Το επόμενο πρωί, το κεφάλι της Ανδριάνας κόντευε να σπάσει από τον πονοκέφαλο.

Έπιασε το κεφάλι της και με τα δυο της χέρια αγγίζοντας απαλά τους κροτάφους.

«Τι έκανα;» μονολόγησε και ντράπηκε τον εαυτό της.

Σηκώθηκε με βήματα βαριά από το κρεβάτι και πήγε κατευθείαν στην κουζίνα. Έφτιαξε καφέ και κρατώντας το φλιτζάνι και με τα δυο της χέρια, πήγε κατευθείαν στον καναπέ. Σωριάστηκε και προσπάθησε να ξαναφέρει στη μνήμη της, την προηγούμενη νύχτα. Αδύνατον  να θυμηθεί. Μόνο η τελευταία της φράση της ερχόταν στο μυαλό ξανά και ξανά και δεν έβρισκε τρόπο να ξεφύγει από τον εαυτό της.

Τι της είχε έρθει και ξεστόμισε τέτοια κουβέντα; «Να πληρώσουμε και να πάμε κατευθείαν σπίτι μου, για μια ζωή χωρίς αύριο» είχε πει. Αναστέναξε και έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω. «Για μια ζωή χωρίς αύριο;» μα ήταν φράση αυτή; Τι πάει να πει «ζωή χωρίς αύριο»;

Πετάχτηκε από τον καναπέ σαν ελατήριο. Χρειαζόταν να πιεί κάτι για τον πονοκέφαλο. Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα. Γι’ αυτό μισούσε το αλκοόλ. Λίγο παραπάνω όταν έπινε, έχανε τον κόσμο κάτω από τα πόδια της. Το χειρότερο δεν ήταν ότι δεν θυμόταν τι είχαν πει μετά, αλλά το τι μπορεί να είχαν κάνει.

Ενστικτωδώς έπιασε το κινητό της. Άνοιξε τα μηνύματα και βρήκε ένα μήνυμα αδιάβαστο και από αριθμό που δεν τον είχε καταχωρημένο.

«Σε ευχαριστώ για την γεμάτη εκπλήξεις βραδιά. Ελπίζω να κοιμήθηκες καλά και όταν ξυπνήσεις τηλεφώνησέ μου για να μην ανησυχώ. Μανώλης».

Το θέμα μπερδευόταν όλο και περισσότερο. Πότε έδωσε τον αριθμό τηλεφώνου της στον Μανώλη; Κοίταξε ξανά το μήνυμα και είδε την ώρα αποστολής, 2:30 π.μ. Μέχρι εκείνη την ώρα τι έκαναν; Είχαν μείνει στο ιταλικό; Είχαν έρθει εδώ; Το αυτοκίνητό της που ήταν;

Το κορμί της άρχισε να τρέμει. Αυτό που συνέβαινε δεν ήταν καθόλου αστείο.  Άνοιξε την μπαλκονόπορτά του σαλονιού και κοίταξε τον δρόμο. Όχι, το αυτοκίνητό της δεν ήταν εκεί, τουλάχιστον δεν το έβλεπε. Να είχε οδηγήσει έτσι; Μπήκε μέσα ντροπιασμένη. Δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να πάρει τον Μανώλη τηλέφωνο. Πήρε μια βαθειά αναπνοή, ξεφύσησε με δύναμη, καθάρισε τον λαιμό της και ήπιε ένα ποτήρι νερό μονορούφι.

Δίστασε λίγο αλλά κάλεσε τον Μανώλη. Δεν είχε κι άλλη επιλογή.

«Καλώς το κορίτσι, πως είσαι;» την ρώτησε εύθυμα.
«Το κεφάλι μου πάει να σπάσει» αποκρίθηκε η Ανδριάνα, κλείνοντας τα μάτια και δαγκώνοντας τα χείλια της. «Μανώλη …»
«Ναι» απάντησε ο άντρας.
«Μανώλη …» προσπάθησε να ξεκινήσει την πρότασή της αλλά οι λέξεις κολλούσαν στην άκρη της γλώσσας της.
«Μην ανησυχείς Ανδριάνα, δεν έγινε τίποτα χθες το βράδυ» απάντησε από την άλλη άκρη της γραμμής ο άντρας γελώντας. «Θα ήταν αποπλάνηση και δεν είναι του στυλ μου» συμπλήρωσε.
«Μην γελάς σε παρακαλώ» είπε ενοχλημένη η Ανδριάνα.
«Γιατί; Ήσουν πολύ χαριτωμένη» απάντησε προσποιούμενος τον σοβαρό.
«Μανώλη, δεν θυμάμαι τίποτα. Ντρέπομαι που στο λέω αλλά δεν ξέρω πως βρέθηκα σπίτι μου, ούτε γνωρίζω που βρίσκεται το αυτοκίνητό μου» είπε η γυναίκα με σπασμένο τον τόνο στη φωνή της.

