Στο δωμάτιο είχε ακουστεί μόνο ο γδούπος από το βαρύ σίδερο καθώς έπεφτε πάνω στα πυρότουβλα.

Με αργή κίνηση του κεφαλιού της η Ανδριάνα γύρισε και κοίταξε την Ρόζα.

«Τι;» ψέλλισε.

Η Ρόζα κουνώντας δεξιά κι αριστερά το κεφάλι, με εκείνο τον αγέρωχο τρόπο που είχε, κοίταξε τα δάχτυλα του χεριού της, σήκωσε ελαφρά τα φρύδια και χαμογέλασε πονηρά.

«Ουδόλως καταλαβαίνω εσάς τις νέες γυναίκες» είπε με μια δόση περιφρόνησης στη φωνή της.

«Ρόζα τι λες; Θα πάω να βρω την γυναίκα του και θα τη ρωτήσω αν … μα ούτε να το πω δεν μπορώ» φώναξε έχοντας γίνει κατακόκκινη.

Η θεία της ανασήκωσε τους ώμους κι διόρθωσε την ατίθαση τούφα από τα μαλλιά της που έπεφτε πάντα στο ίδιο σημείο στο κούτελο.

«Έτσι όπως το περιγράφεις, ακούγεται άκομψο οφείλω να ομολογήσω».
«Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα» είπε η Ανδριάνα και σηκώθηκε φανερά εκνευρισμένη.
«Κάτσε τότε να κλαις για άλλον έναν χαμένο έρωτα» είπε η Ρόζα κοιτάζοντας στα μάτια την ανιψιά της. «Βρες τον τρόπο Ανδριάνα, κουνήσου, κάνε κάτι. Μην μένεις απαθής μπροστά στις προκλήσεις και τις καταστάσεις. Βλέπω και τους γιούς μου και αναρωτιέμαι για την γενιά σας, τι στο καλό έχετε πάθει; Γιατί βγήκατε έτσι μαλθακοί; Εμείς φταίμε; Εμείς θα φταίμε δεν υπάρχει καμία άλλη λογική εξήγηση».

«Αλήθεια τώρα, προτείνεις να πάω να βρω τη γυναίκα του;» ρώτησε σαστισμένη η Ανδριάνα.

«Όχι, όχι, στην πραγματικότητα δεν θα ήθελα να κάνεις κάτι τέτοιο. Δεν θα ήταν σωστό».
«Μην μου τα γυρνάς τώρα, μόλις πριν από λίγο είπες να ρωτήσω την Πηνελόπη. Τι να την ρωτήσω; Αν έχει καλό καιρό;»

«Άκου Ανδριάνα, εγώ έχω μεγαλώσει αρκετά και μπορεί να λέω πράγματα τα οποία ακούγονται λάθος. Ίσως πια να μην μπορώ να σου δώσω τις σωστές συμβουλές. Μην νομίζεις κι εγώ μπερδεύομαι. Η ζωή σας, η εποχή που ζείτε είναι διαφορετική από τη δικιά μας. Όμως κάτι που δεν έχει αλλάξει είναι η αλήθεια. Η αλήθεια ήταν και θα είναι πάντα μία. Ένα γεγονός που δεν μπορεί κανείς να το αμφισβητήσει. Ο μόνος τρόπος για να μάθεις αν ο Μανώλης σου είπε τα πραγματικά γεγονότα είναι να ρωτήσεις και να μάθεις. Εγώ κορίτσι μου αυτά για χαλασμένους γάμους που δεν διαλύονται δεν τα καταλαβαίνω. Ειδικά σήμερα. Τι πάει να πει ο κάθε ένας κάνει τη ζωή του; Τι παράδειγμα δίνουν στο παιδί τους; Τα παιδιά χρειάζονται σταθερότητα Ανδριάνα, όχι οικογένειες  κούφιες και σπιτικά που μπάζουν από παντού νερά. Τι φαντάζεσαι ότι οι δικές μου εγγονές θα βγουν μια χαρά; Δεν βλέπεις τι γίνεται μέσα στη δικιά μας οικογένεια; Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας».

