«Κοίτα, κατεβαίνουμε» είπε ο Μανώλης και η Ανδριάνα κοίταξε έξω από το παράθυρο του αεροπλάνου. Αυτό που έβλεπε την απογοήτευσε. Τσιμινιέρες πέτρινες, βγαλμένες από μια άλλη εποχή και μια γη ξερή που δεν της άρεσε.

Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήθελε να πάνε στην Βαρσοβία. Λαχταρούσε ένα ταξίδι στην Ιταλία. Μετρούσε πολλά χρόνια πριν που είχε ταξιδέψει στην Φλωρεντία και τότε, πάνω από τον Άρνο ποταμό, είχε ορκιστεί ότι θα επέστρεφε ερωτευμένη και ήρεμη.

Να απογοητεύσει τον Μανώλη δεν ήθελε κι από την στιγμή που εκείνος είχε ήδη κλείσει τα εισιτήρια και ήθελε να γνωρίσει την Βαρσοβία, δεν είπε λέξη. Μα  την κατάλαβε.

«Λέγε την αλήθεια» της είχε πει «θα προτιμούσες να πάμε στη Ρώμη, ή ίσως στο Παρίσι, σωστά;»
«Στην Σκωτία θα ήθελα να πάω μαζί σου, ήμουν πολύ μικρή όταν ταξίδεψα εκεί, μα ας δούμε και κάτι άλλο» είχε πει.
«Θα σου αρέσει, στο υπόσχομαι» συνέχισε ο Μανώλης και τραβώντας την στην αγκαλιά του άνοιξε το λάπτοπ και τις έδειξε φωτογραφίες.
«Σαν παραμύθι είναι!» αναφώνησε έκπληκτη η Ανδριάνα.
«Είδες που δεν με πιστεύεις» γέλασε ο Μανώλης.

Η κοπέλα κοιτούσε ανάμελη τις φωτογραφίες. «Να είναι αλήθεια έτσι;» αναρωτήθηκε και συνέχισε «ξέρεις τι μου θυμίζει;»
«Τι;»
«Κολοκυθούπολη, ναι αυτό!»
«Δεν μου φαίνεται ιδιαίτερα κολακευτικό»
«Κοίτα αυτή τη φωτογραφία, τα σπίτια δεν σου θυμίζουν μεγάλες πορτοκαλιές κολοκύθες;» είπε χαμογελώντας.
«Νομίζω ότι δεν θα μεγαλώσεις ποτέ!» της απάντησε και την τράβηξε πιο κοντά του.

֎֎֎֎֎

Θα έμεναν στο κέντρο της πόλης και ένα ταξί τους περίμενε ήδη στην έξοδο του αεροδρομίου.

Είχαν προσγειωθεί και περιδιάβαιναν στους διαδρόμους μαζί με τους άλλους ταξιδιώτες. Η Ανδριάνα κοιτούσε με περιέργεια.

«Λες και μπήκαμε στη μηχανή του χρόνου και έχουμε προσγειωθεί στο παρελθόν» είπε παρατηρώντας το χώρο γύρω της.
«Δεν έχουν αλλάξει και πολλά πράγματα» είπε ο Μανώλης προπορευόμενος.
«Το βλέπω» μουρμούρισε η Ανδριάνα «μου εξηγείς τι γράφει εδώ;» είπε δείχνοντας την πινακίδα.
«Ωχ! Λέξη δεν καταλαβαίνω, είναι όλα γραμμένα στη γλώσσα τους».
«Πως θα βγούμε από εδώ μέσα;» αναρωτήθηκε η Ανδριάνα «νομίζω ότι έχουμε χαθεί» είπε ψάχνοντας να βρει κόσμο. Στο βάθος του διαδρόμου παρατήρησε ουρές, σέρνοντας τις βαλίτσες τους πήγαν κοντά τους.
«Είναι ο έλεγχος των διαβατηρίων» είπε ο Μανώλης και στάθηκαν και οι δυο στην ουρά, μα όταν ήρθε η σειρά τους, ο άντρας με την στολή τους έστειλε παραδίπλα με μια άγαρμπη και κοφτή κίνηση του κεφαλιού του.
«Που έχουμε έρθει;» μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της ακολουθώντας τον Μανώλη σαν πιστό σκυλί.
«Μην ξεχνάς τι πολίτευμα είχαν» είπε αυστηρά ο Μανώλης δείχνοντας το διαβατήριό του. Προσπάθησε να ρωτήσει κάτι στα αγγλικά μα απάντηση δεν πήρε. Η Ανδριάνα δεν μπήκε καν στον κόπο. Πρέπει να ήταν από τις λίγες φορές της ζωής της που δεν προσπάθησε να χαμογελάσει λίγο ευγενικά για να γλυκάνει το κλίμα. Το πρόσωπό της έμεινε σκυθρωπό και παγωμένο όπως ακριβώς ήταν και η έκφραση του ανθρώπου που εξέταζε το διαβατήριό της.

