Η Στέλλα είχε άλλες βλέψεις…

Ημέρα Τετάρτη και έστειλε ένα μήνυμα στον Σπύρο «Θα ήθελα να βρεθούμε το Σάββατο για να μιλήσουμε σχετικά με το διαζύγιο» έγραψε χωρίς περιττές ευγένειες, χωρίς καλημέρα λες και με αυτόν τον άνθρωπο δεν είχε περάσει όλη της τη ζωή.

Ο Σπύρος κοίταξε για λίγο το κινητό σου σκεφτικός. «Verba volant, scripta manent» μονολόγησε και απάντησε στην πρώην γυναίκα του όσο πιο ευγενικά μπορούσε.

«Στέλλα, θα σε παρακαλούσα πολύ να μου στείλεις εγγράφως με mail, μέχρι σήμερα το βράδυ στις 9:00 μ.μ., το θέμα για το οποίο θα ήθελες να κουβεντιάσουμε χωρίς την παρουσία των δικηγόρων μας απ’ ότι καταλαβαίνω. Αν παρεμπίπτοντος δεν τα καταφέρεις, τότε θα ήθελα να γνωρίζεις ότι η συνάντηση μας θα μεταφερθεί για την επόμενη εβδομάδα. Ευχαριστώ» έγραψε και πατώντας το πλήκτρο της ‘’αποστολής’’ έριξε μια γερή βρισιά από μέσα του και το ευχαριστήθηκε η ψυχή του. Ξελάφρωσε.

Πήρε το δρόμο για το γραφείο χαμογελώντας. Ήξερε ότι όταν η Στέλλα θα διάβαζε το μήνυμα, θα έβραζε σαν τσαγιερό που πετιέται στον αέρα το καπάκι του κι ο τόπος γεμίζει ατμούς. Γέλασε.

Τι περίεργο πλάσμα αυτή η γυναίκα και πως επέτρεψε στον εαυτό του να μην δει την πραγματική της εικόνα όλα αυτά τα χρόνια, ακόμα δεν μπορούσε να συγχωρέσει τον εαυτό του.

Το μήνυμα που μόλις είχε στείλει στο κινητό της, μπορεί να φαινόταν αθώο, όμως ο ίδιος ήξερε ότι θα την έφερνε σε δύσκολη θέση. Η Στέλλα δεν μπορούσε να χειριστεί την ευγένεια κι αυτό ήταν κάτι που η Ανδριάνα του το είχε υπογραμμίσει πολλές φορές. Πόσο τον εκνεύριζε όταν είχε δίκιο η ξαδέλφη του από την άλλη όμως, η αλήθεια πάντα πονούσε καιρός ήταν να το παραδεχθεί.

Να μην μπορείς να χειριστείς την ευγένεια! Τι κρίμα μα την αλήθεια. Να έχεις μάθεις στον υποβιβασμό και στις μικροπρεπείς σχέσεις. Θυμήθηκε την πεθερά του, καλής της ώρα εκεί που βρισκόταν και τον πατριό της Στέλλας, οι βρισιές και οι μόνιμοι διαξιφισμοί ήταν τρόπος ζωής για αυτό το ζευγάρι. Ακόμα και η Μυρτώ το είχε σχολιάσει τόσες και τόσες φορές.

«Ο παππούς» έλεγε η μικρή «δεν είναι δα και κανένα πρότυπο ανδρός της προκοπής. Τον αγαπάω μεν αλλά τόσο βρισίδι που έχει ακούσει από την γιαγιά, τον κάνει να φαίνεται γελοίος και λίγος. Τι να θαυμάσω; Τι να ζηλέψω;».  Μέσα σε δυο αράδες, η κόρη του τα είχε πει όλα. Μια σταλιά παιδί τους είχε κολλήσει όλους στον τοίχο.

Περπατούσε στην οδό Πανεπιστημίου με τα χέρια στις τσέπες κι ασυναίσθητα κλώτσησε μια μικρή πέτρα που βρέθηκε μπροστά από το παπούτσι του. Ήταν σίγουρος για τις κινήσεις της Στέλλας, για το ύφος της, για τα τραβηγμένα χαρακτηριστικά του προσώπου της και ας μην την έβλεπε. Η αλήθεια ήταν ότι θα προτιμούσε να μην την συναντήσει ποτέ πια. Να τραβήξει τον δρόμο της και να τον αφήσει στην ησυχία του.

