Βοηθάμε τα παιδιά που μας έχουν ανάγκη

Οι ημέρες περνούσαν και η ψυχή της Ρόζας δεν ησύχαζε. Γυρνούσε μέσα στο  μεγάλο σπίτι σαν το αγρίμι στο κλουβί.

Τα λόγια της Ανδριάνας στην αρχή την είχαν πληγώσει, μετά η καρδιά της γέμισε με πίκρα και τα εκφραστικά της χαμογελαστά χείλη, είχαν μεταμορφωθεί σε ακαμπύλωτη ξερακιανή γραμμή και το στόμα της ήταν πάντα στεγνό και στυφό. Η αισιοδοξία είχε πετάξει μονομιάς από το παράθυρο και η διάθεση για δημιουργία, που ξεπηδούσε μέσα από την πολύχρωμη φαντασία της, είχε εξαφανιστεί.

Χάζευε τα πλεκτά της. Τα είχε απλώσει στον μεγάλο καναπέ και τα κοίταζε αφηρημένη. Αλήθεια για ποιόν τα είχε φτιάξει όλα αυτά; Ποιος της έδινε σημασία; Οι δικές της ανάγκες, όνειρα αλλά και επιθυμίες μιας ολόκληρης ζωής είχαν κατακρημνιστεί μέσα σε δυο αράδες λέξεων της ανιψιάς της.

Οι κουβέντες της Ανδριάνας, σκληρές σαν το μαχαίρι που γυρίζει στην πληγή. Καλά την έψελνε η μάνα της «εσύ παιδί μου καλύτερα να τρως παρά να μιλάς». Από μικρή το ίδιο χούϊ είχε. Δεν μίλαγε, μα σαν έπαιρνε την απόφαση να ανοίξει το στόμα της δεν χάριζε κάστανο σε κανέναν.

Πήγε και στάθηκε στο μεγάλο παράθυρο παραμερίζοντας μαλακά τις βαριές κουρτίνες.

«Ολυμπία, να τις κατεβάσουμε πρέπει, να αρχίσουμε σιγά-σιγά να το φτιάχνουμε για το καλοκαίρι. Μην αφήσουμε τα βελούδα να σκονιστούν» είπε και τις χάιδεψε για άλλη μια φορά απαλά με τα ακροδάχτυλά της.

Κοίταγε έξω από το παράθυρο τον ανθισμένο κήπο. Μπουμπούκια χρωματιστά. Η ζωή επέστρεφε κάθε άνοιξη.  Έκανε να ανοίξει τα παραθυρόφυλλα μα το ξανασκέφτηκε. Ήταν νωρίς ακόμα, ένα κρύωμα τώρα να την έβρισκε και θα είχε κι άλλους μπελάδες.

«Κορίτσι μου φέρε τη ζακέτα μου σε παρακαλώ, την ζεστή τη μπουκλέ ,το κλαδευτήρι και το μικρό πανέρι» ζήτησε.
«Θα έρθω μαζί σας, μισό λεπτό μόνο».
«Όχι Ολυμπία μου, θέλω να μείνω μόνη μου, δυο λουλουδάκια θα κόψω και να, εδώ στο παγκάκι θα καθίσω να με δει για λίγο ο ήλιος».

Η κοπέλα την κοίταξε περίεργα. Παρατηρούσε ότι μέρα με τη μέρα η κυρά της όλο και μαράζωνε, όλο και μίκραινε. Η «τοσοδούλα» που την φώναζε η Ανδριάνα, κόντευε να γίνει η σκιά του εαυτού της.

«Να σας φέρω κάτι να τσιμπήσετε;»
«Μην κάνεις τον κόπο, δεν έχω όρεξη».
«Εγώ θα σας φέρω, ψωμί και από τη γραβιέρα που σας αρέσει και θα σας φτιάξω κι έναν ελαφρύ καφέ να τα απολαύσετε με την ησυχία σας» είπε και βοήθησε την Ρόζα να φορέσει τη ζακέτα της.

Πήγε σχεδόν τρέχοντας στην κουζίνα. Από το παράθυρο, έβλεπε έξω στο σημείο του κήπου που η κυρία της περπατούσε και χάϊδευε τα φυτά της.  Ανακατεύοντας τον καφέ με το κουταλάκι, δεν την άφηνε από τα μάτια της.

