Η Ρόζα χτένιζε τα μαλλιά της και παρατηρούσε τις ρυτίδες του προσώπου της μισοκλείνοντας τα μάτια. Χρόνια, έννοιες, χαρές, λύπες, αγωνίες και χαμόγελα. Η διαδρομή της ζωής της ζωγραφισμένη στον καμβά του προσώπου της. Άγγιξε με τα ακροδάχτυλά της τις αυλακώσεις στο δέρμα της, σαν να χαϊδεύει ασυναίσθητα και με τρυφερότητα τα αποτυπώματα των χρόνων που πέρασαν. Η ατίθαση μπούκλα, έπεσε ανέμελη στο πρόσωπό της, κάνοντας όπως πάντα το δικό της καπρίτσιο . Το ήξερε, ότι αυτή η τσαχπινιά μιας τούφας μαλλιών,  της πρόσδιδε μια φρεσκάδα. Χαμογέλασε.

Σηκώθηκε και με σταθερό αλλά αργό βήμα, κατευθύνθηκε προς την ντουλάπα της.  Στη σημερινή συνάντηση ήθελε να είναι και να φαίνεται επιβλητική.

Το τελευταίο ξέσπασμα που είχε, την έκανε να καταλάβει ότι είχε αρχίσει να καταθέτει τα όπλα. Δεν θα γινόταν τώρα αδύναμη, αυτό δεν το επέτρεπε στον εαυτό της. Είχε φτάσει στο σημείο να μπορεί επιτέλους να κατανοήσει τα λάθη του παρελθόντος κι αν όχι όλα, τουλάχιστον αρκετά από αυτά και να μπορεί πια να μην κρύβεται πίσω από τις σκιές της. Να στέκεται όρθια και να αποδέχεται την ανθρώπινη φύση της. Τις αδυναμίες της και τις στραβοτιμονιές της.

Την ενοχλούσε η αδυναμία. Έλεγε πάντα ότι ‘’οδηγούσε στον προσωπικό ξεπεσμό των ανθρώπων’’ κι αυτό της δημιουργούσε αποστροφή. Θα στεκόταν στο ύψος των περιστάσεων όπως άρμοζε στον χαρακτήρα της και θα έδινε άλλη μια μάχη με τα στοιχειά που στο παρελθόν την τρόμαξαν.

Διάλεξε ένα μπλε σκούρο μεσάτο ταγιέρ κι ένα πολύχρωμο μεταξωτό φουλάρι στις αποχρώσεις του πορτοκαλί, του λευκού και τουρκουάζ για να το δέσει στο λαιμό της. Φόρεσε τη χρυσή πλεχτή αλυσίδα της και ένα μικρό κροκό ζωνάκι στη μέση της. Συνδύασε τσάντα και γόβες χαμηλοτάκουνες κι ας μην ήταν αυτή η τελευταία λέξη της μόδας. Ήξερε καλά την ηλικία της και τιμούσε με τον τρόπο της αυτά που είχε μάθει. Η κλασική ομορφιά και το σικάτο ντύσιμο δεν σήκωναν υπερβολές.

Δύο σταγόνες από το άρωμά της πίσω από τα αυτιά, τα γάντια της, το κασμιρένιο της παλτό και ήταν έτοιμη.

Έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη και ζωγράφισε τα χείλη της με προσοχή. Κραγιόν ουδέτερο. Το φουλάρι έδινε τόσο χρώμα στο πρόσωπό της όσο της χρειαζόταν.

«Ολυμπία ειδοποίησε ένα ταξί κορίτσι μου» είπε καθώς κατέβαινε τη σκάλα με προσοχή κρατώντας την ξύλινη κουπαστή.

Κούμπωσε το ζεστό παλτό της και μπήκε στο ταξί. Ο οδηγός της κράτησε με ευγένεια την πόρτα. «Δεν θα αργήσω να γυρίσω» είπε καθώς έκλεινε μαλακά η πόρτα πίσω της.

