«Αναρωτιέμαι καμιά φορά αν είμαι εγώ αυτή που τα έχω ζήσει όλα αυτά» έλεγε η Ρόζα. «Μετράω τα χρόνια μου, πολλά βρε παιδάκι μου και δεν το πιστεύω ότι έχω φτάσει μέχρι εδώ. Μετά λέω ένα ‘’μπααα’’ πολύ μεγάλος ο αριθμός για να είμαι εγώ και ησυχάζω με το ψέμα που λέω στον εαυτό μου. Άλλα γράφει η ταυτότητα κι άλλα λέει η καρδιά. Το μυαλό μου γεμίζει ξαφνικά με χιλιάδες εικόνες, να έτσι, τακ –τακ- τακ, σαν σαΐτες που καρφώνονται μέσα μου, πιάνω το κεφάλι μου με τα δυο μου χέρια και ούτε εγώ η ίδια πιστεύω όλα αυτά που έχω ζήσει. Τι τα θες αγάπη μου, τελικά καταλήγεις μόνη σου θες δε θες!»

«Ρόζα τι είναι αυτά που λες; Εσύ μόνη; νομίζω ότι υπερβάλεις και μεταξύ μας θα το χαρακτηρίσω αγνωμοσύνη. Συγγνώμη που στο λέω, εδώ όμως υπάρχει ένα ‘’αλλά’’, ένα όριο κι εσύ το ξεπέρασες».

Η θεία της χαμογέλασε και της έπιασε τρυφερά το χέρι, το χάιδεψε, το γύρισε από την ανάστροφη, έφερε την παλάμη της Ανδριάνας στα χείλη της και το φίλησε. Φιλί μάνας.

«Δεν είμαι αχάριστη, ξέρω ότι είσαστε δίπλα μου, με όλες τις κουφιοκεφαλιές που κουβαλάει ο κάθε ένας σας, μέσα μου όμως» είπε δείχνοντας με το δείκτη τη καρδιά της «νοιώθω ένα τόσο μεγάλο κενό, όσο δεν φαντάζεσαι».

«Γιατί;»

Η Ρόζα σηκώθηκε με το γνωστό πια τρόπο. Με τη μπουνιά να σπρώχνει το μπράτσο της πολυθρόνας, με δυσκολία και με πείσμα. Μεγάλωνε, μέρα με τη μέρα όλο και πιο πολύ. Έφερε μια γύρα στο σαλόνι «να ξεμουδιάσω λίγο πιάστηκα» είπε και η Ανδριάνα ρώτησε ξανά «μα γιατί;».

«Ξέρεις πότε πραγματικά μεγαλώνεις;» ρώτησε την ανιψιά της.

«Τι εννοείς κι εγώ μεγάλη είμαι»

Η Ρόζα άφησε να της ξεφύγει ένα μικρό γελάκι.

«Πότε μεγαλώνεις, πότε ωριμάζεις, πότε συνειδητοποιείς τα χρόνια και τη μοναξιά σου;» είπε και συνέχισε το μονόλογό της, χωρίς να περιμένει απάντηση. «Όταν μετράς τρύπες στην καρδιά σου».

«Ουλές και πόνους» συμπλήρωσε η Ανδριάνα.