Για να καταφέρει να του στείλει mail, θα έπρεπε να βάλει το μυαλό της σε τάξη και να μπορέσει να εκφράσει τις επιθυμίες της χρησιμοποιώντας τον γραπτό λόγο χωρίς να ειρωνεύεται, να κατηγορεί και να τον κοιτάζει με το πάντα σηκωμένος φρύδι και το ξινό ύφος.

Η Ρόζα είχε αποτραβηχτεί από το μεγάλωμα της κόρης του χωρίς να ασκήσει κριτική. Καταλάβαινε κάθε φορά που την παρότρυνε να τους επισκεφθεί, ότι κάτι την ενοχλούσε, την κρατούσε μακριά αλλά το στόμα της δεν το άνοιξε, τουλάχιστον όχι στον ίδιο. Με την Ανδριάνα βέβαια, όλα θα τα έλεγαν. Ζήλευε λίγο τη σχέση τους αλλά από την άλλη πώς να το κάνουμε, γυναίκες ήταν ποιος μπορούσε να τα βάλει με το μυαλό τους;

Μπήκε στο γραφείο του και το πρώτο που έκανε ήταν να παραγγείλει έναν καφέ. Η ημέρα θα είχε ενδιαφέρον αν μη τι άλλο.

֍֍֍֍֍

Η απάντηση της Στέλλας ήρθε την στιγμή που είχε αρχίσει να υποθέτει ότι θα πάλευε με το πληκτρολόγιο να βάλει τις σκόρπιες λέξεις που είχε στο κεφάλι της, σε μια σωστή σειρά.

Ώρα 19:09, μήνυμα από Στέλλα.

Με αργές κινήσεις, ο Σπύρος ανάβει το τσιγάρο του και ρουφάει απολαυστικά τον καπνό. Κλείνει για κλάσμα του δευτερολέπτου τα μάτια και πατάει το πλήκτρο στον υπολογιστή για να ανοίξει το mail.

«Καλησπέρα Σπύρο,

  1. Αγωγή ΔιαζυγίουΗ δικηγόρος μου έχει ετοιμάσει την ανταγωγή και περιμένει τη σύμφωνη γνώμη μου.

Αυτό σημαίνει ότι τη Δευτέρα θα την έχει καταθέσει, δεν υπάρχει άλλος χρόνος για να προλάβει την ημερομηνία που έχεις ορίσει.

Από τη στιγμή που επιμένεις να γίνει το δικαστήριο, αναγκαστικά θα πρέπει να κατατεθούν όλα τα θέματα που υπάρχουν, οικονομικά και μη, στην αίθουσα του δικαστηρίου, ο λόγος που έφυγα , γιατί παράτησα το σπίτι και δεν διεκδίκησα τίποτα και πού ζω εγώ και το παιδί.

Δε γίνεται να κάνουμε συμφωνητικό μεταξύ μας για τα οικονομικά , ακόμα κι αν υπάρχει συμφωνία και να εκτελεστεί η αγωγή χωρίς περιεχόμενο  από τα βασικά θέματα. Από την αρχή το είχαμε πει.

Είναι μια πολύ δύσκολη εποχή για τη Μυρτώ! Το δικαστήριο και ότι επακολουθήσει θα σταθεί εμπόδιο για τη Μυρτώ σε αυτή την κρίσιμη  χρονιά των Πανελληνίων.

Ζήτησα παράταση μέχρι να ενηλικιωθεί , να αποφοιτήσει , να ξέρουμε τι ανάγκες θα έχει για να γίνει μία συμφωνία με τα νέα δεδομένα και τη νέα δόση του Στεγαστικού.

Όλο αυτό θα δυσκολέψει τη δική σου ψυχολογία, αλλά θέλω να πιστεύω ότι θα μπορούσες να δώσεις την προτεραιότητα στη Μυρτώ , στη δική της ψυχολογική ισορροπία που είναι εξαιρετικά εύθραυστη και προσπαθεί πάρα πολύ να βάλει τον εαυτό της σε πρόγραμμα.

