Βοηθάμε τα παιδιά που μας έχουν ανάγκη


Η Ανδριάνα διέκοψε την Ρόζα με ύφος απότομο.

«Πως φτάσατε ως εδώ;» ρώτησε.
«Τι ερώτηση είναι αυτή;»
«Με τι μέσο; Πως ήρθατε;»
«Αυτό είναι το θέμα μας τώρα;» απάντησε η θεία της.
«Θέλω να φύγω τώρα, κατάλαβες;» είπε τονίζοντας τη λέξη ‘’τώρα’’ και υψώνοντας τον τόνο της φωνής της.

Στο σαλόνι επικράτησε σιγή.

Το λόγο πήρε ο Μανώλης και με βραχνιασμένη φωνή ρώτησε «Τι εννοείς να φύγεις;»

«Αν φαντάζεσαι ότι θα κάθομαι εδώ μέσα να γιατροπορεύω την Marjory, γελάστηκες» απάντησε η Ανδριάνα και γυρνώντας προς τη Ρόζα είπε «περιμένετε να ετοιμαστώ και φεύγουμε παρέα».

«Δεν το εννοείς» συνέχισε ο Μανώλης έκπληκτος.

Η Ανδριάνα είχε σηκωθεί όρθια και τα μάγουλά της ήταν κατακόκκινα. Με μια γρήγορη κίνηση, έπιασε το κινητό της και προχώρησε προς την ενδιάμεση πόρτα που χώριζε το σαλόνι από το υπόλοιπο σπίτι. Ακουμπώντας την παλάμη της στο πόμολο κοντοστάθηκε.

«Θα μου τηλεφωνήσεις για να επιστρέψω μόνο όταν αυτό το θηλυκό έχει ξεκουμπιστεί από το σπίτι μου. Κατάλαβες ; τα υπόλοιπα θα τα πούμε μετά» είπε και εξαφανίστηκε κλείνοντας πίσω της την πόρτα.

«Που πας;» φώναξε ο Μανώλης.
«Άφησέ την» είπε η Ρόζα και του έπιασε το χέρι, «άφησέ την αγόρι μου, ένα δίκιο το ‘χει κι ας μην φταις αυτή τη φορά».
«Τι εννοείς Ρόζα;» ρώτησε ενοχλημένος.
«Δεν θα πέσω στην παγίδα να κάνω την κατάσταση χειρότερη. Αυτά θα τα κουβεντιάσετε οι δυο σας. Είναι μια καλή ευκαιρία και για τους δυο σας να σκεφθείτε».
«Τι να σκεφτώ; Είσαστε με τα καλά σας, μπαίνει η μια, βγαίνει η άλλη και θέλετε να καταλάβω ; Τι να καταλάβω και τι να σκεφτώ;»
«Ε πως!» απάντησε η Ρόζα με νόημα, σταυρώνοντας τα χέρια της πάνω στα γόνατά της και τινάζοντας ελαφρά το μανίκι της μπλούζας της. «Ολυμπία» είπε για να διακόψει την συζήτηση με τον Μανώλη, «ετοιμάσου κορίτσι μου». Τώρα τα πράγματα άρχιζαν να παίρνουν άσχημη τροπή, το πιο έξυπνο ήταν να σωπάσει.

Η Ανδριάνα στην αποθήκη έψαχνε να βρει τον μικρό της σάκο. Ένα χάος επικρατούσε εκεί μέσα. Όλο έλεγε ότι θα την φτιάξει κι ακόμα χρόνο δεν είχε βρει. Μετακίνησε μερικά κουτιά, άνοιξε τη μεγάλη βαλίτσα και μέσα βρήκε το σακίδιο που χρειαζόταν. Τινάζοντάς το, ορκίστηκε για άλλη μια φορά ότι μόλις γύριζε θα έβρισκε χρόνο και για την αποθήκη, έκανε μεταβολή, έκλεισε το φως και την πόρτα.

Τώρα, έπρεπε να διασχίσει την κουζίνα, να βγει στον διάδρομο και να πάει κατευθείαν στο υπνοδωμάτιο.

Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε σκεφτεί αυτή τη διαδρομή. Πόσο μεγάλη και μακριά της φαινόταν σήμερα! Το ροχαλητό της Marjory ακουγόταν μέχρι εκεί. Στάθηκε ακίνητη και αφουγκράστηκε τους ήχους του σπιτιού.

Στο σαλόνι οι κουβέντες της Ρόζας και του Μανώλη ακουγόταν απόμακρες, μα δεν την ένοιαζε να ακούσει τι έλεγαν.

Τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε ακουμπώντας τους αγκώνες της στο τραπέζι και το πρόσωπό της στις δυο παλάμες της. Πήρε μια βαθειά ανάσα. Αυτό που ήθελε …

Ναι, ας το παραδεχόταν επιτέλους! Αυτό που είχε ανάγκη ήταν να της αδειάσουν όλοι τη γωνιά. Να την αφήσουν στην ησυχία της. Ούτε τη Ρόζα ήθελε που εμφανιζόταν σαν τον φάντη μπαστούνι, μα ούτε τον Μανώλη. Κι εκείνο το πλάσμα στο δωμάτιό τους, έκανε το στομάχι της να σφίγγεται και το μόνο που ήθελε ήταν να εξαφανιστεί. Καπνός να γινόταν και να έφευγε από τη χαραμάδα του παραθύρου.

«Μην λες ψέματα» είπε στον εαυτό της «αυτό που θέλεις είναι να πας μέσα, να ανέβεις στο κρεβάτι και να την κάνεις τόπι στο ξύλο, να ανοίξεις τη μπαλκονόπορτα και να της τραβήξεις μια κλωτσιά τόσο δυνατή που να εξαφανιστεί. Παφ και να πάψει να υπάρχει».

Έκανε μια γκριμάτσα κοροϊδεύοντας τον ίδιο της τον εαυτό και σηκώθηκε από το τραπέζι. Έβαλε ένα ποτήρι νερό, χάζεψε για λίγο έξω από το παράθυρο, ράντισε τα μικρά της παχύφυτα, πήρε μια βαθειά ανάσα και με βήμα γρήγορο, μπήκε στο υπνοδωμάτιό.

Η Marjory έμοιαζε να είναι χυμένη στο κρεβάτι και συνέχιζε το ροχαλητό της  ανενόχλητη. Η Ανδριάνα την κοίταξε με αηδία. Έριξε μια βρισιά δυνατά μήπως και την ξύπναγε αλλά δεν τα κατάφερε.

Ανοιγόκλεινε τα συρτάρια και τη ντουλάπα χωρίς να την ενδιαφέρει να κάνει ησυχία. Μάζεψε ό,τι βρήκε μπροστά της και τα έχωσε στο σάκο της.

«Ανάθεμά σε» μονολόγησε κι έσφιξε τα χείλη.

Δεν ήθελε να φύγει από το σπίτι της και κανονικά δεν έπρεπε να το βάλει στα πόδια, γιατί αυτό έκανε και το ήξερε. Το σωστό ήταν να σταθεί στο ύψος της και να αναμετρηθεί με το ‘’τέρας’’ της Marjory κι ό,τι αυτό κουβαλούσε μαζί της.

Πείσμα ήταν και θυμός προς τον Μανώλη. Για τη ζωή του, γι’ αυτά που είχε κάνει αλλά κι όσα δεν είχε ακόμα διευθετήσει, αναλογίστηκε κλείνοντας το φερμουάρ. Κοντοστάθηκε.

«Μα θα φύγω εγώ από το σπίτι μου;» αναρωτήθηκε  κι έκατσε στην άκρη του κρεβατιού παρατηρώντας την ξενόφερτη γυναίκα. «Για να τη λυπάμαι είναι» μονολόγησε και σαν να την τρύπησε βελόνα, πετάχτηκε επάνω.

Τράβηξε προσεκτικά το φερμουάρ του σάκου, έβγαλε τα ρούχα της, τα τίναξε και τα δίπλωσε προσεκτικά. Άνοιξε τη ντουλάπα και τα συρτάρια και τα τοποθέτησε στη θέση τους. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, έφτιαξε τα μαλλιά της και πήγε στο σαλόνι.

Η ατμόσφαιρα βαριά.

«Δεν ετοίμασες τα πράγματά σου;» ρώτησε ανάλαφρα η Ρόζα.

Η Ανδριάνα κάθισε στον καναπέ δίπλα στον Μανώλη.

«Ρόζα μου αγαπημένη» ξεκίνησε να λέει «το πιο ωραίο δώρο είναι η αγάπη κι εσύ ξέρεις να μας αγαπάς όλους».
«Αλλά …» συμπλήρωσε η θεία της «γιατί κάπου εδώ μπαίνει κι ένα αλλά, ειδικά με τέτοιο πρόλογο!»
«Ναι, υπάρχει πάντα ένα αλλά» είπε η Ανδριάνα κουνώντας το κεφάλι «πρέπει να δεχθείς κάτι. Όλα σου τα παιδιά μεγαλώσαμε, δεν είμαστε πλέον ανήμπορα για να τρέχεις από πίσω μας».

«Τι προσπαθείς να μου πεις;» ρώτησε η Ρόζα έχοντας βρει την αυτοκυριαρχία της.