Με μία κίνηση του κεφαλιού του, της έκανε νόημα σαν της έλεγε «φεύγα».

«Δεν θα τα πάμε καλά» είπε στον Μανώλη, «αγγλικά δεν μιλάνε, οι πινακίδες όλες είναι γραμμένες μόνο στην γλώσσα τους και ξεχειλίζουν από ευγένεια απ’ ότι βλέπω» είπε έχοντας σηκώσει το ένα φρύδι.

Η αλήθεια ήταν ότι μόλις πέρασαν την πόρτα, πάλι μπλέχτηκαν ανάμεσα σε σκάλες χωρίς να βλέπουν ανθρώπινη παρουσία.

Όταν κατάφεραν και έφτασαν στο ισόγειο, κατεβαίνοντας είδαν έναν καλοντυμένο άντρα που κρατούσε μια πινακίδα με το όνομα του ξενοδοχείου που θα έμεναν. Η Ανδριάνα άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης.

«Δεν μπορώ να πω, ξέρουν να καλωσορίζουν τον κόσμο» είπε ειρωνικά «κι εδώ που τα λέμε, αυτό που νοιώθεις δεν λέγεται φιλοξενία, συμφωνείς;» ρώτησε τον Μανώλη.
«Ναι αλλά τι εννοείς;»
«Ήταν λιγάκι τρομακτικό»
«Αφιλόξενο ναι, τρομακτικό όμως …» της απάντησε κατεβαίνοντας και το τελευταίο σκαλί και πλησιάζοντας τον άνδρα με την πινακίδα η πρώτη ερώτηση που έκανε ήταν αν μιλούσε αγγλικά.

Ναι, μιλούσε, για μεγάλη χαρά και των δυο αλλά και ανακούφιση. Η διαδρομή μέχρι το κέντρο της πόλης είχε ένα χρώμα. Γκρίζο.

Η Ανδριάνα παρατηρούσε έξω από το παράθυρο, τυλιγμένη στο βαρύ παλτό της και φορώντας τον σκούφο της.

«Κρύο κάνει» είπε κι έφερε τις χούφτες της κοντά στο στόμα για να τις ζεστάνει.
«Με μείον ένδεκα τι περιμένεις!» είπε ο Μανώλης χαμογελαστός. «Πως σου φαίνεται;» την ρώτησε με μικρή δόση αγωνίας στη φωνή του. Σαν παιδί που περίμενε το ‘’μπράβο’’ του.

Πώς να της φαινόταν;

«Είναι όλα γκρίζα» απάντησε μόνο και με το χέρι έδειξε ένα μπλοκ πολυκατοικιών.
«Βρισκόμαστε στην Ανατολική Ευρώπη αγάπη μου, μην ξεχνάς …» απάντησε ο Μανώλης «μα θα δεις» είπε «στο υπόσχομαι».

Άφησαν την νέα πόλη τους πίσω τους, μέχρι που το αυτοκίνητο έστριψε και μπήκε μέσα σε κάτι στενά.

Ο οδηγός, τους έδωσε μερικές πληροφορίες για το που μπορούσαν να φάνε, σε ποια καφέ θα ήταν καλό να πάνε, τους άφησε μπροστά από το ξενοδοχείο και έφυγε χαμογελώντας.

Το ξενοδοχείο δεν τους άρεσε, θύμιζε κτίριο γραφείων. «Κάτι ήταν εδώ πριν το κάνουν ξενοδοχείο» είπε ο Μανώλης.. Στην υποδοχή, ένα ευγενικό ξανθό κορίτσι, μόλις είδε τα διαβατήριά τους, προσπάθησε με σπαστά αγγλικά να τους εξηγήσει πόσο αγαπούσε την Σαντορίνη και το ηλιοβασίλεμά της.

«Καλημέρα, καλησπέρα» τους είπε μπουρδουκλώνοντας τη γλώσσα της.

«Ωραία» είπε ο Μανώλης «σε λίγο θα δούμε και τον Βόγλη να φωνάζει ‘μύγδαλα».

