Ότι θα ξημέρωνε η μέρα, που θα βρισκόταν χωρίς δεύτερη σκέψη σε πτήση της Aegean, με προορισμό το Παρίσι και την Ιωάννα δίπλα της να της χαμογελάει, αυτό η Ανδριάνα δεν το είχε φανταστεί.

Εδώ που τα λέμε, ένα τέτοιο ταξίδι ονειρεύεσαι να το κάνεις όταν είσαι ερωτευμένη, με την κολλητή σου ο μόνος λόγος για να πας στο Παρίσι είναι για να ψωνίσεις, αν το αντέχει η τσέπη σου σκεφτόταν η Ανδριάνα.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Η Ιωάννα είχε αρρωστήσει. Γρίπη είχε πει ο γιατρός και η γυναίκα ψηνόταν στον πυρετό. Η Ανδριάνα, έχοντας πρακτικό μυαλό σε τέτοια θέματα, έκανε το πιο απλό. Έβρασε κρέας με πατάτες, καρότα, σέλινο και κρεμμύδι, τα έλιωσε και έφτιαξε μια νόστιμη βελουτέ σούπα με μπόλικο λεμόνι και φρεσκοτριμμένο πιπέρι.

«Τι είναι όλο αυτό;» είχε ρωτήσει η Ιωάννα μην πιστεύοντας στα μάτια της.
«Για να καρδαμώσεις».
«Αυτό είναι για φάει ολόκληρος λόχος» είχε τάχα μου διαμαρτυρηθεί, μα οι λέξεις είχαν χαθεί στο λαιμό από τον βήχα της.

Η Ανδριάνα την είχε κάνει στην άκρη και μπήκε στο σπίτι της φίλης της χωρίς δεύτερη κουβέντα. Άφησε την κατσαρόλα στο μάτι της κουζίνας, της ετοίμασε ένα πιάτο και αράδιασε τα φάρμακα που της είχε ζητήσει.

«Φεύγω γιατί το τελευταίο που έχω όρεξη είναι να με κολλήσεις» της είχε πει αν και στα μισά είχε κοντοσταθεί. «Μπορείς μόνη σου;»

Η Ιωάννα πνιγμένη από τον βήχα της έκανε νόημα να φύγει κρατώντας ένα χαρτομάντιλο μπροστά από το στόμα της. «Θα σε κολλήσω» πάλευε να πει αλλά τα λόγια δεν έβγαιναν.

Τις ημέρες εκείνες, οι δυο φίλες επικοινωνούσαν περισσότερο με μηνύματα.

‘’Χρειάζεσαι κάτι; Να σου μαγειρέψω; Έχεις φάρμακα;’’

Αυτές οι δυο ήταν μαζί από μικρές. Από τότε που θυμόταν τους εαυτούς τους, από την πρώτη ημέρα στο σχολείο. Δυο πλάσματα διαφορετικά είχαν συναντηθεί για να συμπληρώσουν η μια την άλλη.

‘’Η αδελφή που δεν είχα’’ έλεγε πάντα η Ανδριάνα  και λόγο κακό για την φίλη της δεν είπε ποτέ μα ούτε ένοιωσε. Η Ιωάννα ήταν το ‘’απάγκιο’’ της, το κομμάτι της λογικής της και μια αγκαλιά καλοσύνης.

Τρυφερή από την μια της πλευρά και κοφτερή σαν μαχαίρι από την άλλη. Το πιο ακριβοδίκαιο πλάσμα που είχε γνωρίσει κι ο άνθρωπος που είχε γεμίσει τη ζωή της με ανατροπές. Η Ιωάννα …

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Είχαν τελειώσει ήδη το σχολείο όταν η φιλενάδα της είχε γνωρίσει τον Ιταλό Φραντσέσκο με τα μπλε μάτια και την βελούδινη φωνή.

Μεγαλύτερός τους, γόνος αριστοκρατικής και μάλλον ‘’ξεπεσμένης’’ οικονομικά οικογένειας του Καΐρου.

Το κύριο επάγγελμά του ήταν τραγουδιστής σε ξενοδοχεία τέτοια, που του επέτρεπε η ‘’καταγωγή’’ του. Στην Ελλάδα ερχόταν συχνά για να επισκεφθεί μαζί με την μητέρα της, έχοντας πάντα μια επιθυμία, να επιστρέψουν πίσω. Πίσω όμως που; Σε μια γη που δεν έζησαν …

Τυχαία είχαν συναντηθεί με την Ιωάννα σε ένα σπίτι. Καλεσμένοι και οι δυο, είχε γοητευθεί από την ομορφιά του. Ο Φραντσέσκο θύμιζε  κινηματογραφικό αστέρα και σε ταξίδευε στο όνειρο.