Η διαδρομή τους προς το Κολωνάκι, της θύμισε ότι είχε αρκετό καιρό να βγει από το σπίτι. Οι κοσμικοί γνωστοί είχαν πια λιγοστέψει και οι συναντήσεις με τις φίλες της σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο των Αθηνών για τον καφέ της εβδομάδας, είχαν λήξει προ καιρού. Πως είχαν γίνει έτσι; Είχε έρθει ο καιρός να πάρει τις καταστάσεις ξανά στα χέρια της. Δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της να βολευτεί στην ραστώνη που της προσέφερε το σπίτι στο λόφο, ούτε η δικαιολογία του περασμένου της ηλικίας της.

Το σπίτι στο λόφο … Μια άλλη σκοτούρα που προσπαθούσε να αποφύγει.

«Εδώ είσαστε καλά;» ρώτησε ο οδηγός βγάζοντας την Ρόζα από τις σκέψεις της.

Ανοιγόκλεισε τα μάτια, κοίταξε την είσοδο με την διπλή σιδερένια βαριά πόρτα και απάντησε «ναι, φυσικά» άνοιξε το πορτοφόλι της, πλήρωσε αφήνοντας ένα γενναιόδωρο φιλοδώρημα κι ο οδηγός τη βοήθησε να κατέβει.

Φόρεσε τα γυαλιά της, χτύπησε το σωστό κουδούνι κι ανέβηκε τα επτά σκαλιά της εισόδου.

Οι παλιές πολυκατοικίες, όσο περιποιημένες κι αν ήταν, είχαν αυτή τη γνώριμη μυρωδιά. Περίμενε το ασανσέρ και η άδεια θέση του θυρωρού της έφερε μια μελαγχολία.  Οι μεγάλες μαρμάρινες σαν σκακιέρα πλάκες, κάποτε θα είχαν γνωρίσει μεγάλες δόξες. Παραδίπλα ήταν τότε το ζαχαροπλαστείο Dolce με τις υπέροχες τούρτες. Τι θυμήθηκε τώρα;

Η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε και μια βιαστική νέα κοπέλα βγήκε σχεδόν τρέχοντας.

«Αυτά τα νέα παιδιά» σκέφτηκε και πάτησε το κουμπί για να την οδηγήσει στον δεύτερο όροφο.

Η Βέρα την περίμενε στην πόρτα από σεβασμό.

«Με γέμισε έκπληξη το τηλεφώνημά σας» της είπε αφού την καλωσόρισε. Προπορευόμενη, την οδήγησε στο γραφείο της και ζήτησε από την γραμματέα της δυο φλιτζάνια καφέ τα οποία έφτασαν κοντά τους, σε χρόνο αστραπή.

«Δεν νοιώθω άνετα με τον πληθυντικό. Όχι όταν πρόκειται να μοιραστώ κομμάτια της προσωπικής ζωής μου» είπε βγάζοντας τα γάντια της.

Η Βέρα κούνησε το κεφάλι με κατανόηση και της είπε τη φράση από την αρχή.

«Με εξέπληξε το τηλεφώνημά σου Ρόζα».

Η μεγάλη γυναίκα χαμογέλασε και περιεργάστηκε το χώρο. «Αποπνέει μια ηρεμία» της είπε «κι εσύ μια σιγουριά. Η σιγουριά της φωνής σου με έφερε στο κατώφλι σου κι όχι τόσο οι συστάσεις της ανιψιάς μου».

«Σε ακούω» την ενθάρρυνε η Βέρα για να ξεκινήσει κι αυτό που η ίδια ένοιωσε, ήταν ένας μεγάλος θαυμασμός για τη γυναίκα αυτή. Πόσοι άνθρωποι είχαν τα ‘’κότσια’’ στην ηλικία της Ρόζας να οδηγηθούν στο γραφείο ενός ψυχολόγου και τι να ήθελε να αλλάξει τώρα; Ήταν γεμάτη από περιέργεια κι ενδιαφέρον να ακούσει την ιστορία της.