 

  1. Τράπεζα

 Βγήκε η απόφαση για το αίτημα ρύθμισης που κατέθεσα και οι όροι είναι πολύ δυσμενείς.

Για όλα αυτά θα ήθελα να συζητήσουμε το Σάββατο»

Τα ρουθούνια του Σπύρου τρεμόπαιζαν από νευρικότητα. Με χέρια που έτρεμαν έσβηνε το ένα τσιγάρο κι άναβε το άλλο. Το κεφάλι του ένοιωθε να τον πονάει. Η Στέλλα χρησιμοποιούσε τη Μυρτώ; Διάβαζε καλά;

Σηκώθηκε από το γραφείο του και άρχισε να περπατάει νευρικά.

«Που είσαι;» ρώτησε την Ανδριάνα χωρίς πολλές περιστροφές.
«Δουλεύω ή τουλάχιστον προσπαθώ» απάντησε βαριεστημένα στην κλήση του ξαδέλφου της κι άφησε έναν μικρό αναστεναγμό καταλαβαίνοντας ότι ο Σπύρος την χρειαζόταν μεν, εκείνη βαριόταν δε. «Τι συμβαίνει» ρώτησε αδιάφορα.

Ο Σπύρος της είπε και της διάβασε αργά-αργά το mail της Στέλλας.

«Το παλιοθήλυκο χρησιμοποιεί την Μυρτώ για να σε κάνει να νοιώσεις ένοχος;» τσίριξε «σιγά γιατί θα κλάψω».

«Αντιλαμβάνεσαι κι εσύ το ίδιο πράγμα;»

«Σπύρο, στείλε μου τώρα το mail, θέλω να το δω με τα μάτια μου» είπε και πριν προλάβει να φουντώσει περισσότερο, τα γραπτά της Στέλλας είχαν φτάσει στην θυρίδα της και διάβαζε χωρίς σχεδόν να ανασαίνει. «Τι θα κάνεις;» τον ρώτησε με φωνή που έβγαινε μέσα από τα δόντια της λες. «Την σιχαίνομαι, αυτή δεν είναι μάνα, αυτή είναι φίδι στον κόρφο του παιδιού της. Που το βρήκες αυτό το τσόλι και το βάλαμε σπίτι μας;»

«Θα της απαντήσω Ανδριάνα όπως ακριβώς της αξίζει. Μην ξεχνάς, ότι συγκεντρώνω όλα τα απαραίτητα στοιχεία γραπτώς».

«Θα τα εμφανίσεις στο δικαστήριο;»

«Αν χρειαστεί γιατί όχι;»

«Σκέφτεσαι να ζητήσεις την επιμέλεια;»

«Όχι, η Μυρτώ είναι δεμένη με την μητέρα της. Δεν θα το έκανα ποτέ αυτό στο παιδί μου αλλά ακόμα κι αν το ήθελα, το δικαστήριο θα έπρεπε να έχει περίτρανα στοιχεία ότι κινδυνεύει η Μυρτώ για να μου δώσει την επιμέλεια. Μετά μην ξεχνάς, ότι είναι πλέον δεκαεπτά ετών, μέχρι να γίνουν όλα αυτά θα έχει ενηλικιωθεί».

«Άρα;»

«Όσο δεν παίζω το παιχνίδι της Στέλλας όπως εκείνη θέλει, η ‘’λάσπη’’ που θα ρίχνει πάνω σε εμένα αλλά και σε ολόκληρη την οικογένεια, θα μοιάζει με βουνό.

Ξέρεις, σκεφτόμουν ότι κάποτε θα πρέπει να λογοδοτήσω στην κόρη μου, για όλα αυτά που η μητέρα της θα την έχει λανθασμένα πληροφορήσει. Είναι πολύ μικρή, δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί την πραγματικότητα».

«Ποτέ δεν θα είναι Σπύρο, ποιος από εμάς ήταν; Ξέρεις πότε πήρα χαμπάρι τι συμβαίνει στη ζωή μου;»

«Πότε;»

«Όταν έχασα και τους δυο μου γονείς. Μετά το πένθος, άρχισα να καταλαβαίνω τον εαυτό μου αλλά και όλους τους άλλους. Μην νομίζεις …»

«Αν περιμένω πότε θα πεθάνω για να καταλάβει και να με δικαιώσει η Μυρτώ, κάηκα, τόσο εγώ όσο και το ίδιο μου το παιδί Ανδριάνα. Γι’ αυτό καλό είναι να μαζεύω όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία. Κάποτε θα πρέπει να μπορώ να αποδείξω όλα αυτά που λέω και τι καλύτερο από τα γραπτά» είπε ο Σπύρος χαμογελώντας.