«Όχι, αυτά είναι πταίσματα. Από την πρώτη ημέρα που γεννιόμαστε η ζωή μας ξεκινάει με ουλές και πόνους. Γιατί βγήκαμε από την κοιλιά της μάνας μας, γιατί χτυπήσαμε το γόνατο με το ποδήλατο, για τον αγαπητικό που μας παράτησε, για χίλιους δυο μικρούς και μεγάλους λόγους. Πραγματικούς και φανταστικούς. Οι τρύπες όμως είναι άλλο πράγμα …» είπε κι έσφιξε τα χείλη. «Είναι οι μεγάλες απώλειες, οι αναντικατάστατοι άνθρωποι που φεύγουν από τη ζωή μας κι ας λέμε ο ένας στον άλλον ανούσια λόγια παρηγοριάς. Είναι ο τρόπος που πρέπει να μάθεις να πορεύεσαι, να σταθείς ξανά στα πόδια σου, γιατί από πίσω υπάρχουν παιδιά και η ζωή η ίδια που σε καλεί να ζήσεις από την αρχή κι ας γίνεται καμιά φορά ‘’ανάγωγη’’ με τις απαιτήσεις της. Είναι ο έρωτας που θέλει κι αυτός το μερτικό του αλλά ποιος νομίζεις ότι θα γυρίσει να σε κοιτάξει από μια ηλικία και μετά , μα πάνω απ’ όλα είναι ο λόγος που στραγγίζει η καρδιά από επιθυμία για ζωή. Αυτός είναι ο πραγματικός θάνατος ενός εν ζωή ανθρώπου.

Τι φαντάστηκες; Ότι δεν μετράω καθημερινά τα καλά που έχω;  Κάθε πρωί ξυπνάω με ένα μεγάλο ‘’ευχαριστώ’’ αλλά Ανδριάνα μου, αν δεν έχεις να δώσεις και να πάρεις, τα περιθώρια χρόνου για να δημιουργήσεις, την επιθυμία και την αντοχή, τι τα θες;. Εγώ για ποιόν να τα κάνω όλα αυτά μου λες; Όλοι σας έχετε τη ζωή σας, αυτό είναι το φυσιολογικό, αυτό είναι το σωστό. Ο βιολογικός μας κύκλος, κατάλαβες;» είπε μα απάντηση δεν περίμενε.

«Ρόζα, μήπως έχεις κουραστεί κι όλα σου φαίνονται μαύρα σήμερα; Είναι κι αυτή η κλεισούρα που στην δίνει στα νεύρα».

«Ξέρεις ποιο ήταν το μεγαλύτερο λάθος μου;» συνέχισε τον μονόλογό της.

«Περιμένω να ακούσω» απάντησε η Ανδριάνα.

«Έπρεπε να έχω κάνει περισσότερα παιδιά. Εγωιστικό ακούγεται, το ξέρω αλλά θα γέμιζε το σπίτι ζωή. Αυτή η μουγκαμάρα με πλακώνει. Βγαίνω στον κήπο, κοίτα τι όμορφος που είναι τώρα που όλα ανθίζουν και θυμάμαι το Νικόλα και τα κορίτσια μικρά να παίζουν. Να κοιμούνται στο μαξιλάρι του κρεβατιού και να είναι τόσο δα μικρά και αυτό να περισσεύει. Θέλω παιδιά Ανδριάνα, παιδιά κι εγγόνια, δεν έμαθα να χαίρομαι αλλιώς. Να μεγαλώνουν, να ανακαλύπτουν τη ζωή μπροστά στα μάτια μου για να έχω λόγο να παλεύω.

Κάποτε ένοιωθα ότι ήμουν η κυρά του λόφου και δεν σου κρύβω ότι είχα μεγάλο καμάρι. Τώρα είμαι η γριά του λόφου, χωρίς νόημα, χωρίς ουσία και με μπόλικα καντάρια γκρίνιας».

«Τι σ’ έπιασε μου λες; Όλα αυτά είναι δικές σου κουβέντες; Εσύ που πάντα ήσουν ο μπροστάρης μας; Ο οδηγός μας; Που όταν όλα έκλεισαν έπιασες από την αρχή τις βελόνες κι έχεις γεμίσει τον τόπο ένα σωρό πλεκτά;»

«Ε και; Τι να τα κάνω τα πλεκτά να τα φάω; Τι είμαι σκώρος; Τα φτιάχνω για να περνάει η ώρα μου, για να παρηγορήσω τον εαυτό μου ότι αν πουληθούν θα είμαι και πάλι χρήσιμη. Βλακείες δηλαδή μιας ξεκουτιασμένης γριάς που ζει, περιμένοντας να έρθει η ώρα του ‘’μεγάλου ύπνου’’».

