Βοηθάμε τα παιδιά που μας έχουν ανάγκη

Η Ρόζα γνώριζε πολύ καλά ότι η απόφασή της θα δημιουργούσε τριγμούς στην οικογένεια.

«Οικογένεια, ποια οικογένεια;» αναρωτιόταν σηκώνοντας το αριστερό της φρύδι και σφίγγοντας τα χείλη της σε μια ευθεία γραμμή. «Η οικογένεια έχει ένα άλλο μόνοιασμα» αναλογιζόταν. Δεν ήθελε αλλά έπρεπε να το παραδεχθεί, ότι όλα αυτά που είχε μάθει στα μικρά της χρόνια, αυτά που είχε λαχταρίσει, για όλα όσα είχε δώσει την ψυχή της είχαν κάνει φτερά. Αναστέναξε.

«Κυρία Ρόζα» είπε διστακτικά η Ολυμπία «είναι εντάξει το τραπέζι;»

Η γυναίκα κοίταξε αδιάφορα το στρωμένο τραπέζι και κούνησε καταφατικά το κεφάλι, λέγοντας αφηρημένα «ναι, ναι» και συνέχισε να πλέκει με την ησυχία της. Μια καλή και μια ανάποδη, σαν τις ανακατωμένες σκέψεις του μυαλού της, σαν την ίδια τη ζωή.

Σε λίγο θα έφταναν τα βλαστάρια της μαζί με την Ανδριάνα για το οικογενειακό συμβούλιο.  «Μάλιστα» είπε δυνατά αφήνοντας έναν καγχασμό.  Ήξερε πολύ καλά πως θα κυλούσε το υπόλοιπο της ημέρας κι αυτό που της την έδινε στα νεύρα περισσότερο, ήταν ότι  έπρεπε να απολογηθεί για τις αποφάσεις της. Λες και ήταν καμιά ξεκουτιασμένη γριά.  Τρομάρα τους, δεν είχαν ιδέα με ποια τα είχαν βάλει.

Το κουδούνι της πόρτας την ξάφνιασε. Τα παιδιά χρησιμοποιούσαν πάντα τα κλειδιά τους.

«Ολυμπία» είπε και η κοπέλα έτρεξε να ανοίξει χωρίς δεύτερη κουβέντα. Η ψυχή της έτρεμε και τα γόνατά της τα ένοιωθε να την κόβουν. Η κυρία Ρόζα είχε πετάξει τη «βόμβα» της αλλά τα θραύσματα εκείνη θα έβρισκαν. Τι της είχε έρθει να μιλήσει για την Γαρυφαλλιά; Την απάντηση την ήξερε, ο πόνος της μάνας, η έλλειψη της κόρης της, το μοναχοπαίδι της, η ξενιτιά, η έλλειψη . Ξεφύσησε. Κάθε που το σκεφτόταν όμως, ένα δίκιο θα είχαν να τα βάλουν όλοι μαζί της. Εδώ που τα λέμε, πως να καταλάβουν τη δική της μάχη; Την κλοτσοπατινάδα που ένοιωθε μέσα της. Ήθελε δεν ήθελε, δουλεύοντας δίπλα σε αυτή τη γυναίκα, σε αυτό το σπίτι, ένοιωθε σαν αρχόντισσα. Ούτε που τα είχε ονειρευτεί όλα αυτά στη ζωή της. Οι δικοί της άνθρωποι όμως …

Ξεροκατάπιε, σκούπισε τα χέρια στην ποδιά της, από αμηχανία περισσότερο, πήρε μια βαθειά ανάσα και άνοιξε την πόρτα. Αυτή τη φορά δεν μπορούσε να χαμογελάσει αλλά ούτε και να προσποιηθεί. Ήξερε ότι σήμερα είχαν όλοι μαζευτεί εξαιτίας της.

«Η περί ης ο λόγος» είπε με το γνωστό της ειρωνικό ύφος η Δήμητρα καθώς έσπρωχνε την πόρτα για να περάσει πρώτη.

Ακούγοντας τη φωνή της η Ρόζα κοκάλωσε κι άφησε το πλεκτό της στην άκρη με προσοχή. Αυτό ήταν κάτι που δεν το είχε υπολογίσει. «Τι δουλειά είχε η Δήμητρα στο σπίτι της; Τι δουλειά είχε να εκφέρει γνώμη για τις αποφάσεις της;». Το αίμα ανέβηκε μονομιάς στο κεφάλι της.