«Τι θέλεις να πεις;»

«Τι θέλω να πω και τι θέλω να πω» είπε κοροϊδευτικά η θεία της. «Αντί να κάθεσαι εδώ μαζί μου να πας να τον βρεις. Θα υπάρχει ένας τρόπος να σου αποδείξει ότι αυτά που λέει είναι αληθινά. Αν όχι, να πας παρακάτω. Να βγεις, να γνωρίσεις καινούργια κόσμο. Τι είναι αυτά που κάνεις;»

«Γιατί θυμώνεις τώρα; Τι σου φταίει, ότι δεν συνέχισα με τον Μανώλη, γιατί η αλήθεια δεν είναι αυτή. Ούτε που πρόλαβα να τον γνωρίσω. Σωστά;»

Η θεία της δεν απάντησε αμέσως. Μετά από λίγο κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.

«Ξέρεις τι μου φταίει, ότι και τα τρία παιδιά τα έχετε κάνει θάλασσα» είπε με φωνή τρεμάμενη.

Η Ανδριάνα την παρατηρούσε σιωπηλή. Η Ρόζα όποτε χανόταν στις σκέψεις της, έπιανε τη βέρα της και τη στροβίλιζε αργά-αργά στο δάχτυλό της. Έτσι και τώρα, λες κι αυτός ο χρυσός κρίκος την συνέδεε με μια αόρατη δύναμη.  Η γυναίκα έσφιξε τα χείλη και κούνησε το κεφάλι της πάνω κάτω. Αναστέναξε και κοίταξε την ανιψιά της με ματιά χαμένη στους δαιδάλους της μνήμης που αφήνει στο πέρασμά του ο χρόνος.

«Όταν γνώρισα τον Γιωργή ντρεπόμουν. Τη φτώχια, τα λασπόνερα, τον καταυλισμό που ζούσαμε και για τη μάνα μου ακόμα ντροπή ένοιωθα κι ας δούλευε μερόνυχτα για να μας κάνει αυτό που γίναμε. Ήμουν νέα, όμορφη και με τη λάμψη της ζωής που έχουν τα νιάτα. Ερωτεύθηκα και η αλήθεια είναι ότι και ο Γιωργής με ερωτεύθηκε αμέσως. Ο γάμος έγινε γρήγορα. Για την εποχή, ήταν ένας αταίριαστος γάμος. Ποιος το περίμενε, ο μονάκριβος και καλοαναθρεμμένος γιός της κυρίας Ζωής και του κυρίου Σπύρου να παντρεύεται την κόρη μιας πλύστρας. Ντροπής πράγματα και σούσουρο να γίνεται πίσω από την πλάτη μας».

«Ρόζα» προσπάθησε κάτι να πει η Ανδριάνα που ανησυχούσε για την υγεία της, μα η θεία της δεν την άφησε. Έκανε μια κίνηση με το χέρι της και γύρισε προς το τζάκι. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο χορό που είχαν στήσει οι φλόγες.

«Έτσι ήταν.  Η κόρη μιας πλύστρας ήμουν. Αυτό έλεγαν όλοι πίσω από την πλάτη μου κι αυτό με χαρακτήριζε. Ήταν η ρετσινιά μου. Νομίζεις ότι ασχολήθηκε κανείς με εμένα; Με τις ανάγκες μου; Με τα όνειρά μου; Τι φαντάστηκες ότι τους ένοιαζε αν ήμουν ένας καλός άνθρωπος; Αν ήξερα να διαβάζω και να γράφω ή αν δούλευα μέρα νύχτα; Νομίζεις ότι τρατάραμε τον κόσμο με γλυκό του κουταλιού στις γιορτές ή ότι η μάνα μου περηφανευόταν για τις ικανότητες μου στην κουζίνα μπας και τυλίξουμε έτσι κανένα γαμπρό; Εμείς κορίτσι μου, καλά-καλά ούτε κουτάλι δεν είχαμε σπίτι μας. Ξέρεις τι είχαμε; Τα λιγότερα και από τα βασικά και υπήρχαν μέρες, που ούτε ψωμί να βάλουμε στο στόμα μας δεν βρίσκαμε. Είχαμε όμως κάτι που εσείς δεν έχετε. Θέληση για ζωή, τόλμη. Ναι, αυτό είχαμε, τόλμη και σε μεγάλες δόσεις και ξέρεις γιατί; Γιατί όταν δεν έχεις να χάσεις τίποτα δεν φοβάσαι, δεν κάνεις δεύτερες σκέψεις, δεν σκουντουφλάς σε ανασφάλειες. Δεν προλαβαίνεις να έχεις ανασφάλειες, παρά μόνο δύο διαδρομές ανοίγονται μπροστά σου. Της επιτυχίας ή της αυτοκτονίας.

