Ο Σπύρος οδηγούσε κι από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα. Ρουφούσε τη μύτη του νευρικά και ανέβαζε ταχύτητα και στροφές μαζί.

«Μην τρέχεις σε παρακαλώ, φοβάμαι» ακούστηκε σαν ψίθυρος η φωνή της Ανδριάνας που είχε γαντζωθεί σχεδόν πάνω στο κάθισμα.
«Δεν μπορείς να καταλάβεις πόσο με πληγώνει η συμπεριφορά της κόρης μου» είπε αλλάζοντας ταχύτητα «αυτό θέλω να πω στην Σόνια» συνέχισε.

Η Σόνια ήταν η νευρολόγος της οικογένειας. Μια γυναίκα ψηλή που πατούσε και με τα δυο πόδια της στη γη. Ο πρώτος της άντρας, χειρουργός, έφυγε ξαφνικά από την ζωή την ώρα του φαγητού, ξαφνικά, χωρίς λόγο.  Άφησε πίσω του ένα κοριτσάκι οκτώ ετών και μια γυναίκα που τον λάτρευε. Η Σόνια, πήρε τον πόνο της αγκαλιά και τον έκανε φίλο για να μεγαλώσει και να σταθεί στα πόδια της η μικρή και τα κατάφερε και μαζί με το παιδί τους, έγινε και η ίδια πιο δυνατή. Ο πόνος, που μετά τη λαβωματιά του σε γεμίζει από αντοχές που δεν ήξερες ότι είχες. Ο πόνος, εχθρός και φίλος.

Η Ανδριάνα την είχε συμπαθήσει από την πρώτη φορά που την συνάντησε.  Ήταν η γιατρός του πατέρα της.

«Δεν ξέρω αν θα μπορέσει η Σόνια να σε βοηθήσει, αυτό μάλλον θα ήταν δουλειά ενός ψυχολόγου» του απάτησε.
«Έχω ακινητοποιηθεί από το άγχος Ανδριάνα, το μυαλό μου είναι σαν πατημένη τσίχλα».
«Έχουμε όση βοήθεια μας χρειάζεται, μην σε νοιάζει και θα τα καταφέρουμε» του είπε και του έσφιξε το χέρι «μόνο μην τρέχεις σου λέω» φώναξε.
«Εσύ παλιά δεν φοβόσουν».
«Όπως το είπες, παλιά, μετά το ατύχημα όμως όλα άλλαξαν. Σε παρακαλώ …» είπε και ο ξάδελφός της έκοψε ταχύτητα.

Το ιατρείο ήταν στολισμένο με μικρά Χριστουγεννιάτικα στολίδια. Η Ανδριάνα χαμογέλασε, ήταν για άλλη μια φορά εκτός κλίματος.

«Μέχρι να σας δει η γιατρός, παρακαλώ περάστε στην αίθουσα αναμονής» είχε πει η γραμματέας.

Έπιασαν από μια καρέκλα και ο Σπύρος άπλωσε τα μακριά του πόδια, σταυρώνοντας τα χέρια του μπροστά από την κοιλιά του.

«Όλοι μου λέτε να κάνω υπομονή» ξεκίνησε να μιλάει «αλλά κανείς σας δεν ξέρει να μου πει ποιο είναι το τέλος της διαδρομής».

«Εδώ που τα λέμε η υπομονή δεν ήταν ποτέ το δυνατό σου σημείο» είπε η Ανδριάνα κι αμέσως κάκισε τον εαυτό της. Δεν ήταν η κατάλληλη ώρα για κριτική, τα πράσινα μάτια του Σπύρου έλαμπαν, αποτύπωμα των δακρύων του. «Κλάψε, άφησε τον εαυτό σου ελεύθερο».

«Δεν μπορώ, αυτό είναι ένα άλλο θέμα, σαν να υπάρχει ένα εσωτερικό φρένο …» είπε και η Σόνια εμφανίστηκε στην πόρτα.