Στηρίχτηκε στη μπουνιά της, σηκώθηκε και σταύρωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος.

«Καλώς τους» είπε ξερά με πρόσωπο αγέλαστο, μα από τη θέση της δεν κουνήθηκε.

Η Ανδριάνα την πλησίασε πρώτη.

«Ρόζα μου» είπε και της χαμογέλασε γυρνώντας την πλάτη της στους υπόλοιπους και κάνοντας νόημα με τα μάτια στη θεία της, δείχνοντας προς το μέρος της Δήμητρας. Η γυναίκα απάντησε κλείνοντας απαλά τα βλέφαρα και σηκώνοντας το αριστερό της φρύδι. Μέσα από τον μυστικό τους κώδικα τα είχαν πει όλα.

«Η αλήθεια είναι ότι εσένα δεν σε είχα υπολογίσει» είπε στη νύφη της με ύφος ενοχλημένο.  Ταυτοχρόνως, φώναξε την Ολυμπία και χαμογελώντας στην κοπέλα ευγενικά, της ζήτησε  να προσθέσει άλλο ένα σερβίτσιο στο τραπέζι.

«Γιατί μητέρα, εγώ δεν ανήκω στην οικογένεια;» ρώτησε η Δήμητρα.

Η Ρόζα θεωρώντας περιττό να της απαντήσει, γύρισε στα αγόρια της και τα ρώτησε, «τι κάνετε παλικάρια;» και κάθισε πάλι στον μεγάλο καναπέ πιάνοντας το πλεκτό της. Μια καλή, μια ανάποδη. Οι βελόνες χοροπηδούσαν στα χέρια της με τέτοια ταχύτητα, που ήταν σαν να κουτσομπόλευαν παρέα τις σκέψεις αλλά και τη φούρκα που είχε μέσα της η μεγάλη γυναίκα και κάθε που άλλαζε γραμμή, το πλεκτό στέναζε έτσι όπως μια το έσπρωχνε προς τα πίσω και μια το τέντωνε.

Παρατηρώντας την η Ανδριάνα χαμογελούσε. Ήξερε πολύ καλά τις κινήσεις της θείας της κι αν το πλεκτό μπορούσε να μιλήσει, στο σαλόνι θα ακουγόταν «ωχ» και πάλι «ωχ».

Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη.

Τα δάχτυλα της Δήμητρας χτυπούσαν νευρικά την άκρη ενός τραπεζιού και κοιτούσε αφηρημένη το κενό.

«Τι καλό έχεις φτιάξει και μοσχομυρίζει ο τόπος» ρώτησε ο Γρηγόρης έτοιμος να ορμίσει κατά την κουζίνα.
«Να πιούμε κάτι να δροσιστούμε;» ρώτησε ο Σπύρος και η Ανδριάνα τον αγριοκοίταξε.

«Έχουμε λεμονάδα σπιτική για όποιον θέλει και Γρηγόρη, άσε την Ολυμπία ήσυχη, αποτελειώνει το γιουβέτσι».

«Γιουβέτσι;» ρώτησαν και οι δύο άντρες μαζί και τα μάτια τους είχαν ανοίξει διάπλατα όπως τότε που ήταν μικρά.

«Το κλασσικό Κυριακάτικο οικογενειακό φαγητό» είπε η Δήμητρα ελαφρώς απαξιωτικά.

«Και τι περίμενες ότι θα είχαμε;  Καμιά πέρδικα για του λόγου σου;» ανταπάντησε ειρωνικά η Ρόζα χωρίς να το θέλει. Δεν ήταν ακόμα η ώρα να βάλει φιτιλιές, μα συγγνώμη δεν θα ζητούσε από ένα θηλυκό που θεωρούσε, τουλάχιστον, ανάξιο λόγου.

«Ανδριάνα, πήγαινε να βοηθήσεις την Ολυμπία κορίτσι μου και οι υπόλοιποι ας μαζευτούμε στο τραπέζι. Έτσι κι αλλιώς έρχεστε μόνο την ώρα του φαγητού, λες και εδώ μέσα είναι ταβέρνα» είπε.