Η Ανδριάνα έκλεισε τα αυτιά της με τα δυο της χέρια «μην σε ξανακούσω να λες τέτοιες κουβέντες. Σε χρειάζομαι, το κατάλαβες, μετά από εσένα δεν έχω κανέναν άλλον στον κόσμο».

«Αν ήμουν ο Μανώλης και σε τσάκωνα να λες κάτι τέτοιο, έστω και στη γριά θεία σου για παρηγοριά, δεν θα ένοιωθα καθόλου καλά. Αυτό που είπες ή θα το διορθώσεις ή θα το αλλάξεις. Λοιπόν, προχωράμε. Κατάλαβες γιατί ζήτησα στην Ολυμπία να φέρει την κόρη της εδώ;»

«Ρόζα το έχεις σκεφτεί καλά; Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;»

«Δεν έχω χαζέψει τελείως, τουλάχιστον όχι ακόμα. Το έχω σκεφτεί πολύ καλά και θα είναι για όλους μας δύσκολο, μα πολύ δύσκολο αλλά το έχω ανάγκη. Ακόμα και τη φασαρία την έχω ανάγκη. Τούτη την ατελείωτη σιωπή δεν αντέχω και την αγνωμοσύνη των νυφάδων μου που μετατράπηκε πλέον σε αγγαρεία και κριτική.

Μωρέ το καταλαβαίνεις, ότι, ποιος παρακαλώ εγώ, έφτασα να μην έχω λόγο να σας μαζεύω σπίτι. Εσάς, τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου».

Η Ανδριάνα δεν μίλησε, ήξερε ότι κατά βάθος η θεία της είχε δίκιο.

«Εκείνα τα αγόρια μου, πήγαν και τρύπωσαν στα βρακιά των γυναικών τους και δεν θα μ’ ένοιαζε, στο ορκίζομαι από τα βάθη της ψυχής μου αν τους έβλεπα ευτυχισμένους. Άντρες είναι και χρειάζονται ξωπίσω τους μια γυναίκα. Τι νόμισες, ότι μεγαλώνουν, ότι ωριμάζουν ποτέ; Τους καμπόσους κάνουν και νομίζουν ότι κάτι τρέχει στα γύφτικα. Μια χαρά τα έλεγε η κυρία Ζωή, καλή της ώρα εκεί που βρίσκεται, ‘’οι άντρες παιδί μου ότι μάθουν μέχρι τα πέντε, μετά απλώς ψηλώνουν, πεταμένα λεφτά δηλαδή και κυβερνούν τον κόσμο’’ και σταμάτα να με κοιτάς σαν τον χάχα, δεν σου λέω δα και τίποτα καινούργιο.

Η Στέλλα πήρε δρόμο από μόνη της και θα είχε ξεβρομίσει ο τόπος αν είχε βγει και το διαζύγιο. Αλλά αυτή ονειρεύεται να τουμπανιάσει ο Σπύρος από το ποτό για να τα φάει όλα.  Δεν της έφταναν όσα έχαψε θέλει κι άλλα κι άλλα, όσα χωράει ο απύθμενος … άντε τώρα να μην μιλήσω και μολυνθώ. Η δε άλλη, με τη βαθειά κουλτούρα, πιο σιχαμένη οπορτουνίστρια δεν έχω συναντήσει στη ζωή μου.

Φέρε μου τη βεντάλια, φούντωσα σου λέω» είπε και τίναζε τη μπλούζα από πάνω της για να κάνει αέρα στον εαυτό της.

Χραπ, ο χαρακτηριστικός ήχος που συνόδευε το απότομο άνοιγμα της βεντάλιας ακούστηκε μέσα στο σαλόνι.

«Πάμε πίσω στη Γαρυφαλλιά» είπε η Ανδριάνα.

«Δεν έχουμε να πάμε πουθενά, αυτά τα κουβεντιάζω με την Ολυμπία, εσείς να κοιτάξετε τις ζωές σας κι εγώ τη δική μου».