Ψηλός, λεπτός με όμορφος με κινήσεις που θύμιζαν αίλουρο, κάτω από τις πυκνές καστανές του βλεφαρίδες, τα χαμογελαστά μπλε μάτια, τόνιζαν ακόμα περισσότερο το εκτυφλωτικό του χαμόγελο. Το λακκάκι στο πιγούνι, θα πρέπει μάλλον να ήταν το επισφράγισμα της ομορφιάς του μαζί με την τραγουδιστή προφορά του.

Ο ίδιος, ήξερε πολύ καλά το παιχνίδι της γοητείας και οι ντελικάτοι τρόποι του, βγαλμένοι από άλλη εποχή, είχαν μαγέψει την Ιωάννα.

Ντυνόταν πάντα με κοστούμια ακριβά και τα μανικετόκουμπα ήταν το απαραίτητο αξεσουάρ στο άψογο ντύσιμό του.

Η αλήθεια ήταν, πως όταν η Ανδριάνα τον συνάντησε για πρώτη φορά, είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό.

«Σου αρέσει;» την είχε ρωτήσει με ανυπομονησία η φίλη της. Βρισκόταν και οι δυο τους ακόμα στην εποχή της ‘’έγκρισης’’  και των ερωτηματικών, μα ο έρωτας, ο μεγάλος πλανευτής τους έταζε ζωή που κανείς άλλος δεν είχε ζήσει.

Η Ανδριάνα δεν είχε απαντήσει, το χέρι της μόνο είχε κουνήσει κι έτσι, τόσο απλά, η ζωή τους όλη γέμισε από το όνομα Φραντσέσκο.

Αυτό που τότε καμιά τους δεν κατάλαβε, ήταν ότι πίσω από τα ακριβά κοστούμια, τα χρυσά μανικετόκουμπα, τα καλογυαλισμένα παπούτσια και το εκτυφλωτικό χαμόγελο, κρυβόταν ένα αγόρι λαθρεπιβάτης στην κορμοστασιά ενός άντρα, που για κάθε του κίνηση, έπρεπε να πάρει την έγκρισή της μητέρας του. Ο Φραντσέσκο, ήταν δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερος από την Ιωάννα, στα χρόνια, μα όχι στο μυαλό.

Η φίλης της, σπούδαζε και δούλευε μαζί για το χαρτζιλίκι της. Όλα τα παράτησε, μέσα σε ένα βράδυ η καρδιά της δεν άντεξε άλλο τον αποχωρισμό από τον Φραντσέσκο και είπε το μεγάλο αντίο στη ζωή, τα όνειρά της αλλά και την οικογένειά της.

Οι γονείς της είχαν προσπαθήσει να την σταματήσουν, το ίδιο και η Ανδριάνα μα έπαψε να προσπαθεί όταν είδε τα μάτια της φίλης της πλημμυρισμένα από δάκρυα.

«Τον αγαπάω γιατί δεν το καταλαβαίνετε;» ρώταγε μέσα από τα αναφιλητά της.
«Μα θα πας να ζήσεις στην Αίγυπτο και τι θα κάνεις εκεί;»
«Θα είμαι με τον Φραντσέσκο και κάποια στιγμή θα γυρίσουμε» έλεγε και αυτό ακριβώς έκανε.

Παράτησε το Πανεπιστήμιο, την δουλειά της, γέμισε δύο βαλίτσες ρούχα κι έφυγε, χωρίς ενδοιασμούς και στενοχώριες.

Η καρδιά της Ιωάννας ήταν γεμάτη από έρωτα και η ηλικία της δεν της επέτρεπε να βλέπει στο διάβα της δράκους και κακές μάγισσες. Αυτά ήταν ιστορίες για μικρά παιδιά σκεφτόταν όταν έδενε τη ζώνη της για την απογείωση.

Την αγκαλιά του Φραντσέσκο δεν τη χόρτασε γιατί ο έρωτας σταματημό δεν είχε μα κάτι άλλαξε μέσα της, που άργησε να το καταλάβει, όταν βρέθηκε να εξαρτώμενη από έναν άντρα και μια πεθερά.

Όσο τα κορμιά έσμιγαν και ο ιδρώτας έτρεχε τα πάντα έμοιαζαν εύκολα και η σκιά της κυρίας Περσεφόνης, της μητέρας του Φραντσέσκο, δεν είχε γίνει ακόμα ορατή.

Όταν η Ιωάννα έφτασε στην Αίγυπτο, αντιμετώπισε την άλλη όψη του νομίσματος και τη σκληρότητα μιας μάνας που ήθελε το γιο της μόνο για ‘κείνη. Τι να έκανε δεν ήξερε, σε κράτος ξένο βρισκόταν χωρίς να γνωρίζει τη γλώσσα και χωρίς να μπορεί να υψώσει το ανάστημά της. Τα ήθη και τα έθιμα όλα ήταν διαφορετικά. Το κεφάλι έπρεπε να βάλει κάτω κι ας μην το ήθελε.

