Η Ανδριάνα ένοιωθε ένα πλάκωμα στο στήθος. Το μόνο που είχε ανάγκη ήταν να φύγουν με τον Μανώλη  ένα μακρινό ταξίδι σε χώρα άγνωστη οι δυο τους και να τα αφήσουν όλα πίσω τους. Να ζήσουν, να αναπνεύσουν και να γεμίσουν τη ζωή τους με ξεγνοιασιά και  στιγμές χαράς.

Άνοιξε το ραδιόφωνο. Besame Mucho τραγουδούσε η Diana Krall και το μυαλό της γέμισε από εικόνες. Παραλίες λευκές, φοίνικες και καλύβες μέσα στη θάλασσα. Να κοιμούνται αγκαλιά και να ακούν τον παφλασμό του νερού. Εξωτικά κοκτέιλ και μπωλ γεμάτα φρούτα. Φρέσκα ψάρια και ανανάδες.  Ξυπόλητοι να περπατούν και να παίζουν με τη θάλασσα. Να πίνουν νερό από μικρούς καταρράκτες μέσα σε λίμνες και …

Το τηλέφωνο χτύπησε και είδε το όνομα του Σπύρου. «Άντε παράτα με κι εσύ» μονολόγησε αλλά το σήκωσε.

«Τρέχα γρήγορα, βοήθεια» ακούστηκε λαχανιασμένη από την απόγνωση φωνή της Στέλλας.
«Πέθανε;»
«Τρέχα σου λέω» ούρλιαξε.

Η Ανδριάνα πάγωσε. Ξαφνικά έχασε όλο τον κόσμο από τα μάτια της. Σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου κι άρχισε να κλαίει ασταμάτητα. Άνοιξε το παράθυρο και προσπάθησε να πάρει βαθιές ανάσες. Μια, δύο, τρεις και η μοναδική εικόνα που καρφώθηκε στο νου της, ήταν του Σπύρου που … ούτε να το ξεστομίσει δεν ήθελε. Πρώτη φορά στη ζωή της που ένοιωθε τόσο αβοήθητη. «Μαμά» μονολόγησε «βοήθησέ με».

Δάγκωσε τη γλώσσα της όσο πιο δυνατά μπορούσε για να πονέσει και να σταματήσει να κλαίει. Έπρεπε να δράσει, να τρέξει. Σκούπισε το πρόσωπό  της με την ανάστροφη των χεριών της και έβαλε ταχύτητα πρώτη.

«Μανώλη …» η φωνή της τραύλιζε προσπαθώντας να εξηγήσει με κομμένη ανάσα αυτά που ούτε και η ίδια δεν ήξερε.
«Έρχομαι» της απάντησε.
«Όχι σε παρακαλώ, δεν ξέρω τι συμβαίνει ακριβώς, θα σε ενημερώσω εγώ» είπε και πέταξε το κινητό της τηλέφωνο μες στην τσάντα της.

Ο δρόμος ήταν άδεις και το μικρό της αυτοκίνητο πήγαινε πέρα-δώθε, ευθεία όμως τον δρόμο δεν μπορούσε να τον τραβήξει.

«Παναγιά μου» αναφώνησε όταν είδε το πεζοδρόμιο να έρχεται κατά πάνω της. Κατέβασε ταχύτητα, έστριψε μαλακά το τιμόνι της και άρχισε να έρχεται στα συγκαλά της.

Στο σπίτι του Σπύρου έφτασε κακήν κακώς. Βρήκε τα κλειδιά της, άνοιξε την πόρτα της εισόδου και ανέβηκε στον πρώτο όροφο δρασκελίζοντας τα σκαλιά δυο-δυο.

Μπήκε στο σπίτι και η φιγούρα της Στέλλας της γύρισε το στομάχι ανάποδα.

