Το σπίτι πάνω στο λόφο μοσχομύριζε φρεσκοφουρνιστή μηλόπιτα και πάστα-φλώρα.

«Να φτιάξουμε κι έναν χαλβά της Ρήνας» είπε η Ρόζα η οποία είχε ανασκουμπωθεί και διάβαζε τις συνταγές της, φορώντας μια χαριτωμένη ολόσωμη αχνοκίτρινη ποδιά, κεντημένη στο χέρι με λευκά μικρά λουλουδάκια.

«Κυρία Ρόζα, αυτή την ποδιά, αμαρτία είναι να την φοράτε στην κουζίνα!»
«Αλήθεια» είπε η μεγάλη γυναίκα γελώντας «λες να την βάλω το βράδυ και να υποδεχθώ τον καλεσμένο μας;»

Τα μάγουλα της Γαρυφαλλιάς κοκκίνισαν χαριτωμένα.

«Δεν εννοούσα αυτό, είναι τόσο όμορφη που την λυπάμαι!» απάντησε το κορίτσι ντροπαλά.

Η Ρόζα την αγκάλιασε και την κοίταξε στα μάτια.

«Τα πράγματα αγάπη μου είναι για να τα χρησιμοποιούμε, αν την χαλάσω θα φτιάξουμε καινούργια».
«Εσείς την έχετε φτιάξει αυτή;» ρώτησε η μικρή εντυπωσιασμένη.
«Ναι εγώ» είπε περήφανα και κορδώθηκε φέρνοντας τα χέρια της στη μέση.
«Και τα λουλουδάκια;»
«Κι αυτά, τα έχω κεντήσει στο χέρι ένα-ένα».
«Θα με μάθετε να φτιάχνω κι εγώ τόσο όμορφα πράγματα;» ρώτησε χωρίς να έχει δεύτερες σκέψεις στο κεφάλι της και με τον ενθουσιασμό της νιότης.
«Γαρυφαλλιά σε παρακαλώ!» ακούστηκε η αυστηρή φωνή της Ολυμπίας.

Η Ρόζα όμως είχε ήδη ξεσηκωθεί.

«Πάμε Ολυμπία» είπε στη γυναίκα και με ένα τεράστιο χαμόγελο να φωτίζει ολόκληρο το πρόσωπό της, γύρισε προς την Γαρυφαλλιά λέγοντας, «με μεγάλη μου χαρά» ακουμπώντας ταυτοχρόνως την παλάμη στην καρδιά της κι ανοίγοντας γι’ άλλη μια φορά διάπλατα τα χέρια της για να αγκαλιάσει το κορίτσι και να της δώσει ένα φιλί στα μαλλιά της.

«Κυρία Ρόζα έχω την εντύπωση ότι με τα γλυκά το έχουμε παρακάνει» είπε σκεφτική η Ολυμπία.
«Τι λες κορίτσι μου, ξέρεις πόσο αρέσουν αυτές οι λιχουδιές στον κύριο Νικολάου;»
«Χωρίς να θέλω να προσβάλω κανέναν, μήπως … να επειδή είναι βράδυ …»
«Υπονοείς κάτι σε σχέση με την ηλικία μας; Λοιπόν άκου να σου πω, τα ‘’ψωμιά’’ μας είναι μετρημένα γι’ αυτό και θα το ρίξουμε έξω και κουβέντα δεν σηκώνω» είπε κι άρχισε να μετράει.

«500 γραμμάρια σιμιγδάλι ψιλό, 250 γραμμάρια αμύγδαλα ψίχα, το βούτυρο πιάσε Ολυμπία το φρέσκο, όχι κούκλα μου από το ψυγείο, το άλλο που έχω βγάλει στον πάγκο, άντε μπράβο, τα αυγά, τη ζάχαρη, λεμόνι έχουμε; ωραία και την κανέλα μην ξεχάσουμε. Όταν κρυώσει θα φτιάξουμε το σιρόπι, για να μελώσει όπως πρέπει» είπε τινάζοντας τις παλάμες μεταξύ τους.