Με τον Φραντσέσκο παντρεύτηκαν. Την ημέρα αυτή η Ανδριάνα την περίμενε αλλιώς, με νυφικό με τούλια και ένα ξέφρενο πάρτι κι όχι να μαθαίνει τα νέα μέσα από ένα γράμμα που έγραφε με μεγάλα γράμματα ‘’ΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΑ’’. Την ζωή της Ιωάννας την περίμενε διαφορετική, τουλάχιστον όπως άξιζε σε αυτό το αγγελικό κορίτσι.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

 «Τι σκέφτεσαι;» τη ρώτησε καθώς έδεναν τις ζώνες τους για την απογείωση.
«Μα αλήθεια τώρα πάμε στο Παρίσι;»
«Και θα περάσουμε υπέροχα» της υποσχέθηκε η φίλη της και γλώσσα δεν έβαλαν μέσα. «Να πιούμε κι ένα ποτήρι κρασί με το φαγητό, το αξίζουμε δεν νομίζεις;»

Η αλήθεια ήταν ότι η Ιωάννα ήταν νευρική.

«Γιατί;» την ρώτησε η Ανδριάνα.
«Βλέπεις η γρίπη με έκανε να χάσω την μεγαλύτερη έκθεση της Ευρώπης, ελπίζω να αναπληρώσω τα κενά σε αυτή την έκθεση, γιατί η αλήθεια είναι ότι αυτή η χρονιά δεν πάει καλά» είχε απαντήσει.

Η Ιωάννα μετά το διαζύγιό της με τον Φραντσέσκο και τη μητέρα του, είχε πάρει ‘’δάνειο’’ από την οικογένειά της και είχε ανοίξει μια εταιρία με αντικείμενα εσωτερικής διακόσμησης. Τα προηγούμενα χρόνια η εταιρία πέταγε, μα τώρα όλα είχαν γίνει πιο δύσκολα.

«Και τελικά τι κάναμε; Μια τρύπα στο νερό που θα έλεγε και η μητέρα μου» είπε η φίλη της. «Λες να φταίει η κατάρα της κυρίας Περσεφόνης;» αναρωτήθηκε κι έβαλαν τα γέλια. Ακόμα και σήμερα, για κάθε στραβό, η πρώην πεθερά της έφταιγε!

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Ο Φραντσέσκο μετά την πρώτη ζάλη του έρωτα και του βιαστικού γάμου, έπρεπε να γυρίσει στη δουλειά του.

Η Ιωάννα τα περισσότερα βράδια τα περνούσε παρέα με την πεθερά της ετοιμάζοντας την επάνοδό τους στην Ελλάδα.

Η κυρία Περσεφόνη δεν ήθελε να την βλέπει στα μάτια της και γινόταν ακόμα χειρότερη όταν ο Φραντσέσκο γυρνούσε το κλειδί και κλείδωνε την πόρτα του δωματίου τους. Ο ίδιος δεν καταλάβαινε τίποτα εκτός αν δεν έδινε σημασία. Η κυρία Περσεφόνη μπροστά του δεν έλεγε τίποτα, μα σαν ερχόταν το πρωί κι έβλεπε την Ιωάννα να εμφανίζεται, τα μάτια της πετούσαν φωτιές και η γλώσσα της φαρμάκι.

Έψαχνε να βρει τρόπους να ευχαριστήσει την πεθερά της και να γεμίσει τις ατελείωτες ώρες μοναξιάς κι απραξίας σε μια χώρα που οι γυναίκες τότε δύσκολα μπορούσαν να ξεμυτίσουν έξω από το σπίτι.

Ένα πρωί θέλησε να φτιάξει κάτι ιδιαίτερο για τον Φραντσέσκο και να το σερβίρει στο δωμάτιό τους. Άνοιξε ένα ντουλάπι της κουζίνας, εκεί που η κυρία Περσεφόνη φίλαγε τα τηγάνια. Μια ομελέτα με λαχανικά θα ήταν ότι έπρεπε, μα σαν άγγιξε το τηγάνι η γλίτσα που ένοιωσε στο χέρι της την έκανε να ανατριχιάσει.

Βάλθηκε να το τρίβει με το σύρμα το χοντρό μήπως και βγάλει τα κολλημένα λίπη από πάνω του. Μπήκε στη κουζίνα η κυρία Περσεφόνη, είδε την Ιωάννα στον νεροχύτη να τρίβει το τηγάνι κι άρχισε να φωνάζει και να την βρίζει σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε.

Ο Φραντσέσκο σηκώθηκε από το κρεβάτι άρον-άρον. Κάλμαρε τη μητέρα του και πήρε τη γυναίκα του και έφυγαν από το σπίτι.