Ο άντρας άρχισε να γελάει με την ψυχή του και κάθε τόσο έλεγε μόνο «με συγχωρείς» και συνέχιζε.

Η Ανδριάνα περίμενε να σταματήσει αυτή η έκρηξη ευθυμία υπομονετικά, παρ’ όλου που ένοιωθε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι της.

«Θα σου τα πω όλα από κοντά σήμερα το απόγευμα, όσο για το αυτοκίνητό σου, ελπίζω να θυμάσαι που το πάρκαρες χθες γιατί σε γύρισα εγώ στο σπίτι σου» είπε.
«Εσύ;» ρώτησε σαστισμένη.
«Με εμένα είχες βγει ή κι αυτό δεν τον θυμάσαι» την πείραξε ο Μανώλης. «Σήμερα, μετά το επισκεπτήριο στο νοσοκομείο θα σε περιμένω στο ίδιο ακριβώς σημείο για να σου φρεσκάρω τη μνήμη» είπε ο Μανώλης και η Ανδριάνα δέχτηκε.

«Θα πάμε πάλι στο ιταλικό;» ρώτησε λίγο αμήχανα.
«Όχι» απάντησε αινιγματικά ο Μανώλης.

Κλείνοντας το τηλέφωνο η Ανδριάνα ένοιωσε μια τεράστια ανακούφιση.

Δεν είχε συμβεί τίποτα μεταξύ τους, εκείνη ήταν μεθυσμένη, την έφερε σπίτι και θέλει να την ξαναδεί. Μπορούσε να αρχίσει να χαμογελάει και αμέσως μετά θυμήθηκε την γυναίκα του και τον γιό του. Η Πηνελόπη και ο Αχιλλέας. Μα τι συνδυασμός ονομάτων ήταν κι αυτός!

Προχώρησε μέσα στο σπίτι με ποιο ανάλαφρα βήματα. Γύρισε στον καναπέ και άνοιξε τον υπολογιστή της. Κάλεσε την Κλειώ στο τηλέφωνο και άκουσε τη γυναίκα προσεκτικά. Είχαν πρόβλημα με κάποιον προμηθευτή όμως καμία τους δεν ανησυχούσε. Ήταν μέσα στην καθημερινότητα της δουλειάς τους κι αυτό.

«Θα έρθω από το γραφείο σήμερα» ενημέρωσε η Ανδριάνα.
«Θα χαρώ πολύ να σε δω αλλά μήπως χρειάζεσαι λίγο ξεκούραση;» ρώτησε ευγενικά η Κλειώ.
«Από τι;» ειρωνεύτηκε τον εαυτό της η Ανδριάνα.
«Από το νοσοκομείο» είπε η βοηθός της Ρόζας.

Η Ανδριάνα αναλογίστηκε ξανά τα συμβάντα της οικογένειάς της και κούνησε το κεφάλι φαρμακωμένη. Έτσι ένοιωθε. Πόσο αναίσθητες μπορεί να ήταν αυτές οι γυναίκες; Νύφες σου λέει μετά. Καμιά τους δεν είχε ακόμα εμφανιστεί. Σήμερα ευτυχώς, δεν της είχε τηλεφωνήσει και η Στέλλα. Πόσο κουραστικό και αποκαρδιωτικό ήταν να δίνει τηλεφωνική αναφορά. Σε ποια τώρα στην Στέλλα! Το θράσος της ξεπερνούσε τα όρια της φαντασίας, όσο για την Δήμητρα, κανείς δεν ήξερε τίποτα και κανείς δεν ενδιαφερόταν να μάθει.