Προσπάθησαν να συνεννοηθούν αλλά η κατάσταση θύμιζε περισσότερο παντομίμα! Είχαν φτάσει νωρίς, θα έπρεπε να περιμένουν μέχρι το μεσημέρι για να περάσουν στο δωμάτιό τους. Άφησαν τις βαλίτσες τους στην υποδοχή και ούτε λόγος για να πάρουν πληροφορίες για το που θα πιούν καφέ ή που θα ήταν καλό να φάνε.

«Πάμε και θα δούμε» είπε με τον ενθουσιασμό μικρού παιδιού ο Μανώλης, τραβώντας από το χέρι την Ανδριάνα.

Βγήκαν στον παγωμένο αέρα και το μόνο που φαινόταν από τα πρόσωπά τους ήταν τα μάτια τους. Στη γωνία του ξενοδοχείου ήταν ένα μνημείο, πέρασαν από μπροστά του βιαστικοί ψάχνοντας να πιούν μια γουλιά ζεστό καφέ. Έστριψαν την γωνιά και το θαύμα έγινε!

Green Coffee Nero έγραφε η πινακίδα, κοιτάχτηκαν και χωρίς δεύτερη κουβέντα άνοιξαν την πόρτα και μπήκαν μέσα.

Η Ανδριάνα έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Ένα καφέ, με βιβλιοθήκες γεμάτες βιβλία. Κόσμος έμπαινε, αγόραζε το πρωινό του κι έφευγε. Στη δεξιά πλευρά της εισόδου, το καθιστικό ήταν από δερμάτινες μπερζέρες και μικρούς καναπέδες. Όμορφες φιγούρες ανθρώπων, ντυμένες με έντονα χρώματα, κόντρα στο γκρίζο της πόλης, μοιραζόταν το χώρο διαβάζοντας βιβλία ή εφημερίδες και απολάμβαναν το ρόφημά τους μιλώντας σιγά.

«Ουάου» είπε σιγανά για να μην διαταράξει την ησυχία του χώρου. ‘’Μα πως ήταν δυνατόν να επικρατεί τόση ηρεμία σε ένα καφέ;’’ αναρωτήθηκε. Την μεγαλύτερη έκπληξη την  ένοιωσε όταν πέρασε στον πίσω χώρο. Ήταν γεμάτος από φοιτητές και όλοι μελετούσαν ή έγραφαν τις εργασίες τους στο λάπτοπ τους. Ησυχία κι εκεί. Εντυπωσιασμένη γύρισε και κάθισε σε μια πολυθρόνα περιμένοντας να τελειώσει ο Μανώλης με την παραγγελία τους.

Η κούπα με τον καφέ που της έφερε, έμοιαζε με μικρό μπωλ σούπας. Κοίταξε τον καφέ με αμφιβολία αλλά στην πρώτη γουλιά ένοιωσε την απόλαυση να την κατακλύζει.

«Τι είναι αυτά;» ρώτησε δείχνοντας το πιάτο με τα γλυκά.
«Δεν ξέρω, ούτε μπόρεσα να διαβάσω τις ετικέτες» είπε «μοιάζουν όμως με αυτά που σου αρέσουν» της είπε και της σερβίρισε αμέσως κάτι που έμοιαζε με μηλόπιτα ή δανέζικο κέϊκ.
«Είμαι ευτυχισμένη» είπε δυνατά η Ανδριάνα και ξαφνικά όλα έγιναν όμορφα κι ας ήταν ο ουρανός γκρίζος.

Απόλαυσαν το πρωινό τους, γουργουρίζοντας σαν ευτυχισμένα γατιά,  παρατηρώντας τον κόσμο έξω από το παράθυρο.

«Έλα» της είπε ο Μανώλης, ώρα να πάμε μια βόλτα.

Άνοιξαν την πόρτα χαιρετώντας με τον γνωστό πλέον τρόπο της παντομίμας. Η Ανδριάνα όμως κούνησε το χέρι και τους χάρισε ένα μεγάλο χαμόγελο, κάνοντας νόημα ότι θα γυρνούσαν ξανά.

«Θα ξανάρθουμε;» ρώτησε ανυπόμονα.
«Σου άρεσε τελικά» είπε ο Μανώλης κρατώντας την στην αγκαλιά του.
«Ήταν όλα τόσο νόστιμα και τα παιδιά τόσο ευγενικά που λυπάμαι που φύγαμε» απάντησε γελώντας.

Πήραν το δρόμο ευθεία από το καφέ και τους οδήγησε στο κέντρο της παλιάς πόλης.