«Κάνε υπομονή» της είχε ζητήσει «τουλάχιστον μέχρι να γυρίσουμε στην Ελλάδα».
«Δεν μπορώ να μένω κλεισμένη σε ένα σπίτι και να μην κάνω τίποτα όλη την ημέρα. Ούτε μια βόλτα δεν μπορώ να πάω» είχε διαμαρτυρηθεί αλλά δεν είχε καταφέρει και πολλά πράγματα. Η κυρία Περσεφόνη έκανε τα δικά της και για τον μόνο λόγο που έκανε υπομονή, ήταν η ιδέα της Ελλάδας και της εκπλήρωσης του ονείρου.

Ο πατέρας του Φραντσέσκο καταγόταν από την Ιταλία και η κυρία Περσεφόνη από την Ελλάδα. Σαν πέθανε ο πατέρας του, με τις επιχειρήσεις τους ο Φραντσέσκο δεν ασχολήθηκε. Το μυαλό του ήταν στο τραγούδι αλλά κι εκεί δεν κατάφερε και πολλά πράγματα. Στην Αίγυπτο είχαν ένα καλό όνομα και το όφειλαν στις ικανότητες και στη λεπτότητα του χαρακτήρα του πατέρα του. Τώρα ουσιαστικά ζούσαν από τα έτοιμα και η κυρία Περσεφόνη ούτε έβρισκε γυναίκα άξια του γιού της, ούτε ήθελε να μοιραστεί την περιουσία της με κάποια ξένη. Όλα τα ήθελε για λογαριασμό της και το έλεγε κάθε φορά και με την πρώτη ευκαιρία.

Η Ιωάννα έγραφε γράμματα με το σωρό στην Ανδριάνα για να βγάλει τα μέσα έξω της. Η φίλης της πάλι, για να της απαντήσει είχαν εφεύρει έναν ολόκληρο κώδικα επικοινωνίας.

Τα χρόνια περνούσαν και η Ιωάννα αντί να γίνεται ευτυχισμένη κάθε μέρα έχανε κι ένα κομμάτι από τη λάμψη της. Μέχρι που γύρισαν στην Ελλάδα. Τότε, η κυρία Περσεφόνη γνώρισε την οικογένειά της, είδε το σπιτικό που μεγάλωσε κι άνοιξε το μάτι της. ‘’Ώστε τελικά δεν ήταν μια ξεβράκωτη, μεγαλοδικηγόρος ο πατέρας της και το πατρικό της τριώροφο στο Χαλάνδρι’’. Για αρχή καλά τα πηγαίνανε.

Μετά τα αντίστοιχα τραπεζώματα,  τα κρασιά, το φρέσκο ψάρι και τα περίτεχνα γλυκά της κυρίας Νίκης, που ομολογουμένως ξεπερνούσε μάγειρες βραβευμένους, η κυρία Περσεφόνη έμοιαζε λίγο να ηρεμεί. Μα καταλαγιάζει η λύσσα που νοιώθει το τέρας;

Η Ιωάννα αναθάρρησε μέχρι που τόλμησε να ονειρευτεί, ότι ο πολιτικός γάμος που είχαν κάνει με τον Φραντσέσκο στην Αίγυπτο σαν τους κλέφτες, επιτέλους κατάφερναν να παντρευόταν στην εκκλησία με όλα τα καλά όπως η οικογένειά της επιθυμούσε.

Μάνα και κόρη άρχισαν να καταστρώνουν σχέδια για το μέλλον της Ιωάννας αλλά ξέχασαν να ρωτήσουν την κυρία Περσεφόνη η οποία είχε διαφορετική άποψη.

Ο γάμος θα γινόταν μόνο αν της εξασφάλιζαν ότι θα ζήσει μαζί τους και διαπραγματεύσιμο αυτό δεν ήταν. Μάλιστα!

Η Ιωάννα δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά της και οι γονείς της είχαν μείνει εκστατικοί να κοιτάνε αυτά που διαδραματιζόταν μέσα στο ίδιο τους το σπίτι.

Ο Φραντσέσκο είχε βρει για την κυρία Περσεφόνη, ένα όμορφο διαμέρισμα στο κέντρο των Αθηνών έτσι ώστε να είναι κοντά με την οικογένειά της αλλά όχι μέσα στο δικό τους σπίτι.  Όταν είδε ότι η μητέρα του ήταν αμετάπειστη,  γύρισε στη γυναίκα του και την παρακάλεσε να μείνουν και οι τρεις μαζί.

Άστραψε και βρόντηξε η Ιωάννα όταν θυμήθηκε τις αμέτρητες προσβολές που είχε δεχθεί στην Αίγυπτο. Σαν να της έστριψε ξαφνικά, λες και της έκλεισαν την στρόφιγγα που την τροφοδοτούσε με αέρα.

‘’Σε ποιόν θα έκανε κουμάντο η κυρία Περσεφόνη και με τι προσόντα; Στην περιουσία του πατέρα της; Σε ποιο σπίτι θα ζούσε; Στο σπίτι που έχτισε για τη κόρη του ο μεγαλοδικηγόρος, γιατί αυτό την ένοιαζε και γι’ αυτό την είχε καλμάρει. Την είχε πει ξεβράκωτη και λόγια άλλα που πάλευε να τα ξεχάσει’’.