«Για περάστε» είπε και έπιασε την Ανδριάνα από την μέση. «Τι κάνεις εσύ;»

«Τον οσιομάρτυρα, ξέρω κι εγώ» είπε και κούνησαν και οι δυο το κεφάλι τους με κατανόηση.

Στο γραφείο της Σόνιας ο Σπύρος ξεκίνησε να μιλάει και τα είπε όλα. Για το γάμο, το διαζύγιο, το ποτό, την προσπάθεια που έκανε καθημερινά, μα περισσότερο έμεινε στην Μυρτώ. Αυτό τον έκαιγε, αυτό του λάβωνε την καρδιά.

«Δεν την βλέπω, μέσα σε έναν χρόνο έχει έρθει να με δει, την ημέρα της γιορτής μου, των γενεθλίων μου και με είχε συνοδεύσει μαζί με τη μητέρα της στο νοσοκομείο όταν είχα πάθει εκείνο το επεισόδιο με την καρδιά μου. Επίσης βρεθήκαμε στα δικά της γενέθλια, γιατί για την γιορτή της, η μητέρα της μου απαγόρευσε την είσοδο».

Μίλησε τα είπε όλα και σταμάτησε όταν ένα αναφιλητό τον έπνιξε.

Η Ανδριάνα ξεροκατάπιε, δεν είχε συνηθίσει να τον βλέπει έτσι.

Η Σόνια κρατώντας ένα στυλό στα χέρια, του χαμογέλασε και του έδωσε ένα πακέτο χαρτομάντιλα.  «Με την ησυχία σου» του είπε και η φωνή της ήταν βελούδινη. «Εσύ τι έχεις να πεις;» ρώτησε την Ανδριάνα.

«Με την Μυρτώ είχαμε μια όμορφη σχέση, τώρα δεν την βλέπω και δεν την ακούω ποτέ. Μηνύματα μόνο στο κινητό ανταλλάσσουμε κι αυτά αν το επιδιώξω εγώ, εκείνη ποτέ. Της έχω στείλει λίγα χρήματα για δώρο, είναι βλέπεις πια δεκαεπτά χρονών και η βόλτα μαζί μου, είναι φυσιολογικό να μην έχει ενδιαφέρον. Θα προτιμήσει τις φίλες της, το καταλαβαίνω και δεν έχω απαιτήσεις, ένα ευχαριστώ όμως δεν νοιώθει να πει; Είναι η δεύτερη φορά που κάνει ακριβώς το ίδιο και δεν σου κρύβω ότι με έχει στενοχωρήσει πολύ. Εγώ όμως δεν είμαι ο πατέρας της, η θεία της είμαι κι έχω κάνει στην άκρη. Τι να τις πω; Να την πάρω τηλέφωνο και να την μαλώσω, να τη ντροπιάσω; Άμα δεν νοιώθει δεν νοιώθει».

Η Σόνια στριφογύρισε το στυλό για πολύ λίγο ανάμεσα στα δάχτυλά της κι όταν ο Σπύρος ηρέμησε πήρε το λόγο και μίλησε.

«Σχετικά με το άγχος θα το αντιμετωπίσουμε. Αυτό να μην σε ανησυχεί, θα κάνουμε πρώτα κάποιες εξετάσεις και μετά θα ασχοληθούμε με την αγωγή σου, αν τελικά χρειάζεται.

Για την Μυρτώ όμως θα σου μιλήσω έξω από δόντια όπως πρέπει να κάνεις εσύ Σπύρο» είπε κι έγειρε το σώμα της μπροστά. «Η αγάπη δεν εξυπακούεται και τι θέλω να πω. Όλοι μας καθημερινά δίνουμε ‘’εξετάσεις’’, γονείς, παιδιά, συγγενείς, φίλοι, συνεργάτες, κανείς δεν γλυτώνει.

Δυστυχώς, η μητέρα της την χρησιμοποιεί ως όπλο εναντίον σου. Αυτό το κάνουν οι περισσότερες γυναίκες όταν έχουν ένα δύσκολο διαζύγιο. Πιόνι είναι στα χέρια της και το έχει στρέψει κατά πάνω σου κι εσύ, ζητιανεύεις την αγάπη ενός ανθρώπου που δεν έχει καν τον χρόνο να περάσει έστω μια ώρα μαζί σου.

