Η επέμβαση είχε ξεκινήσει.

Στην αίθουσα αναμονής η Ανδριάνα ήταν μόνη της. Όταν οι πόρτες έκλεισαν και κάθισε στην καρέκλα, αισθάνθηκε αβοήθητη. Τυλίχτηκε με τα χέρια της και έκρυψε το κεφάλι της στο στήθος της. Φοβόταν και ο πόνος στα σωθικά της ήταν μεγάλος. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. Η Ρόζα ήταν ο τελευταίος αγαπημένος άνθρωπος που κρυβόταν στην αγκαλιά της σαν κουτάβι. Αν την έχανε;

Ας μην πάθαινε τίποτα … Μόνο αυτό σκεφτόταν.

Το μυαλό της γύρισε πίσω. Θυμήθηκε το περιβόητο ραγού της θείας της με το χοντρό μακαρόνι και μπόλικο τυρί τριμμένο, όπως ακριβώς άρεσε στον πατέρα της, τον Παυλή.

«Έναν αδελφό έχω» έλεγε η Ρόζα σερβίροντας την πιατέλα με το φαγητό. Ο Παυλής κάθε φορά έδειχνε και πιο ευτυχισμένος. Ίσως ήταν ένα παιχνίδι ανάμεσα στα δύο αδέλφια. Ό,τι κι αν έφτιαχνε η Ρόζα, όταν ο Παυλής ήταν μαζί τους, στο τραπέζι θα είχε πάντα ραγού. Ήταν το σιωπηλό «σε αγαπώ» της Ρόζας.

«Μα δεν βαριέσαι να τα μαγειρεύεις όλα αυτά;» την είχε ρωτήσει σαν μεγάλωσε λίγο η Ανδριάνα. Έβλεπε τις πιατέλες στα τραπέζια και τρόμαζε.
«Τι να βαρεθώ; Να βλέπω τα χαμόγελα στα πρόσωπά σας;» την αποστόμωνε η θεία της.

Πόσα χαμόγελα είχε μοιράσει η Ρόζα σε ανθρώπους, δεν ήξερε η Ανδριάνα, μόνο υπέθετε ότι ήταν πολλά.

«Να μην ξεχνάτε από πού ξεκινήσατε» έλεγε. «Η ζωή δεν είναι με όλους δίκαιη».

Η Ανδριάνα κούνησε το κεφάλι της. Το πόσο δίκαιη ήταν η ζωή το έβλεπε στην άδεια αίθουσα αναμονής. Τα δύο αγόρια δεν είχαν έρθει λόγω δουλειάς. Το ίδιο και οι νύφες της.  Δικαιολογίες. Όλα ήταν δικαιολογίες και λόγια του αέρα και η ευθύνη ήταν όλη της Ρόζας.

Έκανε τα πάντα, φτάνει να μην στενοχωρούσε τα παιδιά της. Υποχωρήσεις ένα σωρό κι ας μην μίλαγε. Δεν ήθελε να τους λείψει τίποτα. Ήταν η ζωή στους μαχαλάδες που της είχε στιγματίσει τη ζωή και για τα αγόρια της φρόντιζε για τα καλύτερα. Μόνο που τα «καλύτερα» τα είχαν κάνει κακομαθημένα, μαλθακά και να υπεκφεύγουν τον πόνο. Η Ανδριάνα κούνησε το κεφάλι της θυμωμένη.

Σε ένα πράγμα υπήρξε αυστηρή η θεία της. Στις σπουδές των αγοριών. Η Ρόζα αυτό το είχε ξεκαθαρίσει. Τα παιδιά της  θα σπούδαζαν.

«Δεν με ενδιαφέρει τι θέλετε να σπουδάσετε, φτάνει να κάνετε αυτό που αγαπάτε» έλεγε και ήταν ο μόνος λόγος τσακωμού στο σπίτι. Όμως η αγκαλιά της ήταν πολύ μεγάλη  και τα αγόρια φρόντισαν να τιμήσουν τη μητέρα τους. Ένα μικρό γελάκι ξέφυγε από το στόμα της Ανδριάνας.