«Ζει;» φώναξε, πέταξε τα πράγματα της στο πάτωμα και έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα. Ο Σπύρος, πιο άσπρος και απόκοσμος ίσα που σάλευε. Η Ανδριάνα πήδηξε πάνω στο κρεβάτι κι άρχισε να τον χαϊδεύει και να κλαίει σπαρακτικά. Η Στέλλα από δίπλα, στεκόταν όρθια σαν κομμάτι μάρμαρο.

«Σπύρο μου» έλεγε και έπιανε με τα χέρια της το αξύριστο πρόσωπο του ξαδέλφου της. Ο φόβος την είχε συγκλονίσει. Οι μνήμες που ξεπηδούσαν η μια μετά την άλλη την έκαναν ακόμα πιο ευάλωτη. Από τα μάτια της τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι αλλά η ίδια δεν το καταλάβαινε.

«Κυρία Ανδριάνα σας παρακαλώ, δεν του κάνετε καλό» είπε μια όμορφη λεπτοκαμωμένη γυναίκα κρατώντας ένα κουτάλι του γλυκού και το κουτί με το αλάτι.

«Κύριε Σπύρο, θα καταπιείτε αυτή την κουταλιά με το αλάτι χωρίς νερό, με το σάλιο σας μόνο για να ανέβει η πίεση. Δεν είναι ευχάριστο το ξέρω αλλά έτσι πρέπει» είπε η άγνωστη γυναίκα.

Η Στέλλα καθόταν πάνω από τον Σπύρο και στα μάτια της Ανδριάνας έμοιαζε σαν παραστάτης του κακού.

«Ποια είσαστε;» ρώτησε την άγνωστη γυναίκα η Ανδριάνα.
«Χριστίνα με λένε, φροντίζω το σπίτι του κυρίου Σπύρου και σας παρακαλώ βγείτε από το δωμάτιο, δεν του κάνετε καλό» είπε με την ήρεμη φωνή της.

Με πόδια βαριά, έφυγε από το δωμάτιο ρωτώντας μόνο «τι έγινε;». Την απάντηση την πήρε από την Στέλλα . «Λιποθύμησε» είπε με παγωμένη από το φόβο φωνή.

«Βγείτε έξω σας παρακαλώ» επέμεινε ευγενικά η Χριστίνα τοποθετώντας το ένα μαξιλάρι πάνω στο άλλο και κρατώντας την πλάτη του Σπύρου ψηλά. Ο άντρας, της έκανε νόημα με τα μάτια ότι συμφωνούσε. «Πήγαινε» ψιθύρισε.

Η Ανδριάνα με το που είδε τα πράγματά της στο πάτωμα μπροστά από την πόρτα της εισόδου, γονάτισε. Όχι γιατί το ήθελε, ούτε γιατί έσκυψε να τα μαζέψει, απλώς γονάτισε γιατί τα πόδια της δεν μπορούσαν να την κρατήσουν άλλο όρθια. Κράτησε την τσάντα της αγκαλιά και άφησε τα αναφιλητά να βγουν από μέσα της. Σαν αγρίμι που μούγκριζε από τον πόνο ήταν.

«Ελάτε σας παρακαλώ, θα συνέλθει» της είπε η Χριστίνα με την ευγενική φωνή της και την βοήθησε να σηκωθεί. «Καθίστε στον καναπέ και θα σας φέρω ένα ποτήρι νερό»,  εξαφανίστηκε ακροπατώντας κι έτσι επέστρεψε.

«Τι έγινε;» ρώτησε με αγωνία η Ανδριάνα.
«Είχε έρθει η σύζυγός του, φαίνεται το είχαν κανονίσει γιατί μου το είπε από το πρωί. Όταν ήρθε η κυρία Στέλλα εγώ έφυγα διακριτικά από την κουζίνα. Δεν είχα καμία θέση ανάμεσα στο ζευγάρι»
«Ζευγάρι …» χλεύασε η Ανδριάνα.
«Εκείνοι έμειναν στην κουζίνα και μιλούσαν χαμηλόφωνα. Άκουσα κάτι για λεφτά, μετά οι ψίθυροι σταμάτησαν μέχρι που η κυρία Στέλλα έβγαλε μια φωνή λέγοντας ‘’κάτι έπαθε’’ κι εκεί παράτησα ό,τι έκανα και πήγα μέσα τρέχοντας».
«Και;»

Η Χριστίνα κατέβασε το κεφάλι.

