Ομολογουμένως, ήταν ένας όμορφος γάμος.

Η Ρόζα κοιτούσε τη μεγάλη της εγγονή και η καρδιά της γέμιζε με αγάπη. Έφερε ένα γύρω τη ματιά της στους καλεσμένους τους και στην Φαίδρα, που μέσα στο νυφικό της έμοιαζε με αναγεννησιακή μαντόνα. Μακρύ, λευκό, με πτυχές, να πέφτει αέρινο πάνω στο κορμί της χωρίς ιδιαίτερα κοψίματα για να κρύβει την στρογγυλεμένη της κοιλιά. Τη διαφορά μέσα στην απλότητα, έκανε το δαντελένιο chantilly πέπλο και τα λιτά της μαλλιά με το ελαφρύ σπάσιμο. Η ανθοδέσμη της και ο διακριτικός στολισμός του ναού, ήταν από κρίνους. Madonna lily, όπως ονόμασαν το λουλούδι αυτό οι ζωγράφοι της αναγέννησης.

Η τελετή έγινε στο γραφικό εκκλησάκι στην κορυφή του απέναντι λόφου. Μικρό, ήσυχο, διακριτικό, με το ζευγάρι και την οικογένεια να παραβρίσκονται δίπλα τους. Ο κόσμος, όσος μπόρεσε να χωρέσει, άναψε ένα κερί και κάθισε να παρακολουθήσει το μυστήριο.

Η Ρόζα είχε ζητήσει στην Ανδριάνα να επιβλέψει και να φροντίσει τους μεγαλύτερους σε ηλικία. Έτσι κι αλλιώς οι νέοι δεν ένοιωθαν την ίδια κατάνυξη, αυτό που ήθελαν ήταν να μιλήσουν, να γελάσουν και να ρίξουν όσο περισσότερο ρύζι, ανακατεμένο με ροδοπέταλα μπορούσαν. Δεν ήταν σίγουρη ότι ήταν για το ‘’καλορίζικο’’, υποψιαζόταν ότι πάνω από όλα μετρούσε η πλάκα, το γέλιο αλλά και η χαρά. Χαλάλι τους, χατίρι δεν θα χαλούσε!

Μόλις τελείωσε το μυστήριο, η Ρόζα μαζί με την Ολυμπία, τη Γαρυφαλλιά, την Ανδριάνα και τον Μανώλη στο τιμόνι, έφυγαν αμέσως για να προλάβουν να φτιάξουν τις τελευταίες λεπτομέρειες.

Στο κήπο, μεγάλα τραπέζια με λινά τραπεζομάντηλα είχαν ήδη στρωθεί για να φιλοξενήσουν τις πιατέλες, τα κρυστάλλινα ποτήρια αλλά και τα ασημένια μαχαιροπήρουνα.  Στα μικρότερα, γι’ αυτούς που ήθελαν και έπρεπε να καθίσουν, τα είχε φροντίσει με περισσή αγάπη τοποθετώντας ταιριαστή με το στολισμό οργάντζα. Στη μέση κάθε τραπεζιού, κρυστάλλινα μπωλ γεμάτα από πολύχρωμα κουφέτα. Μπομπονιέρες δεν έδωσαν, μόνο ένα καρτελάκι ήταν ακουμπισμένο δίπλα σε κάθε πιάτο που έγραφε «το δώρο σας δωρίστηκε». Η Ρόζα παρέα με την Φαίδρα είχαν αποφασίσει, τα χρήματα για τις μπομπονιέρες να τα προσέφεραν σε σύλλογο ατόμων που τα είχαν ανάγκη, να έπιαναν πραγματικά τόπο. Με τόσους καλεσμένους που είχαν το ποσό δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητο.

Την επιλογή του φαγητού την είχε επιμεληθεί ο ίδιος ο Αντώνης προσωπικά. Private Chef και προσωπικός φίλος της Ανδριάνας.

«Μην τσιγκουνευτείς ούτε υλικά μα ούτε και γεύσεις, φρόντισε μόνο να είναι όλες μεσογειακές και δώσε λίγο παραπάνω σημασία στα πιάτα που θα σερβιριστούν στους μεγαλύτερους. Αν χρειαστεί φτιάξε κάτι ξεχωριστό» είχε πει η Ρόζα κλείνοντάς του το μάτι και δίνοντάς του ένα μεγάλο φιλί. Να ήξερε μόνο πόσο τον ξεχώριζε!