Η Ρόζα άρχισε την εξιστόρηση της χωρίς περιστροφές και η απάντησή της ήταν άμεση, σαν να είχε τρυπώσει στο μυαλό της όμορφης αυτής γυναίκας με τον ψηλό λεπτό λαιμό που της θύμιζε κύκνο.

«Συνειδητοποίησα πρόσφατα ένα κατεβατό από λάθη που έχω κάνει στην προσπάθειά μου να μεγαλώσω σωστά τα παιδιά μου. Το σκέφτηκα πολύ πριν έρθω να σε βρω. Η ερώτηση που έθετα στον εαυτό μου ήταν ‘’τι θα μπορούσε να αλλάξει με την δικιά σου βοήθεια στη ζωή μου’’. Στην αρχή η απάντηση ήταν ‘’τίποτα’’ γιατί Βέρα μου στην ηλικία μου τα περιθώρια στενεύουν κι εγώ δεν έχω χρόνο για να σπάσω τα εσωτερικά μου νταμάρια και να διορθώσω τα λάθη μου. Μπορώ όμως να ρωτήσω ‘’πως μπορεί να βοηθηθεί ο Σπύρος που έχει πρόβλημα με το αλκοόλ;’’ Ποιος μπορεί και τι μπορεί να κάνει;» ρώτησε και η αγωνία ήταν ζωγραφισμένη στα μάτια της.

«Το αλκοόλ είναι η πιο δύσκολη μορφή εθισμού Ρόζα. Υπάρχει παντού, είναι τόσο εύκολο να το βρεις που το πουλάνε ακόμα και στα περίπτερα στο Σύνταγμα. Η διαδρομή είναι μια και μοναδική, να το θέλει ο ίδιος. Αν δεν θελήσει ο ίδιος ο Σπύρος να κάνει το μεγάλο άλμα, την υπέρβαση, τίποτα δεν μπορεί να συμβεί».

«Δεν υπάρχουν φάρμακα; Δεν υπάρχει κάτι για να βοηθηθεί;»

«Φυσικά και υπάρχουν φάρμακα και εξειδικευμένοι ψυχίατροι που σε συνδυασμό με την υποστήριξη ενός ψυχολόγου θα μπορούσαν να κάνουν θαύματα. Επαναλαμβάνω όμως, μόνο αν το θέλει ο ίδιος».

«Θα τον αναλάμβανες;» ρώτησε κοντανασαίνοντας η Ρόζα.

«Όχι» απάντησε η Βέρα και συνέχισε «ο Σπύρος δεν εμπιστεύεται τις γυναίκες, ειδικά τώρα που τον εγκατέλειψε η Στέλλα. Η οργή του Σπύρου πρέπει να καταλαγιάσει μέσα από τις συνεδρίες που θα κάνει με έναν άντρα ψυχολόγο. Μεταξύ τους θα βρουν έναν δικό τους κώδικα επικοινωνίας. Σε εμένα πολλά πράγματα θα ντραπεί να τα εξομολογηθεί και θα αμφισβητήσει αυτά που εγώ θα του πω. Ο Σπύρος βρίσκεται στη φάση που θα απαξιώσει κάθε γυναίκα».

«Και τι προτείνεις να κάνω;»

«Να του μιλήσεις Ρόζα έξω από τα δόντια. Όπως μιλάνε οι ενήλικες μεταξύ τους κι όχι όπως φέρεται η μητέρα στο ανήλικο παιδί της. Ας ξεκουκουλώσουμε τις αλήθειες κι ας σπάσουμε το απόστημα. Μπορείς; Αντέχεις;»

Η μεγάλη γυναίκα κούνησε το κεφάλι της. «Καταλαβαίνω πολύ καλά τι θέλεις να πεις, ή έτσι τουλάχιστον νομίζω» είπε.

