Η Ανδριάνα είχε σχεδόν χωθεί ολόκληρη μέσα στη ντουλάπα της. Δεν ήξερε τι να φορέσει και η πετσέτα που είχε τυλιγμένη γύρω από το κορμί της όλο γλιστρούσε. Κρύωνε και λίγο αλλά περισσότερο δεν ένοιωθε άνετα με τη γύμνια της.

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη αφήνοντας την πετσέτα να πέσει στο πάτωμα. Χάιδεψε το στήθος της με απαλές κινήσεις. Η σφριγηλότητα των νιάτων της είχε χαθεί προ καιρού. Ανέβασε τις παλάμες στα μάγουλά της και με τα ακροδάχτυλα άγγιξε τις μικρές ρυτίδες γύρω από τα μάτια. Τέντωσε το δέρμα της και για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν είχε έρθει η ώρα για την πρώτη παρέμβαση στο πρόσωπό της. «Όχι» μονολόγησε και θυμήθηκε τις λαμπερές, ατσαλάκωτες συμμαθήτριές της.

«Και μετά;» αναρωτήθηκε. «Ποια θα είναι η συνέχεια;». Είχε κάνει τη διερευνητική της επίσκεψη στο γιατρό της Έλλης. Αλήθεια, τι συμπαθής άνθρωπος, αυτό έπρεπε να το ομολογήσει, όμως εκείνη δεν ήταν σαν την Έλλη και ούτε θα ένοιωθε ποτέ έτσι. Από την άλλη πάλι, το ποτέ είναι μεγάλη λέξη. Η φίλη της, την παρότρυνε διαρκώς προς αυτή την κατεύθυνση.  «Δεν μπορεί να είσαι στο τιμόνι αυτής της εταιρίας και να επιτρέπεις στο χρόνο να σε φθείρει» της έλεγε.

Κοκέτες ήταν και οι δύο, μα με διαφορετικό τρόπο. Η Έλλη δεν άντεχε καθόλου την φθορά, την τρόμαζε, η Ανδριάνα πάλι θαύμαζε τις όμορφες, περιποιημένες γυναίκες με τις ρυτίδες τους. Είχαν μια γλύκα στο χαμόγελό τους και την έλλειψη, ευτυχώς, της επιτήδευσης και της ματαιοδοξίας.  Όπως ήταν η Ρόζα, μια γυναίκα φινετσάτη. Ο χρόνος, ερχόταν παρέα με την σοφία, με την ωριμότητα και με τη βαθύτερη καλλιέργεια που σου προσφέρει απλόχερα η ζωή αλλά και οι πονεμένες διαδρομές της. Πίστευε ότι όλα αυτά ήταν οι σφραγίδες της, τα παράσημά της.  Ένα γεμάτο διαβατήριο από προορισμούς. Ναι, αυτή η σκέψη πήγαινε στην ιδιοσυγκρασία της, αυτό ήταν που η ίδια ήθελε να είναι. Ταξιδεμένη και χορτάτη από εμπειρίες.