«Την τίμησαν στα εύκολα, τώρα που είναι;» αναρωτήθηκε. Σηκώθηκε όρθια, σκούπισε τα μάτια της και πήρε στο τηλέφωνο τον Σπύρο.

«Γιατί με έχετε αφήσει εδώ μόνη μου; Μάνα σας είναι …» και ξέσπασε σε αναφιλητά.
«Θα έρθουμε αργότερα» της είπε ο ξάδελφός της και της έκλεισε το τηλέφωνο όσο πιο ήσυχα μπορούσε.

Η Ανδριάνα έμεινε να κοιτάζει το κενό.

«Να σου φέρω ένα καφέ;» τη ρώτησε μια φωνή.

Η γυναίκα γύρισε και είδε τον άντρα που είχε γνωρίσει στο προαύλιο, μα δεν θυμόταν το όνομά του. Τον κοίταξε και το θολό της βλέμμα έδειχνε να μην τον αναγνωρίζει.

«Ο Μανώλης είμαι» είπε για να την βοηθήσει.

Η Ανδριάνα κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Ναι ο Μανώλης» μονολόγησε και ξεροκατάπιε.
«Έκλαιγες; Συγγνώμη που ρωτάω δεν γνωριζόμαστε αλλά εδώ μέσα όλοι για παρόμοιο λόγο βρισκόμαστε» είπε ο άντρας.
Η γυναίκα ανασήκωσε τους ώμους. Το σαγόνι της έτρεμε λίγο αλλά βρήκε αμέσως την αυτοκυριαρχία της.

«Κάτι είπες για καφέ;» τον ρώτησε δειλά.
«Είσαι; Κερνάω!» απάντησε ο Μανώλης και με ένα σάλτο βρέθηκε στην πόρτα. «Τι πίνεις;»
«Φίλτρου, σκέτο» απάντησε χαμογελώντας.

Η Ανδριάνα κοίταξε τα χέρια της. Σκασμένα και ζαρωμένα της φάνηκαν. Τα χάιδεψε σε μια αμήχανη προσπάθεια να τεντώσει το δέρμα της περισσότερο. Ήταν ώρα να την πιάσει η φιλαρέσκειά της;

Κοίταξε το τηλέφωνό της το οποίο το είχε στη σίγαση.   «Μα καμιά τους να μην πάρει τηλέφωνο;» αναρωτήθηκε. «Πως είναι δυνατόν να αδιαφορούν τόσο πολύ οι άνθρωποι;»  Δεν μπορούσε να καταλάβει και δεν ήθελε. Αυτός ο τρόπος συμπεριφοράς μιας ολόκληρης οικογένειας δεν ταίριαζε στην Ρόζα.

«Το DNA κορίτσι μου» της έλεγε η θεία της κάθε τόσο και η Ανδριάνα δεν καταλάβαινε.

Είχαν καθίσει κοντά στο τζάκι και έπιναν ένα δροσερό κρασί. Η Ρόζα είχε φτιάξει έναν δίσκο με «ότι περισσεύματα βρήκα στο ψυγείο» είχε πει. Κουβέντιαζαν και η φωτιά σιγόκαιγε στο τζάκι. Το πιο προσφιλές τους θέμα συζήτησης οι νύφες της Ρόζας αλλά και η ίδια η Ανδριάνα. Η Ρόζα ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει την ανάγκη της Ανδριάνας για τόση ανεξαρτησία. Ούτε όμως τις νύφες της καταλάβαινε.