Γυρνώντας προς τον Μανώλη η Ανδριάνα είπε,  «μας αφήνεις για λίγο μόνες κι εσύ Ολυμπία μου σε παρακαλώ, βάλε να φτιάξεις μια λουΐζα για τη θεία μου ή ό,τι άλλο θέλει. Κι εσύ κορίτσι μου, βάλε κάτι να φας, σε ξεθεώσαμε με τις βλακείες μας σήμερα».

Τα μάτια της Ρόζας είχαν στενέψει περιμένοντας να αδειάσει το σαλόνι. Σήμερα, έμοιαζαν να έχουν έρθει τα πάνω κάτω.

«Λοιπόν;» ρώτησε η μεγάλη γυναίκα, περιμένοντας να ακούσει τα λόγια της ανιψιάς της.  Το ένστικτό της, κάτι της ψιθύριζε.

«Ρόζα, με αγάπη στο λέω, ανακατεύεσαι περισσότερο απ’ ότι πρέπει».
«Τι εννοείς ακριβώς;»

Η Ανδριάνα άφησε τον αέρα που πίεζε τα πνευμόνια της να βγει αργά-αργά από μέσα της κλείνοντας τα μάτια.

«Μας νοιάζεσαι, το ξέρω και ποιος δεν το ξέρει άλλωστε! Για όλους μας αγωνιάς, για τον Σπύρο, τον Γρηγόρη, τα κορίτσια αλλά και για εμένα. Στο τέλος αυτής της πρότασης υπάρχει ένα ‘’όμως’’,  τουλάχιστον σε ότι αφορά τον εαυτό μου και θέλω να με ακούσεις, γιατί έχω πάψει πια να είμαι μικρή και άμυαλη».

«Για σπάστα και ρίχτα» είπε η Ρόζα, που σαν ένοιωθε ότι είχε έρθει η ώρα για να την κρίνουν, έχανε το ‘’λούστρο’’ της, ειδικά όταν κατά βάθος αντιλαμβανόταν ότι το είχε παρακάνει.

Η πόρτα άνοιξε και η Ολυμπία, έφερε την κούπα με την λουΐζα. «Ο κύριος Μανώλης είναι στο γραφείο, εγώ θα σας περιμένω στη κουζίνα και η … φιλοξενούμενή σας κοιμάται. Ό,τι θελήσετε με φωνάζετε» είπε και εξαφανίστηκε σαν αερικό.

«Γιατί ήρθες Ρόζα μου;»

«Τι πάει να πει ‘’γιατί ήρθα’’; Κατάλαβα ότι υπάρχει πρόβλημα και πήρα τα πόδια μου και ήρθα. Τι φαντάστηκες ότι θα σε άφηνα έτσι;»

«Να σε ρωτήσω κάτι, αν ήμουν παντρεμένη με τον Μανώλη θα ερχόσουν έτσι ξαφνικά;»

«Αυτό δεν το σκέφτηκα οφείλω να ομολογήσω» είπε γυρνώντας νευρικά το δαχτυλίδι στο δάχτυλό της.

«Θα ήθελες η πεθερά σου να είναι μέσα στα πόδια σου; Να μην ορίζεις το σπίτι σου; Τις αποφάσεις σου; Τη ζωή σου την ίδια;»

«Άκου να σου πω, εμείς αλλιώς τα μάθαμε κι αλλιώς τα κάναμε. Η κυρία Ζωή και ο κύριος Σπύρος με μεγάλωσαν σαν να ήμουν κόρη τους. Τότε, ζούσαμε όλοι μαζί σε ένα σπίτι. Παράπονο δεν είχα κι αλλοίμονο αν τολμούσα να σκεφτώ κάτι τέτοιο, φωτιά θα έπεφτε να με κάψει!  Με μάζεψαν από τα λασπόνερα και μου χάρισαν μια ζωή ονειρεμένη, γιατί όσα έμαθα τα οφείλω σε εκείνη τη γυναίκα.

Η γιαγιά των αγοριών, ήξερε να κρατάει ισορροπίες, ήταν κυρία αλλά πώς να το κάνουμε, άλλο πράγμα να ζει όλη η οικογένεια αντάμα και άλλο να είμαστε σκορπισμένοι δεξιά κι αριστερά , όλοι χώρια. Πονάει η ψυχή μου έτσι που σας βλέπω, τρέμει το φυλλοκάρδι μου με όλα αυτά που κάνετε!»