«Εγώ τι να κάνω;» ρώτησε η Γαρυφαλλιά.
«Να πας στον κήπο να κόψεις λίγα χρυσάνθεμα και πρόσεξε να είναι απ’ όλα τα χρώματα, όχι μόνο από τα κίτρινα» είπε και πήγε κατευθείαν στην τραπεζαρία.

Με τα γυαλιά στα μάτια, άρχισε να χαϊδεύει τα έπιπλα κοιτώντας κάθε τόσο τα δάχτυλά της. Η Ολυμπία κρυφογελούσε ‘’ποιος θα έπαιρνε χαμπάρι τη λίγη σκόνη’’ αναρωτήθηκε. Μα ήξερε ότι η κυρία Ρόζα τίποτα δεν θα άφηνε στην τύχη του.

«Να σας ρωτήσω κάτι; Όλα αυτά τα γλυκά θα συνοδεύσουν το παστίτσιο;» ρώτησε η γυναίκα.
«Γιατί ρωτάς;»
«Κάτι δεν μου πηγαίνει καλά. Συνήθως φτιάχνετε κάτι πιο ιδιαίτερο, να γαρίδες κοκτέιλ για παράδειγμα».

Η Ρόζα γέλασε.

«Να δω τον κύριο Νικολάου να τρώει γαρίδες και τι στον κόσμο» είπε και συνέχισε. «Όταν καλείς στο σπίτι σου έναν άνθρωπο, να φροντίζεις να ικανοποιήσεις τα γούστα του κι όχι τα δικά σου».
«Εγώ το λέω γιατί …»
«Ξέρω αλλά τι νόημα έχει να κάνουμε μεταξύ μας επίδειξη. Αυτός ο άνθρωπος ζει για να τρώει παστίτσιο και γλυκά, η σαλάτα που θα σερβίρουμε, είναι για τα ζώα όπως συνηθίζει να λέει. ‘’Έχεις δει Ρόζα μου πόσο χοντρές είναι οι αγελάδες, ξέρεις γιατί; Διότι όλη την ημέρα βόσκουν’’ συμπλήρωσε μιμούμενη την φωνή του φίλου της. Όταν τον δεις θα καταλάβεις» είπε κι έκλεισε πονηρά το ένα της μάτι.

֎֎֎֎֎

Το κουδούνι χτύπησε ακριβώς στις οκτώ η ώρα το βράδυ.

«Εγγλέζος, όπως πάντα άλλωστε» είπε η Ρόζα καθώς σηκώθηκε από την μπερζέρα που καθόταν, περιμένοντας να ανοίξει την πόρτα η Γαρυφαλλιά.
«Ποια είσαι εσύ;» ακούστηκε η φωνή του κυρίου Νικολάου.
«Έλα Σταύρο, θα σου τα πω όλα εγώ, σε ευχαριστώ Γαρυφαλλιά».
«Γαρυφαλλιά; Δεν είναι η μικρή σου εγγονή δηλαδή;»
«Έλα να σου δώσω ένα φιλί που έχω να σε δω τόσο καιρό» είπε και χαμογέλασε σαν είδε τα χέρια του φίλου της φορτωμένα με ένα κουτί γεμάτο σοκολάτες και μια ανθοδέσμη με λίλιουμ. «Τι έκανες πάλι;» του είπε με νάζι.
«Ξέρω πόσο σου αρέσουν, τι νομίζεις ότι ξέχασα; Μεγαλώσαμε αλλά ακόμα δεν ξεκούτιανα» είπε ο άντρας.

֎֎֎֎֎

Τον Σταύρο Νικολάου και την γυναίκα του την Ισμήνη, η Ρόζα και ο άντρας της ο Γιωργής τους είχε γνωρίσει χρόνια πριν σε ένα Χριστουγεννιάτικο τραπέζι.