Δίνεις πολλά περιθώρια Σπύρο και τα ατοπήματα που έχεις κάνει με το αλκοόλ δεν αρκούν για να σου συμπεριφέρεται έτσι η μικρή».

«Αν έχεις πατέρα μπεκρή» είπε με χαμηλωμένο το κεφάλι ο άντρας.

«Αυτό να μην το ξαναπείς, γιατί μπεκρής δεν είσαι .Δεν έχεις ιδέα τι σημαίνει αυτή η λέξη και να θυμάσαι ότι πίσω από κάθε εθισμό κρύβεται μια λαβωμένη ψυχή.

Αν θέλεις να κερδίσεις την Μυρτώ, πρέπει να την διώξεις μακριά σου» είπε και η φωνή της ήταν καθαρή και σταθερή όπως και το βλέμμα της.

«Δηλαδή;» ρώτησε ο Σπύρος ξαφνιασμένος.

«Από τη στιγμή που έχεις κάνει όλα τα βήματα για να τα ‘’βρεις’’ με το παιδί σου κι αυτό δεν θέλει να έρθει να σε δει αλλά μαζί με εσένα δεν θέλει να δει και την ευρύτερη οικογένειά σου, πρέπει να την κρατήσεις ευγενικά μεν αλλά ξεκάθαρα δε σε απόσταση.

Χωρίς φωνές, χωρίς παρακάλια, οφείλεις να δηλώσεις τη θέση σου. Φώναξέ την σπίτι σου και πες της το εξής ‘’αγάπη μου, ο πατέρας σου είναι πάντα εδώ για εσένα και για τις ανάγκες σου. Φαίνεται όμως ότι αυτή τη στιγμή τουλάχιστον, δεν έχεις την ανάγκη της επαφής και της επικοινωνίας. Για τον λόγο αυτό θέλω να ξέρεις ότι σταματώ να σε κουράζω κι όταν εσύ νοιώσεις έτοιμη θα το κάνεις από μόνη σου. Δεν σε εκβιάζω, σε αφήνω απλώς στην ησυχία σου’’ είπε και τόνισε ότι μαζί με αυτή την εξήγηση θα πρέπει να κόψει και τις επιπλέον παροχές».

«Δηλαδή;»

«Όταν θα σου ζητάει να την πας με το αυτοκίνητο στο σχολείο ή στο φροντιστήριο η απάντηση σου Σπύρο θα είναι κατηγορηματικά όχι. Αν ζητήσει επιπλέον της διατροφής χρήματα για διασκέδαση ή για ρούχα πάλι όχι θα πεις και θα το τηρήσεις».

Η Ανδριάνα είχε καταπιεί την γλώσσα της και ο Σπύρος κοιτούσε με απορία, η Σόνια συνέχισε.

«Μπορεί να ακούγομαι αυστηρή αλλά αν θέλεις να σώσεις το παιδί σου αυτό πρέπει να κάνεις. Κοίτα Σπύρο, εμείς φταίμε όταν τα παιδιά μας φέρονται με αγένεια. Εμείς δεν δείξαμε το σωστό μονοπάτι, το θέμα είναι πως όταν το καταλάβουμε, οφείλουμε για το δικό τους καλό να αλλάξουμε πορεία για να τα σώσουμε από αυτά που θα αντιμετωπίσουν στο μέλλον. Η ζωή δεν κάνει χάρες, ίσα-ίσα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Την Μυρτώ όπως είπα, την χρησιμοποιεί ως ασπίδα εναντίων σας η Στέλλα …»

«Και τα βέλη τελικά θα τρυπήσουν την ασπίδα και θα διαπεράσουν πέρα ως πέρα τη Μυρτώ, αυτό λες;» ρώτησε η Ανδριάνα.