«Scripta manent» μουρμούρισε η Ανδριάνα.

«Ακριβώς αυτό» απάντησε ο Σπύρος κι έκλεισε το τηλέφωνο.

Αυτό που ένοιωθε ο άνδρας εκείνη τη στιγμή, ήταν μια άγρια, γεμάτη μένος παρόρμηση. Να βουτήξει τη Στέλλα από τα μαλλιά και να τη χτυπάει στα βράχια όπως ο ψαράς το χταπόδι. Όχι όμως, τέτοια ικανοποίηση δεν θα της έδινε, τρίχα δεν άγγιζε από τα μαλλιά της. Τον εαυτό του δεν τον είχε για πέταμα. Ανέβασε τα δυο πόδια πάνω στο γραφείο, έσπρωξε προς τα πίσω την καρέκλα κι άναψε άλλο ένα τσιγάρο διαγράφοντας με τα χείλια του μικρούς και μεγάλους κύκλους,  παρατηρώντας τα σχέδια που έκανε ο καπνός πριν διαλυθεί στο χώρο του γραφείου του.

Αν κάτι έκανε κέφι αυτή τη στιγμή, ήταν να νοιώσει τη γεύση του αλκοόλ στο στόμα του. Ένα ουίσκι ήταν ότι έπρεπε … μα από την άλλη πάλι τα ίδια λάθη θα έκανε; Και ποιος ήταν ο λόγος, η Στέλλα; Φθηνές αιτίες, φθηνές δικαιολογίες.

Ήταν καλύτερα να πάει σπίτι του, να περπατήσει, να πέσει έστω για ύπνο μα όχι να πιεί. Η Στέλλα, δεν καταλάβαινε ότι όσο περισσότερο προσπαθούσε να τον ενοχοποιήσει, τόσο εκείνος έπαιρνε δύναμη και αντιστεκόταν σε όλα αυτά που στο παρελθόν είχαν γίνει τα ‘’λάθη’’ του.

Έκλεισε τον υπολογιστή και υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι την επόμενη μέρα θα έστελνε μια απάντηση τέτοια, που αν κάποτε χρειαζόταν να τη διαβάσει η κόρη τους, θα έστρεφε τα μάτια της στη μητέρα της και θα τη ρωτούσε ‘’εσύ το έκανες αυτό;’’ κι όχι στον πατέρα της.

Κακά τα ψέματα, είχε υπάρξει περισσότερο ανεκτικός απ’ ότι έπρεπε. Πως το είχε κάνει αυτό στον εαυτό του; Τι του έφταιγε; Γιατί απευθυνόταν πάντα στην Ανδριάνα και ποτέ στον Γρηγόρη; Είχε διαλέξει κι αυτός γυναίκα για τα πανηγύρια… Αναρωτιόταν, η Ρόζα τι να σκεφτόταν άραγε βλέποντας και τα δυο της αγόρια σε αυτή την κατάσταση;

Πατέρας ήταν και ο ίδιος, όχι από θέση όμως, όχι από επιλογή, αυτό είναι δικαίωμα μόνο των γυναικών, σκεφτόταν. Δύο γάμους, δυο γυναίκες, δυο παιδιά. Ένοιωθε ότι μονίμως για τη ζωή του κάποιος άλλος αποφάσιζε, σαν μαριονέτα ένοιωθε που της κινούσαν τα νήματα. Λάθος του κι αυτό μόνο ο ίδιος θα το άλλαζε, κανείς άλλος.

֍֍֍֍֍

Έκλεισε την ξύλινη πόρτα του γραφείου του και κλείδωσε προσεκτικά την πόρτα. Κατέβηκε από την σκάλα και πήρε τον δρόμο για το σπίτι με τα πόδια. Όταν κουραζόταν θα έμπαινε σε ένα ταξί. Είχε βραδιάσει και ο δροσερός αέρας που του ανακάτευε τα μαλλιά, ξεκούραζε το μυαλό του κι έβαζε τις σκέψεις σε τάξη.