«Εγώ θα σε ακολουθούσα και στην άκρη της γης γιατί σε αγάπησα» του είχε πει γεμάτη πόνο «και τίποτα δεν σου ζήτησα. Εσύ όμως έχεις αγαπήσει και κρέμεσαι από το φουστάνι μόνο μιας γυναίκας κι αυτή είναι η μητέρα σου, τράβα λοιπόν και ζήσε μαζί της» είπε, άνοιξε την πόρτα του τριώροφου στο Χαλάνδρι και τους πέταξε όλους έξω μαζί με την καρδιά της.

«Μην κλαις αγάπη μου» έλεγε η μητέρα της «έρωτας είναι θα περάσει και κάποιος άλλος θα φανεί πριν το καταλάβεις» μα τα πράγματα έτσι δεν έγιναν.

Χρόνια πήρε στην Ιωάννα να ξεχάσει τον Φραντσέσκο και η Ανδριάνα σίγουρη δεν ήταν ούτε και σήμερα αν τον είχε ξεπεράσει. Ένα ήξερε, ότι κάθε τι που ονειρεύτηκε το έκανε δουλειά και το μετέτρεψε σε εταιρία για να μπορεί να τρέχει νύχτα-μέρα κι έτσι να ξεπερνάει τους πόνους της.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Βγήκαν από το αεροπλάνο στις 7:15 μ.μ ακριβώς.

«Που να δεις το ξενοδοχείο, σκέτη μούρλια» είπε η Ιωάννα κλείνοντας στιγμιαία τα μάτια της καθώς έσερνε τη μια από τις δυο μεγάλες βαλίτσες της. Τη δεύτερη θα την έπαιρναν μαζί με τη βαλίτσα της Ανδριάνας. Στο διάδρομο ακούστηκε μόνο ένας γδούπος και η Ανδριάνα γύρισε απότομα το κεφάλι της.

Η Ιωάννα ήταν πεσμένη στην πεζοδιάβαση, μπουρδουκλωμένη με την καπαρντίνα της και η βαλίτσα της ήτα πεταμένη παραπέρα.

«Μα τι έγινε;»
«Με έσπρωξαν» είπε κι άρχισε να τρέμει «πάτησα το πανωφόρι μου και … αχ πονάω».
«Μείνε εδώ» είπε αποφασιστικά η φίλη της, μάζεψε τη βαλίτσα της κι έτρεξε να βρει βοήθεια.

«Ιωάννα μιλάς Γαλλικά;»
«Όχι» είπε κλαίγοντας και η Ανδριάνα διαπίστωσε αμέσως μετά έντρομη ότι ούτε εκείνη θυμόταν λέξη σχεδόν.

Άρχισε να τρέχει μέσα στο αεροδρόμιο και τον πρώτο άνθρωπο που βρήκε ήταν ένας νεαρός με έναν ασύρματο στο χέρι.

«Μιλάτε Αγγλικά;» τον ρώτησε, μα εκείνος της έκανε μια αδιάφορη χειρονομία και συνέχισε την πορεία του. «Σας παρακαλώ» είπε στα Γαλλικά, δείχνοντας προς το μέρος της Ιωάννας μα και πάλι τίποτα. Ο νεαρός, τράβηξε απότομα το χέρι του, αγριοκοίταξε την Ανδριάνα και συνέχισε την πορεία του.

Η κοπέλα άρχισε να τρέχει μέσα στο αεροδρόμιο φωνάζοντας «βοήθεια» μέχρι που την σταμάτησαν δυο γυναίκες φορώντας τις στολές τους,  μα και πάλι καμιά τους δεν μιλούσε Αγγλικά. Η Ανδριάνα περίμενε μέχρι να της βρουν κάποιον ώστε να μπορέσει να συνεννοηθεί και ταυτοχρόνως έτρεχε πάνω κάτω για να βρει τις βαλίτσες τους με το τηλέφωνο στο χέρι για να μιλάει στην Ιωάννα.

Μια λεπτοκαμωμένη Γαλλίδα με σπαστά Αγγλικά ήρθε και τη βοήθησε. Αμέσως μετά δυο άνδρες της Πυροσβεστικής, πήραν την Ιωάννα και την έβαλαν να καθίσει κάπου ψηλά περιμένοντας τον γιατρό βάρδιας.