«Ρόζα, σου οφείλω ένα σωρό πράγματα, που όσα ευχαριστώ και να σου πω, δεν θα είναι αρκετά. Η αγάπη που έχουμε μεταξύ μας είναι τεράστια όμως πρέπει να βάλουμε μαζί κάποια όρια. Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να καταλάβεις κι εσύ το πόσο έχουμε όλοι μας αλλάξει. Εμείς, η εποχή που ζούμε, ο τρόπος που σκεφτόμαστε».

«Όρια; εμένα δεν μου έβαλε κανείς ακούς!»

«Δεν είναι αλήθεια αυτό που λες, ζώντας στο σπίτι της πεθεράς σου ακολουθούσες τον δικό της τρόπο ζωής, σωστά;»

«Σωστά αλλά …»

«Άσε τα αλλά. Έχωνε τη μύτη της η κυρία Ζωή στη σχέση σου με τον θείο Γιωργή; Σου έλεγε τι να κάνεις; Σε μείωνε;»

«Εγώ τώρα ποιόν μείωσα;» ρώτησε ενοχλημένη.

«Τον Μανώλη κι εμένα».

«Σου γκρίνιαξε;»

«Πότε να προλάβει; Ήρθες εσύ, η αστυνομία, η … »

«Για πες για αυτή την κοπέλα, πως την είπαμε;»

«Όχι Ρόζα μου. Αυτή τη φορά δεν θα  μου ξεγλιστρήσεις, για την Marjory θα τα πούμε σαν έρθει η ώρα, τώρα θα μιλήσουμε για εμάς τις δύο, γιατί όλο αυτό που έγινε σήμερα αφορά εσένα, εμένα και κανέναν άλλον».

«Τι θέλεις Ανδριάνα; Έχω αρχίσει και κουράζομαι».

Η κοπέλα χαμογέλασε.

«Πάντα κουράζεσαι όταν κάτι δεν σε βολεύει, τα ίδια έκανε και ο πατέρας μου. Φαίνεται ήταν οικογενειακό σας. Λοιπόν έχουμε και λέμε. Θέλω να μου έχεις εμπιστοσύνη, όταν σου λέω κάτι, ακόμα κι αν καταλαβαίνεις ή υποθέτεις κάτι άλλο, να περιμένεις να σου μιλήσω εγώ. Δεν μπορείς να πετάγεσαι μέσα στη μέση έτσι. Τώρα πια ζω με έναν άνθρωπο μαζί, ζητάω τον ανάλογο σεβασμό».

«Να σας σεβαστώ, βεβαίως να σας σεβαστώ, πρώτα όμως θα έπρεπε να έχετε σεβαστεί εσείς τον εαυτό σας και το … πως το είπες; σπιτικό σας;»

«Ναι, σε αυτό το σπίτι ζούμε ο Μανώλης κι εγώ μαζί, τι δεν καταλαβαίνεις επιτέλους;» ρώτησε υψώνοντας τον τόνο της φωνής της.

«Να πάει να πάρει το διαζύγιό του, γιατί σπιτικό έχει με την Πηνελόπη, εσύ είσαι η αγαπητικιά κατάλαβες; Και ξέρεις και κάτι, στην εποχή μας οι άνδρες σπίτωναν τις φιλενάδες τους, τώρα ακόμα κι αυτό έχει γίνει ανάποδα. Σώγαμπρο τον βάλαμε χωρίς να έχει το χαρτί στα χέρια του. Ντροπής πράγματα είναι αυτά Ανδριάνα, ξύπνα επιτέλους!»

«Μισό λεπτό».

«Μωρέ ούτε μισό, ούτε ολόκληρο. Εγώ στα σοβαρά δεν πρόκειται να σας πάρω όσο ζείτε έτσι. Μου θέλεις κι όρια, όταν εσείς οι ίδιοι ζείτε χωρίς να ξέρετε προς τα πού πάτε. Χωρίς στόχους, χωρίς ηθική, χωρίς τίποτα. Έχεις σκεφτεί Ανδριάνα την επόμενη ημέρα;»

«Τι εννοείς ακριβώς;»

«Ότι ο κύριος που έχεις μέσα» και με τον αντίχειρά της έδειξε προς τον χώρο του γραφείου, «μπορεί να εξαφανιστεί ανά πάσα στιγμή και να μην σου έχει καμία υποχρέωση; Πέρα από ένα κρεβάτι που μοιράζεστε παρέα τι άλλο κάνετε μου λες; Έχετε κοινά όνειρα; Παλεύεται παρέα για κάτι καλύτερο; Ξύπνα, ο Μανώλης έχει το παιδί του, καλά να είναι το αγόρι του, καλά να είναι τα παιδιά όλου του κόσμου. Έχει όμως λόγο να υπάρχει και να παλεύει, εσύ τι έχεις; Να σου πω εγώ, έναν σπιτωμένο παντρεμένο, να αυτό έχεις και νομίζεις ότι κάτι κάνεις, ότι έχεις στήσει και σπιτικό. Ιδέα δεν έχετε, ούτε εσύ αλλά ούτε και τα αγόρια μου» είπε εκνευρισμένη.

