποφεύγω τις συναισθηματικές ‘’λακκούβες με τα λασπόνερα’’ και παρίστανα πάντα την ξέγνοιαστη».

Η Ρόζα δεν μίλησε μόνο κούνησε το κεφάλι της κάνοντας τη μπούκλα της να αναπηδήσει για άλλη μια φορά στο μέτωπό της. Η Ανδριάνα συνέχισε.

«Έπαιρνα θάρρος για να ανέβω στο σπίτι στο λόφο ή για να κατεβείτε εσείς στο πατρικό μου όποτε μαζευόταν αντάμα όλη η οικογένεια.

Μυστικά, έριδες, κρυφές κι άνευ λόγου αντιζηλίες, άντρες που αρπαζόταν διακριτικά μεν, σαν τα κοκόρια δε, κρυμμένα πίσω από ευγενικά χαμόγελα και πουδραρισμένες μύτες. Συναισθήματα κρυμμένα κάτω από το χαλάκι της εξώπορτας, λες κι αν τα αφήναμε εκεί θα τα ξεχνάγαμε. Αυτά όμως, μέρα με τη μέρα και χρόνο με τον χρόνο γιγαντώνονταν κι εμείς Ρόζα μου κάναμε τι;»

Η θεία της δεν απάντησε, μόνο ανοιγόκλεισε ήρεμα τα ματοτσίνορά της.

«Δεν απαντάς, ωραία λοιπόν θα σου πω εγώ. Τρίβαμε ασημικά, πλέναμε τα κρύσταλλα με προσοχή και μετράγαμε τα ασημένια μαχαιροπίρουνα να μην λείπει κανένα. Τα σκουπίδια δεν τα πετάγαμε από το σπίτι μην τυχόν και είχαμε χάσει ένα κουτάλι του γλυκού ή ένα πιρούνι του φρούτου.

Τα ωραιότερα χρόνια μου Ρόζα τα έχω ζήσει εδώ μαζί σας και με τους γονείς μου ως παιδί. Μετά όμως …».

«Μετά από τι;» ρώτησε η θεία της.

«Μετά τα παντρολογήματα και τα νυφοπάζαρα. Τις γεννήσεις των παιδιών …»

«Ανδριάνα, όταν η οικογένεια απλώνει και μπαίνουν καινούργια πρόσωπα, δεν είναι απαραίτητο να φέρνουν μαζί τους και χαρά. Ο κάθε ένας κουβαλάει και καταθέτει κάτι από τα δικά του συναισθηματικά αποθέματα» είπε «ό,τι κι αν σημαίνει αυτό».

«Όταν κατάλαβα ότι η Δήμητρα δεν θα είναι στο σπίτι, έφυγε μια πλάκα βάρους από πάνω μου. Ξέρω, σου λείπει ο Γρηγόρης και η Φαίδρα …».

«Όπως ακριβώς το είπες, ο γιός μου και η εγγονή μου κι όχι όλο το ασκέρι που κουβαλάει η φαμελιά του».

«Ναι, αυτό ακριβώς είχαμε γίνει, ένα μπουλούκι κενών συναισθηματικά ανθρώπων. Το μόνο που μας δένει είναι η ίδια ρίζα, το ίδιο αίμα και η ιστορία σταματάει εκεί.

Η απουσία της Στέλλας ήταν η μεγαλύτερη λύτρωση απ’ όλα. Αυτό το στρυφνό πρόσωπο με το ζηλόφθονο βλέμμα, την αγωνία να της πετύχει η πάστα-φλώρα και η μανιταρόσουπα, γιατί δεν είχε και τίποτα άλλο να προσφέρει, με έκαναν να παρακαλέσω την ημέρα της γέννησης του Χριστού, για την δικιά της εξαφάνιση από προσώπου γης.

Η Μυρτώ έχει ταχθεί στο πλευρό της μητέρας της και δεν την κατηγορώ. Μήπως κι εγώ το ίδιο δεν έκανα; Εσύ ποιανού τα χούγια κουβαλάς νομίζεις; Στην αρχή η σκέψη αυτή με πλήγωνε μα στο τέλος την αποδέχθηκα. Έχω μια ανιψιά που δεν θα πάρει να πει ούτε ένα ευχαριστώ. Έχω μια ανιψιά που την αγάπησα όσο ποτέ της δεν κατάλαβε και δεν θα καταλάβει ποτέ Ρόζα, μα ούτε θα την αφήσει η Στέλλα να θυμηθεί όλα όσα έκανα για αυτό το κοριτσάκι.

Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Κάκιωσα, θέλησα να της μιλήσω μα στο τέλος αποφάσισα ότι όσοι σπόροι φυτευτήκαν από τη δικιά μας οικογένεια μέσα της, κάποτε θα αποδώσουν καρπούς. Ίσως τότε καταφέρει να θυμηθεί, να αναπολήσει και να βελτιώσει τη ζωή της».

«Μην γελιέσαι, αν δεν σταθείς διακριτικά δίπλα της, τη Μυρτώ δεν θα την χάσεις. Θα έρθει η ώρα και η στιγμή που η Στέλλα θα κάνει και το επόμενο λάθος και τότε η εγγονή μου θα κάνει τη μεγάλη έκρηξη» μονολόγησε η Ρόζα κουνώντας το κεφάλι.

«Για να γυρίσουμε στην αρχική σου ερώτηση» συνέχισε η Ανδριάνα «φέτος τα Χριστούγεννα γέμισε η καρδιά μου χαρά και η ψυχή μου ηρεμία γιατί γνώρισα μια οικογένεια που ‘’στο πατάκι της εξώπορτας’’ δεν έχει παραχώσει τη συναισθηματική της βρωμιά που δεν πρέπει να φανεί.

Πέρασα όμορφα γιατί το τραπέζι γέμισε από απλότητα, χωρίς υπερβολές και τα γέλια που ακούστηκαν ήταν πηγαία. Πέρασα όμορφα Ρόζα με τα παιδιά του κυρίου Νικολάου κι ελπίζω κι αυτά να διασκέδασαν και να ήταν μια ευχάριστη έκπληξη η βόλτα στο λόφο κι όχι βαρετή! Βέβαια, η δικιά μου επιθυμία και όνειρο είναι, να τα καταφέρουμε με τον Μανώλη να περάσουμε τις ημέρες αυτές στην Αυστρία. Βιέννη, Σάλτσμπουργκ κι όπου μας βγάλει η ώρα» είπε.

«Στο πατάκι της εξώπορτας» είπε η Ρόζα. «Δεν το είχα σκεφθεί ποτέ έτσι αλλά έχεις δίκιο, τόσα χρόνια εκεί έριχνα τα ‘’συναισθηματική μου σκουπίδια’’ και δεν το είχα καταλάβει!

Ώστε γι’ αυτό δεν τρύπωσες φέτος στην κουζίνα;»

«Ναι, απαλλάχθηκα από τους κακούς μου δαίμονες χωρίς να το προσπαθήσω. Έφυγαν από μόνοι τους πάνω από την οικογενειακή μας σκηνή».

«Ξέρεις» άρχισε να λέει η Ρόζα «είχες πάντα το δικαίωμα της επιλογής, τουλάχιστον από την ενηλικίωσή σου και μετά. Είναι αδιανόητο πως το κεφάλι σου μετέτρεπε το όχι σε ναι. Τι ‘’εργοστάσιο’’ παρασκευής λάθους κουβαλάς μέσα σου Ανδριάνα;» ρώτησε η Ρόζα και χωρίς να περιμένει απάντηση συνέχισε.

«Ξέρεις δυο-τρεις ημέρες πριν, είχα περάσει από το σπίτι του Σπύρου. Όταν έφευγα συνάντησα τυχαία εκείνη τη γειτόνισσά του, την συνομήλικη μου με τον σκύλο, αχ και δεν θυμάμαι πως την λένε …».

«Τι σημασία έχει;»

«Τέλος πάντων, με σταμάτησε και μιλήσαμε λίγο. Μου είπε για την Στέλλα …»

«Κουτσομπόλα θα είναι» είπε βαριεστημένα η Ανδριάνα που το ‘’είναι’’ της αντιδρούσε στο άκουσμα και μόνο του ονόματός της.

«Καθόλου! Ήταν και είναι μια πρώτης τάξεως κυρία και προσφάτως έχει χάσει τον άντρα της. Πάντα μου έκανε εντύπωση η αξιοπρέπεια της και …»

«Στο θέμα μας Ρόζα».

«Σωστά. Λοιπόν, μου είπε ότι συνάντησε τυχαία στο δρόμο τη Στέλλα και τρόμαξε να τη γνωρίσει».

«Τι λες;» ειρωνεύτηκε τη θεία της.

«Ναι, ήταν ντυμένη σαν ρακοσυλλέκτρια, υποθέτω ότι ήθελε να πει κακοντυμένη και ότι τα χαρακτηριστικά του προσώπου της ήταν τραβηγμένα και της φάνηκε γερασμένη, σπασμένη».

«Να πάει να κάνει πλαστική. Για την ακρίβεια να πάει να γκρεμοτσακιστεί και μην μου πεις ότι σε έπιασε ο πόνος γιατί δεν θα σε πιστέψω».