Οι πρόβες του νυφικού έγιναν όλες στο σπίτι στο λόφο. Φυσικά σε όλες τις προετοιμασίες ήταν παρούσα και η Δήμητρα και διαφορετικά δεν θα μπορούσε να γίνει. Η κόρη της παντρευόταν και η Ρόζα δεν άνοιξε το στόμα της να πει ποτέ μια παραπάνω κουβέντα και τι να έλεγε πια, τα ίδια και τα ίδια; Είχε βαρεθεί τα καμώματα της οικογένειάς της, μα πάνω απ’ όλα είχε κουραστεί με τον εαυτό της. Για τον γάμο όμως θα έδινε τον καλύτερό της εαυτό.

Παρανυφάκια δεν είχαν. Ήταν και η ίδια η Φαίδρα που ήθελε να γίνουν όλα με τον πιο απλό τρόπο. Η Ρόζα καταλάβαινε ότι μέσα στη ψυχή της εγγονής της, το συναίσθημα της νύφης για εκείνη τη μία και μοναδική στιγμή της ζωής της, δεν το είχε νοιώσει. Το έβλεπε στα μάτια της και στον ενθουσιασμό, που είχε κάνει μεταβολή και είχε φύγει τρέχοντας.

Εκείνη όμως, είχε ορκιστεί να χαρίσει στην Φαίδρα μια ονειρική βραδιά και αυτό θα έκανε.

Η Ανδριάνα, είχε φτιάξει με τα χέρια της χάρτινα φαναράκια και τα είχε γεμίσει με άμμο. Σε κάθε ένα, είχε βάλει ένα μικρό ρεσώ και είχε σχηματίσει διαδρόμους που σε οδηγούσαν καθώς βάδιζες σε τοπίο ονειρικό.

Στα κλαδιά των δέντρων, στη συκιά, στις λεμονιές, στις φτελιές τις νεραντζιές, είχε κρεμάσει μικρά γυάλινα φαναράκια που ήταν σχεδόν αόρατα. Μόνο η φλόγα των κεριών φαινόταν και ο έναστρος ουρανός.

Την μουσική την είχε αναλάβει ο Νικόλας καθώς και την εγκατάσταση των μηχανημάτων και ο Frank Sinatra δεν θα μπορούσε να απουσιάζει κατά απαίτηση της Ρόζας. Είχε γίνει πια το έθιμο του σπιτιού.

Ο Κωνσταντίνος, ντυμένος με ιβουάρ λινό κουστούμι, μπουτονιέρα με ένα μικρό λευκό τριαντάφυλλο και baby breath, ποσέτ και γραβάτα στα χρώματα της άμμου, ξεχώριζε με την επιλογή του, ιδιαιτέρως όταν παρατηρούσε κανείς τα μανικετόκουμπα σε σχήμα κιθάρας. Η Ρόζα είχε γελάσει «μα τι άλλο θα μπορούσε να φορέσει, αλήθεια!» είχε πει και ίσως ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που το χαμόγελο ήταν βγαλμένο από την καρδιά της.

Ο κύριος και η κυρία Φουρτούνη, καλοντυμένοι και χαμογελαστοί δεχόταν τις ευχές του κόσμου. Η Ρόζα ήταν μέσα σε όλα εκείνο το βράδυ, χαμογελαστή και ταυτοχρόνως απόμακρη. Συμμετείχε παρατηρώντας τις κινήσεις και ερμηνεύοντας το κάθε τι που έβλεπε. Η φαμίλια της, η ψυχής της.

Κατευθύνθηκε προς το μεγάλο πεύκο.

Η Γαρυφαλλιά ήταν ντυμένη τόσο όμορφα με το μίντι vintage φουστάνι της που φούσκωνε από το φουρό και τα λεπτεπίλεπτα πέδιλά της. Τα μαλλιά της τα είχε πιάσει σε ένα χαλαρό σινιόν με μερικές τούφες να ξεφεύγουν όμορφα και στα χείλη της είχε βάλει διάφανο λιπγκλός.

Η Ρόζα την παρατήρησε από πάνω μέχρι κάτω. «Να ήξερε μόνο πόσο επικίνδυνα όμορφη είναι» σκέφτηκε βλέποντας το κορίτσι να λάμπει από ευτυχία και δροσιά. «Ένα μικρό ελάφι στην αυλή μου» είπε.