«Δεν σας γνωρίζω αλλά θα σας πω μια κουβέντα. Δεν είναι άνθρωπος αυτή η γυναίκα, παιδί του έξω από δω είναι» είπε και συνέχισε «ο κύριος Σπύρος είχε λιποθυμήσει στην καρέκλα του και η κυρία Στέλλα συνέχισε να του φωνάζει ‘’θέλω παραπάνω λεφτά, ακούς;’’  έλεγε».

«Δεν σοβαρολογείς».

«Λυπάμαι που σας το λέω, αλλά έτσι έγιναν τα πράγματα».
«Πρέπει να πάμε στο νοσοκομείο και να ειδοποιήσω τον Νικόλα» η Ανδριάνα άρχισε να αντιδράει φυσιολογικά. «Χριστίνα σε ευχαριστώ».
«Μα τι λέτε τώρα» είπε η κοπέλα και βγήκε στο μπαλκόνι κι άρχισε να ξεσκονίζει τα κάγκελα αμίλητη.

Η Ανδριάνα ενημέρωσε τον Νικόλα και πήγε κατευθείαν στο υπνοδωμάτιο.

«Πρέπει να πάμε στο νοσοκομείο».
«Έχω ειδοποιήσει το ασθενοφόρο αλλά θα αργήσει» απάντησε η Στέλλα.
«Δεν πάω πουθενά» ακούστηκε η φωνή του Σπύρου αλλά καμιά τους δεν του έδωσε σημασία.

Το κουδούνι της πόρτας μόλις χτύπησε.

«Το νοσοκομειακό» είπε η Ανδριάνα και αναπήδησε.
«Όχι η κόρη μας είναι» είπε η Στέλλα και από την πόρτα ξεπρόβαλε η Μυρτώ. Το κορίτσι μπήκε μέσα στο σπίτι, με τα μάτια διάπλατα ανοιχτά. Ο φόβος της είχε κλέψει τη φωνή.
«Έλα αγάπη μου» είπε η Ανδριάνα ανοίγοντας την αγκαλιά της και συνέχισε, «ακυρώστε το ασθενοφόρο παρακαλώ,  θα πάμε με το αυτοκίνητό μου».

Ο Σπύρος αντιδρούσε, η Μυρτώ τα είχε χαμένα και η Στέλλα ακολουθούσε τις εντολές που της έδιναν σαν αυτόματο.

Η Ανδριάνα έψαχνε τα εφημερεύοντα. «Ξεκινάμε για το Λαϊκό» είπε και πήρε τα πράγματά της.
«Δεν πάω εκεί» είπε ο Σπύρος.
«Πάρε κι άλλη μια αλλαξιά με ρούχα» πρόσταξε η Ανδριάνα «Στέλλα θα έρθεις κι εσύ μαζί» είπε.
«Εγώ γιατί;»
«Γιατί είσαι η νόμιμη σύζυγός του και ο Σπύρος είναι ο πατέρας της κόρης σου» απάντησε η Ανδριάνα χωρίς να την κοιτάξει.
«Η νόμιμη σύζυγος …» μονολόγησε η Στέλλα «και τι πάει να πει αυτό;»
«Ότι αν χρειαστεί να υπογράψετε κάποιο χαρτί μπορείς εσύ ή ο ενήλικος γιός του» είπε η Ανδριάνα προσέχοντας να μην γίνει αντιληπτό ότι αφενός δεν είχε ιδέα αν ήταν έτσι ακριβώς τα πράγματα, αφετέρου να μην τρομάξει την Μυρτώ περισσότερο απ’ ότι  έπρεπε.