«Σταμάτα να πετάγεσαι Ανδριάνα και να λες αρλούμπες, με έχεις ζαλίσει. Λοιπόν, η κυρία Βερονίκη, ναι το θυμήθηκα τώρα το όνομά της, μου είπε ότι στην αρχή τα έχασε βλέποντας σε αυτή την κατάσταση την Στέλλα. Την πλησίασε και της μίλησε και το ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι το της είπε».

«Για λέγε» είπε η Ανδριάνα δείχνοντας για πρώτη φορά ενδιαφέρον.

«Πέρα από τα τυπικά, η κυρία Βερονίκη την ρώτησε χωρίς περιστροφές, για ποιο λόγο βρίσκεται σε αυτό το χάλι. Η Στέλλα άρχισε να της τα μασάει, μέχρι που της ξεφούρνισε ότι δεν ένοιωθε η ίδια καλά, κατάπτωση και θλίψη ένοιωθε και ξέρεις τι της απάντησε η αθεόφοβη;»

«…»

«Δεν είσαι καλά γιατί σε εκδικείται ο ίδιος σου ο εαυτός Στέλλα. Έτσι όπως τα έκανες, έτσι όπως φέρθηκες στον άντρα σου και στο παιδί σου, θα ερχόταν η ώρα που θα πλήρωνες για τα σφάλματά σου. Της πρότεινε να πάει σπίτι της και να κουβεντιάσουν όποτε θελήσει η Στέλλα».

«Και δέχθηκε κάτι τέτοιο;»

«Τι να σου πω; αυτό δεν το ρώτησα, ξέρω μόνο ότι μου είπε η γυναίκα αυτή. Το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι η κουβέντα μας τελείωσε λέγοντάς μου ‘’η πρώην νύφη σας δεν χρειάζεται μόνο ψυχολόγο, δυστυχώς για την κόρη της και εγγονή σας,  χρειάζεται έναν καλό ψυχίατρο’’ και με έβαλε σε σκέψεις …».

«Πες μου τώρα ότι σε έπιασε ο πόνος για τη Στέλλα να έρθω να αποτρελαθώ» είπε η Στέλλα φανερά εκνευρισμένη.

«Για μισό λεπτό …» ξεκίνησε να λέει η Ρόζα.

«Σταμάτα» φώναξε η Ανδριάνα σφίγγοντας τα δόντια και ρουθουνίζοντας έντονα από το θυμό της. «Αυτή η γυναίκα έβαλε φουρνέλο στο σπίτι μας κι εσύ τη λυπάσαι; Κατάστρεψε τη σχέση του Σπύρου με την Μυρτώ, είπε ξεκάθαρα στο γιό σου ότι δεν είχε πρόθεση να  προχωρήσουν σε διαζύγιο για να πάρει ως χήρα όλη του την περιουσία, τον ξεφτίλισε,  ‘’πέταξε’’ στην κυριολεξία το παιδί της μέσα σε μια παγωμένη τρώγλη, της άλλαξε τη ζωή και την ψυχολογία προς το χειρότερο μέσα σε μια νύχτα και δήλωσε σε εμένα, ακούς, σε εμένα ότι δεν την ενδιέφερε η ψυχολογική κατάσταση του παιδιού της κι εσύ τα ξεχνάς όλα αυτά και τα διαγράφεις από το μυαλό σου;  τι θέλεις μου λες; Μήπως να πάρεις αυτό το γύναιο  υπό την προστασία σου; Μήπως να της δώσεις το σπίτι στον κήπο για να μην της λείψει τίποτα; Μήπως να την κάνεις αρχόντισσα του λόφου;» Η Ανδριάνα φώναζε κι ένοιωθε μέσα της το μίσος που είχε για τη Στέλλα όλο ένα και να φουντώνει.

«Την εγγονή μου σκέφτομαι» ψέλλισε η Ρόζα που τα είχε εμφανώς χαμένα από την αντίδραση της ανιψιάς της.

«Την εγγονή σου, ναι βέβαια, τον Νικόλα όμως ποιος τον σκέφτηκε;» ρώτησε η Ανδριάνα χτυπώντας με δύναμη το χέρι της στο μπράτσο της μεγάλης μπερζέρας. «Ο Νικόλας δεν έχει ψυχή; Την Κατερίνα τη ρώτησε κανείς σας τι πέρασε όταν ξελογιάστηκε από τα απόκρυφα κάλλη και τερτίπια της Στέλλας ο γιός σου; Μόνο η Μυρτώ υπάρχει; Λέγε Ρόζα, πες τα όλα» φώναζε σαν αγρίμι.

Η θεία της παρατηρούσε το στήθος της Ανδριάνας που ανεβοκατέβαινε κι αφουγκραζόταν τον ήχο της ανάσας της ανιψιάς της. Ένα αγρίμι που δεν είχε ματαξαναδεί εμφανιζόταν μπροστά της. Τρόμαξε.