Κοίταξε το ρολόι της. Ο χρόνος περνούσε κι εκείνη δεν είχε αποφασίσει ακόμα τι θα φορέσει. Σηκώθηκε από το κρεβάτι της και σαν αυτόματα διάλεξε το βαρετό κλασσικό μικρό μαύρο φουστάνι. Με ότι κι αν το φορούσε θα ήταν πάντα κομψή. Το έλεγαν όλα τα περιοδικά του κόσμου, το έλεγε και ο καθρέφτης της. Έκανε να ανοίξει το φερμουάρ και κοντοστάθηκε. Τι ακριβώς ήθελε από τον Μανώλη; Κράτησε το φουστάνι στα χέρια της και κοίταζε αφηρημένη τις ραφές του.  Να τον εντυπωσιάσει; Ζάρωσε τη μύτη της κι έβγαλε κοροϊδευτικά τη γλώσσα της στο είδωλό της. Μα αυτό ήταν το πιο εύκολο και φυσικό πράγμα στον κόσμο. Και μετά; Τι θα γινόταν μετά; Θα ερχόταν στο σπίτι της και θα ξέσκιζαν ο ένας τα ρούχα του άλλου. Θα τσαλάκωναν τα σεντόνια του κρεβατιού και τα βογκητά τους θα διαπερνούσαν ανεπαίσθητα τους τοίχους. Μετά και πριν προλάβουν να καταλάβουν τι γινόταν, παραζαλισμένοι ακόμα θα ήθελαν ο ένας τον άλλο περισσότερο, σα λυσσασμένα ζώα από τον οίστρο της στιγμής και θα συνέχιζαν να ικανοποιούν τις ορμές τους μέχρι που θα τους έβρισκε το πρωί ή μέχρι που η Πηνελόπη θα τον καλούσε στο τηλέφωνο.

Η πραγματικότητα μόλις είχε εμφανιστεί μπροστά της γυμνή. Κάγχαζε και την ειρωνευόταν. Η Πηνελόπη θα ήταν πάντα ανάμεσά τους. Σωστά κι έτσι ακριβώς έπρεπε να γίνει. Τίναξε με δύναμη το φουστάνι της και το έβαλε στη θέση του.

Πήγε στο μπάνιο, άπλωσε την ενυδατική της κρέμα σε όλο το πρόσωπο και τον λαιμό και ξεκίνησε να μακιγιάρετε ελαφρά όπως πάντα. Ίσιωσε τα μαλλιά της και στο τέλος πρόσθεσε λίγο ρουζ και μάσκαρα. Το βλέμμα της ήθελε να είναι λίγο αυστηρό χωρίς όμως να βαρύνει. Έπαιξε με τα χρώματα του σκούρου μωβ. Το μαύρο μολύβι ήταν το μόνο που είχε αποχωριστεί, την γερνούσε.

Γύρισε στη ντουλάπα της και τώρα είχε ξεκάθαρα φτιάξει την εικόνα της στο μυαλό της. Ένα κολλητό παντελόνι, λεπτή μπλούζα ζιβάγκο και τις ψηλές καστόρινες μπότες της. Όλα στα μαύρα. «Σαν τον Ζορό είμαι» σκέφτηκε και τύλιξε μια ανάλαφρη πασμίνα γύρω από το λαιμό της στα χρώματα της σκουριάς. Φόρεσε τη λεπτή, ασορτί με το κασκόλ  ζώνη και διάλεξε ένα μεγάλο εντυπωσιακό δαχτυλίδι για τον δείκτη. Φόρεσε το μακρύ σουέτ παλτό της και έριξε ανέμελα την τσάντα της στον ώμο. Δύο σταγόνες από το αγαπημένο της άρωμα και ένα γρήγορο ψεκασμό στα μαλλιά της.  Κοιτάχτηκε προσεκτικά στον καθρέφτη και ένοιωσε ικανοποιημένη. Αυτό που έβλεπε της άρεσε. Χαμογέλασε στον εαυτό της, προχώρησε προς το σαλόνι, άφησε ένα μικρό φως ανοιχτό και πήρε τα κλειδιά της. Στην πόρτα κοντοστάθηκε. Σήμερα δεν είχε όρεξη για οδήγημα. Το αυτοκίνητο θα το άφηνε σπίτι. Το κέντρο ήταν δυο βήματα.