Η Ανδριάνα είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα.

«Δηλαδή θέλεις να μου πεις ότι το πρόβλημά σου είναι ο γάμος του Μανώλη;»

«Δεν το θεωρείς αρκετό αυτό;»

«Ρόζα σύνελθε. Ο Μανώλης με την Πηνελόπη έχουν ήδη χωρίσει, το χαρτί είναι το διαδικαστικό κομμάτι».

«Αυτά να τα λες στον εαυτό σου που είσαι ένα χάπατο, όχι σε εμένα, ακούς;»

«Ακούω αλλά το θέμα μας δεν είναι αυτό. Είτε σου αρέσει, είτε όχι, θέλω να σεβαστείς ότι έχω προσωπική ζωή. Ότι αυτό εδώ είναι το σπίτι μου κι όπως εγώ δεν ορμάω μέσα στο δικό σου ότι ώρα μου καπνίσει, έτσι θέλω κι εσύ να σεβαστείς το χώρο μου. Ο Μανώλης δεν είναι το κυρίως θέμα μας, το πρόβλημα είναι ότι δεν με αφήνετε να αναπνεύσω. Χρειάζομαι χώρο και χρόνο κι ας κάνω τα λάθη που δικαιούμαι, θα πονέσω, θα πληρώσω. Τι άλλο να σου πω για να με καταλάβεις;»

«Να ξέρω δηλαδή ότι κινδυνεύεις και να κάνω την αδιάφορη. Αυτό μου λες δηλαδή;»

«Από τι κινδυνεύω κι από ποιόν;»

«Από εκείνο το πλάσμα που έχεις στο κρεβάτι σου. Χαλασμένα κουδούνια, ηλεκτρολόγοι και κουραφέξαλα, εδώ θα μας γράψουν οι εφημερίδες κι έλα πες μου τώρα ότι δεν φταίει αυτός ο αχαΐρευτος!»

«Γιατί τα βάζεις με τον Μανώλη μου λες;»

«Αν είχε χωρίσει και είχατε παντρευτεί, τώρα δεν θα ζούσες  μέσα σε τέτοιες τρελές καταστάσεις και μην πας να μου πεις εμένα μπούρδες, έτοιμη ήσουν να την κοπανήσεις κι από πού παρακαλώ; Από το σπίτι σου! Μάλιστα …» είπε στα σταύρωσε τα χέρια μπροστά από το στήθος της.

«Έχεις δίκιο ότι ήμουν έτοιμη να φύγω, αλλά μόλις ηρέμησα λίγο συνήλθα. Χαμένα τα είχα κι εγώ, μην νομίζεις».

«Δεν ήρθαν τα άγρια να διώξουν τα ήρεμα, αν είναι κάποιος να φύγει από εδώ μέσα, άνοιξε το παράθυρο και τράβα μια γερή κλωτσιά και στους δύο τους» είπε και χτύπησε με το χέρι της το γόνατο «ακούς εκεί!»

«Ρόζα άκουσέ με προσεκτικά κι άσε τους εγωισμούς στην άκρη. Μου μιλάς για έναν τρόπο ζωής που πλέον δεν υπάρχει. Αυτά που μου λες ανήκουν στην δικιά σας εποχή».

«Και τι θέλεις να πεις; Ότι σήμερα τα κάνετε όλα καλύτερα; Ότι ξέρετε τι σας γίνεται».

«Πρώτα απ’ όλα θέλω να μην με διακόψεις» είπε, συγκρατώντας όσο μπορούσε τον εκνευρισμό της. «Πάρε χαμπάρι ότι όλα έχουν αλλάξει. Τίποτα δεν είναι και δεν θα γίνει όπως το έμαθες ή όπως σου άρεσε, τα χρόνια εκείνα. Ο Μανώλης κι εγώ ζούμε εδώ μαζί, το θέμα του διαζυγίου με ενοχλεί κι εμένα και είναι κάτι που το έχουμε κουβεντιάσει πολλές φορές».

«Α! ώστε έρχεσαι στα λόγια μου».

«Σώπα Ρόζα. Με ενοχλεί για άλλους λόγους. Βλέπεις εγώ δεν πιστεύω στο γάμο …»

«Ορίστε;»

«Δεν πιστεύω στο γάμο είτε σας αρέσει, είτε όχι. Είναι μια σύμβαση δυο ανθρώπων, με αιώνιους όρκους αγάπης, η οποία δεν τηρείται».