«Ακριβώς. Όσο σε βρίσκει μπόσικο και ανεκτικό, θα σε βασανίζει και να θυμάσαι ότι τα παιδιά είναι σκληροί βασανιστές. Βάλε όρια κι αν ακόμα έχει ‘’δηλητηριαστεί’’ από τη μάνα της τόσο πολύ που δεν αντέχει τον πατέρα της, τότε θα της έχεις δώσει ένα μάθημα συμπεριφοράς για όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό θα εισπράξει, αδιαφορία και θα ζήσει στο περιθώριο.

Τι φαντάστηκες, ότι η μικρή θα βγει στην κοινωνία με αυτό το χαρακτήρα και θα αποκτήσει φίλους; Θα γίνει συμπαθής στους συμμαθητές της κι αργότερα στους συνεργάτες της όταν δεν ξέρει να λέει ούτε ένα ευχαριστώ; Κι εσύ, ο πατέρας της δεν θα κάνεις τίποτα γι’ αυτό; Η μαγική λέξη είναι ‘’όρια’’ και να είσαι σίγουρος ότι τελικά σε αυτή τη ‘’μάχη’’ αν τη βοηθήσεις, η μικρή σου κόρη θα βγει νικήτρια.

Η Στέλλα απ’ ότι κατάλαβα της κάνει όλες τις χάρες για να γίνει αρεστή. Ο κακός της υπόθεσης είσαι εσύ, η λύση είναι μια να ‘’εξαφανιστείς’’ μαζί με όλα όσα κρύβει η εξαφάνισή σου. Στη ζωή δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα και πολύ περισσότερο να χειριζόμαστε τους ανθρώπους με τέτοιο τρόπο.

Θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Αντέχεις να ξέρεις ότι ενώ κρατάς τη λύση του προβλήματος στα χέρια σου, ότι ενώ μπορείς να δημιουργήσεις ένα καλύτερο πλάσμα, εσύ δεν κάνεις τίποτα;»

«Όχι» απάντησε ο Σπύρος.

«Άκου λοιπόν, η κόρη μου είναι δεκαπέντε χρονών και παλεύει με νύχια και με δόντια να περάσει το δικό της. Έχει γίνει κακότροπη. Τι θα με συμβούλευες, να την αφήσω να κάνει ό,τι της κατέβει στο κεφάλι;»

«Σε καμία των περιπτώσεων»

«Τότε στάσου στα πόδια σου και κάνε αυτό που ένας πατέρας οφείλει να κάνει» είπε. «Στην Μυρτώ θα βάλεις όρια, ορατά και μη διαπραγματεύσιμα, για το δικό της καλό, γι’ αυτό που θα της ξημερωθεί αύριο. Εσύ σε όλες τις υποχρεώσεις σου θα είσαι εντάξει αλλά μέχρι εκεί. Το άσχημο της υπόθεσης είναι ότι η Στέλλα δεν βάζει στο μυαλό της πόσο κακό κάνει στο παιδί της κι αυτό δεν θα το πληρώσει μόνο η κόρη σας αλλά και η ίδια η Στέλλα μόνο που τότε θα είναι αργά» είπε και ξεκίνησε να γράφει τις εξετάσεις που ήθελε να κάνει ο Σπύρος και με το κεφάλι σκυμμένο πάνω στα χαρτιά της συνέχισε «όταν η Μυρτώ καταλάβει τι της έχει κάνει η μητέρα της θα την μισήσει» είπε και συνέχισε να γράφει.

Στο χώρο επικρατούσε μια νευρική σιωπή

«Ό,τι απορία έχεις με ρωτάς» είπε η Σόνια.

Ο Σπύρος δεν μίλησε.

«Ακούγεται σκληρό το ξέρω αλλά το ερώτημα είναι τι αποφασίζεις να κάνεις; Για να σώσεις το μέλλον του παιδιού σου πρέπει να γίνεις δυνατός σαν βράχος» είπε και χαμογέλασε.