Ήταν τότε, που η δική τους η γενιά συνήθιζε να καλεί γνωστούς και συγγενείς στο σπίτι. Ο κόσμος ανακατευόταν μεταξύ του και γινόταν εύκολα καινούργιες γνωριμίες. Κάπως έτσι είχαν γνωρίσει την οικογένεια Νικολάου και παρ’ όλο που αρχικά τους είχε βρει λίγο ‘’χοντροκομμένους’’ για τα γούστα της, στη συνέχεια αυτό που είχε καταλάβει ήταν ότι είχε κερδίσει δυο καινούργιους φίλους σκέτο χρυσάφι.

«Να πιούμε ένα λικεράκι Σταύρο;»
«Άκου τι λέει; Φυσικά, από αυτό το βύσσινο που φτιάχνεις και να δοκιμάσουμε και τα σοκολατάκια».

Η Ρόζα είχε σταματήσει να φτιάχνει λικέρ, με ποιόν να τα μοιραζόταν άλλωστε. «Μην ανησυχείς δικό μου μπορεί να μην είναι, αλλά η Ανδριάνα μου έχει φέρει ένα εξαιρετικής ποιότητας».

Καθισμένοι στο σαλόνι, αντικριστά ο ένας από τον άλλον είχαν αφήσει το μυαλό τους ελεύθερο να θυμηθεί ότι τους ένωνε και ό,τι τους έχει φέρει πιο κοντά.

Η Ισμήνη είχε πεθάνει. Εγκεφαλικό κι ο χρόνος δεν την βοήθησε ποτέ να αναρρώσει κι ένα βράδυ η ανάσα της σταμάτησε.

«Οι δυο μας μείναμε Ρόζα το πήρες χαμπάρι;»
«Περισσότερο απ’ ότι φαντάζεσαι» είπε κι άρχισε να του εξιστορεί την απόφασή της να μείνει μαζί της η Γαρυφαλλιά. Ο άντρας την κοιτούσε και κάθε τόσο κουνούσε το κεφάλι του με κατανόηση.

«Ξέρεις τι μου έχει λείψει περισσότερο;» τη ρώτησε καθώς περνούσαν στην τραπεζαρία.
«Μάλλον ότι λείπει και σε μένα» μουρμούρισε η Ρόζα.
«Τα γλέντια στο κτήμα. Το Πάσχα, η χαρά που σου προσφέρει η μεγάλη οικογένεια. Πως γίναμε έτσι;» είπε καθώς κρατούσε την καρέκλα για να καθίσει η Ρόζα.

Η Ολυμπία τους βρήκε να γελάνε με την ψυχή τους.

Τη μεγάλη επάργυρη σαλατιέρα με τα ντοματίνια, τις λόλες και το ξινόμηλο την άφησε στο κέντρο του τραπεζιού.

«Να ‘σαι καλά κοπέλα μου, πάλι θα βοσκίσουμε» είπε και το προγούλι του άρχισε να κουνιέται από το δυνατό του γέλιο αφήνοντας κάτω το μπουκάλι με το κρασί. «Από την μυρωδιά υποθέτω ότι έχεις φτιάξει …»
«Καλά υποθέτεις» απάντησε η Ρόζα.
«Με διπλή δόση τυριού;» είπε υγραίνοντας με λιχουδιά τα χείλη του.
«Και διπλή δόση μπεσαμέλ» του απάντησε.
«Ρόζα, θα κλάψω» είπε κι άρχισαν να τρώνε και να γελάνε από την αρχή.

«Τις ωραιότερες βραδιές τις είχαμε περάσει εδώ, παρέα με τον αδελφό σου και την κιθάρα του και τις ταμπέλες που έφτιαχνες από χαρτόνι και έγραφες με μεγάλα γράμματα ‘’γιαπί πάρτι’’ και τα τόξα να δείχνουν τον δρόμο για να μην χαθούμε.