«Έχω την εντύπωση ότι είσαι ένας ασκός γεμάτος παράπονα».

«Παράπονα και ποιος δεν έχει; Το θέμα είναι τι κάνουμε τώρα εμείς Ανδριάνα, όχι τι κάνουν οι νυφάδες μου αλλά ούτε και τα αγόρια μου. Ξέρεις, αν μάθουμε να παραδεχόμαστε την αλήθεια, ίσως όλα γίνουν καλύτερα και τελικά ποιός ξέρει, μπορεί να νοιώσουμε πιο ελεύθεροι και να καταφέρουμε να αγγίξουμε την ευτυχία.

Σκεφτόμουν επίσης ότι μπορεί να έχεις δίκιο».

Η Ανδριάνα ξαφνιάστηκε, η θεία της δεν θα ξεστόμιζε εύκολα ποτέ κάτι τέτοιο.

«Αυτό δεν σου κρύβω ότι έχει ενδιαφέρον» της είπε χαμογελώντας , περιμένοντας να ακούσει την συνέχεια γεμάτη περιέργεια.

«Ναι, είχες δίκιο όταν έλεγες ότι ήθελες μια σχέση στη ζωή σου που να σε κάνει να νοιώθεις ελεύθερη. Να μην χρειάζεται να παντρευτείς για να τον δέσεις σαν γαϊδούρι αλλά να είσαστε μαζί γιατί έτσι θέλετε. Πρέπει να είναι πολύ λυτρωτικό αυτό το συναίσθημα τελικά και ίσως, σήμερα, αν ήμουν στην ηλικία σου να ζήταγα κι εγώ κάτι τέτοιο.

Είχες δίκιο επίσης όταν έλεγες  για την ‘’κατάρα του διώροφου’’, ή όπως τέλος πάντων το χαρακτήρισες».

«Πλάκα μου κάνεις; Δεν μπορεί να παραδέχεσαι αυτά τα πράγματα» είπε η Ανδριάνα.

«Αν έχεις χρόνο να καθίσουμε παρέα σήμερα που με έχει πιάσει λογοδιάρροια, μπορεί να σε ξαφνιάσω περισσότερο απ’ ότι φαντάζεσαι» είπε κάνοντας αέρα με τη βεντάλια της και κοιτάζοντας πονηρά την ανιψιά της.

Η Ανδριάνα κοίταξε το ρολόι της, ενημέρωσε τον Μανώλη ότι θα αργήσει και στρογγυλοκάθισε οκλαδόν απέναντι από την θεία της, περιμένοντας,  με ένα τεράστιο χαμόγελο που τα έλεγε όλα.

«Λοιπόν;»

«Πες στην Ολυμπία για να μην σηκώνομαι, να μας φτιάξει από εκείνο τον ωραίο καφέ και να φέρει κάτι παξιμαδάκια που έχει φτιάξει, σκέτη νοστιμιά και μετά θα σου πω».

Η κοπέλα πετάχτηκε σαν το ελατήριο από τη θέση της. Κάτι μέσα της, τής έλεγε ότι η θεία της είχε σκοπό να την ξαφνιάσει.

«Να τελειώνουμε με ένα- ένα τα θέματα» είπε η Ρόζα χαμηλόφωνα και κοιτώντας κλεφτά προς την κατεύθυνση που θα εμφανιζόταν η Ολυμπία. «Κανείς δεν ξέρει ακόμα αν θα έρθει η Γαρυφαλλιά» είπε.

«Τελικά το έχεις αποφασίσει έτσι;»

«Μην αρχίζουμε τα ίδια κούκλα μου. Έχουμε πιο σπουδαία πράγματα να πούμε και για να στο κάνω λιανά, έχω ανάγκη από παρέα. Τα ‘παμε δεν τα ‘παμε; Είμαι γριά, ξεροκέφαλη αλλά κι εγωίστρια και αυτό το ξέρουμε όλοι μας.