֎֎֎֎֎

«Μην τρέχεις πανάθεμά σε, δεν θα σκοτωθώ εγώ επειδή εσείς έχετε τρελαθεί» φώναξε η Ανδριάνα.
«Δεν είμαι καλά …»
«Σκασίλα μου, ούτε εγώ είμαι αλλά δεν με ρώτησε κανείς πως νοιώθω».
«Μπορείς σε παρακαλώ να μου θυμίσεις αύριο …»
«Όχι δεν μπορώ».
«Μα δεν σου είπα τι θέλω».
«Δεν θέλω να ξέρω».
«Ανδριάνα τι έπαθες;»
«Με έχετε πρήξει με τα οικογενειακά σας, βαρέθηκα έχω ένα τσουβάλι με άλυτα προβλήματα και δεν είμαι κανενός το ξυπνητήρι για να υπενθυμίζω διαρκώς. Ούτε η γραμματέα σου είμαι, με πληρώνεις; Δεν με πληρώνεις, τότε γιατί να σου ‘’υπενθυμίσω’’;»
«Σε βρήκε τίποτα στα ξαφνικά και δεν το κατάλαβα;»
«Άκουσα τη Σόνια με μεγάλη προσοχή κι αυτά που ζήτησε σε εσένα να κάνεις στην Μυρτώ, λέω να τα ξεκινήσω κι εγώ με όλους εσάς. Με σκάσατε κι αφού νοιώθω έτσι, φεύγω από τη μέση για να γλυτώσω από όλους σας».
«Νομίζω ότι πρέπει να σε αφήσω σπίτι σου να ηρεμήσεις».
«Να με αφήσεις» απάντησε η Ανδριάνα η οποία παρατήρησε ότι ο Σπύρος είχε κατεβάσει ταχύτητα και την στροφή την πήρε ήρεμα «και το βράδυ να μην μου τηλεφωνήσεις, δεν θέλω να ακούσω τίποτα και να ειδοποιήσεις και την Ρόζα ότι θα κλείσω όλα τα τηλέφωνα».
«Αν κάνω κάτι τέτοιο, θα έρθει στο σπίτι σου χωρίς να σε ρωτήσει καν» της απάντησε και συνέχισε «έχεις δίκιο, σε έχουμε ταλαιπωρήσει κι εγώ σου οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ» είπε και η καρδιά της γλύκανε.
«Το ξέρω ότι δεν αντέχεις άλλο μα έχω μια τελευταία ερώτηση, να απομακρυνθώ από την Μυρτώ τώρα;»
«Σπύρο δεν ξέρω. Θεωρώ ότι το πρόβλημα είναι πιο περίπλοκο. Η Σόνια έχει απόλυτο δίκιο, ο αδύναμος της υπόθεσης όμως είσαι εσύ κι έτσι και βάλεις κάτω την κόρη σου και της πεις όλα αυτά, αν δεν πετύχει στη σχολή ψυχολογίας, αυτόν που θα κατηγορήσουν για άλλη μια φορά θα είσαι εσύ.

Αντέχεις να βρεθείς υπόλογος απέναντι στην Μυρτώ και στον οχετό που θα σου εξαπολύσει για την ψυχολογική πίεση που της έκανες;»

«Όχι, δεν το αντέχω από την άλλη όμως;»

«Κοίτα, εγώ πιστεύω ότι αυτά θα έπρεπε να τα κουβεντιάσεις με ψυχολόγο, η Μυρτώ είναι δεκαεπτά χρονών. Μακάρι και να καταφέρει να περάσει στη σχολή που ονειρεύεται, όμως πολύ φοβάμαι ότι δεν είναι συγκεντρωμένη στα μαθήματά της. Μήπως πρέπει να τα ζυγίσεις περισσότερο; Σίγουρα σε ό,τι είπε η Σόνια συμφωνώ αυτά όμως θα έπρεπε να τα κάνεις από την αρχή, τώρα λίγους μήνες πριν από τις εξετάσεις θα καρατομήσεις μόνος σου τον εαυτό σου και θα έχεις ένα παιδί απέναντί σου που θα σου χρεώνει όλες τις αποτυχίες του».