«Το έχω σκεφτεί πολλές φορές. Κοιτάω τους γάμους των παιδιών μου και με πιάνει η ψυχή μου. Τα μεγάλωσα εγώ για να έχουν τέτοιες γυναίκες;» αναρωτιόταν  «και οι εγγόνες μου;  Για ποια πρότυπα; Για ποιες οικογένειες μιλάμε;»
«Όλες οι πεθερές τα ίδια λέτε» είχε απαντήσει η Ανδριάνα ρουφώντας μια μικρή γουλιά από το κρασί της.
«Η κουκουβάγια το κουκουβαγιόπουλο, σωστά! Όμως για πες μου δίκιο δεν έχω; Πάρε τον Γρηγόρη και την Δήμητρα. Δεν λέω κάθε γιορτές μας καλούν σπίτι τους. Έχει μαγειρέψει η Δήμητρα ποτέ ένα φαγητό να φάμε; Μια μακαρονάδα, δεν σου λέω τίποτα δύσκολο. Όχι ποτέ. Ας είναι καλά η εσωτερική γυναίκα που έχουν σπίτι. Ξέρεις γιατί φέρεται έτσι;» έλεγε μονολογώντας και χωρίς να περιμένει απάντηση συνέχιζε. «Θα σου πω αμέσως. Θυμάσαι τη μάνα της την κυρία Σοφία; Όλο στις λέσχες ξημεροβραδιαζόταν. Γιατί νομίζεις ότι την χώρισε ο άντρα της; Μπερμπάντης ήταν κι αυτός αλλά πώς να το κάνουμε, η γυναίκα κρατάει το σπίτι. Η γυναίκα την οικογένεια και η γυναίκα τα διαλύει» έλεγε και έκανε μια κίνηση με το χέρι της σαν κάτι να εξαφανιζόταν.
«Ναι αλλά δεν καταλαβαίνω που το πας» ρώταγε η Ανδριάνα.
«Που να το πάω; Μόνο του πάει. Η Δήμητρα μεγάλωσε μόνη της, η μάνα της, θεός σχωρέστην, ότι ώρα την έβλεπες με μια τράπουλα στα χέρια, ένα τηλέφωνο και ένα τσιγάρο να κρέμεται στα χείλη.  Τη φωνή της, κλεισμένη μονίμως από την φαρυγγίτιδα, την έχω διαρκώς στα αυτιά μου. Να βρίζει την κακή της τύχη, κάθε βράδυ και πάντα να τσακώνεται με έναν βαλέ ή με ένα ρήγα. Μπορεί να τα έβαζε και με τις ντάμες αλλά δεν θυμάμαι και η Δήμητρα να μεγαλώνει μόνη της στους δρόμους. Τι άλλο να πω αγάπη μου;» έλεγε και μια μπουκιά στο στόμα της δεν έβαζε.

«Τι θέλεις να πεις Ρόζα;» ρώταγε η Ανδριάνα.
«Κάνεις σαν να μην καταλαβαίνεις. Τι δεν καταλαβαίνεις; Πώς να μεγαλώσει παιδί αυτή η γυναίκα;» έλεγε.
«Ποια γυναίκα, με μπέρδεψες, η Σοφία ή η Δήμητρα;» ρώταγε η ανιψιά της.
«Η Δήμητρα. Πες μου ποιος την δασκάλεψε; Η μάνα της; Ο Γρηγόρης; Ποιος;» έλεγε και κούναγε το κεφάλι και πάντα συμπλήρωνε «εγώ φταίω» χτυπώντας με το δάχτυλο το κόκκαλο στο στήθος της.
«Έλα βρε Ρόζα, που φταις;» ρώταγε η Ανδριάνα.
«Δεν έκανα άντρες εγώ αγάπη μου, κωθώνια έκανα  και μου το έλεγε ο πατέρας τους αλλά εγώ είχα τον δικό μου χαβά, να μην τους λείψει τίποτα, να μην τα στενοχωρήσω. Να τα ρέστα τους τώρα»  έλεγε.
«Τα ρέστα τους;» ρώτησε η Ανδριάνα.
«Ήταν έκφραση της γιαγιάς μου. Μα για να δούμε και τα ρέστα τους, έλεγε κι εμείς τα είδαμε και της μιας και της άλλης» συμπλήρωνε.

Μια χάρτινη κούπα με αχνιστό καφέ μόλις της προσέφερε ένα ανδρικό χέρι.

«Ποιόν έχεις εδώ;» την ρώτησε ο Μανώλης.
«Την θεία μου» απάντησε η Ανδριάνα.
«Ευτυχισμένη που έχει έστω εσένα» απάντησε ο άντρας.