Τι τραγούδια ήταν αυτά που κάναμε, τι φαγητά φτιάχνατε, κι εκείνο το κρέας με την σάλτσα, πως το έλεγες;»
«Α, εκείνο ήταν το σάλτσα πάρτι. Βρε συ Σταύρο, δεν θέλαμε πολλά πράγματα για να περάσουμε καλά, ένα ταψί φαγητό, τις κιθάρες μας και μπόλικο κρασί».

Στο τραπέζι η Γαρυφαλλιά έφερε μια μεγάλη πιατέλα με τυριά.

«Τι να τα κάνουμε αυτά κορίτσι μου, εκείνο το παστίτσιο φέρε μου κι εγώ να σου χαρίσω τον ουρανό με τ’ άστρα» είπε ο κύριος Νικολάου και το κορίτσι γέλασε.

«Με το κτήμα τι κάνετε;» ρώτησε η Ρόζα.
«Τι να σου πω» είπε ο άντρας ανασηκώνοντας τους ώμους «το έχω παραχωρήσει στα παιδιά μου. Μετά το θάνατο της Ισμήνης δεν μπορώ να πάω, είναι γεμάτο αναμνήσεις. Τα εγγόνια μεγάλωσαν, σπουδάζουν στο εξωτερικό και νοιώθω σαν να μην μπορώ πια να επικοινωνήσω με άνθρωπο».
«Ποιος σε φροντίζει;»
«Ποιος με φροντίζει! Έρχεται μια κυρία στο σπίτι καθημερινά και τακτοποιεί τα πάντα. Μαγειρεύει, ψωνίζει και καταλαβαίνεις τώρα. Τα παιδιά μου όσο μπορούν κι αυτά είναι κοντά μου. Ειδικά η κόρη μου, δεν έχω παράπονο αλλά τι να προλάβουν να κάνουν κι αυτά, όλη την ημέρα δουλεύουν. Καλή η ανεξαρτησία Ρόζα αλλά έρχεται η ώρα που την πληρώνεις ακριβά» είπε παραγεμίζοντας το στόμα του με μια μεγάλη μπουκιά παστίτσιο και αφήνοντας έναν λαρυγγισμό ικανοποίησης. «Στο ορκίζομαι σαν το δικό σου παστίτσιο δεν έχω ματαφάει πουθενά».

«Ξέρεις τι θυμήθηκα τώρα» είπε η Ρόζα, «τον Μπάμπη με την Ρούλα».
«Εκείνο το βράδυ που μέθυσε;»
«Ναι και είχε πάρει τον δρόμο και τραγουδούσε έχοντας ξεσηκώσει τον κόσμο στο πόδι».
«Το καλύτερο όμως δεν το λες».
«Έλα μωρέ τώρα, παλιά ξινά σταφύλια».
«Παλιά ναι, ξινά όχι. Λοιπόν το καλύτερο σημείο από εκείνο το πάρτι ήταν όταν ξεμυαλίστηκε με εκείνη την παρδαλή, πως την έλεγαν;»
«Την φέρνω στο μυαλό μου αλλά δεν θυμάμαι το όνομά της. Αμαλία, Αγλαΐα, κάτι από άλφα πάντως».
«Να έχει πιει ο Μπάμπης τα κρασιά του, να ξεφωνίζει, γιατί τραγούδι αυτό δεν το έλεγες και να κυνηγάει την παρδαλή από πίσω να της πιάσει τον πισινό ή τέλος πάντων ότι προεξείχε και την Ρούλα, πω πω πω, πως δεν του έφερε κανένα τούβλο στο κεφάλι, από το σωρό που είχατε, ακόμα αναρωτιέμαι».

Η Ρόζα άρχισε να γελάει μέχρι που τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα χαράς.

«Σταμάτα πανάθεμά σε θα πνιγώ».