«Άρα είσαι έτοιμη για το δικό σου επόμενο βήμα. Ξέρεις Ρόζα, βοηθώντας τα παιδιά μας να ωριμάσουν, ωριμάζουμε κι εμείς μαζί» είπε η Βέρα.

Η γυναίκα την κοίταξε κατευθείαν στα μάτια. «Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ έτσι αυτό» είπε κι ετοιμάστηκε να φύγει.

Άνοιξε την τσάντα της και η Βέρα τη σταμάτησε χωρίς να δέχεται κουβέντα.

«Ούτε να το σκεφτείς» της είπε και κάνοντας μια κίνηση σαν αίλουρος βρέθηκε δίπλα της, την προσπέρασε και άνοιξε την πόρτα του γραφείου της. «Πήγαινε σπίτι σου σκέψου αυτά που είπαμε και μην με στενοχωρείς» της είπε η νέα γυναίκα χαμογελαστά.

Η Ρόζα έστησε το κορμί της υπερήφανα και της είπε «σε ευχαριστώ για την ανωτερότητά σου αλλά πως θα  μπορέσω να χτυπήσω ξανά το κουδούνι σου αν σε χρειαστώ;»

«Την επόμενη φορά θα το τακτοποιήσουμε, μέχρι τότε σκέψου αυτά που είπαμε κι ότι θελήσεις είμαι εδώ».

«Χρειάζομαι βοήθεια Βέρα, να έχω τουλάχιστον το όνομα και το τηλέφωνο του ψυχολόγου και του ψυχιάτρου. Μπορείς;»

Η κοπέλα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, κάθισε στο γραφείο της και έγραψε σε μια κόλλα χαρτί τα ονόματα δυο από τους καλύτερους ειδικούς που της ζήτησε η Ρόζα. Το δίπλωσε και της το έδωσε.

Η γυναίκα το έβαλε στην τσάντα της και έφυγε σφίγγοντας δυνατά το χέρι της Βέρας.

«Σε ευχαριστώ όσο δεν φαντάζεσαι» είπε κι έφυγε.

Στο σπίτι στο λόφο έφτασε έχοντας κάνει άλλη μια στάση στο γραφείο του δικηγόρου της. Όταν άνοιξε την πόρτα του σπιτιού, ένοιωθε ήδη αποκαμωμένη. Είχε μπροστά της ακόμα μεγάλη διαδρομή να διανύσει μέχρι να φτάσει η ώρα να ξαποστάσει.

Πήγε στο μεγάλο σαλόνι για να μπορεί να κάνει τα τηλεφωνήματά της ανενόχλητη και ζήτησε από την Ολυμπία να της φτιάξει ένα φλιτζάνι αρωματική λουΐζα. Πήρε το φορητό τηλέφωνο και χωρίς να το σκεφθεί δεύτερη φορά, σχημάτισε τον αριθμό του γραφείου του Σπύρου.

Περίμενε στο ακουστικό μέχρι η γραμματέας του να την συνδέσει. Κοίταζε τα δάχτυλα της με τα κοντοκομμένα και περιποιημένα νύχια κι έπαιξε νευρικά με τη βέρα και το μονόπετρο της.

«Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν με καλείς στο κινητό» γκρίνιαξε ο Σπύρος.

Η Ρόζα αδιαφόρησε και δεν του απάντησε στο ερώτημά του. Είπε όμως «το θέμα είναι σοβαρό, δεν είναι υγείας για την ώρα τουλάχιστον και πρέπει να σε δω χωρίς αναβολή σήμερα. Τι ώρα μπορείς να έρθεις;»

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο γιός της από την άλλη άκρη της γραμμής.

«Πες μου μόνο τι ώρα θα έρθεις» επέμεινε η Ρόζα.

«Μόλις φύγω από το γραφείο» είπε μουδιασμένα ο Σπύρος.

«Τώρα» ούρλιαξε η Ρόζα «κι αυτό είναι διαταγή» είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο πριν προλάβει να αντιδράσει ο Σπύρος.