«Είχα δίκιο όταν σου είπα ότι μοιάζει με πολύχρωμη κολοκυθούπολη» είπε η Ανδριάνα ανοίγοντας τα χέρια της διάπλατα. «Δεν μπορώ να ρουφήξω τον αέρα, παγώνουν τα πνευμόνια μου» είπε κι άρχισε να γελάει τραβώντας όλο και πιο ψηλά το μάλλινο κασκόλ της.

Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν και η πόλη είχε αρχίσει να φοράει τα γιορτινά της. Μπήκαν στο παλιό κάστρο και πρώτο που έκαναν ήταν να αγοράσουν από μια κούπα ζεστό κόκκινο κρασί με μπαχαρικά κι αρωματικά.

«Είναι ένα αριστούργημα» είπε στον Μανώλη πίνοντας την πρώτη γουλιά.

Ένα ολόκληρο παζάρι από ρούχα, σκούφους και πασμίνες ανοίχτηκε μπροστά τους. Αναμνηστικά δώρα και κόσμος που πηγαινοερχόταν. Βγήκαν από το κάστρο και βρέθηκαν στα στενά καλντερίμια. Μια πόλη που δεν κοιμόταν και σε κάθε σημείο ανακάλυπταν μικρούς ‘’θησαυρούς’’ από εστιατόρια, καφέ και μουσεία και μνημεία.

«Αύριο» είπε ο Μανώλης «θα ήθελα να πάμε στο Μουσείο της Εξέγερσης και μετά πάμε όπου θέλεις εσύ». Ήξερε ότι η Ανδριάνα δεν άντεχε να βλέπει τη βιαιότητα, ο ίδιος όμως ήθελε να μάθει όλο και περισσότερο.

«Θέλω να πάω στο Μουσείο του Σοπέν, στο Παλάτι, στο Πάρκο Λαζένκι, στο Μουσείο της Μαρίας Κιουρί και στο Επιστημονικό Κέντρο Κοπέρνικος» απάντησε.

«Πότε πρόλαβες και τα έμαθες όλα αυτά;» τη ρώτησε με περιέργεια.
«Όταν άρχισα να ψάχνω που με φέρνεις» απάντησε κι έβγαλε κοροϊδευτικά τη γλώσσα της έξω. «Είναι πανέμορφα» συμπλήρωσε και κρύφτηκε στην αγκαλιά του χαζεύοντας αγκαλιασμένοι τον Βιστούλα ποταμό.

Στην κεντρική πλατεία της παλιάς πόλης, ο Μανώλης μπήκε σε μια στοά. Την έκανε νόημα με το χέρι να τον ακολουθήσει.

«Που πάμε;»
«Δεν έχω ιδέα» της απάντησε αν και το βλέμμα του έπεσε πάνω σε μια πινακίδα. «Έχει ένα εστιατόριο εδώ, πάμε να δούμε;» την ρώτησε αλλά απάντηση δεν περίμενε. Την έπιασε από το χέρι κι άρχισαν να κατεβαίνουν τις σκάλες του υπογείου.
«Σε τι καταγώγιο έχεις σκοπό να με πας, δεν ξέρω» μουρμούρισε.
«Σιγά, αν δεν μας αρέσει θα φύγουμε» απάντησε.

Όταν άνοιξαν την πόρτα, κράτησαν την ανάσα τους από την ομορφιά που ξεδιπλώθηκε μπροστά τους.

«Τι είναι αυτό!» είπαν και οι δυο μαζί.

Μοναστηριακά τραπέζια, γοτθικές αψίδες διακοσμημένες με τούβλα, μεγάλοι ολόχρυσοι σκαλιστοί καθρέφτες να κρέμονται από τον τοίχο, γωνιές με μικρές ροτόντες που πάνω τους ήταν μεγάλες γυάλες με αποξηραμένες φέτες πορτοκαλιού και κανέλες. Παραδίπλα πλατό με τοπικά γλυκά που έμοιαζαν με τρούφες και αλεξανδρινοί παντού. Τα Χριστούγεννα θα ‘’ένοιωθαν’’ καλοδεχούμενα μέσα σε αυτό το εστιατόριο.

‘’Στην οδό Rynek και στον αριθμό 21, αν κατεβείτε την υπόγεια σκάλα θα βρεθείτε στο Kuchnia Warszawska και σας ορκίζομαι ότι δεν θα θέλετε να φύγετε ποτέ πια’’. Αυτή ήταν η πρόποση της Ανδριάνας όταν το ζεστό κρασί, τους το προσέφεραν πάνω σε ρεσώ. Ήπιε την πρώτη γουλιά ευλαβικά και είπε «σε ευχαριστώ αγάπη μου» και χαμογέλασε όπως δεν είχε κάνει καιρό τώρα.