«Ακούς τι λες ή εγώ τα έχω χάσει;»

Η Ανδριάνα είχε σταματήσει να της ζητάει να μην την διακόπτει. Ήταν μάταιο.

«Δες τι γίνεται γύρω μας. Γάμοι, γλέντια, νυφικά, πεταμένα λεφτά σε δεξιώσεις για το γλέντι μιας βραδιάς και μετά τι;»

«Ε τι πια;»

«Μην το πας μακριά. Τι έκανε ο Σπύρος και ο Γρηγόρης; Τι διαφορετικό έχουν κάνει απ’ όλα αυτά που συμβαίνουν καθημερινά στη ζωή μας; Διαλυμένες οικογένειες με παιδιά μπολιασμένα με λάθος πρότυπα, τόσο ο ένας όσο κι άλλος και για διαφορετικούς θεωρητικά λόγους. Όμως αν πάρεις τη σκαπάνη και ψάξεις τα μέσα τους, θα βρεις έναν σπόρο που θα είναι κοινός. Πάρε χαμπάρι ότι οι επιλογές μας, είμαστε εμείς οι ίδιοι. Κάποιος λόγος θα υπάρχει που και οι δυο παντρεύτηκαν νωρίς-νωρίς λες και τελείωναν οι γυναίκες από τον πλανήτη.

Στην αρχή της ζωής μου δεν τους καταλάβαινα, αργότερα όμως …»

«Αργότερα τι;»

«Αναρωτήθηκες ποτέ γιατί δεν έφυγαν μακριά σας να ζήσουν τη ζωή τους; Σπουδές, λεφτά, δουλειά όλα τα είχαν Ρόζα, όμως αντί να κοιτάξουν να φύγουν, έμειναν στο σπίτι πάνω στο λόφο, στη βολή τους, με τη μαμά, ζώντας με τα χρήματα της οικογένειας και ξοδεύοντας ότι τους επέτρεπαν.

Ξεπόρτισαν με την πρώτη ‘’καπάτσα’’ που βρέθηκε στο δρόμο τους. Για την ακρίβεια έφυγαν από το βρακί της μάνας τους για να χωθούν στο βρακί της γυναίκας τους.

Μην αναρωτιέσαι για τις ζωές τους. Είναι δυο ευνουχισμένοι άντρες από τα χέρια της οικογένειάς τους. Εσύ με την υπερπροστασία σου και ο θείος Γιωργής με την αδυναμία του».

«Έχω ήδη αρχίσει να νοιώθω ανεπιθύμητη εδώ μέσα» είπε η Ρόζα κι έκανε να πιάσει την τσάντα της. Το χέρι της Ανδριάνας την έσφιξε σαν τανάλια.

«Δεν έχεις να πας πουθενά. Σήμερα μιλάω εγώ» είπε και σηκώθηκε όρθια. «Ολυμπία φέρε μας λίγο νερό και φτιάξε μια κανάτα με λουΐζα, σε παρακαλώ πολύ, θα τη χρειαστούμε» είπε ανοίγοντας το μισό φύλλο της πόρτας.

«Όπως πολύ σωστά είπες, αυτά ξέρατε, αυτά κάνατε. Είναι η πιο ειλικρινής απάντηση που θα μπορούσες να μου δώσεις κι εδώ που τα λέμε, πολλά τα καλά που κάνατε αλλά και τα λάθη ανθρώπινα Ρόζα μου και μην ξεχνάς ότι κανείς δεν ξεφεύγει από αυτά.

Όσο για εμένα, πήρα τις αποφάσεις μου νωρίς. Δεν μου αρέσει ο γάμος και το ‘’ζήσαμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα’’ έχει μόνο θέση στα παραμύθια, στην πραγματική ζωή η αλήθεια είναι σκληρή και οι σχέσεις χωρίς γερές βάσεις, γκρεμίζονται σαν τραπουλόχαρτα.

Παρατηρώντας τις ζωές των αγοριών, αναρωτήθηκα πολλές φορές και πάντα είχα ένα τεράστιο ‘’γιατί’’ μέσα μου …»

«Η αλήθεια είναι ότι από μικρό παιδί μας ζούρλαινες».

«… κατέληξα λοιπόν στο συμπέρασμα, ότι η υπερπροστασία καταστρέφει τους ανθρώπους. Μας κάνει και βολευόμαστε και δεν ξέρουμε ούτε να ζήσουμε, ούτε να επιλέξουμε κι όταν η ζωή μας γονατίζει, τρόπο να σηκωθούμε δεν έχουμε. Για δες, ο ένας πίνει κι ο άλλος όλο ταξιδεύει για να είναι μακριά από την οικογένειά του και το παιδί του … έρμαια».