Ότι ήταν ενοχλημένη η Ρόζα το είχαν καταλάβει όλοι τους. Αυτό που δεν καταλάβαιναν ήταν η στενοχώρια που ένοιωθε. Κάτω από τα βλέφαρά της κοιτούσε τα δυο αγόρια της που περίμεναν όπως τότε που ήταν μικρά, να εμφανιστεί η πιατέλα με το γιουβέτσι. Οι καυγάδες για το ξεροψημένο κριθαράκι με το λιωμένο τυρί, είχαν μείνει στην ιστορία.

Έφαγαν σχεδόν σιωπηλοί, παίζοντας με τυπικές λέξεις και εκφράσεις. «Τι νόστιμο που είναι, σαν το γιουβέτσι της Ρόζας καμιά σας δεν φτιάχνει» κι άλλα τέτοια που περισσότερο την σύγχυζαν παρά την ευχαριστούσαν.

«Το γιουβέτσι το έχει φτιάξει η Ολυμπία και τα συγχαρητήρια να μου κάνετε τη χάρη, να τα δώσετε όλα σε εκείνη» είπε η Ρόζα.

«Ναι μητέρα αλλά η συνταγή είναι δική σας, πώς να το κάνουμε τώρα» ακούστηκε η φωνή της Δήμητρας.

«Μόνο που και του λόγου σου την έχεις πάρει αλλά δεν είδα να κατάφερες τίποτα τόσα χρόνια» της απάντησε.

«Μάνα» ακούστηκε η φωνή του Γρηγόρη από την κορυφή του τραπεζιού.

«Ναι αγάπη μου;» είπε, ακουμπώντας με προσοχή μέσα στο πιάτο της τα μαχαιροπίρουνα, μπλέκοντας τα δάχτυλα των χεριών της μεταξύ τους και ακουμπώντας τους αντίχειρες στα χείλη της. Τα δυο της φρύδια τα είχε σηκώσει όσο πιο ψηλά  μπορούσε,  γεμίζοντας  ζάρες όλο της το πρόσωπο. Μια κίνηση που έκρυβε από παλιά τη φράση ‘’για τόλμα να μιλήσεις’’.

«Τίποτα» απάντησε.

«Τι τίποτα;» φώναξε η Δήμητρα «από την ώρα που φτάσαμε νοιώθω ανεπιθύμητη».

«Δικαίως» απάντησε η Ρόζα κουνώντας το κεφάλι της με κατανόηση.  Στο τραπέζι απλώθηκε η ηλεκτρισμένη σιωπή της αντάρας. Η νύφη της κοιτούσε μια δεξιά μια αριστερά προσπαθώντας να βρει σύμμαχο αλλά όλοι ήταν απασχολημένοι με τα πιάτα τους, τάχα μου.

Η Ανδριάνα είχε σηκωθεί από τη θέση της λέγοντας «πάω να βάλω καφέ, εσείς προχωρήστε στο σαλόνι και θα τα φροντίσουμε όλα η Ολυμπία κι εγώ».

Η Ρόζα προπορεύτηκε «εμένα φτιάξτε μου μια λουΐζα, ο καφές μου ανεβάζει την πίεση» είπε και κάθισε στην πολυθρόνα της κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο.

«Δεν καταλαβαίνω τι γίνεται σήμερα εδώ μέσα» είπε εκνευρισμένος ο Σπύρος.
«Ούτε κι εγώ» ανταπάντησε η μητέρα του.
«Το θέμα μας είναι η Ολυμπία» πετάχτηκε η Δήμητρα.

Σιγή.

«Το θέμα μας;» είπε η Ρόζα τονίζοντας μια-μια τις λέξεις «ποιανού είναι το θέμα δηλαδή;»
«Της οικογένειας» συνέχισε η νύφη της.
«Δεν καταλαβαίνω που το πας».
«Τι δεν καταλαβαίνετε μητέρα, θα φέρετε μέσα στο σπίτι μας ολόκληρη την οικογένεια μιας ξένης;» είπε αποφασισμένη να πάρει την κατάσταση στα χέρια της η νύφη της.
«Μέσα στο σπίτι μας;» ρώτησε ήσυχα η Ρόζα.
«Μα ναι».
«Αλήθεια; Και ποιο είναι το σπίτι μας Δήμητρα;».