Η σούπα Μπορς με λαχανικά που είχαν παραγγείλει, ήταν σερβιρισμένη μέσα σε ένα καρβέλι ψωμί.

Ο Μανώλης περίμενε να δοκιμάσει πρώτη η Ανδριάνα.

«Λέξεις που δεν τις καταλαβαίνω, δεν τις τρώω» συνήθιζε να λέει, μόνο που αυτή τη φορά, παράγγειλε και δεύτερο ‘’καρβέλι’’ πριν προλάβει να τελειώσει το πρώτο.

Έφυγαν χορτάτοι και ευτυχισμένοι, «αν και ελαφρώς ζαλισμένοι» είπε η Ανδριάνα που το δεύτερο ποτήρι κρασί την είχε ήδη πειράξει.

Βγήκαν στο κρύο και η ζαλάδα που ένοιωθε εξαφανίστηκε μέσα στα πρώτα δύο με τρία λεπτά. Γύρισαν στον ξενοδοχείο τακτοποίησαν τα πράγματά τους και βγήκαν πάλι έξω.

«Μα τι ώρα είναι;» ρώτησε βλέποντας το σκοτάδι να έχει απλωθεί παντού.

Ο Μανώλης  κοίταξε το ρολόι του. «Τρεις και μισή» απάντησε, «θα το συνηθίσεις» συνέχισε.
«Γιατί έχεις σκοπό να μείνουμε εδώ για πάντα;»
«Θα έφευγες από την Ελλάδα;» την ρώτησε.
«Δεν ξέρω, δεν το έχω σκεφθεί» αποκρίθηκε «μα γιατί με ρωτάς, τριγυρνάει κάτι μέσα στο μυαλό σου;»
«Όλα είναι πιθανά» απάντησε λακωνικά ο Μανώλης.

֎֎֎֎֎

Το ίδιο βράδυ, κατά τις εννιά, κουρασμένοι από τις βόλτες και παγωμένοι μέχρι το κόκκαλο, μαζεύτηκαν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου για να κάνουν ένα μπάνιο και να ξαπλώσουν. Ήθελαν να ξημερώσει η επόμενη ημέρα για να αρχίσουν τις εξερευνήσεις τους και να χορτάσει η ματιά τους με νέες εμπειρίες.

Η Ανδριάνα είχε κρύψει στο κάτω μέρος της βαλίτσας της ένα βελούδινο πουγκί με τα ‘’κατάλληλα εσώρουχα της νύχτας’’.

Ξεκινώντας το ταξίδι τους, είχε σκοπό να πλανέψει τον Μανώλη με τον τρόπο που εκείνη γνώριζε καλύτερα απ’ όλους.

Μπήκε πρώτη να κάνει το ντους της και τον περίμενε να ακολουθήσει μετά, για να ‘’ντυθεί’’ με την ησυχία της.

«Είμαι πολύ κουρασμένος» της είπε όταν ξάπλωσε δίπλα της και πριν προλάβει η Ανδριάνα να κάνει την πρώτη της κίνηση, ο Μανώλης κόντεψε να κοιμηθεί, μα το χέρι του σταμάτησε στην κάλτσα με την σιλικόνη. «Τι φοράς;» τη ρώτησε και τράβηξε βίαια από πάνω της το χοντρό πάπλωμα. Το θέαμα, μόνο αδιάφορο δεν τον άφησε κι εκεί, στον δεύτερο όροφο του ξενοδοχείου, με τα ανοιχτά εξώφυλλα και τα δέντρα έξω να σαλεύουν, η Ανδριάνα και ο Μανώλης άφησαν τις σταγόνες του έρωτά τους να κυλήσουν ελεύθερα, χωρίς δεύτερες σκέψεις και έγνοιες.

«Κοιμήσου πριγκίπισσά μου» της είπε όταν τυλιγμένοι με τις μεγάλες πετσέτες, βγήκαν από το παιχνίδι που ακολούθησε με το καυτό νερό. Την τράβηξε στην αγκαλιά του και οι ανάσες τους ακολούθησαν η μια την άλλη, σε έναν ύπνο γεμάτο από έρωτα.

֎֎֎֎֎

«Ντράπηκα σου λέω …»
«Μα δεν καταλαβαίνω, τι εννοείς;» ρώτησε η Ρόζα.
«Αν δεν πας δεν μπορείς να καταλάβεις. Από πού να αρχίσω και που να τελειώσω δεν ξέρω».
«Από την αρχή παιδί μου».

