Ο Μανώλης, ξαπλωμένος δίπλα στην Ανδριάνα είχε αποκοιμηθεί. Ο ύπνος του ήταν ανάλαφρος και  γλυκός μετά την ένταση της έξαψης του έρωτά τους αλλά και το καταλάγιασμα της ηδονής. Το χέρι του, ανοιγμένο σαν φτερούγα την αγκάλιαζε όμορφα.

Η Ανδριάνα γύρισε το κεφάλι της και τον κοίταξε τρυφερά.

Είχε νοιώσει το τσίμπημα της ζήλιας βαθειά μέσα της κι αυτό την είχε ενοχλήσει. Σκέψεις, εικόνες, ανασφάλειες και ερωτηματικά αναπάντητα.  Όλα μαζί μπουρδουκλωμένα μέσα στο κεφάλι της, την αναστάτωναν. Περισσότερο όμως απ’ όλα όμως, την ενοχλούσαν τα μονοπάτια που το μυαλό της την οδηγούσε.

Ζήλια, ανασφάλεια και αμφιβολία για τον εαυτό της Γιατί;

Γλίστρησε αθόρυβα από το κρεβάτι, φόρεσε ότι πιο ζεστό βρήκε μπροστά της και πήγε στην κουζίνα, κλείνοντας την ενδιάμεση πόρτα για να μην ξυπνήσει τον Μανώλη.

Άνοιξε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, γέμισε το ποτήρι της και τα έβαλε σε ένα δίσκο μαζί με κριτσίνια και τυρί.

Πήγε στο σαλόνι, άνοιξε το φως και έβαλε τη μουσική όσο πιο χαμηλά μπορούσε.

Get yourself another fool, τραγουδούσε ο Sam Cooke.

Χαμογέλασε. Έστρεψε τη μάτια της στον εσωτερικό της εαυτό και αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.

Τι της συνέβαινε και ένοιωθε τόσο μειονεκτικά και ελλιπής απέναντι σε αυτή την γυναίκα;

Η αλήθεια ήταν ότι ήθελε κι εκείνη να είναι σαν την Marjory. Είχε ανάγκη να το παραδεχθεί δυνατά, ότι ζήλευε αλλά δεν ήξερε ακριβώς τι.  Αυτό ήθελε να το σταματήσει τώρα. Ο μοναδικός τρόπος που γνώριζε, ήταν να μιλήσει με τον εαυτό της σαν να είχε απέναντί της την πιο στενή της φίλη.

Αυτή η γυναίκα τα είχε όλα και σε τέτοια ποσότητα που την έκανε να αναρωτιέται κατά πόσο ήταν δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι τόσο ευλογημένοι. Σαν πρωταγωνίστρια σε ανάλαφρη ταινία ένοιωθε. «Μα δεν γίνονται αυτά» μονολόγησε.

«Τι κάνεις εδώ;» ακούστηκε η φωνή του Μανώλη από τη μισάνοιχτη πόρτα.
«Σκεφτόμουν» απάντησε δαγκώνοντας αφηρημένα ένα κριτσίνι.
«Την Marjory να υποθέσω;»

Η Ανδριάνα κούνησε το κεφάλι της.

«Πάω να ντυθώ για να μην παγώσω κι εσύ φέρε άλλο ένα ποτήρι» είπε ο Μανώλης και εξαφανίστηκε για να επιστρέψει μέσα σε λίγα λεπτά.

«Λοιπόν ποιο είναι το πρόβλημά μας;» ρώτησε την Ανδριάνα πολύ σοβαρός.
«Ζήλεψα και αυτό καθόλου δεν μου αρέσει».
«Ναι, αλλά δεν είναι δικό μου το λάθος» είπε.
«Όχι δεν φταις και δεν ξέρω πώς να σου εξηγήσω όλα αυτά τα συναισθήματα που με κατέκλισαν. Θέλησα να κάνω όλα αυτά που κοροϊδεύω. Να ψάξω το κινητό σου, να σου ανοίξω το κεφάλι, να σου βάλω τις φωνές και να σου εκσφενδονίσω ένα παπούτσι».