Η ροτόντα είχε στηθεί και στη μέση της ένα τεράστιο διάφανο βάζο ήταν γεμάτο με ιβουάρ τριαντάφυλλα. Στο κάθε ένα είχαν περάσει μια μεταξωτή κλωστή στο χρώμα της βρεγμένης άμμου που στο τελείωμά της έγραφε  «Σας ευχαριστούμε» πάνω σε ένα διακριτικό καρτελάκι.

«Αγάπη μου» είπε η Ρόζα απευθυνόμενη στην Γαρυφαλλιά «θα προσφέρεις ένα λουλούδι σε κάθε κυρία που θα έρχεται. Εντάξει;»

Η Γαρυφαλλιά πετούσε από τη χαρά της.

«Μα τι όμορφη βραδιά είναι αυτή; Πως τα φτιάξατε έτσι, είναι σαν να ζω μέσα σε όνειρο» αναφώνησε το κορίτσι.

Η Ολυμπία ήταν ντυμένη στα μπλε. Μακρύ φουστάνι που της το είχε διαλέξει η Ρόζα με κοραλλί κραγιόν στα χείλη της και μια καρφίτσα κουμπωμένη ακριβώς κάτω από τελείωμα του V που έκανε το στήθος της να δείχνει θελκτικό κι όμορφο.

«Σαν βασίλισσα είσαι μαμά» είπε ξανά η Γαρυφαλλιά συγκινημένη, «δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω για όλα αυτά» συνέχισε και κράτησε το χέρι της Ρόζας μέσα στο δικό της.

«Τα λουλούδια να μην ξεχάσεις και να έρθεις μετά μαζί μας» της είπε η μεγάλη γυναίκα και απευθύνθηκε στην Ολυμπία «σε παρακαλώ μην κάνεις τίποτα σήμερα, θα ελέγχεις μόνο ότι όλα πηγαίνουν ρολόι». Η Ρόζα έσπρωξε λίγο την φράντζα της και συνέχισε τη βόλτα της.

«Γιατί μου λες για σαμπάνια όταν η Ήπειρος έχει υπέροχο αφρώδη οίνο» είχε απαντήσει στον Αντώνη όταν είχαν ξεκινήσει να κουβεντιάζουν για τη βραδιά.

Κοιτούσε την Ανδριάνα και την καμάρωνε με το ασύμμετρο βραδινό φουστάνι της στα σκούρα χρώματα της θάλασσας, που έκανε τη μέση της να μοιάζει με δαχτυλίδι και τον ένα ώμο έξω. Η απόλυτη λεπτομέρεια, το κόσμημα καρφιτσωμένο πάνω στον ώμο και τα ψηλά της πέδιλα. «Σαν σειρήνα είναι με τα μακριά της μαλλιά πιασμένα τόσο περίτεχνα» μονολόγησε η Ρόζα καθώς περιδιάβαινε στον κήπο.

Η Μυρτώ έκανε την εμφάνισή της παρέα με την μητέρα της. Η Στέλλα να εμφανίζεται στο σπίτι της; Πως τολμούσε; Άνοιξε το στόμα και τα ρουθούνια της για να αναπνεύσει όσο περισσότερο οξυγόνο μπορούσε. Κοίταξε ανάμεσα στους δικούς της ανθρώπους προσπαθώντας να ανακαλύψει τον Σπύρο. Έκλεισε τα μάτια κάνοντας μια ευχή «όχι σήμερα Παναγία μου» μουρμούρισε και την επικαλέστηκε για να βοηθήσει το γιό της να μην πιεί.

Σηκώθηκε από τη θέση της και κάνοντας μια βόλτα τον βρήκε να μιλάει με τη Λένα. Φίλη του από τα παλιά κι εκείνη χωρισμένη. «Τι κρίμα να μην είχε διαλέξει τη Λένα, ήταν όμως μικρά παιδιά, που θα οδηγούσε εκείνος ο έρωτας;» σκέφτηκε και κούνησε μόνη της το κεφάλι της σαν να μάλωνε τον εαυτό της για τις σκέψεις της.

Είχαν πιάσει ένα τραπέζι παράμερο κοντά στη μια λεμονιά. Η Λένα μόλις την είδε της χάρισε το πιο μεγάλο χαμόγελο που είχε κι όχι τίποτα άλλο, η γυναίκα αυτή με την έμφυτη ευγένεια και το πηγαίο χιούμορ, είχε το ομορφότερο χαμόγελο του κόσμου.