Έχουμε και λέμε. Την μητέρα της Ολυμπίας μέσα στα πόδια μου δεν την θέλω. Δύο μεγάλες γυναίκες στο ίδιο σπίτι θα φάμε τα μουστάκια μας κι εδώ που τα λέμε, πώς να ταιριάξουν τα χνώτα μας. Μήτε την ξέρω, μήτε με ξέρει. Από άλλο χωρίο εκείνη, απ’ άλλο εγώ. Άσε που θα αρχίσει με όλα αυτά που εγώ δεν μπορώ, ξέρεις τώρα, με τις πίτες, τα μαγειρέματα και .. άσε με ήσυχη, ούτε να τα σκέφτομαι θέλω.  Παρόρμηση της στιγμής ήταν γιατί δεν τα υπολόγισα σωστά.

Τι θα κάνει η Ολυμπία, θα πάρει το παιδί της και θα αφήσει τη μάνα στο χωριό και σε μια άλλη χώρα μόνη; Εσύ θα το έκανες, γιατί εγώ δεν θα μπορούσα».

«Όχι βέβαια, εδώ που τα λέμε …»

«Ναι, για αυτό σου λέω τα έχω κάνει θάλασσα. Το λόγο μου πίσω δεν μπορώ να τον πάρω, ούτε είναι δυνατόν να της πω φέρε το παιδί σου αλλά τη μάνα σου δεν την θέλω. Λέγονται αυτά; Φωτιά θα πέσει να με κάψει».

«Και τι σκοπεύεις να κάνεις;»

«Δεν ξέρω τι να κάνω σου λέω κι όχι και τίποτα άλλο, θα βγουν τα αγόρια αλλά κι εκείνη η σιχαμένη η Δήμητρα να έχουν δίκιο κι αυτό δεν το αντέχει η πέτσα μου. Τώρα λοιπόν, ήρθε η σειρά σου να με ορμηνέψεις. Κατάλαβες;» ρώτησε την Ανδριάνα έχοντας το ένοχο ύφος της γάτας που έχει φάει το ψάρι από τη γυάλα.

Η κοπέλα γέλαγε ακόμα όταν εμφανίστηκε η Ολυμπία με τον δίσκο. Έστρωσε αμίλητη, με κατεβασμένο το κεφάλι. «Αν θέλετε και κάτι άλλο μου λέτε» είπε κάνοντας μεταβολή.

«Ολυμπία» είπε η Ανδριάνα και η γυναίκα κοντοστάθηκε, γύρισε και την κοίταξε στα μάτια. «Σε ευχαριστούμε για όλα» της είπε φέρνοντας τη παλάμη της στην καρδιά.

Η Ρόζα χαμογέλασε ευχαριστημένη. Της άρεσε να βλέπει τα παιδιά της να φέρονται όμορφα.

«Να είσαι καλά κορίτσι μου» είπε κι εκείνη στην Ολυμπία παρακολουθώντας την να φεύγει. «Σε ακούω» είπε στην ανιψιά της κρατώντας την κούπα με τον καφέ στα χέρια της,  δίνοντας διαταγές «φάε παξιμαδάκι σου λέω, σαν κι αυτό δεν έχει».

«Ρόζα, τα έχεις κάνει … άντε να μην σου πω τώρα. Από τη στιγμή που επιμένεις να έρθει η Γαρυφαλλιά, θα πρέπει να κάνεις μια ξεκάθαρη συζήτηση με την Ολυμπία».

«Και να πω τι;»
«Την αλήθεια».
«Είσαι τρελή, θα πω στη γυναίκα ότι δεν θέλω τη μητέρα της στο σπίτι μου;»
«Όχι φυσικά! Όπως εκείνη σου άνοιξε την καρδιά της, θα κάνεις κι εσύ το ίδιο».
«Που πάει να πει;»

«Ρόζα το παιχνίδι άλλαξε. Αν έρθει η Γαρυφαλλιά με την γιαγιά της εδώ, μην φανταστείς ότι στο κορίτσι θα φερόμαστε σαν να είναι δούλα».

