Στην οικογένεια της Ρόζας τα γεγονότα έτρεχαν.

Η κύριος Δημητρός είχε τηλεφωνήσει στην Ανδριάνα. Ήταν προφανές ότι κάτι ήθελε να της πει, μα το στόμα του όμως το κράτησε σφαλιστό. Τότε γιατί την είχε καλέσει;

Μόλις τον άκουσε τα έχασε. Να είχαν βρεθεί άραγε με τον Σπύρο, να του είχε πει για τις οφειλές της Στέλλας, δεν ήξερε. Αμέσως μετά το πρώτο ξάφνιασμα κατάλαβε ότι ο άνδρας είχε πιεί περισσότερο από ένα ποτήρι ούζο.

Κοίταξε την ώρα και ήταν μόνο δώδεκα και μισή το μεσημέρι.

«Τι κάνετε;» τον ρώτησε με ευγένεια.
«Τι θες να κάνω, εδώ ταΐζω τα γατιά μου»
«Έχετε γατάκια; Τι χαριτωμένα που είναι …»
«Μην νομίσεις, βρήκαν την πόρτα της αυλής ανοιχτή και τρύπωσαν. Τι να κάνω τα λυπήθηκα και τους δίνω ό,τι έχω».

Η κουβέντα δεν συνεχίστηκε. Η αλήθεια ήταν ότι δεν είχαν τι να πουν και πότε είχαν άλλωστε; Η συναναστροφή τους βασιζόταν σε πολύ τυπικές κουβέντες όσο ο Σπύρος και η Στέλλα ήταν παντρεμένοι.

Έκλεισε το τηλέφωνο αφού είπε όλη την ιστορία με τα γατιά του και με κάθε λεπτομέρεια. Η Ανδριάνα άκουγε μα δεν καταλάβαινε.

«Σπύρο» είπε στον ξάδελφό της «μάντεψε ποιος μου τηλεφώνησε».
«Για λέγε».
«Ο κύριος Δημητρός».
«Και τι σου είπε;»
«Για κάτι γατάκια που έχουν πάει στην αυλή του».
«Ορίστε;»
«Αυτό κανονικά έπρεπε να το πω εγώ. Βρεθήκατε; Έμαθε για τα χρέη της Στέλλας;»
«Δεν βρεθήκαμε αλλά τα είπαμε τηλεφωνικά».
«Και;»
«Δεν έχω να σου πω τίποτα. Μια κουβέντα είπε ο άνθρωπος, ‘’πάλι εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα’’ και με έβαλε να του εξηγήσω τι σημαίνουν όλα αυτά. Από τι κινδύνευαν κι από τι όχι».
«Η Στέλλα δεν σε πήρε τηλέφωνο να σου σούρει όσα σέρνει η σκούπα;»
«Παραδόξως όχι».
«Τι θέλεις να πεις;»
«Υποθέτω ότι ο κύριος Δημητρός δεν της έχει πει κουβέντα κι αυτό δεν σου κρύβω ότι με εντυπωσιάζει αλλά από την άλλη πλευρά, δεν είναι ο άνθρωπος που θα έριχνε λάδι στη φωτιά».
«Θα κάνεις κάτι;»
«Δεν έχω να κάνω τίποτα. Τώρα πια αναλαμβάνει η τράπεζα και θα περιμένουμε να δούμε το έργο να διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια μας. Για την ώρα είμαστε στα ‘’προσεχώς’’» είπε.
«Εμένα όμως γιατί με πήρε τηλέφωνο;»
«Που θέλεις να ξέρω Ανδριάνα; Μπορεί να ήθελε να μιλήσει με έναν άνθρωπο».
«Κι εμένα βρήκε;

Η απορία της Ανδριάνας δεν λύθηκε και συνέχεια δεν έδωσε κανείς, μέσα της όμως η γυναίκα καταλάβαινε ότι ο κύριος Δημητρός κάτι θέλησε να της πει, μα δεν τόλμησε. Ίσως να ήταν και η νοσταλγία για την οικογένεια που κι εκείνος είχε χάσει κι αυτά που έβλεπε να διαλύονται και να καταστρέφονται μπροστά στα μάτια του.