Τη δουλειά δεν τη φοβήθηκα. Ένα όνειρο είχα, να φύγω από τον μαχαλά και να μην ξαναγυρίσω ποτέ πίσω. Και η ίδια η ζωή μου έστειλε ως δώρο την οικογένεια αυτή. Ήταν οι πιο καλοί άνθρωποι στον κόσμο. Ο πεθερός μου, λιγόλογος και μετρημένος με μυαλό κοφτερό, ήξερε να ξεχωρίζει τους ανθρώπους. Κατάλαβαν ότι αγαπούσα το παιδί τους και αυτό τους έφτανε. Με πήραν στα χέρια τους και μου έμαθαν όλα αυτά που ξέρω. Ήθελα όμως, ήθελα πολύ να τους μοιάσω, να γίνω σαν κι αυτούς κι ακόμα καλύτερη και κάθε μέρα πάλευα με νύχια και με δόντια για να μην τους απογοητεύσω.

Τέλειοι δεν ήταν και ποιος από εμάς είναι; Παραξενιές, γεράματα, αρρώστιες, μικροπρέπειες και μετά πάλι από την αρχή αγάπες και αγκαλιές. Λόγια που ειπώθηκαν και πόνεσαν, λόγια που έσταξαν σαν βάλσαμο στις ανοιχτές πληγές. Και τώρα κοίτα, όλα αυτά έγιναν δικά μου. Μια ολόκληρη εταιρία και δυο αγόρια που είναι η ψυχή μου όλη».

«Δεν καταλαβαίνω που θέλεις να καταλήξεις Ρόζα. Όλα αυτά για την οικογένειά μας τα ξέρω».

«Που θέλω να καταλήξω» είπε η θεία της, «αναδρομή κάνω, πλησιάζοντας στο τέλος της ζωής μου και αυτό που θέλω να σου πω είναι,  πως ότι βλέπουν τα μάτια σου εδώ μέσα έγιναν γιατί το ήθελα πολύ. Έγιναν γιατί αφοσιώθηκα στη ζωή μου και στην οικογένειά μου. Τίποτα δεν μου χαρίστηκε Ανδριάνα. Ήμουν τυχερή που βρέθηκαν αυτοί οι άνθρωποι στο δρόμο μου αλλά είχα και το μυαλό στη θέση μου και θέληση. Αυτό να μην ξεχνάς. Θέληση. Εσύ έχεις θέληση; πείσμα, όνειρα;» ρώτησε και απάντηση δεν πήρε.

Η Ανδριάνα δάγκωνε το κάτω χείλος της νευρικά.

«Νοιώθεις απογοητευμένη;» ρώτησε δειλά τη θεία της.

«Ναι» της απάντησε χωρίς περιστροφές. «Απογοητευμένη και στενοχωρημένη και από εσένα και από τα παιδιά μου. Μέσα μου έχω θυμό και για τους τρεις σας κι ας σας αγαπώ. Δεν φταίτε εσείς όμως και η αλήθεια είναι αυτή. Το λάθος είναι όλο δικό μας. Υπερπροστασία λέγεται. Κατάλαβες;»

«Όχι» απάντησε η ανιψιά της.

Η Ρόζα άνοιξε τα χέρια της και κοίταξε προς τον ουρανό.

«Ύψιστε» μονολόγησε και συνέχισε. «Άκου Ανδριάνα, το λάθος μας είναι ότι κοιτάξαμε να μην σας λείψει τίποτα. Σας δώσαμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε μέσα από την υπερβολή της αγωνίας μας. Να μην περάσετε αυτά που περάσαμε εμείς. Ειδικά εγώ το παράκανα και είχε δίκιο ο θείος σου όταν γκρίνιαζε ότι σας κακομαθαίνουμε.