«Και για όλα αυτά φταίω εγώ;»

«Μην αρχίσουμε αυτή τη συζήτηση είναι λάθος. Μια γενιά, μια κοινωνία ζούσε με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Για τι να σας κατηγορήσω τώρα; Ότι δεν θέλατε να λείψει τίποτα από τα παιδιά σας; Κάνατε και δώσατε ό,τι καλύτερο και ομορφότερο είχατε μέσα στη ψυχή σας κι εγώ μπροστά σε αυτό υποκλίνομαι και λέω ένα μεγάλο ευχαριστώ. Όμως πώς να το κάνουμε, η ‘’κατάρα’’ του διώροφου κατατρέχει τη δική μας γενιά».

«Η κατάρα είπες;»

«Ναι Ρόζα μου. Γονείς που αφιέρωσαν τη ζωή τους για να χτίσουν σπίτια διώροφα, πάνω-κάτω. Όσα τα παιδιά, τόσοι και οι όροφοι και να τα γεμίζουν με ενοχές. ‘’Εμείς για εσάς τα φτιάξαμε’’ η γνωστή δικαιολογία που μετατρέπεται σε χρέος ανθρώπων που δεν ρωτήθηκαν. Να είναι η οικογένεια μαζί και πεθερές να μπαινοβγαίνουν αβέρτα στα διαμερίσματα των παιδιών τους. Κορίτσια που είδαν το γάμο σαν παιχνίδι, αφού η μάνα μαγείρευε, η μάνα σκούπιζε και ο πατέρας συνέχιζε να είναι ο κουβαλητής. Λάθος πρότυπα σε ένα έργο απόλυτου παραλογισμού!

Κι αν ακόμα είχαν μετακομίσει μερικούς δρόμους παρακάτω, η παρέμβαση ήταν καθημερινή. Τι είπατε, τι φάγατε, τι κάνατε, ο αχαΐρευτος, η ανοικοκύρευτη και πάει λέγοντας.

Θυμάμαι όλες μου τις συμμαθήτριες να προσπαθούν να μάθουν τον Τσελεμεντέ απ’ έξω για να αποδείξουν τι; Ότι είναι καλές μαγείρισσες και ταυτοχρόνως να μεγαλώνουν παιδιά και να εργάζονται. Αλήθεια τα σκέφτομαι όλα αυτά και μου έρχεται τρέλα.

Εκεί όμως, όλοι μαζί! Ο ένας πάνω στον άλλον να αφαιρούμε με τρόπο εγωιστικό το οξυγόνο που πρέπει να εισπνεύσουμε κι εμείς αυτό να το λέμε οικογένεια. Να παριστάνουμε τους ευτυχισμένους δημιουργώντας Κυριακάτικα τραπέζια, αφού πρώτα έχουμε τσακωθεί όλοι μεταξύ μας. Σε ποια φαμίλια από τις δυο να πάμε τα Χριστούγεννα, το Πάσχα,  στις γιορτές.

Οικογένειες με παιδιά που ζουν στο εξωτερικό, σαν έρχονται στην Ελλάδα το ζευγάρι χωρίζει. Ο κάθε ένας πάει στους δικούς του γονείς λες και είναι φοιτητές,  τα δε παιδιά τους, μπαλάκι ανάμεσα σε παππούδες και γιαγιάδες κι όλα αυτά σε εμάς μοιάζουν φυσιολογικά».

«Δεν είναι όλα τόσο μαύρα Ανδριάνα! Μα τι λες;»

«Να δεχθείτε όλοι σας ότι διαφέρω. Τη ζωή μου εγώ τη ταξιδεύω διαφορετικά. Ξέρεις γιατί δεν θέλω τον γάμο;»

«Γιατί δεν πας καλά στα μυαλά σου».

«Δεν θέλω τον γάμο γιατί θέλω να νοιώθω ελεύθερη. Να ξέρω ότι ο άνθρωπος που είναι δίπλα μου είναι γιατί θέλει εμένα κι όχι γιατί έχουμε υπογράψει μια σύμβαση. Όχι γιατί μας δένουν περιουσίες και συμφέροντα, παρά μόνο αγάπη. Κατάλαβες;»

«Το διαζυγιάκι όμως θέλεις να το τσεπώσει ο λεγάμενος, σαν να μην μας τα λες καλά, μπερδεμένα λόγια και σκέψεις ακούω».