«Ρόζα» φώναξε, πετάχτηκε επάνω και την πήρε μια τεράστια αγκαλιά. Η αγάπη που της είχε από τότε που ήταν μια σταλιά κορίτσι, ήταν γνωστή σε όλους.
«Να μην σας ανησυχήσω αλλά έχει έρθει η Μυρτώ με τη μητέρα της. Σπύρο το ήξερες ότι θα έρθει η Στέλλα;»
«Ναι».
«Και δεν είπες τίποτα;»
«Τι ακριβώς ήθελες να πω; εσύ δεν το ήξερες; δεν το έβαλες με το μυαλό σου; Η Στέλλα δεν αφήνει λεπτό την Μυρτώ, τι φαντάστηκες;»
«Μα με τι μούτρα εμφανίζεται;»
«Όλα γίνονται για να μην στενοχωρηθεί η Μυρτώ. Κατάλαβες;»
«Να στάξει το φαρμάκι της όπου βρει, γι’ αυτό ήρθε, για να μην μας αφήσει στην ησυχία μας, αφού έφυγε ας πάει στην ευχή» είπε μα το ξανασκέφτηκε «όχι στην ευχή, στα τσακίδια να πάει ακούς;» έκανε μεταβολή κι έφυγε.
«Ρόζα» είπε ο Σπύρος «μην δημιουργήσεις θέμα».
«Όχι εγώ αγόρι μου, εσύ να προσέχεις» είπε και του έδειξε το ποτήρι του με την άκρη του ματιού της.

Η καρδιά της γέμισε αντάρα. Κοίταξε το φωταγωγημένο σπίτι, τον κόσμο τα καλοστρωμένα τραπέζια και το μόνο που ένοιωσε είναι ότι ήθελε να κρυφτεί.

Από την πίσω πόρτα πήγε στην κουζίνα σχεδόν νυχοπερπατώντας. Ο Αντώνης από τον θόρυβο που έκαναν τα σκεύη και τις γύρω φωνές δεν την κατάλαβε. Έστριψε στο διάδρομο με κατεύθυνση τη μεγάλη σκάλα. Ήθελε να αμπαρωθεί στο δωμάτιό της. Η πόρτα του μικρού μπάνιου όμως μόλις άνοιξε και μπροστά της πετάχτηκε ο Γρηγόρης. Μόλις την είδε, άνοιξε την αγκαλιά του, τη σήκωσε προσεκτικά στον αέρα κι άρχισε να τη φιλάει.

«Δεν μπορούσες να κάνεις ομορφότερο δώρο στη Φαίδρα, τι υπέροχη βραδιά είναι αυτή που ζούμε» είπε και το πρόσωπό του φωτίστηκε από χαρά που ξεπηδούσε μέσα από την καρδιά του. «Είσαι μοναδική» συνέχισε την πολυλογία του «κι αναρωτιέμαι αν στο έχω πει ποτέ» είπε και την στροβίλισε στον αέρα.

Όταν τα πόδια της Ρόζας πάτησαν στη γη ίσιωσε με τα χέρια της το μεταξωτό της φουστάνι. Ήταν ντυμένη στα χρώματα του πάγου και το λαιμό της κοσμούσε το σμαραγδένιο της κολιέ. Στα δάχτυλά της, τα δαχτυλίδια της, σημείο υπογραφής του ντυσίματός της.

«Άλλη μια φορά να με γυροφέρεις έτσι και θα σπάσω» είπε αυστηρά στο γιό της.

Ο Γρηγόρης κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Τι έχεις;» τη ρώτησε.
«Τίποτα».
«Τότε, για πού το έβαλες;»
«Να βάλω κραγιόν, βλέπεις ότι έχει φύγει από τα χείλη μου και μοιάζω σαν φάντασμα» είπε.
«Λέγε τι τρέχει, γιατί δεν μας τα λες καλά» επέμεινε ο γιός της.
«Ήρθε η Στέλλα».
«Αναμενόμενο» απάντησε ο Γρηγόρης κάνοντας μια κίνηση που δήλωνε ότι δεν περίμενε κάτι διαφορετικό.
«Εσείς τα βρίσκεται όλα φυσιολογικά» φώναξε η Ρόζα και συνέχισε το δρόμο της.
«Που πας μου λες;»
«Να βάλω κραγιόν».
«Θα στο φέρω εγώ …» είπε και με δυο δρασκελισμούς έφτασε στην αρχή της σκάλας.
«Δεν ξέρεις εσύ που το έχω».
«Περίμενε εδώ και θα σου φέρω το σωστό. Αυτό που αφήνεις πάνω στην τουαλέτα σου κάθε φορά που ξεχωρίζεις πιο θα φορέσεις. Τα παραμύθια σου αλλού, δεν πρόκειται να σε αφήσω να κρυφτείς, το κατάλαβες;» της είπε και την κοίταξε καταπρόσωπο. Η Ρόζα κατέβασε τα μάτια για να μην δει τη ζαβολιά που είχε στο βλέμμα της.