Η κυρία Ρόζα είχε μεγαλώσει ξαφνικά πολύ. Η πλάτη της είχε αρχίσει να καμπουριάζει και τα φωτεινά της μάτια είχαν σκοτεινιάσει. Το βήμα της είχε γίνει αργό και οι σκοτούρες τυραννούσαν την ψυχή της. «Αχάριστα βρωμόπαιδα» μουρμούρισε καθώς ετοίμαζε το δίσκο και μια σκέψη πέρασε σαν σαΐτα από το μυαλό της.

«Λες;» αναρωτήθηκε, όχι μια αλλά δυο φορές και πήρε το θάρρος να κάνει κάτι για πρώτη φορά στη ζωή της σε αυτό το σπίτι.

«Έρχομαι κυρία Ρόζα» φώναξε από το παράθυρο της κουζίνας και χωρίς να περιμένει άλλο, τακτοποίησε στο πιάτο τα μικρά κομμάτια τυριού, όπως ακριβώς τα έφτιαχνε η Ρόζα. Έβγαλε τα μικρά μαχαιροπήρουνα, τα πιάτα του γλυκού και σερβίρισε με προσοχή τον καφέ για να μην χαλάσει το καϊμάκι. Σε ένα μπολ πρόσθεσε λίγα κουλούρια που είχε φτιάξει με τα χέρια της, με γλυκάνισο, λάδι και σταφίδα.

Άνοιξε την πλαϊνή πόρτα της κουζίνας, την κράτησε με το πόδι της φορτώθηκε με το δίσκο και βγήκε έξω αποφασισμένη.

Η Ρόζα είχε κάνει την κοντινή της βόλτα. Είχε φροντίσει ένα-ένα τα λουλούδια της και σκύβοντας κάθε τόσο, όσο της επέτρεπε το κορμί της, καθάριζε τα ξερά φύλλα. «Να αναπνεύσουν» έλεγε και τα καμάρωνε.

Το παγκάκι που καθόταν συνήθως η Ρόζα, ήταν κάτω από την σκιά ενός μεγάλου πεύκου, τυλιγμένου από το φύλλωμα του κισσού. «Ο Πεύκος» έλεγε και μετά πάντα σώπαινε μέσα στη μυστική σημαντικότητά της.

«Καλώς το κορίτσι μου» αναφώνησε σαν πήρε το μάτι της τον ίσκιο της Ολυμπίας. «Μα τι κουβαλάς εσύ;» αναρωτήθηκε δυνατά βλέποντας τον μεγάλο δίσκο «ένα καφεδάκι είπαμε όχι όλα αυτά» και σώπασε σαν είδε ότι τα σερβίτσια ήταν δύο. «Ω!» είπε και κοίταξε χαμογελώντας την κοπέλα. «Θα καθίσεις κι εσύ μαζί μου;» ρώτησε με τη λαχτάρα ενός παιδιού και με το χέρι της χτύπησε μαλακά την κενή θέση της δίπλα στο παγκάκι, κάνοντας νόημα στην Ολυμπία να κάτσει κοντά της.

«Μα εσύ έφτιαξες ένα σωρό πράγματα, αυτό είναι μεσημεριανό» είπε και με την άκρη των δαχτύλων της έκλεψε ένα κομμάτι τυρί.

Πόσο άρεσαν στην Ολυμπία αυτές οι ντελικάτες κινήσεις της Ρόζας, πόσο ήθελε να της μοιάσει και πόσα άλλα πράγματα λαχτάραγε η ψυχή της. Μικρά και καθημερινά, για όλους αυτούς που τα είχαν όλα και μακρινά όνειρα για εκείνη.