Ο Μανώλης γέλασε.

«Όλα αυτά μαζί;»
«Ναι και καταλαβαίνεις ότι ντρέπομαι τον ίδιο μου τον εαυτό και που σου τα λέω και που τα νοιώθω. Καταλαβαίνω ότι δεν δείχνω καθόλου γοητευτική και όλο αυτό με κάνει να αισθάνομαι χειρότερα».
«Το κινητό το έψαξες; Και πες την αλήθεια» της είπε.
«Όχι» απάντησε η Ανδριάνα κοιτώντας τον κατευθείαν μέσα στα μάτια.
«Αν το είχες κάνει, ίσως να ξεμπερδεύαμε με αυτή την γελοία ιστορία μια και καλή» είπε ξεφυσώντας ο Μανώλης.
«Αν το είχα κάνει, η σχέση μας θα τελείωνε εδώ» απάντησε η Ανδριάνα.
«Γιατί;» ρώτησε ξαφνιασμένος.

Στον σαλόνι επικράτησε νευρική σιωπή λίγων δευτερολέπτων.

«Θα είμαι ειλικρινής. Δεν το σκέφτηκα να ψάξω το κινητό σου. Όχι γιατί είμαι υπεράνω αλλά γιατί έχω τους κωδικούς. Γιατί έχεις βάλει μέχρι και το δαχτυλικό μου αποτύπωμα. Γιατί αν τελικά θελήσεις  να κρύψεις κάτι θα βρεις τον τρόπο, όπως κι εγώ άλλωστε, όπως ο κάθε ένας μας. Ίσως αν μου έμπαινε η ιδέα να το έκανα. Τι να σου πω δεν έχω απάντηση».

«Είπες, ότι αν έψαχνες θα τελείωνε και η σχέση μας. Καλά κατάλαβα;»

«Ναι κι αυτό είναι κάτι που το έχω σκεφτεί χιλιάδες φορές. Αν δεν υπάρχει εμπιστοσύνη σε ένα ζευγάρι και ψάχνουμε ο ένας τις ‘’τσέπες’’ του άλλου, τότε ποιος ο λόγος να είμαστε μαζί; Μαζοχισμός είναι αυτό, δεν είναι σχέση».

«Δεν έχεις ψάξει ποτέ σου;»

«Ναι και δεν βρήκα τίποτα κι έτσι συνεχίσαμε εσύ κι εγώ σαν να μην τρέχει τίποτα».

«Πλάκα μου κάνεις;» ρώτησε ο Μανώλης έχοντας ανεβάσει τον τόνο της φωνής του.

«Καθόλου. Ήταν στην αρχή και δεν ήξερα αν όλα αυτά που μου έλεγες για τον γάμο σου ήταν αλήθεια. Δεν ήθελα να επενδύσω συναισθηματικά πάνω σου. Ήθελα να μην πονέσω άλλο, είχες αφήσει το κινητό ανοιχτό κι έκανα ότι δεν θα ήθελες να κάνω».

«Και τελικά τι κατάλαβες;»

«Κοίτα, αισθάνθηκα άσχημα, δεν είμαι υπερήφανη για αυτό, η αλήθεια είναι όμως αυτή. Ένοιωθα ανασφαλής και ευάλωτη».

«Και τώρα το ίδιο νοιώθεις με την Marjory. Γιατί Ανδριάνα;»

«Είναι τόσο πολύ τέλεια, τόσο πολύ όμορφη, έχει τόσο πλούτο που δεν χωράει στο μυαλό ενός καθημερινού ανθρώπου και θέλει εσένα. Δεν είναι μόνο το παρελθόν που έχεις μαζί της, είναι όλα αυτά που έχει, η πολυτέλεια, το μαγικό ραβδί που κρατάει στα χέρια της. Είναι πολλά, είναι πάρα πολλά για να ανήκουν όλα σε έναν άνθρωπο».