«Ο Νικόλας σε λίγο θα παντρευτεί την Αμαλία, είναι ολόκληρος άντρας πια …»

«Και ποιος σου δίνει το δικαίωμα να τον ‘’βγάζεις’’ από τη μέση; Τον ρώτησες ποτέ πως νοιώθει;»

Το πρόσωπο της θείας της είχε μείνει ανέκφραστο, χωρίς να κάνει ούτε έναν σπασμό. Μόνο γύρισε το κεφάλι της μετά από λίγο και κοίταξε στα μάτια την Ανδριάνα.

«Όλο αυτό το ξέσπασμα γιατί ανησυχώ για την Μυρτώ;» ρώτησε.

Η Ανδριάνα άρχισε να μαζεύει τα πράγματά της.

«Για πού το ‘βαλες;» τη ρώτησε σηκώνοντας τον τόνο της φωνής της.

«Ειλικρινά δεν αντέχω να κουβεντιάζω άλλο για την Στέλλα και θέλω να ξέρεις ένα πράγμα, μια παράκληση κάνω καθημερινά, ‘’να την κάψει ο Θεός, να λαμπαδιάσει και να λιώσει για να καθαρίσει ο τόπος’’ …».

Η Ρόζα πετάχτηκε επάνω με μια δύναμη που μέχρι τώρα έμοιαζε να την έχει χάσει.

«Τι ξεστόμισες μου λες; Τι κατάρα είναι αυτή που ξέβρασαν τα σωθικά σου;»

Οι φωνές τους ακουγόταν σε ολόκληρο το σπίτι. Η Γαρυφαλλιά ήρθε τρέχοντας και σταμάτησε κάτω από την αψίδα που χώριζε την τραπεζαρία από το σαλόνι.

«Κυρία Ρόζα» είπε με την κοριτσίστικη φωνή της «σας παρακαλώ, κυρία Ανδριάνα μη …» μα καμία από τις δύο τους δεν της έδωσε σημασία.

«Τέτοια μπόχα πως μπορείς και κρύβεις μέσα στη ψυχή σου χωρίς να έχεις αρρωστήσει;» φώναξε η μεγάλη γυναίκα.

«Μαμά» ακούστηκε η φωνή της Γαρυφαλλιάς και η Ολυμπία ήρθε τρέχοντας χωρίς να ξέρει τι να κάνει. Κοίταξε τις δυο γυναίκες που ήταν σαν να είχαν κηρύξει μεταξύ τους έναν ανεξήγητο πόλεμο. Αυτές οι δυο που δεν μπορούσε η μια χωρίς την άλλη. Τι τις είχε βρει μέρες γιορτινές;

«Κυρία Ρόζα σας παρακαλώ» είπε η Ολυμπία κάνοντας νόημα στην Γαρυφαλλιά να φτιάξει ένα ζεστό και να φέρει τα χάπια της κυρίας της. «Ανδριάνα, κάνε κράτει σε παρακαλώ» είπε σχεδόν μέσα από τα δόντια της «μην την ξεκάνουμε και μας βρει τίποτα άλλο νυχτιάτικα, δεν θα το αντέξεις και το ξέρεις, ούτε κανείς από εμάς».

Η Ανδριάνα στριφογυρνούσε σαν αγρίμι μέσα στο κλουβί.

«Ρόζα νομίζω ότι το παρατράβηξα σήμερα, άσε με να φύγω και συνεχίζουμε αύριο ή μια άλλη μέρα» είπε.

«Άσε κάτω την τσάντα σου γιατί θα σου κόψω και τα δυο χέρια και δεν αστειεύομαι» αποκρίθηκε η θεία της. «Ολυμπία έχεις δίκιο, το παρατραβήξαμε σήμερα, φτιάξε μας ένα ζεστό και κάτι να βάλουμε στο στόμα της ελαφρύ» την παρακάλεσε μα η γυναίκα δεν κούνησε από τη θέση της. «Δεν με ακούς;» επέμεινε η Ρόζα.

«Σας ακούω, μόνο που θα μείνω εδώ μέχρι να ηρεμήσετε και οι δυο σας» είπε και σταύρωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος της και πατώντας γερά τα πόδια της στο έδαφος σαν μουλάρι ακούνητο.

«Δεν χρειαζόμαστε διαιτητή» είπε η Ανδριάνα μα η Ολυμπία παρίστανε ότι δεν την άκουγε. Κοιτούσε μόνο την κυρά της για να μην αναγκαστεί να χρησιμοποιήσει λέξεις. Για να γίνει ορατό η σημαντικότητα αυτής της γυναίκας στη ζωή όλων τους.