‘’Στη θέση του να βρεθώ δεν θα ήθελα’’ σκεφτόταν ‘’να πρέπει αυτός ο άνθρωπος να διαφυλάξει την περιουσία της κόρης του από την ετεροθαλή αδελφή της. Δίκιο είχε ο Σπύρος, το έργο θα παιζόταν προσεχώς και τα συναισθήματά του ποια να ήταν άραγε;’’

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Στο σπίτι πάνω στο λόφο, ο αέρας που φυσούσε έφερνε μια φρεσκάδα.

Από την Ρόζα η Ανδριάνα προσπαθούσε να κρύψει όσο το δυνατόν περισσότερα γεγονότα. Είχε γίνει υπερπροστατευτική μαζί της, άλλαζε πάλι τους ‘’ρόλους’’, για άλλη μια φορά στη ζωή της. Το ίδιο είχε κάνει και με τους γονείς της.

Κανείς δεν ήξερε ‘’πόσο λάδι είχε το καντήλι του’’ κι από τη στιγμή που η Ρόζα αποφάσισε να αλλάξει τρόπο ζωής και να ζήσει χαρούμενη όσο το δυνατόν περισσότερο, η Ανδριάνα είχε ορκιστεί ότι θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να μην της το χαλάσει. Η καρδιά της θείας της ήταν ήδη λαβωμένη μα η επιμονή της να ζήσει και το πείσμα της να γεμίσει την καθημερινότητά της με χαρά, έκαναν την Ανδριάνα να χαμογελάει και να ελπίζει.

Η Ρόζα της έφτιαχνε τη διάθεση ό,τι κι αν έκανε!

Τακτοποίησε μερικές επαγγελματικές της εκκρεμότητες και μπήκε στο αυτοκίνητό της. Πέρασε από τον φούρνο, πήρε μια μηλόπιτα και πήγε να βρει τη Ρόζα.

«Τι κάνεις εσύ εδώ;» τη ρώτησε όταν την είδε αναπάντεχα μπροστά της καθώς ανακάτευε το φαγητό στην κατσαρόλα.

Η Ανδριάνα παρατήρησε ότι στο σπίτι επικρατούσε μια ανακατωσούρα. «Τι φτιάχνετε;» ρώτησε με περιέργεια.
«Φρικασέ» απάντησε η θεία της ρίχνοντας μια ματιά στην κατσαρόλα κι άλλη μια στην ανιψιά της.
«Έλα τώρα δεν σε πιστεύω» της απάντησε κι έσκυψε όλο περιέργεια από πάνω της.
«Ικανοποιήθηκες;»
«Για ποιόν το φτιάχνεις αυτό;»
«Για τον Σταύρο» απάντησε με φυσικότητα «ποιόν άλλο;»

Η Ανδριάνα έμεινε να την κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό.

«Μην χαζεύεις και κλείσε το στόμα σου, βάλε το μπρίκι στη φωτιά και φτιάξε δυο μερακλίδικους καφέδες και πάμε στο μικρό σαλόνι, έχω έννοια το φαγητό. Τι έχεις μέσα στο κουτί;»
«Μηλόπιτα».
«Να την αφήσω για το βράδυ; Αλλά μετά το φρικασέ θα μας πέσει βαριά σκέφτομαι, τέλος πάντων, κόψε δυο κομμάτια και έλα να πούμε».
«Η Ολυμπία που είναι;»
«Πάνω, φτιάχνει τα δωμάτια» είπε και τα βλέφαρα της ανιψιάς της, τρεμόπαιξαν αμήχανα.

Η Ρόζα γελούσε με την νευρικότητα που έβλεπε ότι δημιουργούσε η συμπεριφορά της.