«Θα πρέπει να την πάμε στο ιατρείο του αεροδρομίου» είπε η λεπτοκαμωμένη Γαλλίδα.
«Φυσικά» είπε η Ανδριάνα νοιώθοντας μια ανακούφιση και ετοιμάστηκε να πάει μαζί τους.
«Δεν καταλάβατε» συνέχισε η Γαλλίδα «μόνο η ασθενής μπορεί να πάει με το ασθενοφόρο του αεροδρομίου» είπε αυστηρά.
«Κι εγώ;» ρώτησε η Ανδριάνα σαν χαμένη.
«Εσείς θα πάτε με το μετρό».
«Ποιο μετρό, αφού δεν μιλάω Γαλλικά, πως θα τα καταφέρω;» αναρωτήθηκε έτοιμη να βάλει κι εκείνη τα κλάματα. Το τηλέφωνό της χτύπησε και ο Μανώλης σε έξαλλη κατάσταση άρχισε να φωνάζει «δεν φτάνει που έφυγες, δεν με ειδοποιείς ότι έφτασες;»

Για κλάσματα του δευτερολέπτου η Ανδριάνα σκέφτηκε ότι όλα αυτά ήταν ένα κακό όνειρο.

«Μανώλη …» είπε και μέσα στη ταραχή της του εξήγησε τι ακριβώς τους συνέβαινε.
«Τι λες αγάπη μου;» είπε ο άντρας και πριν προλάβει να συνεχίσει η Ανδριάνα τον διέκοψε.
«Δεν έχω μπαταρία, θα σε πάρω μόλις μπορέσω» είπε και του το έκλεισε.

Η ευγενική Γαλλίδα έμοιαζε να έχει χάσει την υπομονή της.

«Σας ζητώ συγγνώμη» είπε η Ανδριάνα και την ακολούθησε τραβώντας τρεις βαλίτσες, έχοντας στον ώμο της κρεμασμένες δύο γυναικείες τσάντες και κρατώντας δυο πανωφόρια. Ο κόσμος την έβλεπε και γέλαγε μα κανείς δεν είπε να την βοηθήσει.

«Εδώ θα σας αφήσω» είπε η λεπτοκαμωμένη κοπέλα κι έδωσε οδηγίες για το πώς θα φτάσει στο ιατρικό κέντρο του αεροδρομίου. Ήταν όλες λάθος ή το μυαλό της Ανδριάνας δεν λειτουργούσε σωστά.

Ανεβοκατέβαινε σκάλες, με τις βαλίτσες να της πέφτουν. Πότε βούρκωνε και πότε γελούσε. Μια αεροσυνοδός πέρασε από δίπλα της και όπως την είδε πεσμένη στον διάδρομο, κούνησε αδιάφορα και ενοχλημένα το κεφάλι.

‘’Δυο φίλες θελήσαμε να ξεφύγουμε και να έρθουμε μια βόλτα στο Παρίσι’’ φώναξε ο εαυτός της αλλά ώρα για κουβέντες δεν ήταν. Έπρεπε να βρει την Ιωάννα και η ώρα περνούσε.

Την λυπήθηκε ένας άντρας αλλοδαπός αλλά ουδόλως την ενδιέφερε να κάνει καινούργιες γνωριμίες. Της έδειξε με υπομονή τη διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσει, χρησιμοποιώντας περισσότερο τη γλώσσα των μίμων. Τον ευχαρίστησε όσο πιο πολύ μπορούσε κι άρχισε να βηματίζει γρήγορα πάνω στα τακούνια της.

Ήξερε ότι στο αεροδρόμιο Charles de Gaulle του Παρισιού, εκείνο το βράδυ θα μιλούσαν για μια γελοία αλλοδαπή γυναίκα που δεν μιλούσε τη γλώσσα τους και θα εννοούσαν εκείνη. Μα δεν την ένοιαζε καθόλου. Την Ιωάννα μπορούσε να τη βρει;

Μπήκε στο μετρό, βγήκε από το μετρό είκοσι περίπου λεπτά μετά, ανέβηκε και κατέβηκε για άλλη μια φορά σκάλες, χάθηκε, βρήκε ξανά το δρόμο της, έπεσε, δεν βρήκε καροτσάκι να βάλει τα πράγματά της και ταλαιπωρημένη πια έφτασε στο ιατρείο.

Βρήκε τη νοσοκόμα να γελάει με δυο άλλους άντρες. ‘’Φλερτάρουν’’ σκέφτηκε.

«Με συγχωρείτε» είπε στα Αγγλικά, την κοίταξαν κι έστρεψαν τα πρόσωπά τους προς άλλη πλευρά.
«Ιωάννα» άρχισε να φωνάζει σαν τρελή μέχρι που ακούστηκε μια φωνή κάπου στο βάθος «Ανδριάνα εσύ;» κι άρχισε να τρέχει.
«Την Ελληνίδα θέλετε;» της είπε η νοσοκόμα που έτρεξε ξοπίσω της μα απάντηση η Ανδριάνα δεν της έδωσε.

Τη βρήκε τη φίλη της, μικρή κι αβοήθητη σε ένα κρεβάτι να τρέμει σύγκορμη.