«Να σας σερβίρω;»
«Τι να μου σερβίρεις κορίτσι μου, το ψωμί ή το τυρί; Τα παξιμαδάκια πιάσε μου. Αυτά λιμπίστηκα τώρα μαζί με τον καφέ. Μα τι νόστιμα που τα έχεις φτιάξει!»
«Είχα καλή δασκάλα» είπε και χαμογέλασε η Ολυμπία.
«Αυτός ο Πεύκος, ανάσα από την ανάσα μου είναι».
«Τι εννοείται;»
«Όταν ξεκινήσαμε με τον Γιωργή να φτιάχνουμε αυτό το σπίτι, τι νόμιζες ότι ήταν εδώ, ο παράδεισος;»
«Δεν το σκέφτηκα ποτέ η αλήθεια είναι».
«Ένας λόφος κακοτράχαλος ήταν. Ούτε δρόμος, ούτε τίποτα. Πέτρες και ξερόχωμα».
«Και πως έγινε αυτός ο παράδεισος;» είπε η Ολυμπία ανοίγοντας τα χέρια της σε μια τεράστια αγκαλιά.
«Με κόπο, με πολύ κόπο και με δουλειά, τόση όση δεν βάζει ο νους σου. Δηλαδή ο δικός σου βάζει, κάποιοι άλλοι δεν καταλαβαίνουν …» είπε η Ρόζα και κατέβασε το βλέμμα στο φλιτζάνι. «Δεν βαριέσαι, μήπως και θα τα πάρουμε μαζί μας;» είπε κι αναστέναξε. «Ο αδελφός μου ο Παυλής ανακατευόταν με τις οικοδομές. Μηχανικός δεν ήταν, αλλά τα χρόνια εκείνα, από χτίστης ξεκίναγες και λίγο μυαλό να είχες όλο και κάπου έφτανες. Λες βρε παιδάκι μου και δεν υπήρχαν φρένα να σε σταματήσουν. Οικοδομικές επιχειρήσεις είχε ο Παυλής. Τέλος πάντων, όταν αγοράσαμε με τον Γιωργή αυτή τη γη όλοι μας κορόιδευαν. Αγριοκάτσικα εδώ πάνω δεν ζούσαν, έλεγαν. Ο αδελφός μου όμως, μας βόηθησε πολύ. Εκείνος ανακατεύθηκε και έφεραν τα χώματα να στρωθεί ο λόφος και μετά, μερακλής όπως ήταν, έφερνε ένα –ένα τα φυτά και μαζί τα φυτεύαμε και από καυγάδες άλλο τίποτα! Τσακωμοί ένα σωρό. Ό,τι βλέπουν τα μάτια σου μαζί με τον Παυλή τα φτιάξαμε. Ο άντρας μου δεν ήξερε από την γη τίποτα, μόνο κλωστές, κουβαρίστρες και υφάσματα.

Να φανταστείς ότι μια χρονιά θέλησα να φτιάξω μποστάνι. Ιδέα δεν είχα μην νομίσεις. Καθίσαμε κάτω με τον Παυλή και αποφασίσαμε ότι θα φυτεύαμε από ντομάτες μέχρι πορτοκαλιές κι έτσι κάναμε. Δύο οικογένειες τρώγαμε από αυτό τον κήπο. Αν πήγαινες τα παλιά χρόνια προς τα πίσω, από την άλλη πλευρά του σπιτιού, να εκεί που είναι η βουκαμβίλια, θα έβλεπες ένα σωρό δέντρα φορτωμένα με καρπούς. Τίποτα δεν έλειπε από αυτό το σπίτι και τα μυρωδικά ακόμα, στο κήπο έβγαινα και τα έκοβα.

‘Ένα λάθος είχα κάνει μόνο, είχα φυτέψει τόσες ντομάτες, που και πάγκο να είχα στη λαϊκή αγορά καθημερινά, δεν θα τις ξεπούλαγα! Το πόσες ντομάτα έχουν φάει αυτά τα παιδιά, ένας θεός το ξέρει.

Ο πεύκος που λες είχε ξεμείνει στα χέρια του αδελφού μου. Του είχε περισσέψει στο μέτρημα. Τι να τον κάναμε; ‘’Εδώ θα τον φυτέψουμε’’ του είχα πει και μου είχε βάλει τις φωνές. ‘’Είσαι με τα σωστά σου; Θα θεριέψει και θα φτάνουν τα κλαδιά μέχρι τα κεραμίδια. Φωτιά θα βάλεις στο σπίτι σου πριν το καταλάβεις’’ έλεγε αλλά εγώ δεν άκουσα, όπως τελικά δεν άκουσα και τις φωνές των παιδιών μου …»