«Δεν έχω καταλάβει τίποτα. Τι σε ενοχλεί τελικά; Το παρελθόν μου μαζί της, τα λεφτά της, η ‘’υψηλή κοινωνία’’ στην οποία κυκλοφορεί; Ανδριάνα τι λες;»

«Ουφ, φαντάζομαι όλα αυτά μαζί»

«Το ουφ, πρέπει να το κάνω εγώ κι όχι εσύ. Το παρελθόν μου δεν μπορώ να το αλλάξω, το καταλαβαίνεις αυτό υποθέτω, όπως επίσης δεν μπορώ να αλλάξω τη ζωή της Marjory αλλά ούτε και τις καταθέσεις της και από εσένα είχα περισσότερες απαιτήσεις, όχι να φέρεσαι και να σκέφτεσαι έτσι».

«Το ξέρω».

«Αυτό το οποίο δεν ξέρεις όμως είναι αυτό που είπες πρώτο».

«Δεν θυμάμαι» είπε η Ανδριάνα κρατώντας το ποτήρι με το κρασί στο χέρι της και κουνώντας γύρω-γύρω και παρατηρώντας την κόκκινη δίνη.

«Θα το ζαλίσεις, άσε το ποτήρι κάτω, ή πιες τη γουλιά σου για να συνεχίσουμε» είπε ο Μανώλης φανερά εκνευρισμένος.

«Έχεις ενοχληθεί σωστά;»

«Περισσότερο απ’ ότι νομίζεις. Κρίνεις την Marjory ως τέλεια χωρίς να έχεις ιδέα, μόνο από τις εικόνες που βλέπεις στα περιοδικά. Αν είναι έτσι, αυτό θα μου επιτρέψεις να το κρίνω εγώ, έχοντας ένα παρελθόν μαζί της. Εσύ θα πρέπει να θυμάσαι ότι εγώ είμαι εδώ μαζί σου και όχι μαζί της. Κάποιο λόγο θα έχω. Ειλικρινά τώρα, τι φαντάστηκες, ότι αν η Marjory κι εγώ θέλαμε να είμαστε μαζί θα περιμέναμε να πάρουμε την έγκρισή σου; Έχεις σκεφθεί ότι όλες αυτές οι ανασφάλειές σου κατά βάθος με προσβάλουν;»

«Τι εννοείς σε προσβάλουν;»

«Είμαι εδώ στο ίδιο σπίτι μαζί σου και μοιράζομαι την κάθε μου στιγμή από επιλογή Ανδριάνα. Δεν υπάρχει καμία ανάγκη που να μας κρατάει δεμένους μαζί. Καταλαβαίνεις τι πολυτέλεια είναι αυτό; Κοίτα τι γίνεται δίπλα μας, πόσοι γάμοι υπάρχουν μόνο για τα παιδιά ή για τα οικονομικά ή για όλα μαζί. Μην πηγαίνεις μακριά, εγώ ο ίδιος με την Πηνελόπη πως ζούσαμε; Έτσι δεν ήταν η ζωή μας;  Πριν λίγο το είπες ότι δεν πίστευες αυτά που σου έλεγα, τι καταλαβαίνεις λοιπόν, ότι θα έκανα το ίδιο λάθος δεύτερη φορά;»

Η Ανδριάνα δεν ήξερε τι να απαντήσει.

«Το παρατράβηξα» είπε μόνο.
«Κοίτα, είμαστε αρκετά μεγάλοι για να παίζουμε δεν νομίζεις; Δεν κουράστηκες από όλα αυτά;» ρώτησε ο Μανώλης προσπαθώντας να καταλαγιάσει για λίγο την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα.

Η αλήθεια ήταν ότι τον ενοχλούσε η ανασφάλεια της Ανδριάνας. Την καταλάβαινε μέχρι ενός ορισμένου σημείου και την έβρισκε γοητευτική, ο ίδιος όμως δεν μπορούσε να ασχολείται με όλα αυτά.

«Έχεις δίκιο. Θα ξεκινήσω από αυτό και θα παραδεχθώ την αλήθεια έχω όμως κι εγώ ένα …»

Ο ήχος του εισερχόμενου μηνύματος στο κινητό του Μανώλη μόλις διέκοψε την πρότασή της. Κοιταχτήκαν στιγμιαία στα μάτια.