«Σταματήστε και οι δυο» είπε επιτακτικά ο Γρηγόρης και πετάχτηκε από τη θέση του.
«Έϊ κορίτσια» φώναξε ο Σπύρος «ηρεμήστε».

Η Ρόζα περίμενε μέχρι οι δυο κοπέλες να μαζέψουν τα πιάτα και να σερβίρει η Ανδριάνα τους καφέδες. Με το ρόφημά της ανάμεσα στις παλάμες της,  παρακάλεσε την Ολυμπία να τους αφήσει μόνους και να κλείσει όλες τις ενδιάμεσες πόρτες που έφταναν στο σαλόνι.

«Αν θέλεις κορίτσι μου, πήγαινε καλύτερα στο δωμάτιό σου. Μόλις σε χρειαστώ θα σε φωνάξω» είπε με την ήρεμη φωνή της.

Ο πόρτες που έκλειναν αλλά και τα βήματα της Ολυμπίας στην σκάλα, ακούστηκαν  ως μακρινός και βαθύς υπόκωφος ήχος.

Αυτή η αβάσταχτη βουβαμάρα της σιγής, απλώθηκε σαν βαριά ασήκωτη πλάκα μέσα στο σπίτι.

Η Ρόζα κοιτούσε έναν-έναν μέσα στα μάτια.

«Λοιπόν» είπε και ρούφηξε μια μικρή γουλιά από το χλιαρό της ρόφημα. «Ήρθε η ώρα να τακτοποιήσουμε όλες τις εκκρεμότητές μας. Τι ήρθατε να κάνετε όλοι σας εδώ; Ποιος σας κάλεσε και ποιος σας ρώτησε; ακούω».

Η Ανδριάνα κατέβασε το κεφάλι. Ήξερε ότι είχε έρθει η ώρα να ακούσει την κατσάδα της. Εκείνη ήταν που είχε ειδοποιήσει τους δυο άντρες, μα δεν είχε βάλει με το μυαλό της ότι θα κουβαλιόταν στο σπίτι και η Δήμητρα. Η αλήθεια ήταν ότι γνώριζε από την αρχή ότι η θεία της θα γινόταν έξαλλη με την πρωτοβουλία της. Μα ήταν δυνατόν να μην ενημερώσει τα παιδιά της;  Έτσι θα την άφηνε;

Αχ αυτή η αλλαγή ρόλων πόσο την είχε πληγώσει στη ζωή της. Το είχε ζήσει και με τους δύο της γονείς και είχε μετανιώσει για τις φωνές που είχε βάλει στη μητέρα της. «Εγώ είμαι η κόρη εδώ μέσα» έλεγε μέσα στην απελπισία της κάθε φορά που καταλάβαινε ότι η μητέρα της έχανε το μυαλό της  κάθε μέρα και πιο πολύ. Η μαμά της, το στήριγμά της, έφευγε και μαζί της έπαιρνε και το ρόλο και την ταυτότητα της ύπαρξής της  που της είχε χαρίσει με τη γέννησή της. Της κόρης. Στη θύμηση των χρόνων εκείνων αναστατώθηκε. Μήπως συνέβαινε κάτι ανάλογο με τη Ρόζα, μήπως είχε αρχίσει η άνοια ή όπως έλεγαν αυτή την κατάρα;

«Ρόζα εγώ ενημέρωσα και τον Γρηγόρη και τον Σπύρο».

«Μάλιστα και γιατί παρακαλώ;»

«Για τους ίδιους λόγους που ήρθες στο σπίτι μου με το έτσι θέλω» αποκρίθηκε η Ανδριάνα.

«Αν θυμάμαι καλά» είπε κοιτώντας τα νύχια της με ενδιαφέρον «κατάλαβα ότι κινδυνεύεις, δεν ήρθα έτσι στα κουτουρού».

«Μα τι λέτε τώρα μητέρα; Λίγο το θεωρείτε αυτό που συμβαίνει;» ρώτησε η Δήμητρα, χωρίς να αντιλαμβάνεται το πόσο λάθος έκανε, όχι που ρώτησε αλλά που υπήρχε.