Βγήκε στον δρόμο και σταμάτησε το πρώτο ελεύθερο ταξί. «Πλατεία Συντάγματος» είπε και χάθηκε στις σκέψεις της. «Τι πήγαινε να κάνει τελικά δεν είχε καταλάβει. Την είχε επηρεάσει η Ρόζα; Δικαιολογίες, ήταν πολύ μεγάλη για να κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της. Ας ήταν ειλικρινής με τον εαυτό της. Ήθελε να δει τον Μανώλη και να κυλιστεί μαζί του στα σεντόνια της ασωτίας της. Ναι, αυτό συνέβαινε. Σε ένα πράγμα είχε δίκιο η θεία της, δεν ζούσε. Είχε γεμίσει τη ζωή της με υποχρεώσεις, με νοιαξίματα αλλονών. Αλήθεια γιατί; “Μια αποτυχημένη σχέση και μετά φοβήθηκες και κρύφτηκες” είχε πει η Ρόζα. Είχε κρυφτεί από τη ζωή της, αυτή που κοκορευόταν και θεωρούσε τον εαυτό της δυνατό;

«Εδώ να σας αφήσω;» ρώτησε ο οδηγός κόβοντας το τιμόνι όλο δεξιά καθώς είχαν φτάσει στην πλατεία.

Πλήρωσε και κατέβηκε από το ταξί. Περίμενε στα φανάρια και διέσχισε το δρόμο απέναντι. Το ραντεβού ήταν στο σιντριβάνι. Έβλεπε τον κόσμο να φωτογραφίζεται μπροστά του, καθώς οι πίδακες με το νερό άλλαζαν χρώμα. «Μα τι κακόγουστο μα την αλήθεια» σκέφτηκε «ο Ερνστ Τσίλλερ θα τραβούσε τα μαλλιά του αν έβλεπε αυτά τα χρώματα. Υποθέτω πως όταν το σχεδίαζε, δεν θα είχε κάτι τέτοιο κατά νου».

«Μια δεκάρα για την σκέψη της όμορφης κυρίας» ακούστηκε η φωνή του Μανώλη. Άθελά της κοκκίνισε.

«Τον Τσίλλερ σκεφτόμουν και το λαξευμένο μαρμάρινο σιντριβάνι. Ένα αψεγάδιαστο έργο από τα τέλη του 19ου αιώνα να το έχουμε κάνει σαν λούνα παρκ».
«Νομίζω ότι βρίσκεσαι σε αμηχανία και καλό θα ήταν να περπατήσουμε στη Βασιλίσσης Σοφίας. Να σε φυσήξει ο αέρας» είπε ο Μανώλης και την έπιασε από τους ώμους.

Με την άκρη του ματιού της παρατήρησε το χέρι του Μανώλη. Της άρεσε αυτή η αγκαλιά, η οικειότητα. Πλησίασε λίγο πιο κοντά του. Ηθελημένα άθελά της. Μια χαζή δικαιολογία για τον εαυτό της.

Άρχισαν να βαδίζουν και ο βηματισμός τους ήταν ανάλαφρος, όπως το χαρούμενο περπάτημα του έρωτα.

«Που πάμε;» ρώτησε εύθυμα η Ανδριάνα.
«Jazz και κόκκινο κρασί δεν ζήτησες;»
«Ναι» αποκρίθηκε και λίγο ξαφνιασμένη στράφηκε απότομα στον Μανώλη. «Μην μου πεις ότι θα πάμε στην οδό Δεινοκράτους!»
«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα με αυτό;»
«Αυτό ακριβώς είχα στο μυαλό  μου, αυτό ήθελα» αποκρίθηκε χαρούμενη η Ανδριάνα. Τον έπιασε από το χέρι και ανέβηκαν σχεδόν στις ανηφόρες του Κολωνακίου τρέχοντας.

Άνοιξαν την πόρτα γελώντας και τρύπωσαν στην θαλπωρή του club.

Give me your kisses; I’ll give you my heart, τραγουδούσε ο Louis Armstrong.

«Σημαδιακό, λες;» την πείραξε ο Μανώλης.

Στην παραζάλη της στιγμής και στην ευφορία της ξέγνοιαστης στιγμής η Ανδριάνα απάντησε χωρίς να σκεφτεί «η νύχτα θα δείξει» έχοντας αποφασίσει να σταματήσει να σκέφτεται και να ανησυχεί διαρκώς για τα πάντα. «Τι θα πιούμε;» ρώτησε ανάλαφρα.

