Κοίταγε το ρολόι του τοίχου και περίμενε να πάει εννέα η ώρα. Σχεδόν ακούνητη, τα μάτια της μόνο κοιτούσαν μια τους λεπτοδείκτες και μια το τηλέφωνο, σαν να παρακολουθούσε έναν αόρατο αγώνα πινγκ πονγκ.

Τι θα έλεγε, πως θα το έλεγε, τι θα ρώταγε; Φοβόταν να μην οξύνει τα πνεύματα, ήθελε να βοηθήσει και ήλπιζε να μην κάνει κάποιο λάθος, αν και καταβάθος γνώριζε ότι ήταν χαμένη υπόθεση. Την Μυρτώ σκεφτόταν και πόναγε η ψυχή της. Από τη θαλπωρή του δωματίου της, είχε βρεθεί ξαφνικά, μέσα στο καταχείμωνο, χωρίς προειδοποίηση, σε μια παγωμένη τρύπα.  Ούτε έπιπλα, ούτε κρεβάτι, πάνω σ’ ένα ξύλινο καναπέ αγκαλιά με τη μάνα της. Ανατρίχιασε.

Ποια μάνα το κάνει αυτό; Όσο και να το σκεφτόταν η απάντηση ήταν μία κι ας έλεγε ο Σπύρος ό,τι ήθελε. Όσα κι αν τις χώριζαν με την Στέλλα, για ένα πράγμα ήταν σίγουρη. Για να φύγει έτσι μια γυναίκα από το σπίτι της κινδύνευε. Η ίδια ή το παιδί της. Ήταν ο ξάδελφός της όμως βίαιος άνθρωπος; Δεν το χωρούσε ο νους της. Ο Σπύρος;

Κοίταξε ξανά το ρολόι και ένοιωσε το στόμα της να ξεραίνεται. Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της και πληκτρολόγησε το τηλέφωνο στο  γραφείο της Στέλλας.

«Παρακαλώ;»
«Η Ανδριάνα είμαι, καλημέρα».
«Έλα, ξεκίνα κι εσύ να τελειώνουμε».
«Στέλλα, τι εννοείς;»
«Γιατί πήρες; Έλα βρίσε με κι εσύ να ξεμπερδεύουμε. Πες ότι έχεις πεις» είπε με την ειρωνική φωνή της.
«Δεν σε πήρα για να σε βρίσω».
«Αλλά τότε τι θέλεις;»
«Να καταλάβω, μόνο αυτό».

Υπήρξε μια στιγμιαία σιωπή. Ήταν προφανές ότι η Στέλλα δεν ήταν προετοιμασμένη για αυτή την αντιμετώπιση. Η Ανδριάνα βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία για να την ρωτήσει αυτό που και η ίδια φοβόταν.

«Άκου, δεν είμαι εγώ που θα κρίνω τι συμβαίνει σε ένα ζευγάρι. Όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος. Θέλω μόνο να μου πεις αν ο Σπύρος χτυπούσε εσένα ή το παιδί».
«Πως σου ήρθε αυτό; Όχι βέβαια».
«Τότε, γιατί έφυγες με αυτό τον τρόπο;»
«Δεν τον ήθελα πια και δεν τον θέλω χρόνια».
«Στέλλα, πολλά πράγματα μπορώ να καταλάβω, για να φύγεις όμως μέσα στη νύχτα, με ένα παιδί σε αυτή την ηλικία και κάτω από αυτές τις συνθήκες, καταλαβαίνεις ότι δεν είναι φυσιολογικό. Περισσότερο απ’ όλους σας με νοιάζει η Μυρτώ, εσείς ενήλικοι είσαστε, βγάλτε τα πέρα μόνοι σας, δεν έχω λόγο να σας κρίνω».
«Τι θέλεις να πεις;» φώναξε η Στέλλα.
«Πολλοί άνθρωποι χωρίζουν, αν δεν κινδύνευες γιατί δεν περίμενες να τελειώσει η μικρή την σχολική χρονιά; Αυτό το παιδί δεν το σκεφτήκατε; Μάνα είσαι, δεν μπορούσες να περιμένεις μέχρι να τελειώσει το σχολείο της; Γιατί τόση βιασύνη; Αμέσως μετά ας της το λέγατε, να μην ταραχτεί η ψυχή της κι αναρωτιέμαι, πως αντέχετε να της αλλάζετε τη ζωή της μέσα σε μια νύχτα;»
«Δεν με ενδιαφέρει» απάντησε ψυχρά και χωρίς ίχνος ενδοιασμού.
«Δεν άκουσα καλά μάλλον».
«Μια χαρά άκουσες, δεν με ενδιαφέρει, μπορείς να το καταλάβεις; Η Μυρτώ θα το ξεπεράσει, αν όχι τώρα κάποτε, εγώ θέλω να ζήσω» είπε, έχοντας αφήσει την Ανδριάνα με το στόμα ανοιχτό.