Αν σε ρωτήσω τι βλέπεις έξω από το παράθυρο θα μου πεις, δέντρα και λουλούδια, αλλά αυτό που υπάρχει εκεί έξω λέγεται ζωή κι εσύ την αφήνεις και ξεγλιστράει ανάμεσα από τα δάχτυλά σου όπως γλιστράνε οι κόκκοι της άμμου» είπε.

«Και τι θέλεις να κάνω; Τι μου ζητάς;»

«Να ζήσεις. Να βρεις έναν άντρα, να έχεις παρέα. Ζωή χωρίς συντροφιά δεν περνάει, το ακούς; Κοροϊδεύουμε την κυρία Αθηνά που παράτησε τον άντρα της για τον πρώτο της έρωτα. Η κυρία Αθηνά ζει τη ζωή της, εσύ και οι άλλοι δυο οι δικοί μου καθίστε να σας φάει η μούχλα της κακομοιριά σας».

«Πες μου τώρα ότι συμφωνείς με τα καμώματα της κυρίας Αθηνάς».

«Αυτό είναι το θέμα μας; Η κυρία Αθηνά; Όχι δεν συμφωνώ αλλά διαφωνώ και μαζί σου που είσαι άτολμη και θύμα των φόβων σου. Αλήθεια τώρα, όνειρα έχεις; Πως φαντάζεσαι τη ζωή σου; Έτσι θα το πας μέχρι το τέλος;»

«Θα ήθελα …»

«Άσε τα ήθελα και δεν ήθελα Ανδριάνα, μάτια έχω και βλέπω και απαντήσεις εγώ δεν θέλω, παρά μόνο πράξεις και μια και βρισκόμαστε εδώ οι δυο μας ας πούμε και μερικές αλήθειες. Που φαντάζεσαι ότι θα βρεις έναν άντρα; Κλεισμένη στο σπίτι μαζί μου; Φίλες δεν έχεις; Φίλους; Συμμαθητές; Παρέες; Τι έγινε και εξαφανιστήκαν όλοι τους; Θα σου πω εγώ τι έγινε, κανείς δεν εξαφανίστηκε, εσύ κρύφτηκες από την ίδια σου την ζωή. Κρύφτηκες μέσα στην εταιρία προσπαθώντας να αποφύγεις και το δικό σου ίσκιο. Φοβήθηκες. Μια σχέση αποτυχημένη και σε έκανε να φοβηθείς τη δύναμη του πόνου. Δουλεύεις,  αλλά ακόμα κι αυτό το κάνεις λάθος και ξέρεις γιατί; Γιατί δεν δίνεις την ψυχή σου. Κανονικά η εταιρία θα έπρεπε να πετάει, να έχει ήδη εκσυγχρονιστεί αλλά εμείς έχουμε μείνει στις γνωστές πατροπαράδοτες συνταγές. «Η βελόνα και το κουμπί θα είναι πάντα χρήσιμα». Αυτά είναι λόγια που έλεγε ο πεθερός μου δυο αιώνες πριν, δεν είναι κουβέντες μιας νέας γυναίκας. Που είναι η φαντασία σου; Όραμα δεν έχεις;

Άκου Ανδριάνα, αν θέλεις την εταιρία θα την πάρεις. Θα τακτοποιήσω και το καταστατικό με τους δικηγόρους για να μην έχεις ντράβαλα με εκείνες τις δυο ανεπρόκοπες. Για να την πάρεις όμως θα πρέπει να δω το έργο σου, γιατί για την ώρα βλέπω το έργο του πεθερού μου.