Κάθισε στη μεγάλη πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι και άφησε το μικρό διθέσιο καναπέ για την ανιψιά της.

«Λοιπόν, ποιος καλός άνεμος σε φέρνει από εδώ;» ρώτησε καθώς η Ανδριάνα άφηνε το δίσκο στο μικρό τραπέζι.
«Τίποτα το ιδιαίτερο, να τα πούμε ήθελα».
«Συμβαίνει κάτι;»
«Όχι Ρόζα μου, όλα όπως τα ξέρεις ακριβώς, ένα καφέ ήθελα να πιούμε, μου έλειψες».

Η μεγάλη γυναίκα τακτοποίησε τη φούστα της.

«Σήμερα λέω να του το πω».
«Ποιο;»
«Άντε πάλι τα ίδια» είπε σηκώνοντας το τόνο της φωνής της. «Το φρικασέ γιατί λες να το φτιάχνω; Αν και του είπα να έρθει νωρίς, δεν είμαστε παιδιά τώρα πια, πρέπει να προσέχουμε την υγεία μας».
«Ρόζα σοβαρολογείς;»

Η θεία της την κοίταξε κατάματα.

«Γιατί με ψέλνεις μου λες;»
«Μα είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Με τα αγόρια μίλησες;»
«Δεν έχω να πάρω την άδεια κανενός, Ανδριάνα και μετά, ποια αγόρια; Βλέπεις κανέναν εδώ τριγύρω;» ρώτησε και χωρίς να περιμένει απάντηση συνέχισε.

«Ο Γρηγόρης είναι μονίμως εξαφανισμένος και πάντα λείπει για δουλειές. Για τη Δήμητρα δεν μιλάω γιατί την έχω ξαποστείλει. Η Φαίδρα όμως, μετά το γάμο ούτε φωνή ούτε ακρόαση και ξέρεις κάτι; Όλα αυτά με πληγώνουν. Ένα τηλέφωνο βρε παιδί μου, ένα τηλέφωνο … ούτε αυτό δεν μπορεί να κάνει; Και μην μου πεις ότι φταίει ο Κωνσταντίνος γιατί θα σου βάλω τις φωνές».

«Παίρνεις τώρα το μέρος του άντρα της; Ενδιαφέρον» απάντησε η Ανδριάνα κρατώντας τη κούπα με τον καφέ ανάμεσα στα χέρια της.

«Ποιος του δίνει σημασία του Κωνσταντίνου; Απλώς αναλογίζομαι το πόσο ίδια με την μάνα της είναι και λυπάμαι. Μόνη της θα μείνει, φίλες δεν θα καταφέρει να κάνει και στα δύσκολα δεν θα έχει από πού να πιαστεί και να το θυμηθείς, ότι στη ζωή της Φαίδρας τα δύσκολα δεν θα αργήσουν να φανούν».

«Τι σου ήρθε τώρα και τα σκέφτεσαι όλα αυτά;»

«Έκανα ένα ξεκαθάρισμα στην αποθήκη. Είχα κάτι βαλίτσες τεράστιες γεμάτες με ρούχα. Τι τα κράταγα; Τόσος κόσμος τα έχει ανάγκη, έτσι ζήτησα στην Ολυμπία να μου τις φέρει. Τα πλύναμε, τα τακτοποιήσαμε και τα δώσαμε.

Ανάμεσά τους όμως ήταν και κομμάτια από τούλι τυλιγμένα μέσα σε βαμβακερό ύφασμα. Ξέρεις τι ήταν αυτά;»

«Όχι».

«Από τη στολή της μπαλαρίνας που της είχα φτιάξει όταν ήταν οκτώ περίπου χρονών».