Ειλικρινά τι είχε να χάσει; Τίποτα. Τώρα πια είχε φτάσει στο σημείο μηδέν. Η Στέλλα ισοδυναμούσε με τη λέξη τίποτα. Κάγχασε καθώς έστριβε δεξιά στην οδό Τσακάλωφ.

«Σπύρο» άκουσε μια φωνή και τότε την είδε.

Η Ανν-Μαρί, η παιδική φίλη της Στέλλας στεκόταν μπροστά του.

«Τι κάνεις;» τον ρώτησε με συστολή.
«Καλά εσύ;» απάντησε αδιάφορα κοιτώντας το ρολόι του και χωρίς να περιμένει απάντηση είπε «άντε γεια» και συνέχισε τον δρόμο του κουνώντας το κεφάλι του.

Η Ανν-Μαρί μπορεί να ήταν χειρότερη κι από την Στέλλα. Η Ρόζα και η Ανδριάνα βέβαια, ‘’το δίδυμο της συμφοράς’’ όπως τις αποκαλούσε χαριτολογώντας, του έλεγαν να μην κρίνει χωρίς να ξέρει όλη την αλήθεια. Δίκιο είχαν, μα ποιος έμαθε ποτέ τις κρυφές πτυχές ενός μυαλού για τις πράξεις του;

Ήταν παντρεμένη χρόνια με τον Γιάννη και είχαν έναν πιτσιρίκο που ήταν δεμένος με τον πατέρα του. Ο άντρας της, πρέπει να ήταν διευθυντής σε κάποια δημόσια υπηρεσία, αν θυμόταν καλά. Όταν εμφανίστηκε στη ζωή τους και άρχισε τα σούρτα-φέρτα με την Στέλλα, δήλωνε ερωτευμένη με τον κολλητό φίλο του άντρα της και κουμπάρο τους. Δεν πίστευε στα αυτιά του ο Σπύρος μα δεν έδωσε και σημασία, ούτε είπε στην Στέλλα ότι δεν την ήθελε στο σπίτι του. Λάθος του.

Η Ανν-Μαρί ξεκίνησε να ζει μια θυελλώδη σχέση κοντά σε αυτό τον άντρα, νομίζοντας ότι είχε βρει τον απόλυτο έρωτα. Χώρισε λέγοντας στον άντρα της όλη την αλήθεια. Ο Γιάννης, παίρνοντας όση αξιοπρέπεια του είχε μείνει, έφυγε από το σπίτι.

Τώρα τον καταλάβαινε. Μέσα σε μια στιγμή ο άνθρωπος αυτό έχασε τον αδελφικό του φίλο και την οικογένειά του. Έγινε παρατηρητής ενός έρωτα που δεν ευδοκίμησε. Ο φίλος του, έξυπνος, δεν άφησε την δική του οικογένεια. Καλώς ή κακώς έμεινε μαζί τους, τι απέγινε κανείς δεν ξέρει. Η Ανν-Μαρί όμως και ο Γιάννης το διαζύγιο το πήραν.

Όταν τελείωσε άδοξα ο παθιασμένος της έρωτας με τον κουμπάρο, ζήτησε βοήθεια από έναν ψυχίατρο. Πότε πρόλαβε η Ανν-Μαρί να ερωτευθεί τον ψυχίατρο ο Σπύρος δεν το κατάλαβε, μα και δεν τον ένοιαζε. Συγκλονίστηκε μόνο όταν έμαθε ότι ο Γιάννης πέθανε από έμφραγμα, ότι ο ίδιος του ο γιός τον βρήκε ξεψυχισμένο στο πάτωμα του σπιτιού που ζούσε. Όταν άνοιξαν τη διαθήκη του, η έκπληξη ήταν μεγάλη. Κινητή και ακίνητη περιουσία την άφηνε στην Ανν-Μαρί και στο γιό του. Και κερατάς και μεγαλόψυχος ο μακαρίτης.