«Γλυκέ μου, είμαι ακριβώς κάτω από τα σπίτι σας και δεν ξέρω ποιο κουδούνι να χτυπήσω. Θα μου ανοίξετε εσείς ή να χτυπήσω όλα τα κουδούνια της πολυκατοικίας;» διάβασε δυνατά ο Μανώλης και συμπλήρωσε ελαφρώς ζαλισμένος «η Marjory είναι στην είσοδο του σπιτιού».

«Αποκλείεται» φώναξε η Ανδριάνα, «εδώ απαγορεύεται η κυκλοφορία στους δρόμους και αυτή είναι εδώ; Με δουλεύεις;» είπε και πετάχτηκε από τον καναπέ.

«Κοίτα και μόνη σου» είπε με ύφος αποσβολωμένο ο Μανώλης και της έδειξε την οθόνη του κινητού του.

Η Marjory από την είσοδο της πολυκατοικίας, καλούσε τον Μανώλη στο τηλέφωνο. Ο επίμονος ήχος της κλήσης, ακούστηκε εκκωφαντικός μέσα στο σαλόνι.

Έβαλε τις παλάμες στα αυτιά της και σχεδόν ούρλιαξε.

«Πέτα αυτό το βρωμοθήλυκο από το σπίτι μου. Πες της να πάει στα τσακίδια μην κατέβω κάτω και την αρχίσω στις κλωτσιές».

«Ανδριάνα ηρέμισε, να σου εξηγήσω …» είπε ο Μανώλης προσπαθώντας να την καλμάρει.

«Κατέβα τώρα κάτω και διώξε αυτό το τσουλί από τη ζωή μας. Είναι δική σου ευθύνη όλο αυτό Μανώλη και δεν είμαι καθόλου υπεράνω» ούρλιαξε καθώς άνοιγε το παράθυρο «θα κατέβεις εσύ ή εγώ διάλεξε γιατί τώρα δεν αστειεύομαι».

«Μωρό μου ησύχασε και δεν θα κατέβει κανείς κάτω».

«Αστειεύεσαι, θα αφήσω αυτή την γυναίκα να κάνει κουμάντο στη ζωή μας κι εμείς να μένουμε απαθείς; Είσαι με τα καλά σου; Και μετά φταίω εγώ και οι ανασφάλειές μου;»

Το κουδούνι της εξώπορτας χτύπησε. Στην αρχή ήταν ένα σκέτο ντριν, μετά από λίγο όμως, η Marjory το είχε πατήσει και δεν έβγαζε το δάχτυλο από πάνω του. Ταυτοχρόνως στο σταθερό τηλέφωνο καλούσε η Ρόζα.

«Δεν το πιστεύω αυτό που ζω. Η Ρόζα, τέτοια ώρα τι θέλει;» φώναζε η Ανδριάνα «και η τρελή στην πόρτα μας».

Ο Μανώλης έκλεισε το παράθυρο και άρπαξε το τηλέφωνο από τα χέρια της.

«Ρόζα» είπε με ήρεμη φωνή «όχι δεν μας ενοχλείς καθόλου, είσαι καλά; Ναι εδώ είναι δίπλα μου απλώς έχουμε ένα πρόβλημα με το κουδούνι απόψε και χτυπάει συνέχεια. Μισό λεπτό να σου δώσω την ανιψιά σου» είπε, ακουμπώντας τον δείκτη του δαχτύλου του στο στόμα κάνοντας την Ανδριάνα να καταλάβει ότι δεν έπρεπε να πει τίποτα στη θεία της.

«Είσαι καλά, συμβαίνει κάτι;» ρώτησε παριστάνοντας την αδιάφορη, η καρδιά της όμως χτυπούσε σαν παλαβή. Η Ρόζα από ένστικτο ίσως, καταλάβαινε ότι κάτι δεν πάει καλά. Που να μπορούσε να φτάσει το μυαλό της όμως;

«Σας ενοχλώ αγάπη μου; Δεν θέλω τίποτα, λίγο παρέα μόνο, να κουράστηκα αμπαρωμένη μέσα στο σπίτι».