Πράγματι ο Γρηγόρης έφερε το σωστό κραγιόν στη ροζ απόχρωση που εκείνη είχε διαλέξει για να φωτίζει το πρόσωπό της.

«Πάμε να φάμε» της είπε και την περίμενε υπομονετικά όσο εκείνη ζωγράφιζε τα χείλη της.

Βγήκαν έξω και κάθισαν στις θέσεις τους.

Η Ρόζα βαριόταν ατελείωτα εκείνα τα τραπέζια «μακρινάρια» όπως τα έλεγε ή «γαμοτράπεζα» που ήταν όλοι παρατεταγμένοι στη σειρά με αποτέλεσμα να μην μπορούν να μιλήσουν μεταξύ τους.  Ήθελε τον κόσμο κοντά της, να μπορεί να συναναστραφεί όσους αγαπούσε, να τους κοιτάξει στα μάτια, να χαμογελάσει και να πει λόγια βγαλμένα από την καρδιά της.

Ένοιωθε ότι ήταν πολύ μεγάλη πια για να συνεχίσει να βαριέται. Η κάθε της μέρα αλλά και η κάθε της στιγμή ήταν πολύτιμες. Αυτές οι συνήθειες και οι ανούσιοι καθωσπρεπισμοί μιας άλλης εποχής, την άφηναν πλέον αδιάφορη.

Η Φαίδρα με τον Κωνσταντίνο έτρωγαν με τους φίλους τους και το ίδιο έκανε κι εκείνη. Παρατηρούσε τα παιδιά της που το κάθε ένα ήταν και σε ένα διαφορετικό τραπέζι με διαφορετικούς φίλους και θυμήθηκε ότι αυτή ήταν η πραγματικότητα της ζωής της. Ο κάθε ένας από τους γιούς της είχε άλλα ενδιαφέροντα και τράβηξαν άλλες ρότες. Ζούσαν στο ίδιο σπίτι και δεν απέκτησαν τίποτα κοινό. Αγάπη ναι, αλλά απόμακρη. Αυτή που κυκλοφορεί στο αίμα μας λόγω οικογένειας κι όχι επιλογής.

Κοίταξε την Ανδριάνα. Αυτή έμοιαζε ευτυχισμένη, τουλάχιστον ήταν ήρεμη και διέκρινε στο βλέμμα της τη φλόγα της φιλαρέσκειας και της χαράς που ο έρωτας μας κάνει δώρο. Ο Μανώλης δίπλα της να την προσέχει και να την φροντίζει. Τι γινόταν στη ζωή της δεν ήξερε. Την είχαν παρασύρει οι ετοιμασίες του γάμου και δεν την είχε ρωτήσει τίποτα από τα βασικά.

Το γέλιο της Δήμητρας της τρύπησε τα αυτιά και τα νεύρα συνάμα. Ήταν διαπεραστικό και την ενοχλούσε πάντα.

«Στην υγειά της Ρόζας που μας ετοίμασε μια τόσο όμορφη βραδιά» είπε και το εννοούσε. Η Ρόζα ήξερε ότι όταν η Δήμητρα γλύτωνε από δουλειές και υποχρεώσεις που εκείνη δεν επιθυμούσε να κάνει, ένοιωθε ιδιαίτερα τυχερή. Τώρα, μπροστά στον κόσμο παρίστανε την τέλεια νύφη, την αλήθεια όμως, όσοι έπρεπε να την γνωρίζουν την ήξεραν και τα χέρια τους με το ποτήρι του κρασιού δεν τα σήκωσαν ψηλά. Η μεγάλη γυναίκα μειδίασε.

Η μουσική συνέχισε να παίζει, ο Νικόλας την είχε ενημερώσει ότι κατά τη διάρκεια του φαγητού τα τραγούδια που είχε επιλέξει ήταν τέτοια ώστε να ακούγονται ευχάριστα στα αυτιά των καλεσμένων τους.