«Κυρία Ρόζα» ξεκίνησε να λέει η κοπέλα αλλά κόμπιασε.
«Λέγε Ολυμπία».
«Μη δίνεται σημασία στα λόγια της Ανδριάνας, οι καιροί αλλάζουν, εμείς οι ίδιοι αλλάζουμε, οι ανάγκες, όλα».
«Και τι με αυτό; Δίνουμε μια κλωτσιά και τα ισοπεδώνουμε όλα; Στη δική μας τη γενιά νομίζεις ότι δεν ήρθαν αλλαγές; Ότι δεν είχαμε πεθερές; Διώροφα μπορεί και να μην είχαμε, βλέπεις αυτό ήταν προνόμιο των πλουσίων αλλά οι οικογένειες ζούσαν αντάμα, μονιασμένες, με τα καλά μας και τα άσχημά μας και τέλος πάντων ένας σεβασμός υπήρχε. Στις ρίζες μας, στην οικογένεια. Τώρα πια όλα τα έχουν κάνει ίσωμα, όλα τους ανήκουν κι αυτά που κόπιασαν να αποκτήσουν κι αυτά που δεν κόπιασαν.

Με τις πλάτες αλλουνού, ξέρω κι εγώ να κάνω τον μάγκα» είπε η Ρόζα κι έβγαλε ένα βαθύ μακρόσυρτο αναστεναγμό.

«Οι πασχαλιές ανθίσαν το ίδιο και τα γιούλια, μα καρδιά δεν μου έκανε φέτος να τα κόψω» συμπλήρωσε.
«Αλήθεια γιατί; Το σπίτι πάντα μοσχομυρίζει από τα λουλούδια σας, τι άλλαξε φέτος;»
«Όλα, τίποτα δεν έμεινε στη θέση του και καιρός είναι να πάρω κι εγώ πόδι. Έχεις καταλάβει Ολυμπία μου ότι έμεινα μόνη μου;»
«Μην το λέτε αυτό κυρία Ρόζα, φωτιά θα πέσει να μας κάψει».
«Την αλήθεια λέω. Ό,τι είχα να κάνω το έκανα και τώρα σαν να μην έμεινε τίποτα άλλο να μπορώ να διορθώσω και αντοχές δεν έχω. Άνθρωπος είμαι κι εγώ, κουράστηκα και τίποτα από αυτούς κι αυτά που αγαπούσα δεν είναι εδώ τριγύρω».

«Κυρία Ρόζα τι λόγια είναι αυτά; Τα παιδιά σας; Τα εγγόνια σας; Η ζωή σας; Το σπίτι σας;»
«Αμ δεν ακούς ούτε εσύ η ίδια τι λες. Ποια παιδιά; Βλέπεις εσύ κανένα παιδί να έρχεται εδώ; Για τις εγγόνες μου να μην μιλήσω γιατί θα είναι σαν να βρίζω τα έρμα τα γαϊδούρια, οι νύφες άλλα λόγια να αγαπιόμαστε και στο σπίτι μένουμε δυο κούκοι. Εσύ κι εγώ και να σου πω και κάτι, να έχεις και κατά νου ότι μπορεί να σας αφήσω χρόνους και καιρούς και μην νομίζεις ότι θα νοιαστεί για λόγου σου κανένας από τους τρεις τους. Η Ανδριάνα θα τρέξει αλλά κι αυτή ίσα που τα βγάζει πέρα».

Η Ολυμπία πετάχτηκε επάνω.

«Με όλο το σεβασμό που σας έχω, θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι είσαστε …»

«Περιμένω να ακούσω » είπε η Ρόζα σταυρώνοντας τα χέρια μπροστά από το στήθος της. Ο αρχηγός της αγέλης ήταν εκείνη κι αυτό δεν έπρεπε κανείς να το ξεχάσει.

Η Ολυμπία κατέβασε το κεφάλι.

«Δεν συμφωνώ μαζί σας αλλά εμένα δεν μου πέφτει λόγος».
«Λόγος μπορεί να μην σου πέφτει αλλά την κριτική σου την κάνεις».
«Και ποιος γλυτώνει από αυτό;»
«Σωστά».

Για λίγη ώρα, ο μοναδικός ήχος που ακουγόταν ήταν το απαλό θρόισμα των φύλλων.

«Η μουσμουλιά είναι γεμάτη καρπούς» ακούστηκε απόμακρη η φωνής της Ρόζας «και οι πικροδάφνες θα φουντώσουν όμορφα και τα χωνάκια επίσης. Δεν είχαμε βαρύ χειμώνα» είπε σηκώνοντας το κεφάλι της και κοιτώντας τον ουρανό.