«Δεν θα σας αφήσω να την στενοχωρήσετε άλλο» είπε τελικά στην Ανδριάνα «όχι τώρα που βρήκε λίγη χαρά στη ζωή της» είπε κι άρχισε να στρώνει το μικρό τραπέζι ανάμεσα στις δυο μπερζέρες.

«Τι καλό μας έφτιαξες;» ρώτησε η Ρόζα καθώς άχνιζε το ρόφημα που τους σερβίριζε στα φλιτζάνια τους. «Άσε με να μαντέψω, λουίζα, μα βέβαια μοσχοβόλησε ο τόπος».

«Το αγαπημένος σας» είπε η Ολυμπία και η Γαρυφαλλιά σας φτιάχνει σάντουιτς με το ψητό κατσαρόλας που έχει μείνει, με βούτυρο, κάπαρη και μουστάρδα από αυτή που καίει λίγο» είπε μα δεν έφυγε από τη θέση της.

«Θυμάσαι τι είχα πάθει σε εκείνο το εστιατόριο στο Λονδίνο;» είπε στην ανιψιά της γελώντας «μουστάρδα είχα ζητήσει μόνο που δεν είχα υπολογίσει το πόσο έκαιγε. Ακόμα μου έρχονται δάκρυα στα μάτια κάθε που το αναλογίζομαι» είπε και το βροντερό της γέλιο ακούστηκε στο σαλόνι.

«Σε λίγο θα έρθει και ο κύριος Νικολάου, θα θέλατε να ετοιμάσουμε κι ένα πιάτο για του λόγου του;» ρώτησε η Ολυμπία.

«Αλήθεια τι γίνεται με αυτή την υπόθεση;» ρώτησε η Ανδριάνα.

«Ό,τι είδες στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι» αποκρίθηκε φιλάρεσκα η Ρόζα.

«Θα μείνετε μαζί, δεν θα μείνετε, τελικά τι να περιμένουμε;»

Η θεία της αναστέναξε.

«Ο Σταύρος δεν είναι έτοιμος για κάτι τέτοιο. Ας είναι, ίσως ήμουν κι εγώ απόλυτη, βλέπεις ο κάθε ένας από εμάς αντιλαμβάνεται τη ζωή του διαφορετικά, τις υποχρεώσεις και τις δεσμεύσεις απέναντι στα παιδιά του, στον εαυτό του, στη ζωή την ίδια» είπε.

«Όμως μίλησες για αλλαγές …»

Η Ρόζα κρατώντας την λουίζα ανάμεσα στα χέρια της κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.

«Τι έχετε κανονίσει για την παραμονή της Πρωτοχρονιάς με τον Μανώλη;» ρώτησε καθώς έκλεβε λίγη κάπαρη με τις άκρες των δαχτύλων της.

«Τίποτα συγκεκριμένο, φανταζόμουν ότι …»

«Ναι;»

«Ότι θα μαζευτούμε όλοι εδώ» απάντησε η Ανδριάνα έχοντας ένα κράτημα στη φωνή της.

«Λάθος» είπε η Ρόζα χαμογελώντας και πιάνοντας μια χαρτοπετσέτα, καθυστερούσε το χρόνο όσο περισσότερο μπορούσε.

«Θα μου πεις ή θα μου βγάλεις την ψυχή;»

«Τα παιδιά του Σταύρου έχουν ήδη κανονίσει το πρόγραμμά τους» ξεκίνησε να λέει η θεία της «και το καλό που σας θέλω να κάνετε το ίδιο».

«Μα Ρόζα τι λες, θα σε αφήσουμε μόνη σου;»

«Μόνη εγώ; Δεν σου τα είπαν καλά» είπε γελώντας. «Ο Σταύρος κι εγώ, αποφασίσαμε από κοινού ότι αυτό που έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη είναι να βρεθούμε οι δυο μας».

«Μου κάνεις πλάκα».

«Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί πρέπει να είσαστε πάντα εσείς η προτεραιότητά μας. Γιατί Ανδριάνα;»

Η ανιψιά της την κοίταξε με μάτια γουρλωμένα και δεν απάντησε. Ήταν σαν να είχε ξαφνικά καταπιεί τη γλώσσα της.

«Δεν βαρέθηκες κάθε χρόνο να κάνουμε τα ίδια, σε ρωτάω γιατί εγώ βαρέθηκα» είπε η Ρόζα παίζοντας με τα κρόσσια της πασμίνας της.

«Δεν καταλαβαίνω που το πας».

«Είναι χαρά μου να μοιράζομαι τις ημέρες μου μαζί σας αλλά με έχετε κουράσει».