«Και τα κρατούσες όλα αυτά τα χρόνια;»

«Βγάλε τη σκούφια σου και βάραμε» απάντησε και συνέχισε «με τι αγάπη τα είχα φτιάξει, με τι λαχτάρα να τη δω να τη φοράει. Πόσα πράγματα, άλλα μικρά κι άλλα μεγάλα έχω κάνει γι’ αυτό το κορίτσι και ένα τηλέφωνο δεν σηκώνει, μια βόλτα να περάσει να την δω ούτε κατά διάνοια. Να δεις, θα με θυμηθεί έτσι και θελήσει τίποτα, μια ζωή τα ίδια».

«Γιατί δεν της το λες;»

«Εγώ; Δεν είσαι καλά μου φαίνεται. Να ζητιανέψω την αγάπη της; Αυτά τα πράγματα παιδί μου ή τα νοιώθεις ή όχι. Απλώς λυπάμαι» είπε και συμπλήρωσε «ας είναι…».

Η ατμόσφαιρα πήγε για λίγο να χαλάσει.

«Και γιατί φρικασέ;»

«Γιατί του αρέσει και είναι ευκαιρία τώρα που έχει ζυμώσει ψωμί η Ολυμπία, να το σερβίρουμε και να είναι τραγανό από το γκριλ, με φέτα και παγωμένο μοσχοφίλερο. Λίγο το κρασί, λίγο η κουβέντα και θα του το σκάσω το παραμύθι».

«Τι θα του πεις δηλαδή;»
«Δεν έχω κάνει πρόβα τα λόγια Ανδριάνα, τι πράγματα είναι αυτά τώρα που με ρωτάς;»
«Λες να δεχθεί;»
«Λέω ότι θα του ανέβει η πίεση» είπε κι έβαλαν και οι δυο τα γέλια.

Η Ρόζα όμως συνέχισε.

«Τον σκέφτομαι και θα πρέπει να έχω τον νου μου να μην είναι μπουκωμένος εκείνη την ώρα γιατί θα πνιγεί. Θα κοκκινίσει και δεν θα ξέρει κατά που να φύγει».

«Έχεις σκεφθεί ότι μπορεί να τρομάξει και να μην θελήσει να συναντηθείτε ξανά;»

«Ναι αλλά δεν νομίζω. Το βρίσκω πολύ τραβηγμένο και μην ξεχνάς ότι κι εκείνος είναι μόνος του. Στην χειρότερη των περιπτώσεων να αρνηθεί» είπε κι ανασήκωσε τους ώμους. «Για να μην θελήσει να με ξαναδεί, δεν το νομίζω» είπε. «Υπερβολικό μου φαίνεται για την ηλικία μας».

«Τι θα φορέσεις;»

«Έναν ταφτά με φιόγκο. Τι με ρωτάς; Σου είπε κανείς ότι πάω για νύφη;»

«Δεν ξέρεις πόσο περίεργη είμαι, πόσο θα ήθελα να είμαι κρυμμένη πίσω από την κουρτίνα και να τα ακούω όλα».

«Κουτσομπόλα» είπε γελώντας η θεία της. «Μου κάνει εντύπωση το πόση φασαρία έχουμε κάνει για μια συγκατοίκηση και για την ακρίβεια για μια υποτιθέμενη συγκατοίκηση. Όλο λέμε ότι εξελισσόμαστε αλλά νομίζω ότι έχουμε βάλει όπισθεν».

«Γιατί το λες αυτό;»

«Γιατί αν σας έλεγα ότι θέλω να μείνω με μια φίλη μου μαζί, κανείς δεν θα το έκανε θέμα και πες μου ότι έχω άδικο»

Η Ανδριάνα δεν απάντησε, μόνο κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.

«Ωραία, τώρα που τα ξεκαθαρίσαμε πες μου τα υπόλοιπα».
«Δεν έχω τίποτα να σου πω» είπε μα η φωνή της την πρόδωσε.
«Τι έκανε πάλι η Στέλλα; Έλα λέγε είμαι περίεργη».
«Γκρίνιαξε στον Σπύρο για το διαζύγιο».
«Δηλαδή;»
«Δεν τα ξέρω και πολύ καλά Ρόζα μου, περισσότερο παράπονο έβγαλε απ’ ότι κατάλαβα. Σαν να έχουν μετανιώσει και οι δυο νομίζω».