Ο Μανώλης δεν έκλεισε το κινητό του τηλέφωνο, το ρύθμισε στο αθόρυβο, το άφησε πάνω στο τραπέζι του σαλονιού και πήγε στην κουζίνα.

«Ρόζα μισό λεπτό μην κλείσεις γιατί δεν σε ακούω από τον θόρυβο» είπε η Ανδριάνα.

Το κουδούνι τώρα χτυπούσε ρυθμικά. Μακρόσυρτα αλλά ρυθμικά, όπως έπρεπε για να τους σπάσει τα νεύρα.

«Μα πως ζείτε εκεί μέσα με τέτοιο θόρυβο;» ρώτησε.
«Περίμενε σου είπα» απάντησε η Ανδριάνα που παρακολουθούσε τον Μανώλη καθώς ψαχούλευε άτσαλα τα συρτάρια.

«Ρόζα θα σε πάρω σε λίγο».
«Καλά χρυσό μου δεν θέλω τίποτα, τα λέμε αύριο. Πες μου μόνο με ένα ναι ή με ένα όχι αν είσαστε καλά, κάτι με τρώει σήμερα».
«Ναι μια χαρά είμαστε μην ανησυχείς, το κουδούνι μας έχει σπάσει τα νεύρα μόνο».
«Ε, σπάστε το κι εσείς» απάντησε η Ρόζα γελώντας.

Ο Μανώλης είχε σκεφτεί ακριβώς το ίδιο.

«Που έχεις βάλει τη μικρή πένσα;»
«Στο τελευταίο συρτάρι με τα εργαλεία, δεν σε πιστεύω, δεν θα το κάνεις αυτό!» είπε σχεδόν γελώντας από την αμηχανία της.

Ο Μανώλης όμως είχε ήδη ανέβει σε μια καρέκλα και έκοβε τα καλώδια του κουδουνιού.

Η ησυχία στο σπίτι δεν υπήρξε ποτέ τόσο πολύτιμη όσο εκείνη την στιγμή.

Κοιτάχτηκαν στα μάτια και αναστέναξαν απολαμβάνοντας την ησυχία τους. Από το σαλόνι, μέσα στην απόλυτη σιγαλιά, ίσα που ακουγόταν ο ήχος της μουσικής. Αγκαλιάστηκαν και έσφιξαν ο ένας τον άλλον με δύναμη.

«Είσαι η πολυτιμούλα μου, θα το πάρεις χαμπάρι;» τη ρώτησε. Η Ανδριάνα δεν απάντησε μόνο σφίχτηκε λίγο παραπάνω στην αγκαλιά του.

Την σήκωσε στα χέρια και την πήγε στο σαλόνι. Την ξάπλωσε στον καναπέ λέγοντας «τώρα θα σε φροντίσω εγώ» και γέμισε τα ποτήρια τους με κρασί.

«Στην υγειά μας και το σημερινό να σου γίνει μάθημα» είπε στην Ανδριάνα που τον ρώτησε «τελικά τι συμβαίνει;»

«Η τέλεια Marjory, είναι εθισμένη σε ουσίες μωρό μου κι εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να έχω δίπλα μου έναν τέτοιο άνθρωπο» είπε.

«Και γιατί δεν μου το είπες ποτέ;»

«Γιατί δεν υπήρχε λόγος, γιατί δεν ήθελα να την εκθέσω, γιατί δεν σε αφορούσε, τώρα όμως έπρεπε να σου εξηγήσω» είπε και χάιδεψε το μάγουλο της Ανδριάνας.

Το χτύπημα στην εξώπορτα του διαμερίσματος και η φωνή της Marjory που ζητούσε τον Μανώλη, τους έκανε και τους δυο να πεταχτούν από τη θέση τους.

«Παίρνω την αστυνομία τώρα» είπε ο Μανώλης  «και ντύσου. Θα είναι μακριά η νύχτα απ’ ότι φαίνεται».

«Manolis» ακουγόταν η απόκοσμη φωνή της Marjory.

Η Ανδριάνα ανατρίχιασε. «Ζούμε ένα θρίλερ» είπε με τα μάτια διάπλατα ανοιχτά.

«Manolis»

butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here