«Μην σε ξανακούσω να λες τέτοια λέξη γιατί θα φας ανάποδη» φώναξε η θεία της «η Ολυμπία είναι η ψυχοκόρη μου, είναι όλα αυτά μαζί που από καμία νύφη ποτέ δεν είδα. Καταλάβατε όλοι σας;»

«Δεν είπα τίποτα».
«Είπες, δουλικά από τη ζωή τη δικιά μου δεν πέρασαν, άνθρωποι μόνο και τώρα συνέχισε, σε ακούω» είπε κι έπιασε την βεντάλια από την αρχή. Χραπ ακούστηκε ξανά.

Η Ανδριάνα αναστέναξε

«Ωραία λοιπόν, καθίστε κάτω με την Ολυμπία και μίλα της για τα δικά σου συναισθήματα. Για τη μοναξιά που νοιώθεις, για το πόσο εκτιμάς τον κόπο της αλλά και τον τρόπο της. Για την ανασφάλειά σου και τη δυσκολία σου να μοιραστείς το σπίτι σου με μια άλλη νοικοκυρά».

«Πως το είπες αυτό το τελευταίο; ‘’να μοιραστώ το σπίτι μου μαζί με άλλη νοικοκυρά’’, ωραίο μου φαίνεται και μετά τι;  θα της τραβήξω το γλυκό από το στόμα και θα της πω ‘’τη μητέρα σου όμως μην την κουβαλήσεις’’, εδώ σε θέλω».

«Όχι βρε Ρόζα μου, προτρέχεις. Έχεις σκεφτεί ότι η γυναίκα αυτή μπορεί να μην θέλει να αφήσει τον τόπο της; Ότι έχει κι έναν γιό που μένει σε δικό του σπίτι και να θελήσει να μείνει μαζί του;»

«Η αλήθεια είναι πως όχι» απάντησε σμίγοντας τα φρύδια.

«Και στην περίπτωση που θέλει να έρθει να μείνει εδώ μαζί σας, το σπιτάκι στον κήπο που το έχεις κάνει αποθήκη κι έχεις μαζέψει τη σάρα και τη μάρα εκεί μέσα, θα το καθαρίσουμε, θα το βάψουμε, να μυρίσει ο τόπος καινούργιο και θα πάει να μείνει εκεί η γυναίκα. Χάρη θα μας κάνει κιόλας, να ξαραχνιάσουμε».

«Λες;»

«Φυσικά και για την ακρίβεια λέω ότι η αλήθεια είναι η καλύτερη λύση».

«Σαν να έχεις δίκιο μου φαίνεται».

«Και θα σου έλεγα να μην το καθυστερήσεις γιατί η Ολυμπία γυρνάει σαν το φάντασμα εδώ μέσα από τη ντροπή της λες και φταίει εκείνη. Έλα τελείωνε, γιατί τελικά το πρόβλημά σου δεν είναι η μοναξιά αλλά η ανάγκη σου να κάνεις τον κόσμο άνω κάτω, όπως πάντα άλλωστε και αυτή τη φορά η χάρη σου έφτασε μέχρι τα πέρατα».

«Αυτή τη γλώσσα να μην είχες και τι στο κόσμο παιδάκι μου» είπε τάχα μου αγανακτισμένη η Ρόζα. Η Ανδριάνα όμως συνέχισε.

«Είπαμε ότι τα πράγματα θα τα βάλουμε σήμερα στη θέση τους με τη σειρά τους».

«Ωχ ου βαρέθηκα, να πας σπίτι σου τώρα» είπε κι έκανε να σηκωθεί από την πολυθρόνα της.