Η Ρόζα χτύπησε το χέρι της στο μπράτσο της πολυθρόνας.

«Εσένα ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να έχεις άποψη, ποιος σε κάλεσε σπίτι μου και από πού κι ως που ανακατεύεσαι στη προσωπική μου τη ζωή και τις αποφάσεις μου;» φώναξε.

«Μάνα» ακούστηκαν σαν παράφωνη χορωδία οι φωνές των δυο αγοριών.

«Σκασμός» ήρθε η απάντηση της Ρόζας «θα αρχίσουμε από τα εύκολα, δηλαδή από την Δήμητρα. Περιμένω την απάντησή σου, εμπρός, λέγε ή μήπως δεν κατάλαβες;»

«Μα είμαστε οικογένεια».
«Εσύ κι εγώ είμαστε οικογένεια, αλήθεια από πότε;»
«Από την στιγμή που παντρευτήκαμε με τον Γρηγόρη» είπε με πείσμα.

Η μεγάλη γυναίκα είχε σηκωθεί με δυσκολία όρθια και τέντωνε το κορμί της με κόπο.

«Την ημέρα που έπιασες για αγαπητικό τον Βαγγέλη, έπαψες να ανήκεις στην οικογένειά μου».

Μάγουλα κοκκίνισαν, άναρθρες φωνές ακούστηκαν μα η Ρόζα συνέχιζε, σαν χείμαρρος που στο πέρασμά του τα σάρωνε όλα.

«Αλήθειες θέλατε, αλήθειες θα έχετε. Το να με φωνάζεις Δήμητρα μητέρα, το θεωρώ προσβολή, για εμένα και για όλους αυτούς που είναι αυτή τη στιγμή στο σαλόνι. Αν σε είχα κόρη θα ήσουν η ντροπή μου και δυο σφαλιάρες ξεγυρισμένες θα τις είχες φάει. Όχι γιατί αγάπησες κάποιον άλλον άντρα, αυτά τα αποφασίζει η ζωή και τα λάθη που κάποια στιγμή όλοι κάναμε. Δεν θέλω να σε βλέπω στα μάτια μου και δεν θέλω να με φωνάζεις «μητέρα» γιατί βολεύτηκες πάνω σε μια περιουσία που δεν είναι δικιά σου, είναι των παιδιών μου, κατάλαβες;».

«Δεν σας επιτρέπω» τσίριξε η νύφη της αλλά κανείς δεν την άκουσε.

«Να χώριζες Δήμητρα, ανθρώπινα και πολιτισμένα και τότε θα είχες από όλους εμάς όση συμπαράσταση χρειαζόσουν. Δεν βόλευε όμως, γιατί ο Βαγγελάκης σου την γυναίκα του δεν την εγκατέλειψε κι εσύ, δεν είσαι καθόλου μα καθόλου χαζή για να αφήσεις να φύγουν μέσα από τα χέρια σου οι ανέσεις σου αλλά κι αυτά που υποθέτεις ότι θα φτάσουν μια ημέρα στα χέρια σου.

Τώρα, γιατί ο Γρηγόρης δεν σε έχει στείλει στον αγύριστο, μόνο εκείνος το γνωρίζει,  πέρα από την αδυναμία που έχει στο παιδί σας και τις κουβέντες που έχετε ανταλλάξει μεταξύ σας. Υποθέτω τους λόγους αλλά δεν πρέπει να μιλήσω. Δεν με αφορά, όπως λέει και η Ανδριάνα.

Κι επειδή αναφέρεσαι διαρκώς στην οικογένεια, θα σου πω ότι ιδέα δεν έχεις τι πάει να πει αυτή η λέξη.  Οικογένεια σημαίνει αγάπη, δοτικότητα αλλά και υποχρεώσεις.  Για εμάς τις παλιές, ορισμένες φορές οι υποχρεώσεις είναι πολλές αλλά η αγάπη περισσεύει.