«Και με το σχολείο τι θα γίνει; Με τα μαθήματά της; Δεν καταλαβαίνεις ότι η απόδοσή της θα πέσει; Είναι καλή μαθήτρια».
«Δεν πειράζει, το πολύ-πολύ να μείνει στην ίδια τάξη, ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία είναι. Κι εγώ παιδί χωρισμένων γονιών είμαι».
«Στέλλα σύνελθε, σε παρακαλώ, για το παιδί σου μιλάμε».
«Δεν με ενδιαφέρει σου λέω, τι δεν καταλαβαίνεις;»
«Δεν σε ενδιαφέρει το παιδί σου;»
«Όχι, μικρή είναι θα τα καταφέρει, εγώ πνίγομαι όμως και θέλω να ζήσω, κατάλαβες;»

Η Ανδριάνα δεν μπορούσε να καταλάβει και συνάμα δεν ήθελε. Έκλεισε το τηλέφωνο όσο πιο ευγενικά μπορούσε, νοιώθοντας το αίμα της να έχει παγώσει και το βλέμμα της να έχει χαθεί μέσα στο κενό που είχε δημιουργηθεί στο μυαλό της από τις λέξεις που είχε ξεστομίσει η γυναίκα του ξαδέλφου της.

«Δεν με ενδιαφέρει, δεν με ενδιαφέρει» ο αντίλαλος της στριγγιάς φωνής της Στέλλας, έκανε το κεφάλι της Ανδριάνας να βουίζει.  «Ποια μάνα δεν την ενδιέφερε το παιδί της;» αναρωτιόταν και τα σωθικά της σφιγγόταν σε έναν ατελείωτο κόμπο.

Σηκώθηκε και με αργές, αυτόματες κινήσεις, έκανε ότι κάθε πρωί. Ετοιμάστηκε και πήγε στο γραφείο της.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε η Κλειώ παρατηρώντας το χαμένο ύφος της και το μισάνοιχτο στόμα της. Ήταν ξεκάθαρο στα μάτια της βοηθού της ότι η Ανδριάνα βρισκόταν κάτω από σοκ. Δεν της απάντησε, έκανε μόνο μια αδιάφορη κίνηση του κεφαλιού της.
«Μπορείς να μου φέρεις μια κούπα καφέ σε παρακαλώ και να έρθεις να δούμε τις παραγγελίες;»
«Σήμερα έχεις ραντεβού με τον διαφημιστή, το θυμάσαι;»

Η Ανδριάνα απάντησε με ένα ψεύτικο «ναι».

«Κοίτα, δεν είναι δουλειά μου, όμως καταλαβαίνω ότι κάτι συμβαίνει. Μπορώ να κάνω κάτι; Η κυρία Ρόζα είναι καλά;»
«Η Ρόζα; Τι θα της πούμε; Μεγάλη γυναίκα με θέματα στην καρδιά της, θα το αντέξει;» σκέφτηκε έντρομη. «Ναι φυσικά και είναι καλά» απάντησε «απλώς έχω πολλά στο κεφάλι μου και ειλικρινά αυτό το ραντεβού με τον διαφημιστή με αγχώνει».

«Αλήθεια, γιατί δεν λες στον Μανώλη να αναλάβει αυτόν τον τομέα; Είναι το αντικείμενό του, η δουλειά του» είπε η Κλειώ και σχεδόν αμέσως το μετάνιωσε βλέποντας την παγωμένη έκφραση της Ανδριάνας.

«Προσωπικά και επαγγελματικά δεν μπλέκουμε» είπε καθώς προχωρούσε προς το γραφείο της.

Το τηλέφωνό χτύπησε, ήταν ο Σπύρος. Με φωνή σπασμένη την παρακάλεσε να βρεθούν.

«Μόλις τελειώσω από το γραφείο, πάμε στην Δεινοκράτους για ένα ποτό και μετά θα πρέπει να αποφασίσουμε ποιος και τι θα πει στην Ρόζα». Ο ξάδελφός της συμφώνησε και κλείνοντας το τηλέφωνο ένοιωσε την πλάτη της να βαραίνει.