«Ορίστε;»

«Ό,τι είχα να σας δώσω σας το έδωσα και με το παραπάνω. Τώρα για όσο χρόνο μου μένει θέλω να κοιτάξω τις δικές μου ανάγκες κι ας ακούγεται εγωιστικό, δεν έχει πλέον καμία σημασία για εμένα».

«Ρόζα είσαι καλά, συμβαίνει κάτι με την υγεία σου;»

«Πως σου ήρθε τώρα αυτό;»

«Λες συχνά ‘’για όσο χρόνο μου μένει’’ τι να υποθέσω;»

«Το μόνο σίγουρο είναι ότι από την ημέρα που γεννιόμαστε, το ρολόι της ζωής μας χτυπάει ανάποδα. Τικ-τακ, τικ-τακ και κάθε στιγμή μας φέρνει όλο και πιο κοντά στο αναπόφευκτο».

«Μην με κάνεις να ανατριχιάζω».

«Μα αυτή είναι αλήθεια, δεν λέω ψέματα. Μην κοιτάς που κανένας από εμάς δεν δίνει σημασία στους λεπτοδείκτες της ζωής, μα να θυμάσαι και να μην αφήνεις το χρόνο σου να πηγαίνει χαμένος, τικ-τακ» είπε και με το δάχτυλό της ζωγράφισε έναν κύκλο.

«Και τι παλεύεις να μου πεις;»

«Τίποτα το ιδιαίτερο, φέτος ο Σταύρος κι εγώ θα περάσουμε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς μόνοι μας και σας ευχόμαστε μέσα από την καρδιά μας να φροντίσετε να διασκεδάσετε με τον καλύτερο τρόπο, μακριά από τη ‘’φωλιά’’ σας».

«Νομίζω ότι δεν ήμουν έτοιμη να ακούσω κάτι τέτοιο» είπε σιγανά η Ανδριάνα, «τι άλλαξε;».

«Όλοι αλλάξαμε και οι ανάγκες μας διαφοροποιήθηκαν. Κοίτα Ανδριάνα έχω την επιθυμία να περάσω όμορφα έτσι όπως εγώ κρίνω. Εσύ με τον Μανώλη φαίνεται ότι έχετε βρει το μονοπάτι σας, ο Σπύρος πρέπει να πονέσει λίγο ακόμα για να καταφέρει να πετάξει μακριά από την βολή του».

«Τι εννοείς όταν λες να πονέσει;» είπε ζαρώνοντας τα φρύδια η Ανδριάνα χωρίς να μπορεί να κρύψει την απορία της.

«Έχει κάνει δυο γάμους κι έχει αποτύχει. Δεν σου κρύβω ότι μέχρι κάποια εποχή θεωρούσα τον εαυτό μου υπεύθυνο για την κατάντια και του ενός αλλά και του άλλου παιδιού μου. Αφού με μαστίγωσα καλά-καλά, συνειδητοποίησα ότι το μεγαλύτερο λάθος μου ήταν ότι ήμουν συνέχεια δίπλα σας, να σας προστατεύω, να σας σκουπίζω τα ‘’γόνατα’’ κάθε φορά που πέφτατε. Έτσι λοιπόν κατάλαβα, ότι αντί να σας βοηθάω να πατήσετε στα πόδια σας, κρυμμένη πίσω από την δικαιολογία της μητρικής αγάπης, σας λιμάριζα σιγά-σιγά τα φτερά σας και δεν μπορέσατε  να πετάξετε μακριά από τη φωλιά σας. Έτσι λοιπόν αποφάσισα να το σταματήσω.

Ο Γρηγόρης αν θέλει να είναι ο κερατάς της οικογένειάς του κι αν αυτό έχει ανάγκη ας το κάνει. Δικιά του η ζωή, δικές του και οι αποφάσεις. Αν με ρωτήσεις την άποψή μου θα σου πω ότι είναι κότα …»

«Τι λες;» ρώτησε η Ανδριάνα μην πιστεύοντας στα αυτιά της, μα η θεία της δεν της απάντησε, συνέχισε την δική της εξομολόγηση.

«… λειράτη για την ακρίβεια. Έφυγε από την αγκαλιά της φαμελιάς του και πήγε κι έκατσε στα κέρατα που τον κερνάει καθημερινά η Δήμητρα, τον έβαλε και στο βρακί της μέσα και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Η Φαίδρα παντρεύτηκε και ο μουσικάντης ζητάει ολοένα και παραπάνω ‘’προίκα’’ για να μην την αφήσει κι αυτό το βόδι κάθετε εκεί, μην χάσει το κελεπούρι και ξέρεις γιατί; Γιατί η μάνα της, την εγκατέλειψε με το που γεννήθηκε. Όταν την ξαναθυμήθηκε ήταν ήδη αργά. Η ανιψιά σου έχει ήδη εμφανίσει ψυχολογικά προβλήματα. Προσπάθησα να μιλήσω στον Γρηγόρη μα δεν θέλει να ακούσει κουβέντα. Την πουλήσανε την Φαίδρα και τώρα δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Άρα πάει αυτός.