Η Ανδριάνα γύρισε και τον κοίταξε. Ήταν σαν να μίλησε η φωνή της λογικής.

«Η θεία μου έχει δύο γιούς, δύο νύφες και δύο εγγονές. Εγώ είμαι απλώς το συμπλήρωμα» είπε η Ανδριάνα προσπαθώντας να διασκεδάσει την κατάσταση.

«Αλήθεια;» ρώτησε ο Μανώλης λίγο ειρωνικά. «Και που είναι όλοι αυτοί  για να ορίζεις τον εαυτό σου ως συμπλήρωμα;»

Η Ανδριάνα δεν ήξερε τι να απαντήσει.

«Εσύ ποιόν έχεις εδώ;» ρώτησε τον Μανώλη για να αποφύγει τις εξηγήσεις.
«Την μητέρα μου κι εγώ αλλά τίποτα σοβαρό» είπε ο άντρας. «Αύριο φεύγουμε. Ένα κάταγμα ήταν, όλα καλά».

Η Ανδριάνα προσπάθησε να χαμογελάσει. Το πρόσωπό της έφεξε όταν στο διάδρομο είδε την φιγούρα του Σπύρου.

«Ο άντρας σου;» την ρώτησε ο Μανώλης.

Η γυναίκα γέλασε.

«Όχι άντρας μου και ο ξάδελφός μου» είπε και άρχισε να γελάει μάλλον νευρικά και πριν προλάβει ο Σπύρος να φτάσει κοντά τους, ο Μανώλης ρουθούνισε δυνατά.

«Ανδριάνα θέλω να σε ξαναδώ» είπε.
«Τι;» ρώτησε η γυναίκα.
«Θέλω να σε ξαναδώ» είπε ο άντρας και της έδωσε την επαγγελματική του κάρτα. Διαφημιστής.

«Αλήθεια τώρα, τι θέλεις να διαφημίσεις, την ομορφιά μου;» ρώτησε η Ανδριάνα προσπαθώντας να χαλαρώσει την ατμόσφαιρα.
«Θα σου πω όταν θα βγούμε έξω για να φάμε» απάντησε ο Μανώλης.
«Να φάμε;» ρώτησε έκπληκτη η γυναίκα.
«Ναι να φάμε και να γνωριστούμε σαν άνθρωποι. Περιμένω τηλεφώνημά σου και σοβαρολογώ» είπε ο άντρας και εξαφανίστηκε πριν ο Σπύρος φτάσει κοντά τους.

«Τι γίνεται;» ρώτησε ο Σπύρος «ποιος ήταν αυτός;»

Η Ανδριάνα τον κοίταξε στα μάτια αφήνοντας κάτω τον καφέ της.

«Αυτός δεν ξέρω ποιος πραγματικά είναι» είπε, «αλλά όλοι εσείς, που στην ευχή είστε;» τον ρώτησε και τα μάτια της σκοτείνιασαν από τον θυμό.

Ο Σπύρος κατέβασε το κεφάλι.

«Ξέρεις …» ξεκίνησε να λέει.
«Όχι, δεν ξέρω, ούτε θέλω να ξέρω. Είσαστε δύο κακομαθημένοι που έχετε παντρευτεί δύο τσόλια» είπε η Ανδριάνα και συμπλήρωσε. «Μείνε στο πλευρό της μητέρας σου, εγώ θα την περιμένω στο δωμάτιό της».

Κοίταξε τον ξάδελφό της μισοκλείνοντας τα μάτια.

«Αλήθεια τώρα, πόσο αχαΐρευτοι είσαστε όλοι σας;» τον ρώτησε και έφυγε.

«Ανδριάνα …» φώναξε ο Σπύρος αλλά η γυναίκα έτρεχε ήδη στον διάδρομο.

«Σε τσάκωσα» της είπε ο Μανώλης αρπάζοντας την Ανδριάνα από τους ώμους. Έμειναν να κοιτάζονται στα μάτια …

butterfly

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here