«Δεν καταλαβαίνω τι μου λένε» είπε με παράπονο.
«Σώπα και θα τα καταφέρουμε» της απάντησε μόνο που δεν ήξερε τον τρόπο κι έκατσε μαζί της στην άκρη του κρεβατιού «κάποιος θα έρθει, δεν μπορεί» μονολόγησε κι άρχισε να χαϊδεύει την Ιωάννα τρυφερά. «Θέλαμε να ξεφύγουμε ε;» μονολόγησε κι άρχισε να γελάει.

Το κατώφλι το πέρασε ένας γιατρός, ευγενικός και με έναν φάκελο στο χέρι.

«Μιλάτε Αγγλικά;» τον ρώτησε με αγωνία η Ανδριάνα.
«Φυσικά κι όχι» της απάντησε στα Αγγλικά και είδε την κοπέλα να ξελαφρώνει «εννοείται ότι μιλάω Αγγλικά» είπε με στόμφο και τους εξήγησε ότι έπρεπε να μεταφερθεί η Ιωάννα άμεσα στο νοσοκομείο.

«Στο νοσοκομείο;»
«Έχει σπάσει το χέρι της, χρειάζεται να μπει στο γύψο αμέσως και η πίεση δεν κατεβαίνει με τίποτα».
«Ποια πίεση;»
«Η πίεση του αίματος, είναι σε επικίνδυνο σημείο» είπε ο γιατρός χαμηλόφωνα.
«Δηλαδή;»
«Δεκαεπτά με εικοσιένα» είπε και κούνησε το κεφάλι του.

Η Ανδριάνα σωριάστηκε.

«Τι λέει; Τι λέει;» ρωτούσε ανήσυχη η Ιωάννα.

«Που θα μείνετε;» ρώτησε ο γιατρός.
«Στο ξενοδοχείο, γιατί;»
«Γιατί ανάλογα με την περιοχή που μένετε θα πρέπει να σας στείλουμε και στο ανάλογο νοσοκομείο» είπε κι άρχισε να κανονίζει με τη νοσοκόμα για τη μεταφορά της Ιωάννας.
«Το ασθενοφόρο θα πρέπει να το πληρώσετε μετρητά, εδώ πληρώνουμε με το χιλιόμετρο» είπε κι έφυγε αφού πρώτα η Ανδριάνα τον ευχαρίστησε όσο πιο ζεστά μπορούσε.
«Λυπάμαι …» είπε και με μια μικρή υπόκλιση έφυγε από το δωμάτιο.

«Στο νοσοκομείο;» φώναξε η Ιωάννα.

«Καλά τόση ώρα δεν ακούς;»
«Στο ορκίζομαι δεν καταλαβαίνω τίποτα».
«Σε ποιο ξενοδοχείο θα μείνουμε;»
«Δεν θυμάμαι πως το λένε, τα έχω όλα στην ατζέντα μου, στην τσάντα μου ψάξε» είπε και η Ανδριάνα πήρε τηλέφωνο.
«Σε ποιόν τηλεφωνείς τέτοια ώρα;» τη ρώτησε η φίλη της.
«Να μην ενημερώσω τι μας συμβαίνει; Να χάσουμε και το δωμάτιο;» τη ρώτησε καθώς απαντούσε ένας κύριος από την άλλη άκρη του τηλεφώνου.
«Μιλάτε Αγγλικά;» ρώτησε η Ανδριάνα.
«Αν θέλετε να μιλήσετε στα Αγγλικά, να τηλεφωνήσετε αύριο το πρωί» της απάντησε και της το έκλεισε κατάμουτρα. Η κοπέλα έμεινε να κοιτάζει το κενό. «Πήρε ξανά τηλέφωνο και με σπαστά Γαλλικά, εξήγησε τι συμβαίνει».
«Μην ανησυχείτε, θα σας περιμένουμε» της είπε κι ηρέμησε.

Καθώς περνούσαν από την Αψίδα του Θριάμβου, η Ιωάννα μονολόγησε «ότι θα έκανα τέτοια επεισοδιακή είσοδο στο Παρίσι, δεν το είχα φανταστεί» είπε.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Ασθενοφόρα, νοσοκομεία και άνθρωποι αγενείς. Αυτό θυμόταν όταν κατάφεραν να φτάσουν στις τέσσερεις το πρωί στο ξενοδοχείο.

Μόνο μια οικογένεια που είχε φέρει την κόρη τους, τις βοήθησε να βρουν ταξί εκείνη την ώρα. Η Ιωάννα εμφανίστηκε στην πόρτα πασαλειμμένη με γύψους. Κοίταξαν η μια την άλλη και αγκαλιάστηκαν σαν να έβλεπαν η μια την άλλη μετά από χρόνια.

«Θέλω ένα μπουκάλι κρασί» είπε η Ιωάννα.
«Θέλω να πάω στην τουαλέτα» απάντησε η Ανδριάνα και μπήκαν κουρασμένες και βρώμικες στο αυτοκίνητο.