Ο Σπύρος το μεγάλο μου λάθος, από το πολύ κανάκεμα νόμιζε ότι οι γυναίκες θα πέφτουν στα πόδια του και θα τον παρακαλάνε για πάντα και θα του λύνουν τα προβλήματα της προσωπικής του ανισορροπίας. Τον παράτησε η Στέλλα και που τον χάνεις που τον βρίσκεις ή σε εμένα θα είναι ή σε εσένα. Η ζωή του όμως Ανδριάνα δεν είναι μέσα στις δικές μας αγκαλιές αλλά εκεί έξω και θέλει κότσια για να την κυνηγήσει και δεν τα έχει και το μόνο που ελπίζω είναι να τα βρει. Τίποτα δεν μας χαρίζεται, το κατάλαβες;»

«Που το πας Ρόζα;»

«Θα είμαι πάντα εδώ για εσάς, να σας γιατρεύω τις πληγές αν πρέπει, μα τώρα γονείς του εαυτού σας είσαστε εσείς οι ίδιοι. Εγώ θα ζήσω τη ζωή μου και θα πληρώσω για τις καινούργιες μου επιλογές το τίμημα που μου αναλογεί και σας προτρέπω να κάνετε το ίδιο. Ο Σπύρος, για να επανέλθω σε αυτόν, θα πρέπει να τρίψει λίγο ακόμα τα μούτρα του στο χώμα για να ματώσει και να ανδρωθεί. Αν σε κάθε στραβοτιμονιά του έχει εσένα για αποκούμπι, τότε δεν θα τα έχω κάνει μόνο εγώ λάθος αλλά κι εσύ και θα τον έχουμε πάρει στο λαιμό μας. Ας ξαναφτιάξει τη ζωή του από την αρχή αν είναι μάγκας, γιατί εδώ σας θέλω στα δύσκολα Ανδριάνα» είπε χτυπώντας το δάχτυλό της πάνω στο μικρό τραπέζι.

«Όλα αυτά για την παραμονή της Πρωτοχρονιάς;»

«Όχι βέβαια και για ανήμερα αλλά και για τις υπόλοιπες ημέρες του χρόνου και για να το τελειώνουμε το θέμα, το ‘’πλοίο’’ αγάπη μου άλλαξε ρότα και οδεύει για άλλο λιμάνι».

«Τουλάχιστον να μου δώσεις τις συνταγές για την πουτίγκα, την ρώσικη σαλάτα και την τυρόπιτα με μπεσαμέλ».

«Έχει και μοσχοκάρυδο μέσα, μα τι λες; Δεν σου είπα ότι χωρίζουν οι δρόμοι μας, ανάπαυλα ζητάω από τις σκοτούρες σας και να χαρώ τη ζωή μου με τον δικό μου τρόπο».

«Με έχεις αφήσει με το στόμα ανοιχτό και δεν σου κρύβω ότι …»

«Ότι σε έπιασα απροετοίμαστη, σωστά;»

«Βέβαια και αναρωτιέμαι γιατί τώρα;»

Η Ρόζα ανασήκωσε τους ώμους και δάγκωσε το κάτω χείλος της.

«Η απάντησή μου δεν θα σου αρέσει» είπε σοβαρά στην ανιψιά της.

«Δοκίμασέ με, μπορεί και να εκπλαγείς».

«Χωρίς να το θέλουμε γινόμαστε όλοι εγωιστές Ανδριάνα. Οι γονείς πιανόμαστε από τα παιδιά μας, όπως ο πνιγμένος από τη σανίδα και τα παιδιά από τους γονείς. Κακά τα ψέματα, αν ο Σταύρος δεν είχε μπει τώρα στη ζωή μου, μάλλον δεν θα είχα αλλάξει ρότα και ξέρω ότι αυτό που λέω δεν με τιμά».

«Δεν σε πιστεύω …» είπε σχεδόν μέσα από την κοιλιά της η Ανδριάνα.

«Γιατί; Πιστεύεις ότι λέω ψέματα; Αν είχα το χρόνο και την δυνατότητα να τα ετοιμάσω όλα θα έφευγα μαζί του για ένα ταξίδι στην Ελβετία».

«Γιατί στην Ελβετία;»

«Έτσι μου ήρθε, ίσως γιατί δεν έχω πάει ποτέ. Να καλοδεχτώ τον καινούργιο χρόνο σε ένα σαλέ, πολύ μου αρέσει η ιδέα. Να κάνω κάτι διαφορετικό κι ας γυρίσω μετά να πω ‘’δεν μου άρεσε’’».