Το κορίτσι, δεν είχε βγάλει άχνα. Παρακολουθούσε απλώς με τα τρομαγμένα της μάτια μέσα από τη σιωπή της και η Στέλλα, μπροστά στην κόρη της δεν θα συνέχιζε να αρνείται να ακολουθήσει. Η Ανδριάνα δεν την ήθελε μαζί τους, ήξερε όμως ότι η σημερινή ημέρα θα ήταν ταλαιπωρία για όλους και ήθελε, σαδιστικά πολύ, να βασανίσει τη Στέλλα όσο περισσότερο μπορούσε, χωρίς να φαίνεται, με δικαιολογίες λογικές. Την θεωρούσε υπεύθυνη για την κατάντια του Σπύρου. Μέσα της ήξερε ότι δεν ήταν αυτή όλη η αλήθεια, αλλά είχε πολλά μαζεμένα γι’ αυτή την γυναίκα και επιτέλους, δεν μπορούσε πάντα να πληρώνει τα σπασμένα της Στέλλας κάποια στιγμή έπρεπε και η Στέλλα να πληρώσει για κάθε λάθος που είχε κάνει.

«Θα έρθω με το δικό σου αυτοκίνητο» είπε ο Σπύρος στην Ανδριάνα και ξεκίνησαν.

Λίγο μετά την πρώτη στροφή ο άντρας άναψε τσιγάρο. «Μην τολμήσεις να μου πεις τίποτα» είπε αγριεμένος και η Ανδριάνα δεν μίλησε. Δεν ήξερε αν κάνει το σωστό, μα δεν είχε άλλα κουράγια. Ο Σπύρος της θύμιζε τον πατέρα της. Ήταν σαν να έχει κληρονομήσει όλο το κακό DNA του θείου του. Αυτοκαταστροφικός, έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να ‘’τιμωρήσει’’ τον εαυτό του. Γιατί άραγε;

Κοίταξε κλεφτά τον ξάδελφό της και στα πρώτα φανάρια του κράτησε το χέρι.

«Σπύρο, δεν ξέρω αν κατάλαβες ποτέ πόσο σε αγαπάω».
«Ωχ άσε με»
«Θέλω να ξέρω ότι το έχεις νοιώσει, ότι το ξέρεις, ότι δεν έχεις δεύτερες σκέψεις» είπε. Η Ανδριάνα φοβόταν να παραδεχθεί ότι τρόμαζε στην ιδέα ότι θα χάσει τον Σπύρο.

Σαν την Ρόζα κι εκείνη μια εικόνα είχε μονίμως στο μυαλό της. Τον Σπύρο να ‘’φεύγει’’ και η καρδιά της έσπαγε σαν κρύσταλλο σε χιλιάδες μικρά κομμάτια.

«Τον Γρηγόρη να πάρουμε»
«Είσαι τρελή, για να ενημερώσει τη μητέρα μας αμέσως; Κι αν δεν το κάνει εκείνος, τότε θα το κάνει η Δήμητρα μέσα στην καλή χαρά. Να μου λείπε το βύσσινο» απάντησε εκνευρισμένος ο Σπύρος.

Βρήκαν να παρκάρουν αμέσως. Πιο κάτω και η Στέλλα με την Μυρτώ. Προχώρησαν όλοι μαζί αμίλητοι. Το μυαλό της Ανδριάνας ήταν κολλημένο στον Νικόλα. «Γιατί δεν εμφανιζόταν αυτό το παιδί;» αναρωτιόταν «να πηγαίνει ο πατέρας του στο νοσοκομείο κι αυτός να είναι απών;» κάτι δεν καταλάβαινε, κάτι δεν πήγαινε καλά.

Έβγαλε το τηλέφωνο από την τσάντα της και κάλεσε το Νικόλα. Σιωπή. Όσες κλήσεις κι αν έκανε απάντηση δεν πήρε, μα κουβέντα δεν είπε σε κανέναν. Το κεφάλι της όμως είχε γεμίσει από αποσιωπητικά, θαυμαστικά και τεράστια ερωτηματικά.