Η μεγάλη γυναίκα σηκώθηκε σπρώχνοντας τη μπουνιά της πάνω στο μπράτσο της πολυθρόνας.

«Το φοβόμουν αυτό» είπε και κρατήθηκε από το πάσο για να κατέβει τα δυο σκαλιά που οδηγούσαν στην μεγάλη κουζίνα. Κοίταξε το φαγητό, δοκίμασε λίγο και έκλεισε το μάτι. «Θα το αυγοκόψουμε λίγο πριν το σερβίρουμε. Ολυμπία» φώναξε «λεμόνια να φέρεις κορίτσι μου όταν μπορέσεις» είπε και γύρισε στη θέση της.

«Πες μου Ανδριάνα, ο γιός μου πως είναι;» ρώτησε σκύβοντας προς τα μπροστά το σώμα της. «Σταμάτησε να πίνει;»

Η ανιψιά της την κοίταξε χωρίς να μιλάει.

«Ξέρεις με πήρε τηλέφωνο ο κύριος Δημητρός» της είπε προσπαθώντας να αλλάξει θέμα.
«Και τι ήθελε;» ρώτησε ξαφνιασμένη.
«Κανείς δεν κατάλαβε» απάντησε η Ανδριάνα και της μετέφερε όλη την κουβέντα τους.

«Δηλαδή σε πήρε μέσα στο μεσημέρι ζαλισμένος από το ούζο να σου λέει για γάτες; Αυτό θέλεις να μου πεις;»
«Ρόζα δεν καταλαβαίνω τι γίνεται».
«Θα σου πω εγώ. Το έχουν μετανιώσει όλοι τους, μόνο που να δω ποιος θα κάνει το πρώτο βήμα» είπε σφίγγοντας τις παλάμες της.
«Πιστεύεις ότι θα τα βρουν ξανά ο Σπύρος με την Στέλλα;»
«Ούτε πιστεύω, ούτε ξέρω, ούτε θέλω να φαντάζομαι. Εκείνη την Μυρτώ σκέφτομαι ότι πέρασε μέσα από τις συμπληγάδες τσάμπα και βερεσέ».
«Ναι αλλά δεν μου απαντάς».
«Και τι είμαι εγώ η πυθία; Όχι η Στέλλα δεν τον αγαπάει τον Σπύρο, το συμφέρον της θέλει να καλύψει μόνο. Δεν πίστευε ότι ο κανακάρης μου θα το έφτανε μέχρι το τέλος. Φαντάστηκε ότι θα μπορούσε να μπαινοβγαίνει μέσα στη ζωή του όπως έκανε η μάνα της με τον κύριο Δημητρό. Ξέρεις, εσένα ο πάτριός της σε συμπαθούσε πάντα, σε ξεχώριζε και ίσως γι’ αυτό να σου τηλεφώνησε. Έχει κι αυτός την ανάγκη να νιώσει λίγο οικογένεια κοντά του, λίγη ζεστασιά ανθρώπινη».

Για λίγο επικράτησε σιωπή.

«Δεν ήθελα να σου χαλάσω το κέφι» είπε σχεδόν απολογητικά η Ανδριάνα.
«Δεν μου το χαλάς εσύ, τα καζίκια των παιδιών μου όμως με πληγώνουν διαρκώς» είπε κατεβάζοντας το κεφάλι και παίζοντας νευρικά με τα δαχτυλίδια της. «Αν ο Σπύρος και η Στέλλα τα βρουν μεταξύ τους, πράγμα που δεν το πιστεύω κατά βάθος, αν όμως … τότε φρόντισε να είσαι όσο πιο μακριά μπορείς».
«Γιατί;»
«Τα σκάγια θα σκάσουν όλα επάνω σου. Τι φαντάστηκες; Ότι θα πήγαινες για μάρτυρας στο δικαστήριο και η Στέλλα δεν θα σε έχει διασύρει στη Μυρτώ; Και αλήθεια η μικρή πως έχει αντιδράσει;»

Η Ανδριάνα δεν ήθελε να απαντήσει.