Μπήκε να κάνει ένα μπάνιο προσπαθώντας να αισθανθεί φρέσκια και αναζωογονημένη. Η γυναικεία της φιλαρέσκεια είχε ξυπνήσει για τα καλά, όμως ήξερε ότι έπρεπε να ξεχάσει αυτό το όνειρο. Αλήθεια, ποια διαφορά θα είχε από την Δήμητρα; Μελαγχόλησε. Πολλές φορές αναρωτιόταν γιατί δεν μπορούσε να καταφέρει να έχει μια σχέση όπως την ήθελε. Κοιτούσε τον κόσμο γύρω της ειδικά αυτούς που ήταν ζευγάρια κι ένα τσίμπημα στην καρδιά το ένοιωθε.
Όχι, θα παρέμενε πιστή στις αρχές της. Ήταν μεγάλη γυναίκα πια για να κάνει εκπτώσεις στα όνειρα και τα θέλω της και συνάμα αυτή η διαφορετικότητα που ένοιωθε να κατακλύζει το μυαλό και την ψυχή της, την ανάγκαζε να ακολουθήσει άλλη ρότα.

Τι είχε πει ο Μανώλης; Για ένα σπίτι που τα πεθερικά του μπαινόβγαιναν με το κλειδί τους ό,τι ώρα ήθελαν. Έκανε έναν μορφασμό ανατριχίλας.

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Έβλεπε το είδωλό της και συνάμα ένοιωθε το μυαλό της να έχει χαθεί σε ένα λαβύρινθο σκέψεων και συναισθημάτων.

«Πως βγήκες έτσι διαφορετική;» την ρωτούσε συχνά η μάνα της. Λες και η  Ανδριάνα μπορούσε να απαντήσει.

Γύρισε το χρόνο πίσω, στα παιδικά της χρόνια. Ένα ξέγνοιαστο παιδί ήταν, με μια ζωή γεμάτη από πολύχρωμα καλοκαίρια, αγκαλιές και παιχνίδια. Μεγάλωσε μέσα σε μια αγαπημένη οικογένεια. Με τις γκρίνιες τους, με τις πίκρες τους, τις χαρές τους και πάνω απ’ όλα την αστείρευτη αγάπη.

Να είχε συμβεί κάτι στη ζωή της που να την είχε σημαδέψει; Όσες φορές κι αν αναλογίστηκε κάτι τέτοιο δεν μπόρεσε  να βρει έστω και μια σκιά. Αποτυχίες και επιτυχίες η οικογένεια της γνώρισε πολλές φορές και όλα τα προβλήματα ήταν μέχρι εκεί. Ναι αλλά γιατί ήταν διαφορετική;

«Γιατί έτσι γεννήθηκα μάνα» έλεγε στην κυρία Αγγελική.
«Πως δηλαδή;» τη ρώταγε η μητέρα της.
«Να βλέπω πίσω από τα μάτια του κόσμου» αποκρινόταν.

Χαμογέλασε. Θυμήθηκε τα οικογενειακά γλέντια. Φίλοι και συγγενείς με την πρώτη ευκαιρία να μαζεύονται και να γεμίζει το σπίτι με κόσμο. Πότε στο δικό τους, πότε στης Ρόζας. Η Ανδριάνα μεγάλωνε ανάμεσα σε κόσμο και παρατηρούσε. Όσο μικρή κι αν ήταν παραμόνευε τα βλέμματα και τις κρυφές ματιές. Τις ιστορίες που άκουγε και τα μισόλογα των γυναικών. Ειδικά των γυναικών γιατί οι άντρες δεν μίλαγαν. Ούτε και ο δικός της πατέρας μίλαγε. Τους πόνους του δεν του μοιραζόταν. Τον καταλάβαινε μόνο από το σφίξιμο των χειλιών.

«Τι έχεις πατέρα;» ρώταγε.
«Τίποτα» αποκρινόταν ο κύριος Παυλής και η ζωή πορευόταν με το τίποτα, μέσα σε συναισθήματα ανομολόγητα.

Αυτά την Ανδριάνα την έκαναν έξαλλη. Θυμόταν μια γιορτή στο σπίτι τους. Μπορεί να ήταν και Χριστούγεννα ή η μήπως γιόρταζαν την επέτειο γάμου των γονέων της. 18 Δεκεμβρίου, ναι μάλλον αυτό ήταν. Κόσμος μαζεμένος να γελάνε και να μιλάνε. Η μητέρα της είχε γεμίσει το μεγάλο τραπέζι με όλων των λογιών τους μεζέδες. Ημέρες ολόκληρες μαγείρευε. Η μουσική έπαιζε και κάποια ζευγάρια χόρευαν. Πάντα χόρευαν στο σπίτι τους αλλά και στο σπίτι της Ρόζας, τα ίδια ζούσε.