Στην είσοδο είχαν φορέσει μάσκα «τα γάντια πετάξτε τα, είναι εστία μόλυνσης» τους είπαν και στη συνέχεια τους θερμομέτρησαν. «Με τον ασθενή θα περάσει ένας μόνο συνοδός».

«Εσύ» είπε ο Σπύρος στην Ανδριάνα.
«Στέλλα μήπως θέλεις …» ρώτησε ευγενικά η κοπέλα.
«Θα περιμένουμε έξω με την Μυρτώ» απάντησε σχεδόν αδιάφορα και με σφιγμένα τα χείλη.

Ούτε ο Σπύρος ήθελε να βλέπει τη Στέλλα αλλά ούτε και η Στέλλα ήθελε να βρίσκεται στο προαύλιο του νοσοκομείου, αλλιώς τα είχε υπολογίσει τα πράγματα. Η Ανδριάνα ήξερε πολύ καλά ότι τα χείλη μπορεί να μην κουνήθηκαν και οι λέξεις να έμειναν ανείπωτες, οι ματιές όμως ψέματα δεν έλεγαν. Η παρουσία και μόνο της Στέλλας την δηλητηρίαζε. Ας ήταν όμως, το παιχνίδι θα το έπαιζε μέχρι το τέλος.

Ασυναίσθητα κοίταξε το ρολόι της. «Ο Νικόλας γιατί είχε εξαφανιστεί;» Πήγε μέχρι την πόρτα του νοσοκομείου, κοίταξε στο προαύλιο χώρο αλλά τίποτα. «Ανάρμοστη συμπεριφορά» σκέφτηκε αλλά και πάλι σιώπησε.

Ήρθε η σειρά του Σπύρου για το καρδιολογικό. Η Ανδριάνα του έδωσε ένα φιλί κι ένας άντρας ψηλός την σταμάτησε στην πόρτα. «Εσείς δεν θα μπείτε μέσα,  μόνο ο ασθενής» είπε και η κοπέλα κούνησε το κεφάλι της λέγοντας «φυσικά». Η πόρτα έκλεισε έκανε μεταβολή και διάλεξε να καθίσει στο τελευταίο μεταλλικό κάθισμα.

Προσπάθησε πάλι να βρει τον Νικόλα. Τζίφος. Τηλεφώνησε στην μητέρα του, την Κατερίνα. Το αίμα μέσα της έβραζε. Ο φόβος πλέον είχε μετατραπεί σε θυμό και οργή.

«Που είναι ο Νικόλας και δεν απαντάει Κατερίνα; Τι πράγματα είναι αυτά να είμαστε με τον πατέρα του στο νοσοκομείο και να αδιαφορεί;»
«Ξέρεις τον έχω στείλει στο εξοχικό να ποτίσει τα λουλούδια και να ταΐσει τα αδέσποτα».
«Σοβαρολογείς; Ένας άντρας κοντά στα σαράντα πήγε να ποτίσει τα λουλούδια αντί να είναι στο πλευρό του πατέρα του;»
«Εγώ του το ζήτησα. Αλλά ξέρεις, δεν θέλω να ταράζεται, έχει κι εμένα που φροντίζει …»
«Τι περιμένετε από εμένα Κατερίνα; Να σας πάρω τηλέφωνο να σας πω πότε ψόφησε ο Σπύρος;» ούρλιαξε η Ανδριάνα «εγώ τους γονείς μου τους φρόντισα, εσείς τι ακριβώς κάνετε; Να πεις στο γιο σου ότι αυτό δεν το περίμενα ποτέ από αυτόν, για τον πατέρα του μιλάμε κι εσύ μην τολμήσεις να με πάρεις ξανά τηλέφωνο και να μου πεις ότι είμαι η αδελφή σου γιατί βουτηγμένοι στα καλά και στα συμφέροντα είσαστε. Άντε να χαθείτε» είπε και της έκλεισε το τηλέφωνο κατάμουτρα τρέμοντας.