«Σίγουρα όχι κόκκινο κρασί. Δηλαδή, καθόλου κρασί» απάντησε ο Μανώλης.
«Γιατί όχι;» ρώτησε σκερτσόζικα η Ανδριάνα.
«Γιατί εδώ βρισκόμαστε στον παραδεισένιο κόσμο του whisky» είπε και της έκλεισε πονηρά το μάτι.
«Θα μεθύσω» τον φοβέρισε.
«Μακάρι» ευχήθηκε ο Μανώλης και έδωσε την παραγγελία του σκύβοντας πάνω από τη μπάρα.

Ήπιαν την πρώτη γουλιά τους με την Ανδριάνα να λικνίζει το κορμί της στο ρυθμό της μουσικής.

«Λοιπόν;» ρώτησε ο Μανώλης. Η κοπέλα προσποιήθηκε ότι δεν κατάλαβε. «Λοιπόν;» επέμεινε.
«Να πιούμε το whisky μας, να ακούσουμε jazz, να χαλαρώσουμε» απάντησε «ναι αυτό ακριβώς, να χαλαρώσουμε και να ξεσκάσουμε» συμπλήρωσε φυσώντας μια τούφα από τα μαλλιά της.

Ο Μανώλης γύρισε το ποτό του με ελαφρές κινήσεις μέσα στο ποτήρι του. Την κοίταξε στα μάτια και ήπιε μια μικρή γουλιά. Η Ανδριάνα πάλι, μιμούμενη τις κινήσεις του, ήπιε μια μεγαλύτερη και αμέσως μετά μια ακόμα μεγαλύτερη γουλιά.

Της έπιασε το χέρι και της κατέβασε με αργές κινήσεις το ποτήρι από το στόμα. «Είναι νωρίς για να μεθύσεις και η νύχτα είναι μεγάλη» της είπε και συνέχισε να μιλάει και όχι για αδιάφορα θέματα.

«Το θέμα δεν είναι η Πηνελόπη, ούτε ο Αχιλλέας, το θέμα είναι τι θέλεις εσύ» της είπε και περίμενε την απάντησή της. Η Ανδριάνα ξαφνιάστηκε.
«Είσαι πάντα τόσο ευθύς;»
«Ναι και δεν μου αρέσουν οι άνθρωποι που αποφεύγουν να απαντήσουν» είπε ο Μανώλης και το πρόσωπό του δεν έκανε την παραμικρή σύσπαση.
«Τι θέλω εγώ;» αναρωτήθηκε δυνατά η Ανδριάνα. Πήρε μια βαθειά αναπνοή, ήπιε μια μικρή γουλιά από το ποτό της και απάντησε. «Μια σχέση που να είναι όλη δικιά μου. Έναν άντρα που δεν θα τον μοιράζομαι και να ζήσουμε ελεύθεροι τη ζωή μας. Να ταξιδέψουμε, να βγούμε έξω, να συναντηθούμε με τους φίλους μας, να μην παίζουμε κρυφτό» είπε και κατέβασε τα μάτια παρατηρώντας το ποτήρι της. «Θα ήθελα άλλο ένα whisky» είπε και ένοιωσε την καρδιά της καθώς χτυπούσε δυνατά. Κάτω από το τραπέζι έμπηγε τα νύχια της στην παλάμη της.

Ο Μανώλης έκανε νόημα να τους φέρουν άλλα δύο ποτά.

«Και ποιος μας εμποδίζει Ανδριάνα να ζήσουμε όλα αυτά που είπες;» τη ρώτησε με τη βραχνή φωνή του.