Ξεκίνησε να τρώει τη σαλάτα της, με το κατίκι Δομοκού χτυπημένο με δυόσμο που τόσο της άρεσε όταν σηκώνοντας τα μάτια από το τραπέζι, είδε τη συνολική εικόνα της οικογένειάς της και ένοιωσε να ανατριχιάζει. Ο κύριος Αγγελόπουλος, αγαπημένος φίλος από παλιά της μιλούσε για ένα καινούργιο εστιατόριο που είχε ανοίξει στην περιοχή τους αλλά η Ρόζα δεν τον άκουγε.

Στο τραπέζι του Γρηγόρη και της Δήμητρας καθόταν άλλο ένα ζευγάρι. Η κυρία από το σημείο που έβλεπε, είχε την περισσότερη ώρα ένα παγωμένο χαμόγελο στα χείλη και τσιμπούσε μικρές μπουκιές από το πιάτο της. Ο Γρηγόρης μιλούσε και γελούσε με έναν ξάδελφό του από το διπλανό τραπέζι και η Δήμητρα γελούσε, για την ακρίβεια κακάριζε, με τον κύριο που καθόταν στη διπλανή της καρέκλα. Κοίταξε καλύτερα γιατί υπέθεσε ότι την γελούν τα μάτια της. Έψαξε με το βλέμμα να βρει την Ανδριάνα και την είδε να την κοιτάει και με την άκρη του δαχτύλου της έκανε νόημα στη Ρόζα να σιωπήσει.

Μάλιστα, η ευτυχία της Δήμητρας ξεχείλιζε και δεν ήταν γιατί το μονάκριβο πλάσμα της παντρεύτηκε αλλά γιατί δίπλα της, στο ίδιο τραπέζι με εκείνη και τον άντρα της, καθόταν ο εραστής της. Ο Βαγγέλης με την Ελένη ήταν εδώ μαζί τους στο σπίτι της Ρόζας.

Η γυναίκα ένοιωσε τα μάγουλά της να γίνονται κατακόκκινα. Όλα έμοιαζαν ξεδιάντροπα.

Η Ανδριάνα ζήτησε ευγενικά συγγνώμη από τον Μανώλη και τους υπόλοιπους στο τραπέζι και πήγε κατευθείαν στη θεία της.

«Μη δημιουργήσεις κανέναν θέμα σήμερα σε παρακαλώ»
«Μα στο σπίτι μου; Έφερε τον αγαπητικό της στο γάμο του παιδιού της; Εγώ δεν καταλαβαίνω ή έχουμε χάσει κάθε ιερό και όσιο εδώ μέσα» ψιθύρισε στο αυτί της ανιψιάς της.
«Θα τα πούμε μετά αυτά».
«Πότε μετά Ανδριάνα;»
«Αύριο με τον καφέ».
«Αν ζω …» είπε η Ρόζα και προσπάθησε να συγκεντρωθεί στις κουβέντες των φίλων της, αποφεύγοντας να βλέπει τι συμβαίνει γύρω της αλλά δεν τα κατάφερε.

Ακριβώς απέναντί της στο τραπέζι που ήταν κοντά στη μεγάλη συκιά, καθόταν η Μυρτώ μαζί με τη Στέλλα. Η γυναίκα φορούσε ένα μαύρο κοντό στράπλες φόρεμα το οποίο τσίτωνε επάνω της. Εμφανώς είχε παχύνει και σίγουρα δεν απέπνεε τίποτα από αυτό που ο Ρόζα υπέθετε ότι θα είχε πετύχει με το φευγιό της από το σπίτι. Πίστευε ότι θα ήταν ήρεμη, μπορεί να είχε βρει έστω και ψήγματα ευτυχίας σε μια άλλη αγκαλιά. Όχι όμως, η γυναίκα που έβλεπε μπροστά της, δεν είχε καμία σχέση με τη Στέλλα που είχε γνωρίσει κι ας μην την συμπαθούσε και το χειρότερο, δεν ήταν σίγουρα μια γυναίκα ευτυχισμένη. Δεν την ένοιαζε για την Στέλλα, η ψυχή της πονούσε για την Μυρτώ.

Ο Σπύρος καθόταν παραπέρα και περνούσε μια χαρά με τον παιδικό του έρωτα, ήταν ευδιάθετος και μέχρι στιγμής δεν τους είχε φέρει σε δύσκολη θέση. Με τη Στέλλα δεν είχαν ανταλλάξει καμία κουβέντα, ούτε καν για τα μάτια της κόρης τους και η Μυρτώ, γελούσε νευρικά με κάτι που της έλεγε η μητέρα της και κοιτούσε με μελαγχολία το σπίτι που είχε κάνει τα πρώτα της βήματα.