«Σε ολόκληρη την πόλη μια σβησμένη γόπα δεν είδα». Η Ανδριάνα είχε ξεκινήσει την αφήγησή της με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα.
«Τι μου λες;»
«Την επόμενη ημέρα μετά το πρωινό στο γνωστό καφέ, που είχε γίνει το στέκι μας …»
«Γιατί το ξενοδοχείο πρωινό δεν είχε;»
«Είχε αλλά του έλειπε η ατμόσφαιρα, ήταν ωραίο το ανακάτεμα του κόσμου και η επικοινωνία μεταξύ τους αλλά σε εμάς άρεσε το καφέ με τα βιβλία. Το ξέρεις ότι ακόμα και μέσα στο μπάνιο είχαν βιβλία;»

Η Ρόζα κάτι πήγε να πει, μα η Ανδριάνα μίλαγε σαν χείμαρρος από τον ενθουσιασμό της.

«Παντού βιβλία. Αν με ρωτήσεις η πρώτη μου εντύπωση ήταν αυτή. Δεν είδα ούτε έναν να κρατάει κινητό στα χέρια. Στα δε εστιατόρια, τι να σου λέω! Το φαγητό τους καταπληκτικό …»
«Το βλέπω» είπε η θεία της κοιτώντας της από πάνω μέχρι κάτω.
«Τα δοκιμάσαμε όλα, σούπες με λουκάνικα, γκούλας και ό,τι άλλο μπορείς να βάλεις με το μυαλό σου, γιατί για να τα προφέρω μου είναι αδύνατον.

Πήγαμε το επόμενο πρωινό στο Μουσείο της Εξέγερσης. Πόσο έκλαψα και πόσο ντράπηκα! Εκεί έμαθα για το Μυστικό Υπόγειο Κράτος της Πολωνίας. Για τον αγώνα τους, για την ισοπεδωμένη πόλη τους. Είδα ρεπλίκα του βομβαρδιστικού αεροπλάνου Β-24 Liberator κι άκουσα τον ήχο του καθώς πλησίαζε, έκλαψα πάνω από τις κινηματογραφημένες εκτελέσεις, άκουσα τον ήχο του κτύπου της καρδιάς, παρακολούθησα ντοκιμαντέρ με την εξαφάνιση της Βαρσοβίας, είδα ρούχα παιδιών, τους κινηματογραφιστές και βομβαρδισμένα σπίτια».

«Σώπα παιδί μου, για καλό μου τα λες αυτά;»

«Έκλαψα Ρόζα γιατί είδα ένα περήφανο λαό.  Το παλάτι του Μονάρχη ισοπεδώθηκε. Ο λαός, για την ακρίβεια ό,τι έμεινε από αυτόν, διασκορπίστηκε στις πέντε ηπείρους και από τα δικά τους λεφτά τα έφτιαξαν όλα από την αρχή. Όλη τους την πόλη και το παλάτι που το παρέδωσαν στον κόσμο το 1980. Τι να σου πω; Για έναν παππού με το μπαστούνι του, που δεν μπορούσε να κατέβει τις σκάλες του παλατιού; Ότι έτρεχαν τα μάτια του; και μην σκεφτείς να με ρωτήσεις ποιος τον βοήθησε να κατέβει …»

«Ούτε καν που πέρασε από το κεφάλι μου» ψέλλισε η Ρόζα.

«Για τα μουσικά παγκάκια σου είπα; Λοιπόν άκου. Όπως γυρίζαμε στο ξενοδοχείο, φύσαγε. Δεν μας έφτανε το μείον ένδεκα ή όσο είχε πάει τέλος πάντων, ο αέρας μας διαπερνούσε και δεν μπορούσαμε ούτε καλά-καλά να αναπνεύσουμε. Είχαμε κουκουλωθεί και μόνο τα μάτια μας ήταν ελεύθερα για να βλέπουμε. Εκεί κατάλαβα γιατί οι λαοί αυτοί δεν χαμογελάνε, που να τολμήσουν; Πνευμονία θα πάθουν και θα τους πέσει η γλώσσα! Όπως είχα το κεφάλι σκυφτό, είδα πάνω σε ένα παγκάκι ένα κουμπί και χωρίς να το σκεφτώ το πάτησα. Προς στιγμήν νόμισα ότι μπορεί να ήταν σινιάλο για το τραμ ή το λεωφορείο, όμως όχι, το παγκάκι έπαιζε Σοπέν!».