Η Ανν-Μαρί, ξαφνικά βρέθηκε με μεγάλη περιουσία και εξοχικό σε νησί των Κυκλάδων. Ο έρωτας με το ψυχίατρο, ήταν για την Ανν-Μαρί, ίσως η χειρότερη εμπειρία της ζωής της, μα ούτε αυτό τον ενδιέφερε. Εκεί που ο Σπύρος είχε σταθεί ήταν στο γεγονός πως όταν ο Γιάννης πέθανε, η πρώην γυναίκα του πήγαινε για τρία συνεχόμενα χρόνια καθημερινά στον τάφο του και έκλαιγε. Να ήταν άραγε η συγγνώμη της; Οι ενοχές που την έπνιγαν; Ποιος ξέρει. Για ένα πράγμα ήταν σίγουρος, την τύχη του Γιάννη δεν ήθελε να την ακολουθήσει.

Κοντοστάθηκε στη μέση του δρόμου κι έξυσε αμήχανα το κούτελό του.

«Ανδριάνα» είπε όταν απάντησε η ξαδέλφη του στην κλίση του «αν τυχόν και πεθάνω, μην διανοηθείς να αφήσεις τη Στέλλα να παραστεί στην τελετή και για να μην το ξεχάσω, μην με παραχώσετε, στην πυρά ξέρεις εσύ».

«Μπα πανάθεμά σε νυχτιάτικά, τι σε βρήκε;»
«Είδα την Ανν-Μαρί στο δρόμο και θυμήθηκα τον άντρα της».
«Δεν πιστεύω να σου πέρασε από το νου να …»
«Να τι; Δεν πας καλά, για την Στέλλα; Όχι βέβαια να τελειώνω θέλω μαζί της και τι στον κόσμο!» είπε.

֍֍֍֍֍

Όταν ο Σπύρος γύρισε σπίτι του, ήξερε πλέον πολύ καλά πως θα απαντούσε. Ο φρέσκος αέρας και η ενοχλητική κατά τα άλλα παρουσία της Ανν-Μαρί, τον είχαν βοηθήσει να βάλει το μυαλό του σε μια σειρά.

Έβγαλε τα παπούτσια του, έκανε ένα ζεστό μπάνιο και τυλιγμένος με την πετσέτα κάθισε μπροστά στον υπολογιστή και έγραψε,

«Στέλλα,

Διάβασα με πολύ προσοχή το mail σου και με επιθυμία για σωστή επικοινωνία, έχω να κάνω τις εξής παρατηρήσεις:

  1. Αγωγή Διαζυγίου

Χωρίς να έχω διάθεση να γίνω ειρωνικός και σε καμία περίπτωση να μην σκεφτείς ότι στερούμαι ενσυναίσθησης σχετικά με το παιδί μας, θα ήθελα να κάνω σαφή τα παρακάτω:

Καμία δικαστική διένεξη δεν μπορεί να επηρεάσει την Μυρτώ αν εμείς δεν της το μεταφέρουμε αυτό. Δεν είναι υποχρεωμένη να γνωρίζει, παρά μόνο να διαβάζει για να κυνηγήσει τους στόχους και τα όνειρά της κι εμείς, ως γονείς που ενδιαφέρονται και νοιάζονται για το καλό της κόρης τους, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε στην προκειμένη περίπτωση είναι  να την στηρίζουμε ψυχολογικά και να μην την κάνουμε κοινωνό για την αγωγή διαζυγίου και την μεταξύ μας διαμάχη. Συνήθως αυτό βαρύνει περισσότερο αυτόν που μένει με το παιδί και βέβαια σε αυτό το κομμάτι θα σε στηρίξω, δηλαδή δεν θα επιφορτίσω την κόρη μας με πληροφορίες που δεν την αφορούν.

Το πόσο δύσκολη είναι η εποχή για την Μυρτώ, θα έπρεπε να το σκεφτείς, ειδικά ως μητέρα, πριν ανοίξεις την πόρτα του σπιτιού και την πάρεις στην ηλικία των δεκαπέντε ετών μέσα από το σπίτι της μέσα σε μια νύχτα και της αλλάξεις τη ζωή χωρίς να αναλογιστείς το ψυχολογικό της κόστος.