«Και το χειρότερο ήταν, όταν τους είδε να χορεύουν σφιχταγκαλιασμένοι μπλουζ. Πήγε να τους χωρίσει, με τα τακουνάκια της να χτυπούν στις τσιμεντένιες πλάκες και πιάστηκε το ένα της παπούτσι στο κιγκλίδωμα του φρεατίου. Έπεσε κάτω και με ματωμένο γόνατο, σηκώθηκε και πήγε κοντά τους.

‘’Τι θα γίνει δεσποινίς’’ είπε παριστάνοντας τη φωνή της Ρούλας, ‘’θα ξεκολλήσετε πάνω από τον άντρα μου ή θα σας ξεκολλήσω εγώ το ποστίς;’’ Ρόζα τι είναι αυτό το ποστίς, ποστίζ, πως στην ευχή το λένε;»

«Τι σε νοιάζει, σκέφτεσαι να βάλεις περουκίνι, ή θα μακρύνεις τα μαλλιά σου με τρέσα, καταλαβαίνεις μήπως τη διαφορά ή τι σου λέω;»
«Όχι αλλά θυμάμαι την τρομάρα της κοπέλας».
«Θα την ξεμάλλιαζε η Ρούλα, τι να έκανε η κοπέλα; να μην τρομάξει και μην ξεχνάς ότι το χέρι του Μπάμπη ήταν μακρύ, πιο μακρύ και από του καραγκιόζη, τρύπωνε εκεί που ο νους δεν έφτανε …»
«Δεν την είδα να ενοχλείται».
«Η ίδια όχι, η Ρούλα όμως;»

Στο τραπέζι έπεσε μια μελαγχολική σιγή.

«Όμορφα τα χρυσάνθεμά σου» είπε ο κύριος Νικολάου μα η Ρόζα δεν απάντησε. «Που τρέχει ο λογισμός σου;»

«Τι να πρωτοθυμηθώ Σταύρο, την αδελφή σου που όλο το βράδυ κρατούσε αγκαλιά μια σακούλα που αναρωτιόμασταν τι είχε μέσα και τελικά αντί για το δώρο είχε πάρει μαζί της τα σκουπίδια και ντρεπόταν να το πει; τα μεγαλεία στο κτήμα σας κάθε Πάσχα με τα παιδιά μικρά να τρέχουν πάνω-κάτω και την Ανδριάνα να αρνείται να φάει κατσικάκι, παρά μόνο αυγό και χόρτα».

«Τι κάνει η Ανδριάνα, πολύ θα ήθελα να την δω».

«Τώρα τρώει το ‘’κατσικάκι’’ στο κρεβάτι της» είπε πονηρά η Ρόζα καθώς σηκωνόταν από το τραπέζι. «Μου λείπει η ατμόσφαιρα εκείνων των χρόνων, η προσδοκία για το καλύτερο, οι μάχες που δίναμε και είχαν ένα αποτέλεσμα, μου λείπουν τα όνειρα Σταύρο κι όχι οι εφιάλτες και δυστυχώς η κάθε μέρα που ξημερώνει δεν μας γεμίζει πια από χαρά αλλά από υπομονή για να μην πω στενοχώριες και ακουστώ αχάριστη».

«Δεν είσαι ευχαριστημένη, δεν καταλαβαίνω. Τα παιδιά σου, οι νύφες σου, οι εγγονές σου. Τόσα δώρα σε κέρασε η ζωή».

«Ποια παιδιά και ποιες νύφες» είπε η Ρόζα κουνώντας το κεφάλι. «Μηλόπιτα, πάστα-φλώρα, ή χαλβά της Ρήνας;» ρώτησε.

«Είσαι με τα καλά σου, εννοείται χαλβά και ένα μικρό φλιτζάνι καφέ».

«Καφέ τέτοια ώρα;»

«Γιατί, τι φοβάσαι μην αργήσω στη δουλειά το πρωί;» ρώτησε και η Ρόζα τον ζύγιασε με τα μάτια. Σαν να είχε δίκιο ο Σταύρος. «Πήγαινε στο σαλόνι κι έρχομαι» είπε και πήγε στην κουζίνα για να δώσει τις οδηγίες της στην Ολυμπία.