«Ολυμπία, σε παρακαλώ φτιάξε κάτι να φάμε έρχεται ο Σπύρος» είπε κι έμεινε ακούνητη στη θέση της και ντυμένη χωρίς να βγάλει καν τα παπούτσια της.

Το φρενάρισμα που έκαναν οι ρόδες του αυτοκινήτου του Σπύρο και το κοπάνημα της πόρτας του συνοδηγού, ακούστηκαν μέχρι μέσα στο σπίτι. Ο άντρας άνοιξε την βαριά ξύλινη εξώπορτα με  τα κλειδιά του και μπήκε στο μεγάλο σαλόνι που καθόταν η Ρόζα με φούρια.

«Δεν μου αρέσει να μου δίνουν διαταγές και πολύ περισσότερο σε αυτό τον τόνο» είπε σε έντονο τόνο.

Η Ρόζα έπαιζε με τα δαχτυλίδια της, σήκωσε τα φρύδια της και δεν απάντησε. Το τελευταίο που χρειαζόταν αυτή την στιγμή ήταν να παίξουν το παιχνίδι των αψιμαχιών.

«Άσε αγόρι μου τον εγωισμό σου στην άκρη και κάτσε να μιλήσουμε» είπε.

«Τι συμβαίνει;»

Προς στιγμή η Ρόζα ένοιωσε να δένεται η γλώσσα της κόμπος, πήρε μια βαθειά ανάσα και συνέχισε.

«Χωρίς περιστροφές και πολλά λόγια, παρ’ όλο που ξέρω ότι θα κονταροχτυπηθούμε, έχω να σου πω δυο λόγια που καθόλου δεν θα σου αρέσουν. Κάποιος όμως πρέπει να κάνει την αρχή και ο κλήρος πέφτει σε αυτόν που σε αγαπάει περισσότερο, δηλαδή σε εμένα. Πίνεις Σπύρο, πίνεις τόσο πολύ που δεν ξέρω αν πρέπει να σε χαρακτηρίσω πότη, μπεκρή ή αλκοολικό».

«Πως τολμάς;»

«Είμαι η μάνα σου και μπορώ και τολμάω» απάντησε η Ρόζα. «Τόσο καιρό κάθομαι αμίλητη και κρύβομαι πίσω από τα δικά μου λάθη και σε αφήνω να οδηγείς τον εαυτό σου με ιλιγγιώδη ταχύτητα στον γκρεμό. Εδώ είμαστε για να με κάνεις να καταλάβω τι λάθη κάναμε ο πατέρας σου κι εγώ και σε έχουμε φέρει σε αυτό το σημείο. Να πίνεις για να κάνεις τι; Να ξεχάσεις; Να βρεις το θάρρος να μιλήσεις; Να χαρείς; Τι τέλος πάντων πρέπει να ξέρω» είπε έντονα η Ρόζα και τα γέρικα χέρια της άρχισαν να τρέμουν.

Ο Σπύρος είχε κατεβάσει το κεφάλι.

«Θα περάσει, δεν είναι τίποτα, να τελειώσουν όλα αυτά με την Στέλλα» είπε «και να μπορέσω να χτίσω από την αρχή μια καλή σχέση με την Μυρτώ» συμπλήρωσε.

«Η Στέλλα Σπύρο πίσω δεν θα γυρίσει μην γελιέσαι. Ό,τι είχε να κερδίσει από εσένα το κέρδισε, μην τα λέμε από την αρχή. Αυτό όμως που δεν έχεις καταλάβει, είναι ότι θα χάσεις το παιδί σου για πάντα, όσο στο ποτήρι σου κουδουνίζουν παγάκια και ρέει άφθονο το αλκοόλ. Ποιο παιδί θέλει για πατέρα έναν μπεκρή μου λες; Κανένα, αυτό στο υπογράφω και σε λίγο δεν θα σε θέλουν ούτε οι φίλοι σου, ούτε οι συνεργάτες σου αλλά ούτε και η οικογένειά σου».