«Με κοροϊδεύεις;»

«Καθόλου, τα μουσικά παγκάκια της Βαρσοβίας είναι γνωστά, εμείς δεν ξέρουμε τίποτα περισσότερο από ‘’λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και το αγόρι μου’’. Τα Πανεπιστήμια πεντακάθαρα, ούτε μια μουτζούρα στους τοίχους. Τα πάντα αστραφτερά κι αυτά που νόμιζα για όρθια παρτέρια φυτεμένα με λουλούδια στις άκρες των πεζοδρομίων, ήταν σκουπιδοτενεκέδες. Το ακούς; Λυπάμαι που φύγαμε, η αλήθεια είναι ότι δώσαμε προτεραιότητα στα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και πήραμε και ξεναγό, την Άννα, η οποία ήταν απίστευτη. Μετά από αυτό, δεν μπορώ να σου πω ότι είχα ιδιαίτερη όρεξη για παλάτια και παραμύθια και ούτε και οι μέρες μας έφταναν».

«Γιατί ντράπηκες δεν μου είπες».

«Γιατί έχουν κάτι που εμείς έχουμε χάσει από καιρό. Πολιτισμό και ευγένεια. Το τελευταίο βράδυ ανακαλύψαμε ένα υπέροχο μπαρ».

«Είπα κι εγώ …»

«Δεν μπορώ να σου εξηγήσω το επίπεδο του κόσμου και του προσωπικού. Ήταν όλοι τους με κοστούμια, γάντια για να σε σερβίρουν και η μουσική που ακουγόταν στον χώρο ήταν από ταινίες του James Bond. Τόσο κομψές οι κυρίες και καλοντυμένες αλλά και οι συνοδοί τους, που μου έκανε εντύπωση. Την ατμόσφαιρα την χάλασε ένα ζευγάρι … για μάντεψε;»

«Τι να μαντέψω, δεν καταλαβαίνω».

«Σωστά που να καταλάβεις. Ένα ζευγάρι Ελλήνων ήρθε για να χαλάσει όλη την ατμόσφαιρα. Φώναζαν και γέλαγαν με τέτοιο τρόπο που ένοιωσα άβολα. Σαν να μην υπήρχε κανείς γύρω τους. Χωρίς σεβασμό, σε σημείο που είπα στον Μανώλη να μου μιλάει στα αγγλικά ή έστω στα κορακίστικα».

«Είσαι με τα καλά σου;»

«Ναι, δεν ήθελα να με κατατάξουν στην ίδια κατηγορία με την κοπέλα. Ευτυχώς κατάλαβαν ότι το κλίμα δεν τους σήκωνε κι έτσι έφυγαν γρήγορα.

Η Ελληνική κοινότητα δε, όλο κι αυξάνεται. Παντού ακούγαμε τη γλώσσα μας, από φοιτητές πρωτίστως αλλά κι από οικογένειες που έχουν εγκατασταθεί μόνιμα».

«Νόμιζα ότι συμβαίνει το αντίθετο» είπε σκεφτική η Ρόζα.

«Κι εγώ αλλά βλέπεις η εταιρίες υψηλής τεχνολογίας έχουν εγκατασταθεί εκεί, έτσι λοιπόν ακόμα κι αν σου φαίνεται παράξενο, άφησαν την χώρα μας για ένα καλύτερο αύριο. Τουλάχιστον οικονομικό».

«Έχεις ενθουσιαστεί και η αλήθεια είναι ότι δεν το περίμενα».

«Ο Μανώλης ήθελε να πάμε με το τραίνο στην Κρακοβία και να επισκεφτούμε το Στρατόπεδο Συγκέντρωσης στο Άουσβιτς».

«Παναγιά μου …»

«Ακριβώς αυτό είπα κι εγώ! Του είπα ότι αν θέλει μπορεί να πάει μόνος του, εγώ εκεί που βασανίστηκε τόσος κόσμος και τα δάκρυα, η αγωνιά και οι παλμοί της καρδιάς τους έχουν αφήσει τα αποτυπώματά τους παντού, δεν πάω να τα δω ως αξιοθέατο. Δεν το αντέχω και δεν πήγαμε».

«Τελικά, φαίνεται ότι βρήκατε τον δρόμο σας με τον Μανώλη. Έτσι;»
«Κάθε μέρα που ξημερώνει λέω ‘’καλημέρα’’ και αμέσως μετά απαριθμώ όλα τα καλά που έχω. Τον Μανώλη τον αγαπάω και δίπλα του έχω αυτό που πάντα έψαχνα να βρω».

Η Ρόζα χαμογέλασε γλυκά.