Η εξώπορτα ανοιγόκλεινε διαρκώς μέχρι που μπήκε ένα πολύ αγαπημένο της ζευγάρι. Ο Γιάννης και η Έλσα. Την Έλσα πολύ την αγαπούσε. Ήταν όμορφη με κάτι μπλε μάτια τεράστια, φωτεινά και μονίμως χαμογελαστά. Έτρεξε για να πάει κοντά της και να της δείξει τα καινούργια λουστρίνια της παπούτσια, όμως κάτι την σταμάτησε σαν ψυχρό χέρι. Κοντοστάθηκε.

«Τι κάνεις χρυσό μου;» τη ρώτησε η Έλσα.
«Καλά» απάντησε και κρύφτηκε σε μια μεριά.

Την άλλη ημέρα όταν η μητέρα της είχε ξαποστάσει από τις δουλειές του σπιτιού την ρώτησε.

«Μαμά ο Γιάννης με την Έλσα έχουν χωρίσει;»
«Τι λες παιδί μου;» είχε απαντήσει ξαφνιασμένη η κυρία Αγγελική.
«Έχουν χωρίσει να το ξέρεις» επέμενε η Ανδριάνα.
«Και που το ξέρεις εσύ;» την είχε ρωτήσει η μητέρα της σηκώνοντας κοροϊδευτικά τα φρύδια.
«Δεν αντάλλαξαν ούτε μια ματιά όλο το βράδυ, δεν χόρεψαν και δεν μίλησαν καθόλου μεταξύ τους. Έφυγαν ο ένας πίσω από τον άλλον σαν να μην γνωρίζονται. Σου φαίνεται φυσιολογικό αυτό;» είχε ρωτήσει.

Απάντηση δεν είχε πάρει, όμως λίγους μήνες μετά τα νέα στη μεγάλη παρέα είχαν πέσει σαν βόμβα. Ο Γιάννης με την Έλσα είχαν χωρίσει. Ανεπίτρεπτα πράγματα για την εποχή. Ένα διαζύγιο τότε, έχοντας δυο μικρά παιδιά ήταν μεγάλη υπόθεση. Η Έλσα όμως δεν είχε συγχωρέσει την απιστία τους άνδρα της. Για αυτή την ιστορία κανείς δεν μίλησε ξανά ποτέ. Μέχρι που ο Γιάννης παντρεύτηκε την γραμματέα του. «Την πέτρα του σκανδάλου», μια κοινότυπη ιστορία της εποχής.

Με τα χρόνια η Ανδριάνα καταλάβαινε ότι για πολλές ιστορίες δεν κουβέντιαζαν. Τουλάχιστον όχι μπροστά σε εκείνη και στα ξαδέλφια της. Τα αγόρια στεκόταν αδιάφορα μπροστά σε αυτά που σκεφτόταν το κορίτσι. «Μα με τι ασχολείσαι;» την κορόιδευαν, της γύρναγαν την πλάτη και έφευγαν.

Αργότερα, σαν ήρθε η δικιά της η σειρά να παντρευτεί έκανε πίσω. Έβλεπε πάλι εκείνο το ενοχλητικό πατροπαράδοτο μοντέλο να επαναλαμβάνεται. Γάμοι, νυφικά, τούλια, πέπλα, όρκοι αγάπης και το διαμέρισμα προίκα. Πάνω οι γονείς, κάτω τα παιδιά. Κάτω οι γονείς, πάνω τα παιδιά.

«Γιατί;» είχε ρωτήσει μια φίλη της.
«Μα για να έχουμε βοήθεια» της είχε απαντήσει.
«Σε τι;» είχε επιμείνει η Ανδριάνα.
«Εμείς δουλεύουμε, κάποιος να μαγειρεύει, κάποιος να φροντίζει τα παιδιά …» είχε έρθει η απάντηση.

Τον γάμο που όλοι περίμεναν η Ανδριάνα δεν τον έκανε. Τριανταπέντε χρονών ήταν όταν τα διάλυσε όλα. Συγγενείς, κόσμος, φίλοι, γνωστοί ζητούσαν το μερτικό τους στην εξήγηση. Λες και είχαν δικαίωμα.