«Με συγχωρείτε» είπε στον κόσμο που είχε γυρίσει σιωπηλός και την κοιτούσε κατεβάζοντας το κεφάλι και κοιτάζοντας τις μύτες των παπουτσιών της.

Στο νοσοκομείο έμειναν πέντε ολόκληρες ώρες. Μπορεί και παραπάνω. Η Ανδριάνα μπαινόβγαινε κάθε τόσο για να ενημερώσει την Στέλλα και την Μυρτώ. Για την ακρίβεια την Μυρτώ, την κόρη, το παιδί του, η Στέλλα απλώς υπήρχε.

Ο Μανώλης είχε πάρει αρκετές φορές, το ίδιο και η φίλη της η Λένα, όμως δεν ήθελε κανέναν από τους δυο της κοντά της. Αυτό που λαχτάραγε η ψυχή της να δει ήταν ο Σπύρος να περιβάλλεται από τα δυο του παιδιά κι αυτό δεν έγινε και το θεωρούσε άδικο. Με όσα λάθη φυσιολογικά μπορεί να έχει κάνει ένας γονιός, τέτοια συμπεριφορά δεν του άρμοζε.

Μέχρι να βγουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων, είχαν καθίσει όλοι μαζί στο πάρκο απέναντι από το νοσοκομείο κάτω από μια μεγάλη μουριά.

Μιλούσε μόνο η Ανδριάνα που έθετε διαρκώς ερωτήματα για να περάσει όσο γινόταν, ανάλαφρα η ώρα.

«Δουλεύεις από το σπίτι Στέλλα; Πως σου φαίνεται και ξέρεις, δεν έχω δει φωτογραφίες του σκύλου σου. Αλήθεια πόσα κιλά είναι; Τι λες βρε παιδάκι μου, μεγάλος βγήκε. Ο Σπύρος κοιτούσε την ξαδέλφη του με απορία, το ίδιο και η Μυρτώ αλλά ήταν η πρώτη φορά που είδε την ανιψιά της να χαμογελάει. Θεία και ανιψιά κοιτάχτηκαν στα μάτια και τα είπαν όλα μέσα από τη σιωπή που κρύβει ένα χαμόγελο αγάπης.

Η ώρα είχε πάει πια έξι το απόγευμα. Τα αποτελέσματα είχαν βγει χωρίς να δείξουν κάτι ουσιαστικό. «Να αλλάξετε τις δόσεις των φαρμάκων της πίεσης και της καρδιάς» είχε πει ο εφημερεύων γιατρός αλλά η Ανδριάνα ήξερε ότι έπρεπε να ψάξουν τον Σπύρο καλύτερα κι αυτό θα το φρόντιζε η ίδια.

Σαν μπήκαν στο αυτοκίνητο ο ξάδελφός της άναψε τσιγάρο και πέρασε στην επίθεση.

«Μα είσαι με τα καλά σου, τι μου κουβάλησες τη Στέλλα μαζί; Τη βλέπω και αρρωσταίνω χειρότερα» γκρίνιαξε.

«Ήθελα η Μυρτώ να είναι κοντά σου και ήταν καλύτερα και για την ίδια, γιατί ήταν δίπλα σου. Κατάλαβες;»

«Με τον Νικόλα μίλησες, γιατί μου κάνει εντύπωση που δεν έχει εμφανιστεί. Τι να έχει γίνει άραγε;»

Τι να απαντούσε η Ανδριάνα, δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να τον συγχύσει περισσότερο. Ο Σπύρος συνέχισε να μιλάει.