«Και τι προτείνεις;»

«Η δικιά μου η άποψη είναι ότι αφού δεν το έκανες εγκαίρως, τώρα είναι σχετικά αργά. Νομίζω ότι στην θέση σου θα περίμενα να γράψει και το τελευταίο μάθημα και την επόμενη ημέρα θα έκανα αυτά ακριβώς που είπε η Σόνια και θα τα τηρούσα ευλαβικά εξηγώντας της όμως πια όλη την αλήθεια. Εγώ όμως δεν είμαι ειδικός και θα σου πρότεινα να ρωτήσεις την Βέρα και να ζυγιάσεις αυτά που μπορείς κι αυτά που δεν μπορείς».

Το αυτοκίνητο είχε σταματήσει έξω ακριβώς από τα σπίτι της Ανδριάνας.

«Νομίζω ότι έχεις απόλυτο δίκιο» είπε και συνέχισε «μην ανησυχείς, δεν θα σε ενοχλήσω άλλο, το ξέρω ότι το έχω παρατραβήξει αλλά στη Ρόζα δεν λέω κουβέντα για το καλό όλων μας» είπε κι της άνοιξε την πόρτα «χαιρετισμούς να πεις στον Μανώλη».

֎֎֎֎֎

Στο σπίτι στο λόφο φυσούσε άλλος αέρας.

‘’Εμένα ο άνθρωπος που θα μου πει όχι, δεν γεννήθηκε ακόμα’’ σκεφτόταν η Ρόζα μισοκλείνοντας τα βλέφαρα.

Τα μάγουλα του κυρίου Νικολάου είχαν κοκκινίσει.

«Ρόζα, τι θα πω στα παιδιά μου;»
«Την αλήθεια φυσικά».
«Είναι άλλο πράγμα να κάνουμε παρέα κι άλλο να έρθω να μείνω εδώ» διαμαρτυρήθηκε.
«Ειλικρινά δεν σε καταλαβαίνω» είπε η Ρόζα παριστάνοντας την έκπληκτη.

Ο κύριος Νικολάου είχε σηκωθεί κι έκοβε βόλτες μέσα στο σαλόνι από νευρικότητα.

«Τι δεν καταλαβαίνεις, ότι δεν μου είναι εύκολο να πω στα παιδιά μου ότι θα ζήσω με άλλη γυναίκα; Η μητέρα τους έχει πεθάνει  και…»

«Μα αυτό λέω κι εγώ κι επιτέλους τα έχεις μπερδέψει μου φαίνεται. Δεν σου ζητάω να παντρευτούμε, μα τι γελοιότητες είναι αυτές στην ηλικία μας!»

«Τι ζητάς τότε;»

«Εσύ Σταύρο μου αυτό κατάλαβες; Ότι ονειρεύομαι να ντυθώ νύφη και να πάρω το όνομά σου; Ή μήπως την κληρονομιά σου;» είπε γελώντας.

«Ναι αλλά δεν λες».

«Τι να σου πω βρε ξεκουτιασμένε, που νομίζεις ότι είδα την ομορφιά σου και την λιμπίστηκα.  Παρέα ζητάω να κάνουμε και νομίζω ότι αυτό θα ξεκούραζε και τα δικά σου παιδιά από τις υποχρεώσεις και τις έννοιες».

«Τι εννοείς;» ρώτησε ο κύριος Νικολάου.

«Σαν τους κούκους ζούμε, εγώ έφτασα κι έγινα η κυρά του λόφου και όπου να’ ναι θα γίνω φάντασμα κι εσύ σε ένα μεγάλο διαμέρισμα στο κέντρο των Αθηνών να πηγαίνεις βόλτα να αγοράσεις στα κλεφτά ρυζόγαλο και τα βράδια να είσαι μόνος σου. Αυτό ονειρευόσουν για τη ζωή σου Σταύρο;»

«Είναι δύσκολο αυτό που μου ζητάς Ρόζα».