Η Ανδριάνα είχε κάνει την δικιά της επανάσταση.

«Κύριε Παυλή» είχε πει στον πατέρα της, «εμένα νύφη εμπόρευμα δεν θα με πας πουθενά».
«Μα τι είναι αυτά που λες παιδάκι μου;» ρωτούσαν οι γονείς της και τότε η Ανδριάνα ξεδίπλωσε τα κρυφά της όνειρα.

«Ένας γάμος χωρίς υπολογισμούς και τεφτέρια. Χωρίς μερίδια και ασημικά. Με προίκα μόνο την καρδιά και την αγάπη μας. Να αυτό θέλω» έλεγε.
«Καλά σε λέω εγώ μουρλοπούπουλο» έλεγε ο ξάδελφός της κουνώντας το κεφάλι.

Η Ανδριάνα όμως πίσω δεν έκανε. Κοίταγε τα προσκλητήρια γάμων που έφταναν κάθε λίγο στα χέρια της. «Λίστες γάμου και καταθέσεις στην τράπεζα» έλεγε γκρινιάζοντας, πέταγε το προσκλητήριο, έκανε μεταβολή και έφευγε.

Η κυρία Αγγελική  προσπαθούσε να την φέρει στα σύγκαλά της.

«Δες πόσοι από αυτούς θα χωρίσουν» απαντούσε η Ανδριάνα και σταμάτησε να πηγαίνει σε γάμους. «Βαρέθηκα πώς να στο πω; Τραπέζια, μουσικές, ταξίδια εξωτικά, ένα τσούρμο παιδιά και μερικά διαζύγια» απαντούσε και άδικο ακόμα και σήμερα δεν έβρισκε να έχει.

«Εγώ θέλω γάμους σαν τους δικούς σας» έλεγε στη μητέρα της και στη Ρόζα «γάμους καρδιάς και όχι τσέπης και να μην έχω καμιά σας στα πόδια μου να με βοηθάει. Να σας έχω μόνο γιατί σας αγαπώ».

Κοίταξε το ρολόι της και άνοιξε διάπλατα τα μάτια. Πως είχε περάσει έτσι γρήγορα η ώρα.

Ετοιμάστηκε βιαστικά για το γραφείο, ρίχνοντας το τσαντάκι με τα καλλυντικά στη μεγάλη τσάντα.

«Η γυναικεία μου φιλαρέσκεια τρομάρα μου» μουρμούρισε και κάλεσε ταξί.

Έδωσε τη διεύθυνση του γραφείου της, στο κέντρο των Αθηνών και χώθηκε στο πίσω κάθισμά. Η ημέρα θα ήταν λίγο δύσκολη.

Τι θα έλεγε στη Ρόζα; Την αλήθεια; Αδύνατον! Θα έστελνε τη θεία της στον άλλον κόσμο μια ώρα νωρίτερα. Όχι αποκλείεται. Θα της έλεγε ό,τι θα μπορούσε να κάνει την Ρόζα ευχαριστημένη για την ώρα. Ένα ωραίο βολικό ψέμα ήταν ότι πρέπει. Ναι αυτό θα έκανε. Είχε βγει ένα ραντεβού με ένα συμπαθητικό αλλά αδιάφορο κύριο. Τίποτα το ιδιαίτερο, τίποτα το ασυνήθιστο. Του έλειπε αυτό το «κλικ» που πρέπει να συμβεί ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Η Ρόζα θα της έλεγε να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία, εκείνη θα συμβουλευόταν τάχα δήθεν τη θεία της, θα άκουγε ότι είχε να της πει και στο τέλος θα συμφωνούσε μαζί της. Η Ρόζα έτσι θα την αποκαλούσε ξανά «αγάπη μου» και θα έμενε ικανοποιημένη από τον εαυτό της και τις συμβουλές της.

Η νύχτα όμως θα έκλεινε διαφορετικά. Ο Μανώλης θα έβγαινε οριστικά από τη ζωής της και ας την βασάνιζε το χαμόγελό του που έκανε τον κόσμο της να λάμπει.

Ο Μανώλης δεν είχε κανένα δικαίωμα να βρίσκεται κοντά της. Την επιλογή του την είχε κάνει και είχε όνομα. Πηνελόπη.

butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here