Η κοπέλα ξαφνιάστηκε. Ήταν σίγουρη ότι θέτοντας τα δικά της όρια, ότι εκφράζοντας τα θέλω της, ο Μανώλης θα το έβαζε στα πόδια. Ίσως όχι έτσι ακριβώς αλλά το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν αυτό.

«Τι περίμενες ότι θα σου έλεγα ότι δεν μπορώ; Ότι είμαι παντρεμένος; Ότι για τον Αχιλλέα θα έπρεπε να κάνεις υπομονή;»
«Ναι, ακριβώς αυτό» απάντησε η Ανδριάνα πίνοντας με λαχτάρα μια γουλιά από το καινούργιο της ποτό.
«Θα μεθύσεις. Δεν θα στο ξαναπώ» είπε αυστηρά ο Μανώλης και συνέχισε «Ας πιάσουμε το θέμα από την αρχή και ας το ξεκαθαρίσουμε μια και καλή.

Με την Πηνελόπη ερωτευθήκαμε και παντρευτήκαμε σχεδόν αμέσως. Δεν υπήρχε λόγος να το κάνουμε αλλά εμείς το κάναμε. Μέσα στη νεανική μας τρέλα και τον έρωτα, παντρευτήκαμε. Ο Αχιλλέας ήρθε σχεδόν αμέσως. Ένα χρόνο περίπου μετά. Τη ζωή μας δεν προλάβαμε να τη ζήσουμε παρέα. Με ένα μωρό στο σπίτι τα πράγματα δεν είναι πάντα εύκολα.

Πολύ σύντομα η Πηνελόπη έπρεπε να γυρίσει κι εκείνη στη δουλειά της. Είναι υπάλληλος στα κεντρικά γραφεία ασφαλιστικής εταιρίας, άρα και ο μισθός της ήταν και είναι συγκεκριμένος. Τότε, αναγκάστηκα να κάνω δύο δουλειές, ορισμένες φορές και τρεις. Ξέρεις, έχω εργαστεί και σε catering. Τα Σάββατα οι μισθοί ήταν τεράστιοι, τεράστιο όμως ήταν και το μίσος μου για τους δίσκους. Για κάποιο λόγο ένοιωθα ντροπή. Όλο αυτό που ζούσα δεν μου πήγαινε. Φανταζόμουν μονίμως τον εαυτό μου ως στέλεχος μιας διαφημιστικής εταιρίας. Τα κατάφερα αλλά ο γάμος μου διαλύθηκε.

Γυρνούσα σπίτι κουρασμένος και πάντα αργά. Ήθελα να μην λείψει τίποτα ούτε στην Πηνελόπη αλλά ούτε και στον Αχιλλέα. Οι απαιτήσεις όμως της ζωής ήταν πολλές. Κανένας από εμάς δεν είχε την οικονομική ευχέρεια ή βοήθεια από την οικογένειά του. Εμένα η μητέρα μου είχε ήδη πεθάνει λίγο πριν παντρευτώ. Η οικογένεια της Πηνελόπης ζει εκτός Αθηνών. Ποιος θα κράταγε το παιδί όταν εμείς πηγαίναμε στις δουλειές μας; Πληρώναμε γυναίκα να έρχεται στο σπίτι, στη συνέχεια παιδικό σταθμό, νηπιαγωγείο και βάλε και το ενοίκιο του σπιτιού μέσα στον προϋπολογισμό. Τίποτα δεν μας χαρίστηκε. Αυτό το τελευταίο αλλά και ο Αχιλλέας έφτασαν να είναι τα μόνα που μας δένουν με την Πηνελόπη. Δουλέψαμε και οι δύο σκληρά.

Σιγά-σιγά η ερωτική μας ζωή πέταξε από το παράθυρο. Ούτε χρόνο, ούτε διάθεση είχαμε και τις φορές που είχαμε χρόνο, νοιώθαμε πια σαν ξένοι. Ποτέ δεν το παραδεχτήκαμε ο ένας στον άλλον τότε.