«Το ξέρεις ότι δεν μου έδωσαν ποτέ καμία απάντηση; Δεν ήξερα που να σε ψάξω και το κινητό σου το είχες αφήσει στην τσάντα σου».
«Ότι ζητούσα να σε ειδοποιήσουν και δεν μου έδιναν καμία σημασία…» μιλούσαν για την εμπειρία τους.
«Δεν πειράζει τώρα θα πάμε στο ξενοδοχείο και θα ξεκουραστούμε» είπε η Ανδριάνα.
«Θέλω ένα μπουκάλι κρασί» είπε δεύτερη φορά η Ιωάννα.
«Μα δεν πίνεις!»
«Θα αρχίσω τώρα, το δικαιούμαι» απάντησε η κοπέλα και συμπλήρωσε «και κάτι να φάμε».
«Στις τέσσερεις το πρωί;»

Το boutique ξενοδοχείο που είχε κλείσει η Ιωάννα ήταν ένα κομψοτέχνημα. Hôtel Chateaubriand στην περιοχή του Champs-Elysées.

«Πεινάω» έλεγε και η Ανδριάνα έπρεπε να μεταφράζει σε μια γλώσσα που είχε ξεχάσει εντελώς.
«Κρασί θα σας φέρουμε αμέσως αλλά η κουζίνα έχει κλείσει» ενημέρωσαν από την ρεσεψιόν καθώς τις οδηγούσαν στο δωμάτιό τους.

Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω τους, οι δυο κοπέλες κοιτάχτηκαν έκπληκτες στα μάτια.

Η μπανιέρα που δέσποζε στο χώρο έκανε την Ιωάννα να ξεροκαταπιεί.

«Γδύσου» της είπε η Ανδριάνα.
«Γιατί;»
«Δεν θα κοιμηθώ μαζί σου, σε αυτό το υπέροχο κρεβάτι με το ξύλινο κεφαλάρι, τον πολυέλαιο να κρέμεται απ’ έξω κι εσύ να βρωμάς σαν ασβός».
«Να πιώ μια γουλιά κρασί» παρακάλεσε «να βρέξω τα χείλη μου, να ηρεμήσω, να καταλάβω τι έγινε».

Η πόρτα άνοιξε, το σερβίρισμα του κρασιού ολοκληρώθηκε και η Ιωάννα ξεράθηκε στο κρεβάτι, λοξά, τραβώντας το πανωφόρι της για σκέπασμα. «Κρυώνω» είπε και η Ανδριάνα άκουσε μόνο το ροχαλητό της και περίμενε λίγο για να μπορέσει να πάρει το ποτήρι από τα χέρια της.

Την έγδυσε, την σκέπασε, τακτοποίησε τις βαλίτσες τους, έκανε ένα καυτό μπάνιο και έβαλε ένα ποτήρι κρασί. Η ώρα είχε πάει πεντέμισι το πρωί.

Έστειλε ένα μήνυμα στον Μανώλη.

«Σε αγαπώ» του έγραψε κι άρχισε να παρατηρεί τον χώρο. Σε δυο ώρες έπρεπε να σηκωθούν για να ετοιμαστούν για την έκθεση.

«Που στην ευχή είσαι;» ακούστηκε η φωνή του «έχω ανησυχήσει όσο δεν φαντάζεσαι» της είπε και την άκουσε να του μιλάει απαντώντας μόνο με άναρθρες κραυγές.

«Και γιατί συνέβη αυτό;» ρώτησε.
«Γιατί ζητήσαμε να ξεφύγουμε λίγο από τις σκοτούρες και τα προβλήματά μας. Αύριο όμως μωρό μου θα το κάψουμε».
«Να ανησυχώ;»
«Ειδικά αυτό!» είπε γελώντας η Ανδριάνα.
«Ναι αλλά τι θα κάνετε;»
«Θα πάμε στο καμπαρέ» είπε η Ανδριάνα και αναγάλλιασε η ψυχή της.
«Εκεί πρέπει να πας μαζί μου» είπε με νόημα ο Μανώλης.
«Την επόμενη φορά που θα έρθουμε οι δυο μας» υποσχέθηκε κι έμεινε να κοιτάζει το χάραμα στον ουρανό του Παρισιού.

‘’Την επόμενη φορά’’ υποσχέθηκε στον εαυτό της και ορκίστηκε ότι το επόμενο ταξίδι θα φρόντιζε να μείνει σε εκείνη και στον Μανώλη πραγματικά αξέχαστο.

«Εις το επανιδείν» είπε και σήκωσε το ποτήρι της. ‘’Άλλη φορά να μην κάνεις κοπάνες’’ της είπε ο εαυτός της και γέλασε.

Ακολουθήστε την ομάδα μας στο Viber, πατώντας τον σύνδεσμο: agnostoi.gr στο Viber

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here