«Δεν γεννήθηκα χθες, λέγε μήπως και βγάλουμε συμπέρασμα».
«Έριξε η μικρή ευθύνες στον πατέρα της που δεν παραβρέθηκε στο δικαστήριο».
«Δηλαδή;»
«Τον κατηγόρησε ότι άφησε τη μάνα της μόνη της κι εκείνος δεν εμφανίστηκε».
«Καταλαβαίνεις ότι αυτά δεν είναι τα λόγια ενός παιδιού κι όσο κι αν έχει παρερμηνεύσει τα πράγματα, τέτοιες κουβέντες κάπου τις άκουσε. Γι’ αυτό σου λέω, σε αυτό το διαζύγιο κράτα μικρό καλάθι».

«Η Μυρτώ σου τηλεφωνεί ποτέ;» ρώτησε η Ανδριάνα τη θεία της.
«Από όλα τα εγγόνια μου, ο μόνος που είναι κοντά μου, είναι ο Νικόλας» είπε η Ρόζα και με βλέμμα χαμένο στο κενό, η ζωή της πέρασε σαν αστραπή από μπροστά της. «Η μάνα της πληγώνει τη Μυρτώ κάνοντας κριτική ότι δεν της στέλνουμε λεφτά και δώρα. Μαθαίνουν τα παιδιά τους να ζητάνε ύλη κι όχι ψυχή κι αυτή η μικρή είναι από καλή πάστα. Ποτέ δεν άνοιξε το στόμα της να πει κάτι ξεκάθαρα, κουβέντες παπαγάλισε αλλά είναι κρίμα, να μεγαλώνει και να μην έχει μάθει την ουσία της ζωής, να μην έχει γερές βάσεις και ηθικές αξίες. Η Μυρτώ δεν φταίει αλλά είναι το θύμα που θα πληρώσει τις πράξεις της μητέρας και του πατέρα της. Αχ παιδί μου αχ» είπε και ξεφύσησε με δύναμη.

«Θα ήθελες να τα βρουν ξανά με την Στέλλα;» ρώτησε η Ανδριάνα.
«Τι σημασία έχει τι θέλω εγώ; Το μόνο που με νοιάζει είναι να βλέπω το παιδί μου καλά και την Μυρτώ. Η Στέλλα για μένα είναι ένα απόστημα μέσα στην οικογένεια αλλά ο κάθε ένας κάνει τις επιλογές του. Δεν έχω να κουβεντιάσω τίποτα γι’ αυτή τη γυναίκα. Το μόνο που αναλογίζομαι διαρκώς, είναι το πώς είναι δυνατόν και τα δυο μου αγόρια να πήραν τέτοιους κατιμάδες. Εγώ φταίω, κάθε φορά την ίδια απάντηση θα δίνω. Εγώ φταίω!».

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Το σπίτι στο λόφο για άλλη μια φορά φωταγωγήθηκε.

‘’Σαλάτα τα έχω Γιωργή’’ μονολογούσε η Ρόζα κοιτάζοντας τη φωτογραφία του άντρα της και χαϊδεύοντας τη μορφή του με τα ακροδάχτυλά της. ‘’Μην σε νοιάζει όμως, δεν θα τον βάλω στο δωμάτιό μας, ούτε θα κοιμηθεί στο κρεβάτι μας, παρέα μόνο θέλω και να μπει λίγο φως μέσα σε όλη αυτή τη σκοτεινιά. Αν δεχθεί, θα μένει στον ξενώνα, ολόκληρο διαμέρισμα είναι σχεδόν, τίποτα δεν θα του λείπει. Από εκεί πάνω που είσαι, νομίζω ότι μπορείς να με καταλάβεις.