Η πρώτη μου απιστία έγινε όταν ο Αχιλλέας ήταν μωρό. Ήμουν και πολύ νέος αλλά και ζωντανός. Ήθελα να ζήσω τη ζωή μου, την κάθε μου στιγμή. Από εκεί και πέρα οι γυναίκες διαδέχονταν η μια την άλλη. Μέχρι που ερωτεύθηκα και τότε η Πηνελόπη τα κατάλαβε όλα. Βλέπεις ο έρωτας δεν γίνεται να κρυφτεί κι εγώ ηθοποιός δεν είμαι. Τουλάχιστον όχι εν γνώσει μου.

Μου ζήτησε να πάρω αποφάσεις. Κουβεντιάσαμε το διαζύγιο, μιλήσαμε, φωνάξαμε αλλά δεν είχαμε υπολογίσει την τεράστια δύναμη που έκρυβε η παιδική αγκαλιά του Αχιλλέα. Με την κοπέλα που ήμουν τότε, διέκοψα. Εκείνη περίμενε ότι θα έβγαζα διαζύγιο κι εγώ τις έδωσα τα παπούτσια στο χέρι. Θα ήταν άδικο να παραμείνω σε αυτή τη σχέση για όλους μας. Ειδικά γι’ αυτό το κορίτσι».

«Ειδικά γι’ αυτό το κορίτσι και όχι για την Πηνελόπη;» ρώτησε η Ανδριάνα.

«Ναι, γιατί έχτιζε τη ζωή της γύρω από εμένα. Έπλαθε ένα καινούργιο παραμύθι γάμου που εγώ δεν το ήθελα. Γάμο είχα και η Πηνελόπη είναι μια εξαιρετική γυναίκα και ακόμα καλύτερη μητέρα. Ίσως κάποτε να την γνωρίσεις» είπε και η Ανδριάνα στο άκουσμα της τελευταίας λέξης στραβοκατάπιε και άρχισε να βήχει. Ο Μανώλης της έδωσε το ποτήρι με το νερό που ήταν μπροστά της.

«Να συνεχίσω;» τη ρώτησε. Η κοπέλα κρυμμένη πίσω από το ποτήρι κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

«Ήταν πριν τέσσερα περίπου χρόνια όταν πήρα χαμπάρι τι τρέχει. Η Πηνελόπη είχε αρχίσει να βγαίνει τα βράδια. Κανονίζαμε να είμαστε εναλλάξ στο σπίτι για να μην μένει ο Αχιλλέας μόνος του.  Στην αρχή ήταν μια θεατρική παράσταση με την κολλητή της φίλη, μετά μια ταινία στον κινηματογράφο, ένα ποτό με συναδέλφους και η ιστορία επαναλαμβανόταν αυτή τη φορά με πρωταγωνίστρια την Πηνελόπη.  Ήταν ερωτευμένη και χαρούμενη. Έλαμπε αλλά δεν τολμούσε να μου το πει κι εγώ δεν τολμούσα να ρωτήσω.

Ένα βράδυ έτυχε να γυρίσω νωρίτερα από το συνηθισμένο. Θυμάμαι ότι ένοιωθα πολύ κουρασμένος. Μπήκα σπίτι και το κινητό της Πηνελόπης χτυπούσε από το σαλόνι. Την φώναξα αλλά απάντηση δεν πήρα. Έκανε μπάνιο και ο Αχιλλέας διάβαζε στο δωμάτιό του.  Το κινητό συνέχισε να χτυπάει. Δεν έδωσα σημασία μέχρι που άρχισαν να έρχονται μηνύματα. Η περιέργεια με έσπρωξε και το άνοιξα. Δεν πίστευα αυτά που διάβαζα. Κατεβατά μηνυμάτων από τον εραστή της. Ερωτικές εξομολογήσεις η μια μετά την άλλη. Εκείνο το βράδυ είχαν τσακωθεί. Δεν κατάλαβα για ποιο λόγο ούτε και με ενδιέφερε. Ήταν όμως σαν να μου είχες τραβήξει την γη κάτω από τα πόδια. Η Πηνελόπη δεν ήταν πια “Πηνελόπη”. Είχε πάψει να είναι ο στυλοβάτης της οικογένειας. Είχε πάψει να είναι το δικό μου λιμάνι. Δεν με αγαπούσε, απλώς με ανεχόταν. Της ήμουν τόσο χρήσιμος όσο μια πολυθρόνα.