Αν θέλεις άντρα βγες έξω και βρες τον. Κάνε λάθος, πέσε στα πατώματα, κλάψε, σήκω πάλι όρθια και πήγαινε στον επόμενο. Προχώρα μπροστά μέχρι να βρεις το δικό σου ταίρι. Η δική σας εποχή το επιβάλει. Τι φοβάσαι; Μην σε πουν «εύκολη»;  Μακάρι το πρόβλημα όλο της ζωής μας να ήταν ένα κρεβάτι. Βγες έξω Ανδριάνα, φύγε από εδώ μέσα, η ζωή είναι εκεί έξω και δεν σε περιμένει. Μέχρι να ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου θα έχεις φτάσει στα χρόνια μου και ξέρεις ποιο θα είναι το χειρότερο; Ότι δεν θα έχεις να θυμηθείς τίποτα. Θα ψάχνεις στα μονοπάτια του μυαλού σου και θα βρίσκεις σκιές χωρίς όνομα, χαμένα νιάτα χωρίς έρωτα και κορμί χωρίς αγκαλιές. Μια χέρσα ψυχή που θα χαθεί σαν να μην έζησε ποτέ και η μοναξιά θα σε στραγγίξει».

Στο δωμάτιο ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν το τρίξιμο που έκαναν τα κούτσουρα στο τζάκι.

«Θέλω να φύγεις και να σεβαστείς την ανάγκη που έχω για να μείνω μόνη. Κουράστηκα» είπε η Ρόζα πολύ σοβαρά.

Η Ανδριάνα σηκώθηκε από την πολυθρόνα με ανάκατα συναισθήματα. Για το μόνο που ήταν σίγουρη ήταν ότι ήθελε να πιεί ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και να ακούσει μουσική όσο πιο δυνατά μπορούσε.

Προσπάθησε κάτι να πει στη Ρόζα αλλά η γυναίκα δεν την άφησε.

«Δεν έχουν να κάνουν με την αγάπη που έχουμε μεταξύ μας. Αυτά να τα ξεχωρίσουμε, να μην τα μπερδεύουμε. Φύγε και άσε με να ξεκουραστώ, μην ανησυχείς, έχω την Ολυμπία» είπε και με μια κίνηση του χεριού της έκανε νόημα στην Ανδριάνα να φύγει. Η κοπέλα έσκυψε και την φίλησε.

«Σε αγαπώ» της είπε και χωρίς να περιμένει απάντηση γύρισε την πλάτη της και έφυγε.

Μόλις η Ρόζα άκουσε την εξώπορτα να κλείνει φώναξε την Ολυμπία. «Βοήθησέ με να πάω να ξαπλώσω, ήταν μια δύσκολη ημέρα» είπε και κρατήθηκε από το μπράτσο της κοπέλας.

Η Ανδριάνα μπήκε με βιαστικές κινήσεις στο αυτοκίνητο αλλά δεν έβαλε το κλειδί στη μηχανή. «Αν σε ρωτήσω τι βλέπεις έξω από το παράθυρο θα μου πεις, δέντρα και λουλούδια, αλλά αυτό που υπάρχει εκεί έξω λέγεται ζωή κι εσύ την αφήνεις και ξεγλιστράει ανάμεσα από τα δάχτυλά σου όπως γλιστράνε οι κόκκοι της άμμου» της είχε πει η Ρόζα.

Άνοιξε την τσάντα της και χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά πληκτρολόγησε το όνομα στο τηλέφωνό της και πάτησε το κουμπί της κλήσης. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή.  Θα το σήκωνε το τηλέφωνο ή όχι; Μάλλον όχι και θα είχε δίκιο. Όταν σε απορρίπτουν χωρίς δεύτερη κουβέντα …

«Είσαι το τελευταίο πλάσμα που περίμενα να ακούσω» είπε ο Μανώλης.
«Σου αρέσει η Jazz;» ρώτησε μέσα στη σαστιμάρα της.
«Αρκετά, γιατί;»
«Γιατί έχω ανάγκη από ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, δυνατή μουσική κι έναν άνθρωπο να μιλήσω»
«Ραντεβού στις 8:00 στο σιντριβάνι της Πλατείας Συντάγματος. Θα σε πάω εγώ, στης Αθήνας τις ανηφοριές» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.

Η Ανδριάνα χαμογέλασε «what a wonderful world» σιγοτραγούδησε και άναψε τη μηχανή του αυτοκινήτου της.

Η Ρόζα στεκόταν στο παράθυρο του δωματίου της, πίσω από την ημιδιάφανη κουρτίνα «για να δούμε» είπε παρακολουθώντας το αυτοκίνητο της Ανδριάνας να κατεβαίνει το λόφο.
butterfly

 

 

~ συνεχίζεται ~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here