«Η Ανδριάνα έχει τα δίκια της».
«Ορίστε;»
«Η Ανδριάνα, λέω, έχει κι αυτή τα δίκια της, την καταλαβαίνω εγώ κι ας μην μιλάω».
«Και τι έχεις να πεις δηλαδή;»

«Να πάμε μέσα κυρία; Έχει αρχίσει να βάζει ψύχρα, είναι νωρίς ακόμα» είπε η Ολυμπία «Σύννεφα μαζεύονται» είπε κι άρχισε να τακτοποιεί το δίσκο. «Να σας βοηθήσω να σηκωθείτε;» ρώτησε την Ρόζα και χωρίς να περιμένει απάντηση της είχε δώσει το χέρι της για να κρατηθεί.

«Τι φαγητό έχεις φτιάξει;»
«Φασολάκια που σας αρέσουν, με καρότα και πατάτες».
«Να φάμε μαζί για να συνεχίσουμε την κουβέντα» είπε η Ρόζα. Η Ολυμπία περίμενε να περάσει η μεγάλη γυναίκα μπροστά της, για να βλέπει τον βηματισμό της.

Μπήκαν στην κουζίνα και με γρήγορες κινήσεις άφησε τον δίσκο και έστρωσε να φάνε στο μικρό σαλόνι, δίπλα στο τζάκι.

Έστρωσε το τραπεζομάντηλο, τα πιάτα, τα μαχαιροπήρουνα, τα ποτήρια και τις πετσέτες με τον τρόπο που της είχε μάθει η Ρόζα.

«Λοιπόν σε ακούω».
«Μην νομίσετε, ξέρετε δεν είναι θέμα κριτικής αλλά να πώς να σας το πω, μένοντας εδώ μαζί σας, θέλω δεν θέλω και ακούω και βλέπω».
«Μένοντας εδώ μαζί μου έχεις γίνει μέλος της οικογένειας. Της δικιάς μου δηλαδή, είμαστε εσύ κι εγώ».
«Δεν έχετε δίκιο και θα προσπαθήσω να μιλήσω όσο πιο σωστά γίνεται. Συγχωρέστε με όπου …»
«Ολυμπία πάμε στο θέμα και μην σε νοιάζει, δεν θα σε διώξει κανείς από εδώ γιατί  διαφωνείς» είπε και άνοιξε το μικροσκοπικό της στόμα για να δοκιμάσει μια πατάτα. «Λουκούμι το έκανες το φαγητό» είπε.

«Κυρία Ρόζα, η Ανδριάνα έχει δίκιο, είναι καιρός να ζήσει τη ζωή της όπως εκείνη κρίνει. Δεν σας έκανε πέρα επειδή σας ζήτησε να μην μπουκάρετε στο σπίτι της. Σε όλους σας έχει σταθεί, τι να πρωτοθυμηθώ; Να σας πω το πιο σοβαρό για εμένα; Ότι όποτε ένοιωσα ότι υπάρχει κίνδυνος για εσάς, για την υγεία σας, την Ανδριάνα πήρα. Εκείνη έτρεξε, εκείνη ξενύχτησε κι εκείνη έμεινε δίπλα σας, έχω άδικο; Τα αγόρια άντε και να τα δικαιολογήσω, άντρες είναι δεν ξέρουν από τέτοια και φοβούνται, αυτό μην το ξεχνάμε. Οι νύφες όμως;»

Η Ρόζα χαμήλωσε το βλέμμα.

«Ξέρετε τι νομίζω;» συνέχισε η Ολυμπία «ότι όλοι σας θεωρούσατε την Ανδριάνα δεδομένη, σαν να την είχατε ξεγράψει ότι θα αποκτήσει μια ημέρα προσωπική ζωή. Έναν σύντροφο, έναν άνθρωπο που θα μοιράζεται τη ζωή της. Σαν να μην είχε δικαίωμα το κορίτσι αυτό να ευτυχήσει. Συγχωρέστε με για τις κουβέντες μου, αλλά ο Σπύρος κι εσείς κάνετε σαν μωρά παιδιά, σαν να ζηλεύετε».

«Το ίδιο είπε και η Ανδριάνα».

«Άδικο έχει;»

«Κι αυτό για την κατάρα του διώροφου;»

«Αυτά τα παιδιά ούτε πείνασαν, ούτε έμειναν στον δρόμο βλέπετε …»
«Άρα με καταλαβαίνεις!»
«Κυρία Ρόζα, το θέμα δεν είναι αν καταλαβαίνω εγώ εσάς αλλά αν εσείς καταλαβαίνετε τα παιδιά σας, το αίμα σας».