«Μην μου κάνεις εμένα νάζια. Σε ξέρω από την καλή κι από την ανάποδη και θέλω τώρα να μου πεις τι εννοείς όταν λες ότι δεν θα αφήσεις ‘’στις νυφάδες’’ σου το σπίτι στο λόφο. Τι δουλειά έχουν αυτές οι δυο, παιδιά κι εγγόνια εσύ δεν έχεις;»

«Να την αφήσουμε αυτή τη συζήτηση γιατί με πονάει; Ας μιλήσουμε καλύτερα για την Marjory, τελικά τι έγινε, θα μου πεις; Μου αρέσουν οι ερωτικές ίντριγκες, έχουν ενδιαφέρον».

«Θα σου πω και για την Marjory άλλη ημέρα. Σήμερα, δεν θα μου γλυτώσεις. Κι όχι, δεν θα αφήσουμε αυτή τη συζήτηση, γιατί ότι μας πονάει το κάνουμε καλά, εσύ μου τα έμαθες αυτά. Για λέγε λοιπόν» πέρασε στην επίθεση η Ανδριάνα.

«Τι να σου πω;» ξεκίνησε να λέει η Ρόζα με το κεφάλι χαμηλωμένο και παίζοντας με τη βέρα της στο χέρι της. «Δεν θέλω να σκεφτώ άλλη νοικοκυρά εδώ μέσα να κάνει κουμάντο σε αυτό που με τόσο κόπο φτιάξαμε ο Γιωργής κι εγώ. Και να πεις ότι ήταν καμιά τους γυναίκα της προκοπής, να το δώσω με τη καρδιά μου, αυτές όμως είναι πάρε τη μια και χτύπα την άλλη κι όσο κι αν αγαπάω τα αγόρια μου, στη ζωή τους κουμάντο δεν τους έμαθα να κάνουν. Βολικά κι εύκολα όλα τους τα έφερα κι εγώ αλλά και η ζωή. Χίλια δίκια η Βέρα έχει. Μα χαθήκαν οι γυναίκες κι αυτοί οι δύο πήγαν και ψώνισαν από το καλάθι με τα σκάρτα; Και θα αφήσω νομίζεις αυτές τις δυο να διαλύσουν κι ότι έχει μείνει από τη φαμελιά μας; Γιατί τι νομίζεις, όταν κλείσω τα μάτια σαν τα κοράκια θα πέσουν να φάνε οι αχόρταγες ό,τι βρουν μπροστά τους και τελικά αυτό που θα καταφέρουν θα είναι να τσακωθούν τα δυο αδέλφια μεταξύ τους. Γι’ αυτό σου λέω. Άστα να πάνε όλα στην ευχή».

«Μισό λεπτό, για ποιες δυο νύφες μιλάς; Η Στέλλα έφυγε από το παιχνίδι. Πήρε τα μπογαλάκια της και το παιδί της και μας άφησε».

«Νομίζεις …»

«Ορίστε;»

Η Ρόζα σταύρωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος και ακούμπησε την πλάτη της στη μπερζέρα.

«Όσο η Στέλλα μυρίζει χρήμα, εδώ γύρω θα τριγυρνάει. Αν είναι στο χέρι της διαζύγιο δεν θα δώσει ποτέ κι ας έχουν αλλάξει οι νόμοι για τις συντάξεις που ούτε τους ξέρω, ούτε καταλαβαίνω. Το θέμα είναι το παραδάκι, φαντάζεσαι αυτές τις δυο πάνω από το κουφάρι μου χορό που θα στήσουν; Ποιος φαντάζεσαι τελικά ότι θα την πληρώσει;»

«Τα αγόρια».

«Ναι σωστά. Μάθε όμως ότι με απασχολεί λιγότερο από αυτό που έχουν να τραβήξουν τα εγγόνια μου.  Αυτά θα τα πληρώσουν όλα και το έργο ήδη φαίνεται. Ο Γρηγόρης και ο Σπύρος με όσα έμαθαν από τον πατέρα τους και από μένα, ελπίζω όταν θα σας ‘’χαιρετίσω για τα καλά’’ να έρθουν πιο κοντά. Να νοιώσουν την ανάγκη της οικογένειας, να μονιάσουν.