«Το ξέρω μα θέλω να τα σκεφτείς καλά αυτά που θα σου πω. Όσο τα πόδια σου σε κρατάνε ακόμα θα έρχεσαι πότε-πότε εδώ να φάμε ένα πιάτο φαγητό και να πούμε δυο κουβέντες. Όλες τις άλλες ημέρες μιλάμε από το τηλέφωνο και τι λέμε; Τι έχουμε πια να πούμε μου λες; Για χάπια και χοληστερίνες ή μήπως μπορούμε να καθόμαστε όλη την ημέρα μπροστά σε μια τηλεόραση;

Εγώ έχω την Ολυμπία και την Γαρυφαλλιά εσύ τι έχεις;»

«Ε πως μην το λες, τα παιδιά …»

«Ποια παιδιά; Αυτά που δεν προλαβαίνουν να γυρίσουν σπίτι τους; Σταύρο, ας μην γελιόμαστε, τα βλέπω κι από τα δικά μου. Εκεί που θα καταλήξουμε μια ωραία ημέρα θα είναι σε ένα ωραιότατο γηροκομείο κι εγώ εκεί δεν θέλω να πάω εκεί».

«Ούτε κι εγώ …»

«Τότε τι σε σταματάει μου λες;»

«Τα εγγόνια μας πια παντρεύονται, ερωτεύονται, στήνουν τα σπιτικά του κι εμείς τώρα πάμε να κάνουμε τι;»

«Να ζήσουμε με αξιοπρέπεια Σταύρο, αυτό ακριβώς πάμε να κάνουμε και χωρίς να γίνουμε φόρτωμα σε κανέναν.

Το σπίτι είναι μεγάλο, θα έχεις δικό σου ξεχωριστό δωμάτιο και φροντίδα όση χρειάζεσαι, μα πιο πολύ παρέα κι ένα χέρι να κρατάει το δικό σου. Επίσης, η κυρία που έρχεται τα πρωινά και σε φροντίζει, αν θέλεις μπορεί να έρχεται κι εδώ. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό, άσε που θα ξεκουράζει και την Ολυμπία».

«Δεν νομίζω, μάλλον μακριά θα της πέφτει, εκεί είναι δίπλα και πετιέται για μερικές ώρες».

«Αυτό άσε να το αποφασίσει η ίδια».

«Και με το σπίτι τι θα κάνω;»

«Αυτό θα πρέπει να το κουβεντιάσεις με τα παιδιά σου. Εγώ δεν έχω λόγο στη δική σας περιουσία όπως δεν έχεις κι εσύ στη δική μας.

Μπορείς να το νοικιάσεις κι να έχεις ένα επιπλέον εισόδημα, αν σκεφτείς ένα σωρό λύσεις υπάρχουν …»

«Και τα πράγματα της μητέρας τους, η Ισμήνη τρελαινόταν έτσι και της τα πειράζαμε».

«Μόνο που ούτε η Ισμήνη μα ούτε κι ο Γιωργής είναι ανάμεσά μας και πώς να το κάνουμε Σταύρο, η ζωή συνεχίζεται, εξαρτάται βέβαια από τις δικές μας αποφάσεις πως θα συνεχιστεί» είπε σφίγγοντας τα χείλη και χαζεύοντας τα δαχτυλίδια στα δάχτυλά της.

«Τι εννοείς;»

«Άντε πάλι θα πιάσουμε τα παράπονα από την αρχή; Σου τα έχω πει όλα και καταλήγω μόνο στο ότι θέλω να ζήσω όσο μου μένει ευτυχισμένη και πατώντας όπως πάντα στα δικά μου πόδια. Αφήνω τα λάθη στο παρελθόν και προχωράω».

«Δεν φοβάσαι μην πληγωθούμε από την αρχή;»

«Τι εννοείς γιατί δεν σε καταλαβαίνω».

«Να ξέρεις … Σκέφτομαι το μετά».

«Θέλεις να γίνεις πιο συγκεκριμένος σε παρακαλώ;»

«Αν έρθω να μείνω εδώ μαζί σου και πάει η συγκατοίκηση καλά, να πώς να το κάνουμε θα δεθούμε».