«Το διαζύγιο σημαίνει ότι ένας άνθρωπος τελειώνει με τις εκκρεμότητες της προηγούμενης ζωής του Ρόζα. Για να ανοίξεις έναν καινούργιο κύκλο στη ζωή σου, για να ανθίσεις και να νοιώσεις ελεύθερος,  πρέπει να αφήσεις πίσω σου ότι είναι παλιό και χαλασμένο. Είναι βήμα προς την προσωπική ελευθερία και στην τελική ανάλυση όλα μαζί, δεν γίνεται να τα έχουμε. Το ένα πόδι στη βολή μας και το άλλο στην ξεγνοιαστιά. Ή το ένα ή το άλλο, διαλέγουμε και παίρνουμε».

«Ήμαρτον παιδάκι μου! Τι άλλο θα ακούσω σήμερα; Ο γάμος βολή και σύμβαση; Το διώροφο ‘’κατάρα’’; Από πού ξεφύτρωσες εσύ; Έτσι σε μεγαλώσαμε;»

«Θα με αφήσετε να ζήσω τη ζωή μου όπως θέλω. Έχω δώσει κι εγώ με τη σειρά μου ό,τι είχα και δεν είχα γι’ αυτή την οικογένεια, τώρα είναι η δικιά μου σειρά να περάσω καλά. Το κατάλαβες;»

«… Μάλιστα. Σαν να αισθάνομαι ότι ενοχλώ εδώ μέσα, Ολυμπία έλα παιδί μου να φύγουμε».

«Όχι Ρόζα, από εδώ μέσα δεν θα φύγεις αν δεν καταλάβεις πρώτα το πόσο σε αγαπάω και δεύτερο ότι σε αυτό το σπίτι κουμάντο κάνω εγώ».

«Αυτό θα μου πάρει χρόνο να το συνηθίσω δεν σου κρύβω».

«Ναι, εσύ και ο Σπύρος».

«Ο Σπύρος γιατί;»

«Γιατί κι εκείνος ενοχλείτε από την παρουσία του Μανώλη. Βλέπεις του πήρε την πρωτοκαθεδρία από τη ζωή μου και για να μην μακρηγορώ, ξέρεις τι μου είπε; ‘’είχα συνηθίσει να μπουκάρω στη ζωή σου ότι ώρα ήθελα, ποτέ δεν σκέφτηκα ότι έχεις ζωή’’».

«Είπε τέτοιο πράγμα ο Σπύρος;»

«Γιατί σου φαίνεται περίεργο; Εγώ σας είχα δώσει όλα τα δικαιώματα, εγώ δεν με πήρα ποτέ στα σοβαρά και τώρα πρέπει να απολογηθώ για τα αυτονόητα» είπε.

«Μου είπες σκληρά πράγματα σήμερα Ανδριάνα».

«Την αλήθεια είπα, τη δικιά μου αλήθεια. Ό,τι έγινε, έγινε Ρόζα μου, ας δούμε από εδώ και στο εξής τι μπορούμε να διορθώσουμε».

«Με τον Σπύρο τι θα κάνω;»

«Την αλήθεια;»

Η Ρόζα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και η γνωστή ατίθαση μπούκλα της χοροπήδησε για άλλη μια φορά στο κούτελό της.

«Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Άφησέ τον να μεγαλώσει. Να φάει τα μούτρα του μπας και συνέλθει. Αν ο ίδιος δεν τα βρει με τον εαυτό του δεν θα τα βρει με κανέναν».

«Εύκολα τα λόγια Ανδριάνα, μα δεν είσαι μάνα, άρα αυτόν τον πόνο στη ψυχή μέσα δεν τον ξέρεις κι εγώ από πέτρα δεν είμαι, ούτε έχω τόσες αντοχές».

«Καταλαβαίνω».

«Την τύφλα σου δεν καταλαβαίνεις και το θέμα του Σπύρου το κλείνουμε εδώ. Με την λεγάμενη μέσα τι θα κάνεις;»

«Ή θα της πει ο Μανώλης να ξεκουμπιστεί για τα καλά από τη ζωή μας, ή θα πάρουν πόδι και οι δυο μαζί από εδώ μέσα μια και καλή».

«Ολυμπία, φεύγουμε» φώναξε η Ρόζα και με την μπουνιά της έσπρωξε το μπράτσο του καναπέ και σηκώθηκε «πάμε πριν ξυπνήσει το τέρας» είπε και φόρεσε το παλτό της.

«à tout à l heure αγάπη μου» είπε έχοντας φτάσει στη πόρτα κι έστειλε ένα φιλί από μακριά στην μονάκριβή της.

Συνήθως, τα γαλλικά της Ρόζας, κουβαλούσαν μαζί τους κρυφά γκρίζα σύννεφα…

butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here