«Τα εγγόνια σου Ρόζα δεν θα σου λείψουν;»

«Ο Νικόλας περισσότερο απ’ όλους σας κι ας με κατηγόρησες ότι ποτέ δεν τον έχω ρωτήσει πως νοιώθει ή πως ένοιωσε. Ξέρεις … καμιά φορά καταλαβαίνεις τόσα πολλά που δεν αντέχεις να ακούσεις τις λέξεις που βγαίνουν πονεμένες από την ψυχή του ανθρώπου που αγαπάς».

«Ξεχωρίζεις τον Νικόλα από την Φαίδρα και την Μυρτώ;»

«Δεν τα ξεχωρίζω εγώ, ούτε η καρδιά μου, οι χαρακτήρες του κάθε ενός κάνουν τη διαφορά. Τον Νικόλα όμως τον μεγάλωσα μην το ξεχνάς και θα έχει πάντα στην καρδιά μου τη θέση του μικρού μου πρίγκιπα».

Το κουδούνι της εξώπορτας χτύπησε και το πρόσωπο της Ρόζας φωτίστηκε.

«Ο Σταύρος θα είναι και σηκώθηκε από τη θέση της πιέζοντας τη μπουνιά της στο μπράτσο της πολυθρόνας».

Η Ανδριάνα έπιασε το παλτό και την τσάντα της.

«Να φεύγω εγώ» είπε χαρίζοντας ένα γλυκό χαμόγελο στη θεία της και σφίγγοντάς την στην αγκαλιά της. Τα βήματα του κυρίου Νικολάου ακούστηκαν πάνω στο μάρμαρο.

«Τα αγαπημένα μου κορίτσια» είπε μα είδε ότι η Ανδριάνα ήταν έτοιμη να φύγει. «Δεν πιστεύω να φεύγεις επειδή ήρθα εγώ» είπε «δεν ήρθαν τα άγρια να διώξουν τα ήμερα» συνέχισε.

«Όχι Σταύρο μου, την περιμένει ο Μανώλης στο σπίτι» εξήγησε η Ρόζα και η Ανδριάνα συμφώνησε.

«Σας αφήνω για την ώρα …» ξεκίνησε να λέει μα η θεία της την διέκοψε.

«Ανδριάνα, πάρε τον Μανώλη και φύγετε για την Βιέννη αν προλαβαίνετε, ήταν πάντα αυτό που ήθελες να κάνεις και την επόμενη φορά που θα ανέβεις στο σπίτι στο λόφο …»,

«Την επόμενη φορά;» ρώτησε διακόπτοντας την Ρόζα.

«Ναι την επόμενη φορά, θέλω να μου κάνεις ένα δώρο».

«Αλήθεια, τι θα ήθελες;» είπε ενθουσιασμένη.

«Να μου διηγηθείς την ιστορία από τη δική σου ματιά».

«Ποια ιστορία;»

«Της ζωής σου και να ανοίξεις τα κρυφά χαρτιά που τόσο καλά μας κρύβεις» είπε με νόημα η θεία της.

«Τι εννοείς Ρόζα;» είπε ξαφνιασμένη.

«Ποια είναι η πραγματική Ανδριάνα;»

Στο σαλόνι επικράτησε η στιγμιαία παγωμάρα της σιωπής. Ο κύριος Νικολάου είχε λουφάξει σε μια άκρη και οι δυο γυναίκες αναμετρούσαν από την αρχή το ανάστημά τους.

Η Ρόζα χαμογέλασε κι έπιασε την ανιψιά της αγκαζέ οδηγώντας της προς την εξώπορτα.

«Θέλω να μου πεις την ιστορία της πραγματικής Ανδριάνας κι όχι την ιστορία της ανιψιάς μου» είπε κοιτάζοντάς την βαθιά στα μάτια, «γι’ αυτά που δεν ξέρω κι γι’ αυτά που δεν σε ρώτησα αγάπη μου. Θέλω να γίνεις η ηρωίδα μου και όχι η αφηγήτριά μου» είπε κι έκλεισε την πόρτα χαϊδεύοντας τα μαλλιά της Ανδριάνας τρυφερά ακουμπώντας την παλάμη της στο χοντρό ξύλο.

«Εις το επανιδείν» ψιθύρισε.

Σημείωση: Ακολουθεί η συνέχεια με τίτλο “Θέλω να γυρίσω σπίτι μου”. 

Ακολουθήστε την ομάδα μας στο Viber, πατώντας τον σύνδεσμο:
agnostoi.gr στο Viber

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here