«Και είναι κακό αυτό;»

«Αν σκεφτείς την ηλικία μας …»

«Ναι;»

«Όταν πέθανε η Ισμήνη, μου πήρε πολύ καιρό να σταθώ στα πόδια μου. Δεν ξέρω αν θα αντέξω να το περάσω από την αρχή».

Η Ρόζα σηκώθηκε από την θέση της και γέμισε δυο μικρά ποτήρια με λικέρ.

«Έλα πιες το θα σου κάνει καλό. Να την κλάψουμε την μακαρίτισσα» είπε και το κατέβασε μονομιάς κάτω «Είσαι με τα καλά σου που με πέθανες πριν την ώρα μου; Έχεις υπογράψει συμβόλαιο ότι είσαι κορακοζώητος; μπα τρομάρα να σου ‘ρθει!»

«Συγγνώμη Ρόζα».

«Έλα στα σύγκαλά σου και δες τη ζωή σου με άλλα μάτια. Καινούργια. Δεν το ήξερα ότι επειδή ο ‘’αποχωρισμός’’ πονάει θα πάω στην ζούγκλα να κρυφτώ. Όχι, χτυπάω τη μπουνιά πάνω στο τραπέζι κι αρχίζω από την αρχή.

Δυο ψυχές είμαστε και άσε τα παιδιά σου να αποφασίσουν και για τα σπίτια και τα τζιβαέρια, λες και θα τα πάρουμε μαζί μας. Σε κοιτάζω και λέω ‘’κρίμα’’ βλέποντας έναν αρχοντάνθρωπο ίσα με κει πάνω να φοβάται να ζήσει για όσο …

Έρχονται Χριστούγεννα, γιορτές είναι μπροστά μας, θα στολίσεις; Θα σου φτιάξει κάποιος μελομακάρονα και κουραμπιέδες σπιτικούς, θα γεμίσει το σπίτι από φωνές και παιδιά ή  μήπως θα πας για φαγητό ανήμερα σε ένα από τα παιδιά σου; Το ξέρεις ότι έχουμε αρχίσει να μοιάζουμε με υποχρέωση; Σαν να γινόμαστε σιγά-σιγά φόρτωμα».

«Έτσι όπως τα λες, ένα δίκιο το έχεις».

«Θα σου έλεγα να ετοιμάσουμε ένα μεγάλο γλέντι, να μαζευτούμε και οι δυο οικογένειες με παιδιά, με εγγόνια, με τις επιτυχίες μας και τις αποτυχίες μας αγκαλιά και να γεμίσει το σπίτι  με φωνές. Εγώ μια που το έστησα στο μυαλό μου αυτό θα κάνω κι εσύ αν θέλεις προσκαλείς την οικογένειά σου εδώ, στο σπίτι στο λόφο, όπως παλιά και να σου πω και κάτι, όσοι έρθουν τελικά, δεν θα σκάσουμε κι αν κανένας δεν μπορεί δεν πειράζει, θα είμαστε οι δυο μας και θα με φιλήσεις για να πάει καλά η χρονιά».

Στο τζάκι τα ξύλα έτριζαν.

«Νομίζω ότι έχεις δίκιο. Παρέα … αχ και να ήξερες πόσο μου έχει λείψει αυτή η λέξη».

«Τότε Σταύρο μίλα με τα παιδιά σου, πάρε τη βαλίτσα σου κι έλα να καθίσουμε αντάμα στη θαλπωρή αυτού του σπιτιού για καμιά βδομάδα. Βρε αδελφέ μπορεί να μην αντέχουμε ο ένας τον άλλο τελικά! Θα το κάνεις;»

Ο κύριος Νικολάου με μάγουλα αναψοκοκκινισμένα από τη φωτιά χαμογέλασε.

Η Ρόζα ρώτησε ξανά «θα το κάνεις;»

Ακολουθήστε την ομάδα μας στο Viber, πατώντας τον σύνδεσμο:
agnostoi.gr στο Viber

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here