Όταν την είδα στεκόταν ακουμπισμένη στο κούφωμα της πόρτας, με κοιτούσε με ένα μειδίαμα ειρωνικό. Καρφώσαμε ο ένας τον άλλον με τις ματιές μας μέσα στην ατέρμονη φασαρία που κάνει η οργισμένη σιωπή.

Ακούμπησα το κινητό της τηλέφωνο στο τραπέζι του σαλονιού, έκανα μεταβολή κι έφυγα. Οδηγούσα σχεδόν όλη τη νύχτα. Τώρα μπορώ να σου πω με σιγουριά ότι δεν ήταν ούτε ο έρωτας, ούτε η μεγάλη αγάπη που με έκαναν να νοιώθω τρελός. Τη βολή μου έχανα και δεν ήμουν προετοιμασμένος γι’ αυτή την εξέλιξη».

«Εγωιστικό αυτό που λες» παρατήρησε η Ανδριάνα.

«Σωστά, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Γύρισα σπίτι ξημερώματα. Ούτε είχα πιεί, ούτε είχα κάνει καμιά τρέλα. Στη θάλασσα είχα πάει, στο Σούνιο συγκεκριμένα και περίμενα να ξημερώσει. Καβγάδες δεν έγιναν. Όχι κάτι σπουδαίο και δραματικό. Λογοφέραμε πολλές φορές και πληγώσαμε ο ένας τον άλλον με λέξεις. Απωθημένα, τόσα απωθημένα που είχαμε κρυμμένα μέσα μας που τελικά αυτό που καταφέραμε ήταν να “λεκιάσουμε” ο ένας τον άλλον. Τις περισσότερες φορές, όταν το απόστημα σπάει, η πληγή καθαρίζει και ίσως έτσι να μπορείς να συνεχίσεις. Να δώσεις τη συγγνώμη που πρέπει. Εδώ όμως δεν έγινε έτσι. Είπαμε τόσες αλήθειες,  που τελικά ήταν αναπόφευκτο να τραβήξαμε διαφορετικούς δρόμους».

«Μα αφού ζείτε μαζί» είπε η Ανδριάνα η οποία δεν πίστευε στα αυτιά της.

«Και θα συνεχίσουμε να ζούμε κάτω από την ίδια στέγη μέχρι ο Αχιλλέας να τελειώσει το σχολείο. Δηλαδή για λίγους μήνες. Όρος απαράβατος και από τους δύο μας» είπε ο Μανώλης και με μια κίνηση ήπιε και το υπόλοιπο ποτό του. «Άλλο ένα παρακαλώ» ζήτησε και αυτό που παρατήρησε η Ανδριάνα ήταν ότι τα μάτια του δεν είχαν σκοτεινιάσει.

«Γιατί πρέπει να σε πιστέψω;» ρώτησε χωρίς περιστροφές η Ανδριάνα.
«Γιατί δεν έχεις άλλη επιλογή» απάντησε αυστηρά ο Μανώλης.
«Έχω αλλά δεν θέλω να την χρησιμοποιήσω» απάντησε η κοπέλα σκύβοντας το κορμί της προς το μέρος του.

Η γλώσσα του, βαθειά μέσα στο στόμα της και καυτή, έκανε τη ραχοκοκαλιά της να ανατριχιάσει.

butterfly

 

~ συνεχίζεται ~

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here