«Ξέρεις γιατί ήρθε σήμερα η Στέλλα;»
«Άστα καλέ μου τώρα αυτά, να ηρεμήσουμε όλοι μας και τα κουβεντιάζουμε αύριο».
«Ήρθε να μου ζητήσει περισσότερα χρήματα για διατροφή της μικρής. Της έδειξα τα νούμερα και με όλα αυτά που απαιτεί μου μένει να περάσω το μήνα με εκατόν σαράντα ευρώ χωρίς να έχω πληρώσει ούτε μια ελάχιστη υποχρέωση. Πως θα ζήσω μου λες;»
«Σε παρακαλώ μην με στενοχωρείς, δώσε τόπο στην οργή και άσε τους δικηγόρους να τα βρουν. Εμένα με νοιάζει μην πάθεις εσύ τίποτα. Η Στέλλα ας πάει να κόψει το λαιμό της, ουδόλως με ενδιαφέρει».
«Δεν σε ενδιαφέρει αλλά τις μίλαγες σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα. Μου λες πως το έκανες αυτό; Πως στην ευχή τα κατάφερες;»
«Για την Μυρτώ, γιατί η λάσπη που τρώμε οικογενειακώς δεν έχει όριο. Όμως κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει αυτά που συμβαίνουν μπροστά στα μάτια του. Έτσι λοιπόν έκανα τα ξινά γλυκά για να δει το παιδί ποια είναι η θεία του και όχι να ακούει μόνο τις κακοήθειες της μάνας της, αλλά που να πάρεις χαμπάρι τέτοιος μπούρδας που είσαι».
«Και όταν την τράβηξες κοντά σου τι της είπες;»
«Ότι την αγαπώ πολύ και της έδωσα ένα φιλί, τίποτα άλλο, νομίζω ότι η σημερινή ημέρα ήταν πολύ κουραστική για όλους μας».

Το τηλέφωνο χτύπησε. Ο Νικόλας έκανε την ‘’εμφάνισή’’ του.

«Θέλεις να του μιλήσεις;» ρώτησε ο Σπύρος κρατώντας το ακουστικό στον αέρα. Η Ανδριάνα ήταν πολύ θυμωμένη και δεν είχε σκοπό να εξηγήσει και να ταλαιπωρήσει περισσότερο τον ξάδελφό της.

«Όχι τώρα που οδηγώ» είπε αυστηρά και συνέχισε την πορεία της. «Λέω να έρθω σπίτι να σου μαγειρέψω κάτι ή μήπως θέλεις …»

«Θέλω να μείνω μόνος μου και να ηρεμήσω» απάντησε ο Σπύρος «μου έχει στοιχίσει ότι δεν ήρθε ο Νικόλας. Τόση αδιαφορία πια;» μονολόγησε.

Η Ανδριάνα δεν είχε τι να απαντήσει και μέσα της ένοιωσε βαρίδια να κρέμονται από την καρδιά της. Άφησε τον Σπύρο στο σπίτι του και τον ρώτησε «είσαι σίγουρος ότι δεν με χρειάζεσαι;» και η απάντηση που πήρε ήταν η ίδια. «Θέλω να ξεκουραστώ Ανδριάνα» της είπε και κατέβηκε από το αυτοκίνητο. «Θα μιλήσουμε αργότερα» του είπε και κούνησε το χέρι της καθώς έφευγε.

Φτάνοντας σπίτι της γδύθηκε έξω από την πόρτα της και παρακαλούσε να μην περάσει κανένας γείτονας και γίνει δεύτερη φορά ρεζίλι. Μια η Marjory, μια το νοσοκομείο, τι να εξηγήσει και σε ποιόν; Κουδούνια θα της κρεμούσαν στην πολυκατοικία.

Έβαλε τα ρούχα στο πλυντήριο και η ίδια έτριψε το κορμί της με τέτοια λύσσα σαν να ήθελε να αλλάξει δέρμα.

Ο Μανώλης μπήκε στο σπίτι.