«Τι λες Ολυμπία;»

Η κοπέλα δαγκώθηκε.

«Αν σας ρωτήσω για ποιόν φτιάξατε το σπίτι πάνω στον λόφο τι θα μου απαντήσετε;»

Η Ρόζα δεν μίλησε.

«Θα σας πω εγώ. Γιατί έτσι θέλατε, εσείς κι ο κύριος Γιωργής και μην μου πείτε ότι το φτιάξατε για τα παιδιά γιατί δεν θα είναι αλήθεια.

Βλέπετε, οι γονείς έχουν μια ανάγκη τις δικές τους επιθυμίες να τις φορτώνουν στα παιδιά τους κι εκείνα, μια που είναι μικρά και δεν γνωρίζουν, δεν έχουν και λόγο για τις αποφάσεις τους. Ο χρόνος όμως κυρία Ρόζα περνάει, ο κόσμος αλλάζει και μαζί με τον κόσμο και οι ανάγκες των ανθρώπων. Ούτε εγώ θα ήθελα να ζω παρέα με την πεθερά μου …»

«Ποια πεθερά κορίτσι μου; Τι ξέρεις εσύ από πεθερές;»

Στο μικρό σαλόνι έπεσε ξάφνου μια ανυπόφορη σιωπή.

«Κυρία Ρόζα να σας ρωτήσω κάτι θέλω. Τι είναι αυτό που φοβάστε;»

Η γυναίκα σούφρωσε τα ρυτιδιασμένα χείλια της.

«Τι φοβάμαι; για τις τύχες των παιδιών μου τρέμω, για τα λάθη τους, για τις αποφάσεις τους, για να μην ξημερώσει ο Θεός και βρούμε τούμπανο τον Σπύρο από το ποτό. Για την Μυρτώ που έχει εξαφανιστεί μετά το χωρισμό των γονιών της, για την Φαίδρα που πατροντολογιέται πριν σκάσει από το αυγό της και έχει πάρει ντουγρού το μονοπάτι της δυστυχίας αλλά δεν το ξέρει. Νομίζει ότι θα δραπετεύσει από τη Δήμητρα και τις ανομίες της. Λιγότερο απ’ όλους ανησυχώ για τον Γρηγόρη. Αυτός μοιάζει να ξέρει περισσότερο απ’ όλους τους άλλους τι κάνει αλλά να μου το θυμηθείς, θα πληρώσει κι αυτός για τις αποφάσεις που δεν πήρε. Η ζωή βλέπεις, όταν δεν έχεις το θάρρος να αποφασίσεις εσύ, αποφασίζει εκείνη για λογαριασμό σου και το κάνει με τον πιο σκληρό τρόπο.

Καλά τα λες, για την Ανδριάνα. Σαν να έχεις δίκιο αλλά δεν ξέρω ακόμα τι να σου απαντήσω. Όλα μέσα μου είναι μπερδεμένα και τι περιμένω από εσένα; Να με καταλάβεις; Όσο μπορεί να με νιώσει η ανιψιά μου άλλο τόσο μπορείς κι εσύ παιδί μου!»

«Αυτό τώρα γιατί το λέτε;»

«Γιατί πώς να το κάνουμε, μόνο μια μάνα μπορεί να νοιώσει τον πόνο μιας άλλης μάνας και την αγωνία της για την φαμελιά της» είπε κι σταύρωσε προσεχτικά τα μαχαιροπήρουνα στο πιάτο της. «Η καρδιά της μάνας μπορεί να κάνει λάθη αλλά …» είπε και σκούπισε μαλακά τα χείλη της.

Η ματιά της Ολυμπίας ήταν τόσο παγωμένη όσο ένα κοφτερό κομμάτι πάγου και η σιωπή, αυτή η σιωπή της ανείπωτης αλήθειας, αβάσταχτη.

«Τι έπαθες εσύ;» ρώτησε η Ρόζα.
«Την λένε Γαρυφαλλιά».
«Ποια;» ρώτησε ξαφνιασμένη.
«Την κόρη μου, την λένε Γαρυφαλλιά και είναι το ομορφότερο πλάσμα στον κόσμο» είπε η Ολυμπία και ξέσπασε σε λυγμούς.

butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here