Θα σε παρακαλούσα λοιπόν, όταν δεν έδωσες σε κανέναν μας το δικαίωμα αλλά και το χρονικό περιθώριο που έπρεπε για να προσαρμοστούμε στη νέα τάξη πραγμάτων της ζωής μας, να μην ρίχνεις έμμεσα ή άμεσα σε εμένα την ευθύνη γιατί δεν ήμουν εγώ αυτός που αδιαφόρησε για το ψυχολογικό κόστος της κόρης μας. Τις ευθύνες σου δεν τις αναλογίστηκες, ας μην παλεύεις λοιπόν να μου δημιουργήσεις το ‘’σύνδρομο των ενοχών’’, θα σου πρότεινα να το κρατήσεις για λογαριασμό σου.

Στο χέρι σου λοιπόν είναι να αφήσεις έξω από όλα αυτά το παιδί μας αλλά και στο δικό μου. Εγώ θα το τηρήσω εσύ;

Γράφεις, ότι θα πρέπει να κατατεθούν όλα τα θέματα που υπάρχουν μεταξύ μας. Οικονομικά και μη και για ποιο λόγο δεν διεκδίκησες τίποτα, για το που ζεις εσύ και το παιδί. Η απάντηση είναι, “ποια μάνα θα έκλεινε μέσα στο καταχείμωνο το παιδί της μέσα σε μια παγωμένη τρύπα χωρίς να αναλογιστεί το κόστος αλλά και την ευθύνη της; Δεν σε κακοποιούσα Στέλλα, μπορούσες να αλλάξεις υπνοδωμάτιο,  το σπίτι μας σου το επέτρεπε, και να περιμέναμε μέχρι να τελειώσει η Μυρτώ το σχολείο για να διαλύσουμε το γάμο μας με αξιοπρέπεια. Εννοείται ότι στο δικαστήριο θα κατατεθούν τα πάντα, όπως επίσης εννοείται ότι σε ό,τι αφορά την κόρη μας, θα είμαι πάντα δίπλα της και θα τη στηρίζω οικονομικά εφ’ όσον βέβαια μου το επιτρέψεις και μάθεις να αναλαμβάνεις τις υποχρεώσεις σου και να εξοφλείς τους λογαριασμούς σου εγκαίρως, γιατί κάθε φορά που δεν πληρώνεις τις οφειλές σου, ανοίγεις μια μεγαλύτερη τρύπα χρέους εις βάρους της κόρης μας.

Επίσης, θα πρέπει να πεις στο δικαστήριο, πόσα χρήματα με έχεις αναγκάσει να πληρώσω, ζητώντας δανεικά και φέρνοντάς με προ τετελεσμένου κάθε φορά που δεν πλήρωνες το φροντιστήριο της μικρής ενώ τα χρήματα στα είχα δώσει. Με παρότρυνες να τα πάρω από το ταμείο των κοινοχρήστων  το χρονικό διάστημα που ήμουν διαχειριστής. Να απλώσω δηλαδή χέρι σε ”ξένο ταμείο”, ποιος εγώ;

Καταλαβαίνεις λοιπόν ότι το επόμενο ραντεβού μας είναι στις αίθουσες του δικαστηρίου.

  1. Τράπεζα

Φυσικά και θέλω να ξέρω αλλά αντιλαμβάνεσαι ότι τις δικές σου υποχρεώσεις δεν θα τις επιβαρυνθεί πλέον ούτε η Μυρτώ, ούτε εγώ. Αρκετά με τα χρέη της οικογένειάς σου και τις χαρτοπαιξίες του πατέρα σου. Να θυμάσαι Στέλλα, ότι κάθε φορά που δεν πληρώνεις, καταχράσαι τα χρήματα της κόρης μας κι αυτό θα πρέπει να βρεις τρόπο να της το εξηγήσεις όταν θα έρθει η στιγμή και θα σε ρωτήσει ‘’γιατί;’’.

Θεωρώ πως για όλα τα παραπάνω, καλό είναι να μιλήσεις απευθείας με τον δικηγόρο μου. Σε εμένα στείλε μόνο τα έντυπα της τράπεζας και ό,τι πληροφορία χρειάζεται να ξέρω.

Καλή συνέχεια,
Σπύρος»

֍֍֍֍֍

Θα την άφηνε να βράσει στο ζουμί της, την απάντησή του θα την λάμβανε το επόμενο μεσημέρι.

 

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here