«Άσε με ήσυχο και μην ανακατεύεσαι παντού» είπε με σφιγμένα τα δόντια ο Σπύρος.

Η Ρόζα δεν του έδωσε καμία σημασία.

«Ξέρεις που ήμουν σήμερα το πρωί;» τον ρώτησε και χωρίς να περιμένει την απάντησή του, του διηγήθηκε την σύντομη συνάντηση που είχε με την Βέρα αφήνοντας τον γιο της με το στόμα ανοιχτό. «Δεν έχεις να πεις τίποτα σωστά;» τον ρώτησε σε πιο ήπιο τόνο. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα δίπλα από το τζάκι που ήταν κουλουριασμένη και πήγε προς την καρέκλα που είχε αφήσει την τσάντα της. Έβγαλε την λευκή σελίδα με τα ονόματα που της είχε γράψει η Βέρα, την κράτησε στο χέρι της κι επέστρεψε στη θέση της.

«Αυτά» ξεκίνησε να του λέει «είναι οι δυο άνθρωποι που πρέπει να επισκεφθείς και να ζητήσεις βοήθεια. Το θέμα μου όμως είναι αν θέλεις να ζητήσεις βοήθεια, αν θέλεις να απαλλαγείς από αυτό το χτικιό κι αν θέλεις να κερδίσεις πίσω και τα δυο σου παιδιά. Η Μυρτώ είναι πάνω στην εφηβεία και να είσαι σίγουρος ότι είσαι η κρυφή ντροπή της. Άσε που η Στέλλα προκειμένου να την κρατήσει κοντά της, θα της τριβελίζει το μυαλό με την κατάντια σου και θα χρησιμοποιεί υπόγειους τρόπους αλλά και λέξεις που μπορεί να μην σου αρέσει να τις ακούς, όμως θα την κάνεις να έχει δίκιο. Να έχει η Στέλλα δίκιο, δεν που φτάσαμε!

Ο Νικόλας είναι άλλο παιδί, έχει πιο αγνή καρδιά γιατί είναι άντρας, η ζημιά όμως έχει γίνει. Έχεις παρατηρήσει ότι δεν βάζει στο στόμα του ούτε μια γουλιά μπύρας; Τον ρώτησες ποτέ γιατί; Να σου πω εγώ, γιατί δεν αντέχει να βάζει στο στόμα του αυτό που βλέπει να καταστρέφει εσένα. Είναι νέος κι ακόμα σε ανέχεται αλλά μέχρι πότε φαντάζεσαι ότι θα γίνεται αυτό; Μόλις βρει μια γυναίκα την οποία θα θελήσει να εμφανίσει στην οικογένειά του ξέρεις τι θα νοιώσει; Ντροπή, όπως ντροπή νοιώθει ή θα νοιώσει και η Μυρτώ για τους ίδιους λόγους.

Ο πατέρας σου κι εγώ κάναμε σίγουρα ένα σωρό με λάθη. Εσύ πίνεις κι ο άλλος γυρνάει τον κόσμο όλο φορώντας περήφανα το στέμμα του κερατά και παριστάνει τον χαρούμενο. Τρομάρα του αλλά θα έρθει και για εκείνον η ώρα.

Μεγαλώσατε όμως Σπύρο και τώρα δεν έχετε εσείς δικαιολογία απέναντι στα παιδιά σας, ούτε στη ζωή σας. Εμείς σας δώσαμε ότι καλύτερο είχαμε. Σωστό, λάθος αυτό ξέραμε. Μέχρι εκεί μπορούσαμε, αυτά ξέραμε και ακολουθήσαμε τους κανόνες της κοινωνίας όπως άρμοζε στην εποχή μας. Οδηγίες χρήσεως για γονείς δεν υπάρχουν. Για τα δικά μας λάθη εγώ θα ζητήσω συγγνώμη αλλά δεν σας κακοποιήσαμε δα για να φτάσουμε και στο άλλο άκρο. Να είμαστε ειλικρινείς. Εσύ από τα δικά σου τα παιδιά τι θα ζητήσεις κατανόηση; Και τι φαντάζεσαι ότι θα σου την δώσουν; Κι αν ακόμα σε συγχωρέσουν για τις ‘’μοναδικές στιγμές αγωνίας’’ που τους έχεις χαρίσει, εσύ θα νοιώθεις καλά και θα συνεχίσεις να πίνεις;»