Στο δικό μου σπίτι δεν θέλω να ξανάρθεις …»

«Μητέρα τι λες, θα με αναγκάσεις …»

«Τι Γρηγόρη θα σε αναγκάσω να κάνεις; Να ανοίξεις την πόρτα και να φύγεις; Μήπως λέω ψέματα; Μαζί δεν τα κουβεντιάζαμε τις προάλλες;

Λοιπόν έχουμε και λέμε, στο δικό μου σπίτι δεν θα ξαναπατήσεις Δήμητρα, είσαι τόσο μολυσμένη όσο και η Στέλλα. Ακούω τα ονόματά σας και γυρνάει το στομάχι μου ανάποδα και Ανδριάνα κλείσε το στόμα σου επιτέλους!»

«Μήπως μπορώ να πιώ κάτι;» ρώτησε ο Σπύρος.

«Νερό ή ξύδι» απάντησε η Ρόζα, τον κάρφωσε με το βλέμμα και συνέχισε.

«Έρχεσαι εδώ μέσα και μασαμπουκιάζεις ό,τι και όσο βρεις. Ούτε για ένα χρόνια πολλά δεν σηκώνεις το τηλέφωνό σου …»

«Μα τι μικροαστικά σχόλια είναι αυτά;» είπε η Δήμητρα ψάχνοντας να βρει την τσάντα της.

«Ενώ εσύ μέσα στη βαθειά κουλτούρα, άφησες το παιδί σου να μαραζώσει μέσα στην κατάθλιψη και τώρα το πουλάς στον μουσικάντη για την ξεφορτωθείς μαζί με τις ευθύνες σου. Αλήθεια πόσο πάει η εγγονή μου στο ζύγι μου λες;» φώναξε η Ρόζα «έξω από το σπίτι μου παλιοθήλυκο που το μόνο που σε νοιάζει είναι τι θα κληρονομήσεις και μόλις έμαθες για την Γαρυφαλλιά θυμήθηκες ότι έχεις οικογένεια και το λέω σε όλους σας, αν η Φαίδρα δεν πάει σε γιατρό κι αν δεν σταματήσετε αυτό τον γάμο, ο Γρηγόρης αποκληρώνεται».

«Και τι θα τα κάνεις ρε μάνα τόσο λεφτά;» ρώτησε ο Σπύρος που ένοιωθε ότι τίποτα από όλα αυτά δεν τον αφορούσε.

«Εσύ να μην μιλάς» του απάντησε.

«Εγώ φεύγω» είπε η Δήμητρα και δεν χαιρέτισε κανέναν τους.

«Στα τσακίδια» είπε μέσα από τα δόντια της η Ρόζα.

Η εξώπορτα κοπάνησε με δύναμη.

«Μάνα τι έκανες;»
«Τι φοβάσαι βρε Γρηγόρη, μην σε παρατήσει η λεγάμενη;»
«Όχι, αλλά έχουμε μαζί ένα παιδί, δεν λέγονται τέτοια πράγματα. Τώρα όλα θα γίνουν χειρότερα».
«Και θα δέχομαι τις προσβολές της για πόσο ακόμα; Τι φαντάζεσαι ότι θα ζω για πάντα; Ότι θα βάλω τροχονόμο τη Δήμητρα στη ζωή μου που δεν ξέρει που αφήνει τα βρακιά της; Κι εσύ να την ανέχεσαι κι όλοι να γελάνε πίσω από την πλάτη σου; Γιατί; Για να μην μεγαλώσει η Φαίδρα με χωρισμένους γονείς;»
«Τα έχουμε πει».
«Σοβαρά; Κολοκύθια με την ρίγανη έχουμε πει. Αν ήθελες να έχεις την επίβλεψη του παιδιού σου, να έμενες εδώ και ας ήσουν και κερατάς, αφού έτσι σου γουστάρει εμένα μου περισσεύει. Πασαλείμματα έχεις κάνει Γρηγόρη και σαν φτάσεις στην ηλικία μου, όλα θα τα πληρώσεις από το κυνηγητό που θα σου στήσουν οι ερινύες. Η Φαίδρα είναι η δικαιολογία σου, ό,τι κι αν λες. Αν νοιαζόσουν πραγματικά, θα έμενες εδώ και δεν θα ψάχναμε να σε βρούμε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα με την δικαιολογία της δουλειάς. Ξώμεινες  με την Δήμητρα από μια άρρωστη εξάρτηση που έχεις μαζί της και σε αυτό φταίω εγώ».

«Δεν θέλω να ακούσω τίποτα άλλο».