Η Ανδριάνα πάλι είχε απλώς κουνήσει το χέρι στην ανιψιά της και είχε στρέψει το βλέμμα της αλλού όταν είδε την Στέλλα και ο Νικόλας όμως, είχε πάρει την αδελφή του αγκαλιά και ίσα που ψέλλισε ένα «καλησπέρα» στην πρώην γυναίκα του πατέρα του και δεν ασχολήθηκε καθόλου μαζί της.

Δηλαδή στην πρώην νύφη της, δεν μιλούσε κανείς. Γιατί;

Όλο το βράδυ η Ρόζα παρατηρούσε τις κινήσεις του Γρηγόρη, του Σπύρου, της Ανδριάνας και του Νικόλα και πάνω απ όλα το θολό βλέμμα της Μυρτώς με το μεγάλο παγωμένο χαμόγελο.

Τι στην ευχή συνέβαινε εδώ πέρα; Είχαν συσπειρωθεί όλοι γύρω από τον Σπύρο και είχαν αποτάξει την Στέλλα εις βάρος της ψυχικής ισορροπίας της μικρής; Κάτι δεν της άρεσε της Ρόζας και κάτι δεν πήγαινε καλά.

Σηκώθηκε από τη θέση της μαζί με την Ολυμπία κι άρχισε να πηγαίνει από τραπέζι σε τραπέζι για να δει αν λείπει τίποτα. Όλα ήταν μια χαρά.

«Που είναι η Γαρυφαλλιά;»
«Στο τραπέζι με τον Νικόλα».
«Όλα καλά;»
«Μάλλον…»
«Τι εννοείς;» ρώτησε η Ρόζα ανήσυχη και κρατώντας ασυναίσθητα την καρδιά της.
«Νομίζω ότι της αρέσει ένας φίλος του Νικόλα, εκείνος ο νόστιμος ξέρετε…»
«Ο Άρης; Μα είναι εξαιρετικό παιδί, μην ανησυχείς, το πολύ-πολύ να ερωτευθεί και καλά θα κάνει» είπε η Ρόζα μην μπορώντας να χωρέσει στο μυαλό της αυτά που συνέβαιναν στο σπίτι της, την ημέρα του γάμου της Φαίδρας.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Το γεύμα είχε τελειώσει, τα πιάτα είχαν μαζευτεί και τα φρούτα μαζί με την ανεπανάληπτη Πάβλοβα του Αντώνη είχαν σερβιριστεί.

Υπήρξε μια ξαφνική κινητικότητα που όσο κι αν πάσχισαν το νιόπαντρο ζευγάρι και ο Νικόλας με τους φίλους του να το κρύψουν, η Ρόζα το αντιλήφθηκε όταν άκουσε τη Μυρτώ να διαμαρτύρεται ότι ‘’ντρέπεται’’ και τη Στέλλα να προσπαθεί να την παροτρύνει να τους ακολουθήσει.

«Τι γίνεται εδώ;» ρώτησε μα η Ανδριάνα που συμμετείχε στο ‘’κόλπο’’ την γύρισε στη θέση της δίνοντάς της εντολή ‘’να μην κουνήσει ρούπι’’.

Παρατήρησε από τις καμάρες των παραθύρων του σαλονιού τα νέα παιδιά να πηγαινοέρχονται στο σπίτι κι όσο ένοιωθε αυτό τον αναβρασμό τόσο την εκνεύριζε η Ανδριάνα που είχε σταθεί σαν κέρβερος πάνω από το κεφάλι της.

«Τι θέλεις τώρα, να τους αφήσω να αλωνίζουν μέσα στο σπίτι;»
«Τα παιδιά μας είναι, όχι κλέφτες» της απάντησε πιέζοντας με δύναμη τον ώμο της για να την αναγκάσει να μην κουνήσει από τη θέση της.

Η φωνή του Νικόλα ακούστηκε από το βάθος.

«Έτοιμοι;» ρώτησε και όλοι μαζί, μέσα από το σαλόνι αποκρίθηκαν με ένα μακρόσυρτο «ναι» και τότε όλα τα φώτα του σπιτιού και του κήπου έκλεισαν.

«Τι στην ευχή;» είπε αναστατωμένη η Ρόζα και η Ανδριάνα έσκυψε και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο.
«Δικό σου» της είπε κι έκανε ένα βήμα παραπέρα κάνοντας νόημα στο Μανώλη να σταθεί δίπλα της.