«Σας πειράζει να σας σερβίρω εγώ;» πετάχτηκε στη μέση η Γαρυφαλλιά, πολύ μου αρέσει ο κύριος Νικολάου. Θα ήθελα να τον είχα για παππού» είπε.

Η Ολυμπία δεν ήξερε που να πάει να κρυφτεί «τι λες παιδί μου στην κυρία Ρόζα;»

«Άσε το κορίτσι να μιλήσει, δεν είπε κάτι κακό» την μάλωσε και συμπλήρωσε «να σερβίρεις Γαρυφαλλιά μου και τα καφεδάκια να τα κάνετε δυο και ελαφριά. Μετά να πάτε να ξεκουραστείτε και οι δυο σας, τα υπόλοιπα θα τα φτιάξουμε το πρωί».

«Μα κυρία Ρόζα …»

«Αυτό που είπα», έκανε μεταβολή κι έφυγε. Στο μυαλό της μια σκέψη είχε αρχίσει να παίρνει σχήμα. ‘’Λες;’’ Σκέφτηκε.

֎֎֎֎֎

Η ώρα είχε περάσει για τα καλά.

«Μα αν είναι δυνατό» είπε ο κύριος Νικολάου «έχει πάει σχεδόν δύο το πρωί» είπε και σηκώθηκε από την μπερζέρα που τόση ώρα ήταν βολεμένος.

«Και τι πειράζει; Όπως είπες κι εσύ τι φοβάσαι, μήπως αργήσουμε στη δουλειά;»
«Να μην κάνω κατάχρηση της φιλοξενίας σου Ρόζα μου. Ήταν τόσο όμορφη βραδιά».
«Ποια κατάχρηση βρε Σταύρο, εμείς έχουμε περάσει μια ολόκληρη ζωή μαζί, μην κοιτάς τα τελευταία χρόνια που ήρθαν τα πάνω κάτω και για μένα χαρά είναι».
«Να πηγαίνω τώρα όμως, είναι αργά».
«Τι θα έλεγες να κοιμόσουν στον ξενώνα. Δεν είναι η κατάλληλη ώρα για οδήγημα στην ηλικία μας. Λίγο το λικέρ, λίγο το κρασί».
«Ρόζα τι λες;»
«Στον ξενώνα είπα να κοιμηθείς Σταύρο, όχι στο κρεβάτι μου αλλά και στο κρεβάτι να κοιμόσουν, τι νόμιζες ότι θα γινόταν;»
«Ρόζα!»
«Σταύρο» απάντησε σχεδόν βαριεστημένα. «Ειλικρινά, δεν έχεις κουραστεί με αυτά τα ανούσια καθώς πρέπει;»
«Δεν έχω λόγια» είπε λίγο αμήχανα ο κύριος Νικολάου.
«Όταν τα βρεις να με πάρεις τηλέφωνο να πάμε βόλτα και επειδή δεν θα τα βρεις εσύ, θα σε καλέσω εγώ αύριο για να κανονίσουμε» είπε.

Ο Σταύρος, χαμογέλασε φιλάρεσκα.

«Σιγά, θα σου τρέξουν και τα σάλια».
«Ε, πως Ρόζα μου, εγώ πάντα είχα ένα ενδιαφέρον για ‘σένα».
«Καιρός να το αποδείξεις» είπε καθώς τον ξεπροβόδιζε στη σάλα με τα ασπρόμαυρα σαν σκακιέρα πλακάκια.

«Έχεις όμορφο σπίτι και παρ’ όλο που είναι μεγάλο, αποπνέει μια ζεστασιά».
«Η θέρμανση θα είναι» είπε παιχνιδιάρικα η Ρόζα.
«Μιλάω σοβαρά».
«Κι εγώ Σταύρο,  γιατί αυτή τη ζεστασιά δεν έχω με ποιόν να τη μοιραστώ αλλά ούτε ώμο να ακουμπήσω» είπε.