«Και ο Σπύρος κι εσύ διαλέξατε γυναίκες σατράπηδες, γιατί όπως λέει και η Βέρα, αυτό σας έμαθα. Μια ισχυρή μάνα κινδυνεύει να δημιουργήσει ευνουχισμένα παιδιά κι εγώ αυτό το πέτυχα διάνα».

Η Ρόζα έπιασε το κεφάλι της.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε ανήσυχη η Ανδριάνα.

«Καλάθια είμαι αλλά τέλος πάντων. Δεν ήρθε η ώρα μου ακόμα να ψοφολογήσω. Σας ήθελα όμως και τους τρεις σας μαζί κι ας μην είναι σήμερα η κατάλληλη ημέρα».

«….»

«Σωστά, εγώ πρέπει να μιλήσω» είπε, κούνησε το κεφάλι, άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό και συνέχισε «θέλω να σας ζητήσω μια μεγάλη συγγνώμη».

Ο Γρηγόρης, ο Σπύρος και η Ανδριάνα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με απορία. Ήξεραν ότι πολλές φορές άρεσε στην Ρόζα να γίνεται δραματική αλλά αυτό ήταν κάτι που δεν το περίμεναν.

«Τι με κοιτάτε σαν ζουλάπια; Με έφαγε η αγάπη και η αδυναμία μου αλλά και ο εγωισμός μου, ας το παραδεχτούμε» είπε κάνοντας μια παιδιάστικη γκριμάτσα. «Ξέρω γιατί ήρθατε εδώ,  για την Ολυμπία και την Γαρυφαλλιά αλλά ας μην μου κουβαλάγατε τη Δήμητρα να τα λέγαμε, τώρα έχω κουραστεί.

Γρηγόρη, τράβα βρες τη γυναίκα σου αλλά εδώ μέσα μην μου την κουβαλήσεις άλλη φορά. Βλέπεις, όταν μεγαλώσεις αρκετά, τα φίλτρα του καθωσπρεπισμού εξαφανίζονται. Κι εγώ είμαι πολύ μεγάλη πια για να κάνω εκπτώσεις του εαυτού μου. Εσύ με τη ζωή σου κάνε ό,τι κρίνεις.

Σπύρο, αν θες να πίνεις και να δηλητηριάζεις τον εαυτό σου θα το κάνεις έξω από αυτό το σπίτι. Εδώ μέσα θα σέβεστε όλοι σας την ηλικία μου και τις αντοχές μου. Έγινα αντιληπτή;» ρώτησε και χωρίς να περιμένει απάντηση συνέχισε.

«Αφήστε με μόνη με την Ανδριάνα, θέλω λίγο να ξεκουραστώ» είπε, άνοιξε την αγκαλιά της και τους έκλεισε μέσα της όπως τότε που ήταν δυο μικρά αγόρια.

Ο εκνευρισμός του Γρηγόρη φαινόταν από το πόσο γρήγορα ανοιγόκλεινε τα ρουθούνια του, λέξη όμως δεν είπε. Μήπως έλεγε και ποτέ;

Οι δυο γυναίκες καθόταν η μια απέναντι από την άλλη χωρίς να μιλάνε. Η μηχανή του αυτοκινήτου του Σπύρου ακούστηκε μέσα στην σιγαλιά.

«Να είσαι σίγουρη, ότι θα μου κρεμάσουν κουδούνια με αυτά που είπα τώρα που θα βρεθούν οι δυο τους. Άσε που θα πάνε να τα πιούνε παρέα» είπε στην Ανδριάνα.

Η ανιψιά της μην πιστεύοντας ακόμα αυτά που είχαν διαδραματιστεί, την κοίταξε λέγοντας «είσαι με τα καλά σου; Πέταξες την Δήμητρα από το σπίτι; Καταλαβαίνεις τι έχει να γίνει;».

«Ναι, ξεβρόμισε λίγο ο τόπος» είπε και της έκανε νόημα να καθίσει κοντά της. «Έχεις την εντύπωση ότι θα αφήσω το σπίτι στο λόφο προίκα στις νυφάδες μου;  Σας γελάσανε βέβαια και να σου πω, φώναξε την Ολυμπία, θα έχει γκανιάξει εκεί πάνω μόνη της».

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here