«Σε βρίσκω υπερβολική» είπε ο Σπύρος μα δεν πρόφτασε να συνεχίσει.

«Σε αυτό το χαρτί βρίσκονται τα ονόματα δυο ειδικών. Ενός ψυχιάτρου κι ενός ψυχολόγου τους οποίους και θα τους επισκεφθείς, είτε το θέλεις είτε όχι».

«Με εκβιάζεις;»

«Αυτό είναι ξεκάθαρο. Καθώς θα προετοιμάζεσαι για την επίσκεψη σου όμως, φρόντισε ένα πράγμα. Να ωριμάσεις και να σταματήσεις να κλαψουρίζεις για μικροπράγματα που μπορεί να σου φταίνε αλλά κι αν ακόμα σε βολεύει έτσι να πιστεύεις, να σου υπενθυμίσω ένα πράγμα. Ο χρόνος πίσω δεν γυρνάει. Ό,τι έγινε, έγινε. Φρόντισε να προχωρήσεις μπροστά και να γίνεις άντρας κι αυτά τα καραγκιοζιλίκια να τα αφήσεις πίσω σου. Κατάλαβες;»

«Πολύ σίγουρη δεν είσαι για τον εαυτό σου μάνα; Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα ακολουθήσω το δρόμο που εσύ θέλεις και όχι αυτόν που θέλω εγώ;»

«Φυσικά και θα κάνεις αυτό που εσύ θέλεις, είναι αναφαίρετο δικαίωμά σου. Ας μην ξεχνάμε ότι είσαι ενήλικας, το ίδιο όμως θα κάνω κι εγώ Σπύρο μου».

«Δεν κατάλαβα τι εννοείς και με ποιο τρόπο με εκβιάζεις, γιατί αυτό κάνεις» είπε σχεδόν μέσα από τα δόντια του ο γιός της.

«Με αποκλήρωση. Ο κύριος Σταματόπουλος κατόπιν εντολής μου, ετοιμάζει την καινούργια διαθήκη έχοντας κρατήσει ήδη τα στοιχεία που του προσκόμισα και αιτιολογούν τη πράξη μου».

«Δεν μπορεί να με έκανες ρεζίλι μέσα στον επαγγελματικό μου χώρο» ούρλιαξε ο Σπύρος και πετάχτηκε σαν ελατήριο από την θέση του.

«Στο ορκίζομαι στην αδυναμία που σου έχω, μπορώ να κάνω και ακόμα χειρότερα φτάνει να σε δω να στέκεσαι στα πόδια σου» είπε και έφυγε, αφήνοντας τον Σπύρο μόνο για πρώτη φορά στη ζωή του να ξεμπλέξει τον γόρδιο δεσμό του.

«Και μην σκεφτείς να πας να κλαφτείς στην Ανδριάνα» είπε καθώς ανέβαινε την σκάλα για το δωμάτιό της «καιρός είναι να την αφήσουμε ήσυχη να ζήσει τη ζωή της όπως εκείνη την θέλει. Αρκετά μας ανέχτηκε».

Η Ολυμπία τον βρήκε ώρες αργότερα να τον έχει πάρει ο ύπνος κουλουριασμένος στον μεγάλο καναπέ. Το μόνο που έκανε ήταν ότι έφερε μια κουβέρτα και τον σκέπασε. «Τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά» σκέφτηκε κάνοντας μεταβολή για το δωμάτιό της. Η ώρα ήταν περασμένα μεσάνυχτα.

butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here