Ο κύριος Νικολάου κοντοστάθηκε στην πόρτα και φόρεσε το καπέλο του.

«Τι με κοιτάς έτσι, ξεπάγιασα» είπε η Ρόζα και ο άντρας έσκυψε και δειλά-δειλά, ίσα που άγγιξε τα χείλη της κι αμέσως μετά έφυγε σαν να τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα.

֎֎֎֎֎

Στο κρεβάτι της η Ρόζα, πλυμένη και φορώντας το καθαρό της νυχτικό χάιδεψε με την άκρη των δαχτύλων της τα χείλη της.

Πήρε τη φωτογραφία του άνδρα της και έμεινε να την κοιτάει.

«Έχω ανάγκη Γιωργή μου από στοργή. Εσύ λείπεις χρόνια και τη χάρη να με πάρεις κοντά σου δεν μου τη κάνεις, δεν αντέχω άλλο μόνη μου, ούτε να ζω μέσα από τις ζωές των παιδιών μας ούτε να τρώγομαι με τις νύφες μας. Ό,τι και να λέω ο κάθε ένας τους πρέπει να ζήσει τη δικιά του ζωή κι εγώ τη δικιά μου. Για την ακρίβεια τα ρέστα της δικιάς μου ζωής. Το υπόλοιπο …

Θα μου πεις … Ξέρω κι εγώ τι θα μου πεις; Και μα την αλήθεια γιατί πρέπει να απολογηθώ Γιωργή  μου; Εσύ όταν το ‘’έβαλες στα πόδια κι έφυγες’’ με ρώτησες, δεν με ρώτησες, απλώς την κοπάνησες κι εγώ θέλω να συνεχίσω να ζω. Είναι κακό αυτό;» μονολόγησε και ήταν το πρώτο βράδυ που όπως ακούμπησε τη φωτογραφία του στο κομοδίνο, θέλησε να ανοίξει το συρτάρι και να την κρύψει. Δεν το έκανε όμως, έτοιμη δεν ήταν.

֎֎֎֎֎

«Τι λες Ρόζα τώρα; Με τον κύριο Νικολάου;»
«Με τον κύριο Νικολάου αηδίες και κουραφέξαλα, θέλεις κι εσύ τρομάρα σου να δώσεις τίτλο».
«Μα πως, αφού σε φίλησε στο στόμα».
«Ανδριάνα μου φέρνεις ανακατωσούρα έτσι όπως τα λες».
«Δηλαδή και πως πρέπει να το πω» είπε η γυναίκα γελώντας.
«Σταμάτα να κακαρίζεις, ο Σταύρος κι εγώ είχαμε μια ενδιαφέρουσα φιλική βραδιά η οποία ελπίζω και να συνεχιστεί».
«Και τι θα κάνεις γι’ αυτό;»
«Θα τον καλέσω το βραδάκι, εκεί που ο ήλιος πέφτει και η καρδιά μαραζώνει για να το κάνω πιο ενδιαφέρον».
«Είσαι και πονήρω πανάθεμά σε και δεν στο είχα!»
«Εννοείται, πως να το κάνουμε δηλαδή; Τρομάρα σας, ιδέα δεν έχετε από φλερτ!»
«Δηλαδή θα τον ξελογιάσεις;»
«Άκου κορίτσι μου, αν δεν το κάνω εγώ θα το κάνει η άνοια, στην ηλικία μας όποια από τις δυο προλάβει πρώτη, κατάλαβες; Εδώ είναι μάχη δυο γυναικών!» είπε νοιώθοντας κάτι επιτέλους να φτερουγίζει μέσα της!

Ακολουθήστε την ομάδα μας στο Viber, πατώντας τον σύνδεσμο: agnostoi.gr στο Viber

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here