Ξέρεις τι σκέφτομαι, το πόσο πολύ μου λείπεις κι ας είναι πάλι φωταγωγημένο το σπίτι’’ είπε κι έστειλε ένα φιλί στον ‘’άντρα’’ της.

Το κουδούνι χτύπησε στις 7:30 ακριβώς.

Η Ολυμπία βοήθησε τον κύριο Νικολάου να βγάλει το καπέλο και το παλτό του.

«Έλα να καθίσουμε δίπλα στη φωτιά» του είπε η Ρόζα ντυμένη με το όμορφο μπλε μίντι φουστάνι της και τις χρυσές αλυσίδες να κοσμούν το λαιμό της.

«Στις ομορφιές σου είσαι σήμερα» της είπε κι έκλεισε το μάτι πονηρά.

Τα πράγματα έδειχναν να κυλούν όμορφα.

Η μουσική ίσα που ακουγόταν στο χώρο, το λικέρ αρμπαρόριζα της Ολυμπίας ήταν ήδη στα μικροσκοπικά ποτήρια τους και η κοιλιά του κυρίου Νικολάου γουργούριζε δυνατά.

«Μην ανησυχείς, το φρικασέ θα σερβιριστεί σε πολύ λίγο» είπε η Ρόζα και του χάρισε το πιο γλυκό της χαμόγελο.

Κάθισαν στο τραπέζι και η Ολυμπία τους σερβίρισε κι εξαφανίστηκε όπως ακριβώς της είχε ζητήσει η Ρόζα.

Λίγο η κουβέντα, λίγο το κρασί και τα χέρια άρχισαν να αγγίζουν το ένα το άλλο. Κρυφές ματιές κάτω από τα βλέφαρα και γελάκια με τη λινή πετσέτα μπροστά στα χείλη και μάγουλα ρόδιζαν από την ένταση της στιγμής.

«Είναι τόσο όμορφα σήμερα που δεν θέλω να τελειώσει αυτή η βραδιά» είπε ο κύριος Νικολάου.
«Και ποιος σου είπε Σταύρο μου να τελειώσει;» τον ρώτησε καρφώνοντας με τα πύρινα μάτια της.
«Ε μα πως;» απάντησε αρκετά αμήχανα.

Η Ρόζα του έπιασε το χέρι και το έσφιξε.

«Άκου να σου πω, δεν βαρέθηκες να είσαι μόνος;» τον ρώτησε.
«Η αλήθεια είναι πως …»
«Σταύρο, μην μασάμε τις κουβέντες μεταξύ μας σε παρακαλώ. Βαρέθηκες ναι ή όχι να είσαι μόνος;»
«Μα έχω οικογένεια».
«Αλήθεια, που είναι;»
«Τι θέλεις να πεις;» τη ρώτησε και κουνήθηκε από τη θέση του.
«Που είναι τα παιδιά σου Σταύρο, η οικογένειά σου, που είναι τα δικά μου;»
«Ρόζα νομίζω ότι δεν σε καταλαβαίνω» είπε και το πρόσωπό του είχε εμφανώς κοκκινίσει.

Η Ρόζα χαμογέλασε καθώς έβλεπε το τον λαιμό του να τρέμει και τα χέρια του να προσπαθούν να ξεσφίξουν τον κόμπο της γραβάτας του.

«Εγώ πάλι νομίζω ότι μια χαρά με καταλαβαίνεις Σταύρο. Δύο κούκοι είμαστε και φωνάζουμε ο ένας στον άλλο από την κρυψώνα του».
«Και τι θέλεις να γίνει; Τι προτείνεις δηλαδή» ρώτησε σμίγοντας τα φρύδια.
«Να μείνουμε στο ίδιο σπίτι» είπε ήρεμα και καθησυχαστικά η γυναίκα.
«Είσαι τρελή;» φώναξε, μα αυτή ήταν η πρώτη του αντίδραση …

Ακολουθήστε την ομάδα μας στο Viber, πατώντας τον σύνδεσμο: agnostoi.gr στο Viber

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here