Ο Νικόλας είναι άλλο παιδί. Άλλη γέννα, άλλη νοοτροπία, άλλη εποχή. Μεγάλωσε με εμάς, κουβαλάει μέσα του τα δικά μας χούγια. Τα κορίτσια όμως αγάπη μου, δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Αυτό που εμείς μάθαμε ως σωστό, για εκείνες τις δυο μικρές είναι είτε άχρηστο είτε άγνωστο. Άρα τι πρέπει να κάνω μου λες;»

Η Ανδριάνα δεν απάντησε.

«Ξέρεις γιατί δεν απαντάς; Γιατί πολύ σωστά το περιέγραψες ως η ‘’κατάρα’’. Κατάλαβες τώρα κούκλα μου γιατί σου λέω ότι έχεις δίκιο;»

«Και τι θα κάνεις;»

«Ειλικρινά δεν έχω ιδέα, για ένα πράγμα να είσαι σίγουρη, από το σπίτι μου δεν πρόκειται να φύγω. Μέσα εδώ είναι ο κόσμος μου όλος. Η ζωή μου από την αρχή μέχρι το τέλος. Κάθε γωνιά έχει τη δικιά της μνήμη. Τι να λέμε τώρα.

Αυτά είναι δουλειά των δικηγόρων, εγώ μην νομίσεις, μια αποκληρώνω τον έναν και μια τον άλλον. Άλλα λόγια να αγαπιόμαστε δηλαδή γιατί μεταξύ μας τίποτα δεν έχω κάνει από όλα αυτά. Νομιμοποιήσεις μόνο μην πάει και ψοφήσω και τα βρουν όλα μπροστά τους και μην ανοίξεις το στοματάκι σου, θα σε βγάλω τρελή στο λέω να το ξέρεις».

«Μα είναι κουβέντες τώρα αυτές; Σε πρόδωσα ποτέ;»

«Ας πω εγώ αυτό που θέλω κι αν στενοχωρήθηκες έχω καλό ξύδι στο ντουλάπι» είπε και συνέχισε χαμογελώντας, «Ανδριάνα …»

«Ναι;»

«Άκου αγάπη μου, ξέρω ότι κρατάς μυστικά απ’ όλους μας και περισσότερο από εμένα. Το ‘βλεπα σε κάθε μάζωξη που είχαμε, ειδικά τα παλιά καλά χρόνια. Μετά το γάμο του Σπύρου με την Στέλλα άλλαξες. Ας είναι, ποιόν προστατεύεις δεν ξέρω κι αν αξίζει τον κόπο να κουβαλάς τέτοιο βάσανο μέσα σου» είπε κοιτάζοντάς την ανιψιά της κατάματα.

Η Ανδριάνα απάντησε «ιστορίες της φαντασίας σου είναι όλα αυτά» και σηκώθηκε κοιτάζοντας το ρολόι της. «Άργησα, ώρα να μαζευτώ κι εσύ να τακτοποιήσεις τις εκκρεμότητες σου με την Ολυμπία» είπε και έσκυψε να δώσει ένα φιλί στη θεία της.

«Αγάπη μου γλυκιά δεν έχεις μόνο εσύ μυστικά» είπε η Ρόζα.
«Τι εννοείς;» ρώτησε ξαφνιασμένη η Ανδριάνα.
«Όλοι κάτι κρύβουμε κάτω από το χαλάκι της καρδιάς μας» απάντησε η θεία της και της έκλεισε το μάτι.
«Θέλεις να πεις …»
«Θέλω να πω ότι κι εγώ υπήρξα νέα και το σκήπτρο της αλάθητης δεν κατάφερα να το κρατήσω.
«Δηλαδή;»

Η Ρόζα έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό και το πρόσωπό της ξαφνικά ήταν σαν να ξανάνιωσε.

«Υπάρχει ένα σεντούκι …» είπε μα δεν συνέχισε.

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here