«Είναι κανείς εδώ;» φώναξε κρυφοκοιτάζοντας από την πόρτα του μπάνιου. «Πως είναι το κορίτσι μου που μου έχει λείψει;» ρώτησε και της έδωσε ένα φιλί στα χείλη. «Είσαι καλά;»

Η Ανδριάνα χαμογέλασε, βεβιασμένα μεν αλλά χαμογέλασε. «Τώρα που σε βλέπω, όλα είναι καλύτερα» είπε.
«Και τότε γιατί δεν με άφησες να έρθω;»
«Τι να έκανες αγάπη μου, να καθόσουν στο προαύλιο με την Στέλλα;»
«Ήξερες ότι θα ερχόμουν αν μου το ζήταγες;»
«Τότε τι θέση θα είχες στη ζωή μου αν είχα την παραμικρή αμφιβολία;» απάντησε η Ανδριάνα πετώντας του λίγη σαπουνάδα.
«Τι θέλεις να φάμε;»
«Πίτσα, μακαρονάδα κι ένα μπουκάλι κρασί. Να βάλουμε μουσική, ανάψουμε τα κεριά, να ανοίξουμε τα παράθυρα και να ξεχαστούμε.
«Μείνε ήσυχη, κερνάω εγώ, φτάνει να σε βλέπω να χαμογελάς» είπε ο Μανώλης χαρίζοντάς της ένα ζορισμένο χαμόγελο.

«Μανώλη…»
«Ναι;»
«Τι συμβαίνει;»
«Κουρασμένος είμαι» απάντησε αλλά δεν είπε όλη την αλήθεια. Ο γιος του ο Αχιλλέας τον είχε γεμίσει με πίκρα.

«Του έκαψαν το αυτοκίνητο» της είπε όταν η Ανδριάνα σταμάτησε τη διήγηση με τα γεγονότα της ημέρας.
«Θεός να μας φυλάει» απάντησε και πετάχτηκε επάνω «είναι καλά το παιδί;»
«Ναι ο Αχιλλέας είναι μια χαρά, αλλά έχει μπλέξει με λάθος παρέες, εγώ είμαι μακριά και η μάνα του μόλις απολύθηκε από τη δουλειά της. Ποιος ασχολήθηκε μαζί του;»
«Μανώλη τι λες;»
«Όλα μαζί Ανδριάνα, όλα μαζί ήρθαν και τα δικά σου και τα δικά μου και μας πλάκωσαν» είπε και κούνησε το κεφάλι σιωπηλός.
«Και τώρα τι θα κάνετε;»
«Έχει αναλάβει τις έρευνες η πυροσβεστική»
«Μου κάνεις πλάκα, όχι δεν θα έκανες τέτοια αστεία» είπε ξεπνεομένα «και τώρα δηλαδή τι;»
«Περιμένουμε να περάσουμε όλοι από ανάκριση και στη συνέχεια ότι δείξει το πόρισμα».
«Ανάκριση;»
«Φυσικά και πρέπει να ενισχύσω και τη μητέρα του οικονομικά».
«Τώρα Μανώλη; Τώρα που δεν έχουμε ακόμα αρχίσει να δουλεύουμε;»
«Και τι να κάνω; Είναι η μητέρα του παιδιού μου» είπε.
«Σωστά» συμφώνησε η Ανδριάνα και αμέσως μετά άρχισε να γελάει νευρικά.
«Τι σε έπιασε τώρα;» ρώτησε ο άνδρας όλο απορία.

Η Ανδριάνα γέλαγε, γέλαγε και σταματημό δεν είχε μέχρι που την έπιασε λόξυγκας.

«Ξέρεις πως ξεκίνησε η σημερινή ημέρα μου;» τον ρώτησε και χωρίς να περιμένει απάντηση συνέχισε «με όνειρα για μέρη ξωτικά και καταλήξαμε εμείς στο Λαϊκό κι εσύ για ανάκριση» είπε και την έπιασε λόξυγκας από την αρχή χωρίς σταματημό.

«Θέλω να πάμε στα νησιά Μπόρα-Μπόρα» είπε μόλις μπόρεσε να ανασάνει «ταιριάζουν και με την ημέρα».

 

 

 

~συνεχίζεται~

(φωτογραφία τίτλου: https://gr.pinterest.com/pin/328270260344422477/)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here