«Ανήμερα τα Χριστούγεννα θα μαζευτούμε εδώ».
«Όπως πάντα δηλαδή».
«Ναι μόνο που αυτή τη φορά δεν θα είναι μόνο η δική μας οικογένεια …»
«Δηλαδή;»
«Έχω προσκαλέσει και την οικογένεια του Σταύρου».
«Τι λες τώρα; Λίγες ημέρες έλειψα κι εσύ έφερες τα πάνω κάτω;»

֎֎֎֎֎

Η Ρόζα της αποκάλυψε τις αποφάσεις που δυσκολεύτηκε να πάρει και την επιθυμία αλλά και τις φοβίες του κυρίου Νικολάου.

«Ήρθε εδώ γιατί δεν έβγαινα στα τηλέφωνα».
«Εδώ ήμουν, το θυμάμαι, μετά όμως …»
«Μετά όμως μου εξήγησε ότι του ήταν πολύ δύσκολο να αφήσει το σπίτι του, τις συνήθειές του και να μιλήσει στα παιδιά του σαν ξελογιασμένος έφηβος. Μου ζήτησε να το πάμε σιγά-σιγά, να πιάσουμε το νήμα από την αρχή και να δούμε που θα μας βγάλει. ‘’Γιατί μπορεί να ανακαλύψουμε ότι δεν αντέχουμε ο ένας τον άλλον’’ είχε πει».
«Κι εσύ;»
«Εγώ, τι εγώ; Κάθισα και τα σκέφτηκα και να σου πω την αλήθεια δεν τα βρήκα παράλογα. Για να φτάσω σε αυτό το σημείο έπρεπε να ξεπεράσω τον εγωισμό μου».
«Ρόζα κάνεις άλματα» είπε έκπληκτη η Ανδριάνα.
«Η ζωή με αναγκάζει …»
«Να σε ρωτήσω, είχες σκεφθεί ποτέ την πιθανότητα ότι τα χνώτα σας μπορεί να μην κολλούσαν; Τι θα έκανες τότε, θα του έλεγες πάρε τα λιγοστά σου υπάρχοντα και τράβα από εκεί που ήρθες;»
«Καλά τα λες εσύ και δίκιο έχεις αλλά πώς να το κάνουμε, έχω την αγωνία του τέλους. Θέλω να το αντιστρέψω και να βρεθώ στην πάλι στην αρχή. Θέλω να ζήσω, τόσο κακό είναι;»

Η Ανδριάνα την πλησίασε και την πήρε αγκαλιά.

«Βγάλε από το μυαλό σου τα χειρότερα και μην κάνεις σαν κακομαθημένο παιδί. Ο κύριος Νικολάου έχει σε όλα δίκιο. Αγάλι-αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι, λέει ο λαός. Σε λίγες ημέρες έρχονται Χριστούγεννα και φέτος θα είναι διαφορετικά όλα, θα δεις.

Στόλισε το σπίτι, φτιάξε αυτά τα υπέροχα φαγητά που ξέρεις κι άσε σε εμένα το ζεστό κρασί, θα σας κάνω όλους κουδούνια» είπε και την έσφιξε πάνω της.

Με βήμα ήρεμο και σταθερό πήγε στην τσάντα της. Την άνοιξε κι από μέσα έβγαλε μια μικρή σακούλα.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε η Ρόζα κοκκινίζοντας ελαφρά.
«Άνοιξέ το» της ζήτησε και η θεία της, φορώντας τα γυαλιά της, ξεδίπλωσε τα χαρτιά.
«Στολίδια από κεχριμπάρι;» ρώτησε εντυπωσιασμένη.

Δύο Άγγελοι κι ένα μικρό έλατο, φτιαγμένα από ξύλο και κεχριμπάρι ήταν τα πρώτα στολίδια που έβαλε στο σπίτι της η Ρόζα για το καλό τη χρονιά εκείνη.

«Στο πρεβάζι εκείνου του παραθύρου» είπε «για να τα λούζει το φως της λάμπας» ζήτησε κι έσφιξε τις παλάμες της σαν να κάνει προσευχή.

«Θα δεις» της είπε η Ανδριάνα «όλα φέτος θα είναι αλλιώς» κι έσκυψε και την φίλησε στα δυο της μάγουλα. «Και για να μην το ξεχάσω, την πουτίγκα της γιαγιάς θα την φτιάξουμε παρέα, εσύ θα λες κι εγώ θα μαθαίνω. Σύμφωνοι;»

«Σύμφωνοι» απάντησε χαρούμενη η Ρόζα κοιτάζοντας για άλλη μια φορά στη ζωή της μπροστά. Είχε κάτι να περιμένει. Πάλι …

Ακολουθήστε την ομάδα μας στο Viber, πατώντας τον σύνδεσμο:
agnostoi.gr στο Viber

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here