Οι κιθάρες έπαιζαν ένα γνώριμο τραγούδι κι όλα τα παιδιά μαζί, τραβώντας από το χέρι και με το ζόρι τη Μυρτώ που συνέχισε να γελάει νευρικά, στάθηκαν απέναντι από τη γιαγιά τους.

Τη πρώτη συγχορδία την έπαιξε ο Κωνσταντίνος και δίνοντας το τελικό σύνθημα με μια κίνηση του κεφαλιού του, οι φωνές τους σκέπασαν τη σιγαλιά της νύχτας και το τραγούδι των τζιτζικιών.

Bella Belinda è inamorata
Parla da sola con l’insalata

Non guarda il piatto ma la finestra
Scende una lacrima nella minestra

«Δεν το πιστεύω» φώναξε δυνατά η Ρόζα κι άρχισε να τραγουδάει μαζί τους και τα δάκρυα να κυλούν στα μαγουλά της.

Ήταν το αγαπημένο της τραγούδι, εκεί κατά τα τέλη της δεκαετίας του 60 με αρχές του 70.

«Είμαι ερωτευμένη με τον Gianni Morandi» έλεγε στον άντρα της τον Γιωργή κι εκείνος της απαντούσε «θα σου περάσει, για την ώρα βολέψου με εμένα». Γελούσαν κι άρχιζαν το τραγούδι από την αρχή συμπληρώνοντας τις λέξεις με το γνωστό «να να να».

«Για σένα Bella Belinda» φώναξαν όλα τα παιδιά μαζί και ο κόσμος άρχισε να χτυπάει τα χέρια του στο ρυθμό του τραγουδιού.

«Σε ευχαριστώ» φώναξε η Φαίδρα και τρύπωσε στην αγκαλιά της «σε ευχαριστώ για όλα γιαγιά».

Το πάρτι μόλις είχε αρχίσει και τα τραγούδια που είχε επιλέξει ο Νικόλας ξεσήκωσαν μικρούς και μεγάλους σε ένα όμορφο γλέντι μέχρι το πρωί.

Όλοι χόρεψαν και όλοι τραγούδησαν και σε μια γωνιά, ανάμεσα στα τραπέζια, ο Γρηγόρης, ο Σπύρος και η Ανδριάνα, αγκαλιασμένοι και με τα μάτια βουρκωμένα, έστελναν ευχές στην Φαίδρα και σήκωναν τα ποτήρια τους ψηλά στην υγεία όλων και ειδικά της Ρόζας που έπιανε με τις παλάμες τις τα δυο της μάγουλα και δεν το πίστευε.

«Κι όχι τίποτα άλλο, έλεγα ότι ήταν άλλο ένα βαρετό γαμήλιο πάρτι» είπε και άφησε να φύγει από τα στήθη της ένας μεγάλος βαθύς αναστεναγμός ικανοποίησης.

Έκανε νόημα με το χέρι της στα δύο της αγόρια και την Ανδριάνα λέγοντας «σαν την καμόρα είσαστε μαζεμένοι εσείς οι τρεις» κι έστρεψε το βλέμμα της προς την Στέλλα μισοκλείνοντας τα μάτια.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

«Ήταν ένα όμορφο πάρτι Γιωργή» έλεγε κρατώντας τη φωτογραφία του άντρα της στα χέρια της και χαϊδεύοντας με την άκρη του δαχτύλου της το πρόσωπό του.
«Θα χαιρόσουν κι εσύ αν ήσουν εδώ μαζί μας. Μόνο που κάτι συμβαίνει, κανείς δεν πλησίασε και δεν μίλησε στη Στέλλα όλο το βράδυ. Μόνη της στάθηκε, μόνη της χόρεψε και το χειρότερο ξέρεις  ποιο είναι; Ότι τη λυπήθηκα! Αισθάνομαι ότι ο Σπύρος θα τον βρει τον δρόμο του, η ίδια όμως μοιάζει να τον έχει χάσει για πάντα …» είπε, άφησε την φωτογραφία στο κομοδίνο της, κοίταξε τον ήλιο που γλυκοχάραζε και πριν προλάβει να την πάρει ο ύπνος ψιθύρισε «Bella Belinda» κι έκλεισε γλυκά τα μάτια.

Αύριο θα μιλούσε με την Ανδριάνα.

 

~συνεχίζεται~

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here