Ήταν και ο Μανώλης μέσα στη μέση που ήθελε να τον κρατήσει έξω από όλα αυτά. Ένοιωθε ότι δεν ήθελε να εκθέσει την ζωή της οικογένειάς της στη κοινή θέα. Ο Μανώλης όμως ήταν κάτι παραπάνω, ήταν ο σύντροφος της ψυχής της. Ήταν; Σκεφτόταν όλους αυτούς τους γάμους και τις σχέσεις που έβλεπε να διαλύονται δίπλα της και προτιμούσε να κρατήσει μια στάση ουδέτερη. Ποιόν θα ωφελούσαν οι κουβέντες του αέρα, τα κουτσομπολιά; Ο Μανώλης ευτυχώς, συμμεριζόταν τις απόψεις της. Είχε περάσει κι αυτός μέσα από το μονοπάτι ενός διαλυμένου γάμου και δεν ανακατευόταν. Πολλές φορές είχε την αίσθηση ότι ούτε καν ήθελε να ακούει. «Μου ξυπνάνε μνήμες που θέλω να ξεχάσω» της έλεγε.

Η κόρνα ενός αυτοκινήτου την έφερε στην πραγματικότητα. Η Κλειώ είχε δίκιο, ο Μανώλης θα μπορούσε πράγματι να αναλάβει το διαφημιστικό τμήμα της εταιρίας της. Ευτυχώς, τότε που ο κύριος Ρίζος πουλούσε την εταιρία του, δεν την αγόρασαν. Με την κρίση που είχε ξεσπάσει, θα είχαν υποστεί μεγάλη ζημιά.

«Βρες κάτι καινοτόμο» της είχε προτείνει η Ρόζα «αν θέλεις να πας μπροστά» και για άλλη μια φορά είχε δίκιο.

Αναγκάστηκε να ανακατευθεί με έναν κόσμο που της ήταν τελείως άγνωστος. Με το ηλεκτρονικό εμπόριο, να στήσουν το δικό τους ηλεκτρονικό κατάστημα και κάθε τόσο να ψάχνει και να βρίσκει κάτι πιο καινούργιο, φρέσκο και διαφορετικό για κάθε ηλικία. Είχε εξειδικευθεί πλέον στα accessories, ίσως γιατί και η ίδια τα αγαπούσε πολύ.  Ήταν πολλές οι νύχτες που δεν μπορούσε να ξεκολλήσει  από το ‘’ταξίδι’’ που έκανε μέσα από την οθόνη του υπολογιστή της. Ανακάλυπτε κι έφερνε εμπορεύματα από τα πιο απόμακρα μέρη της γης και τα προμήθευε σε όλη την Ελλάδα. Γι’ αυτό το νέο τμήμα της δουλειάς της ήταν υπερήφανη. Ήταν το δικό της δημιούργημα, το δικό της ‘’παιδί’’ και μπορούσε να σταθεί και χωρίς την ύπαρξη της εταιρίας της Ρόζας. Είχε αρχίσει να τα καταφέρνει. Με την διαφήμιση όμως δεν τα πήγαινε καλά. Χρειαζόταν αυτή η ιδιαίτερη σπιρτάδα που πρέπει να έχει κάθε διαφημιστής και ο ιδιαίτερος χειρισμός της γλώσσας. Όσο και να έσπαγε το κεφάλι της, έπρεπε να παραδεχθεί ότι ο μόνος που γνώριζε ήταν ο Μανώλης. Τι θα γινόταν με αυτό το κομμάτι που θεωρούσε αγκάθι; Προσωπικά και επαγγελματικά μαζί;

«Βλακείες, ο θείος σου κι εγώ πως τα καταφέραμε» θα τις απαντούσε η Ρόζα κι όσο κι αν πάσχιζε να την πείσει για το αντίθετο, αν δεν είχε χειροπιαστές αποδείξεις, δεν θα κατάφερνε τίποτα. Η επιμονή της θείας της, ήταν γνωστή σε όλους.

Η Κλειώ πέρασε μέσα στο γραφείο κρατώντας την κούπα με τον καφέ και πριν προλάβει να φύγει, άκουσε την Ανδριάνα να της λέει.

«Τελικά νομίζω ότι έχεις δίκιο».
«Τι εννοείς;»
«Θα πρέπει να μιλήσω στον Μανώλη για το διαφημιστικό τμήμα. Τουλάχιστον ας μου πει την άποψή του.
«Ανδριάνα τι ακριβώς φοβάσαι;»
«Είμαστε και οι δύο ισχυροί χαρακτήρες και αυτό είναι λίγο τρομακτικό. Πως θα τα βγάλουμε πέρα; Θα τρωγόμαστε το πρωί στη δουλειά και το βράδυ θα είμαστε ένα ευτυχισμένο ζευγάρι; Πως γίνεται αυτό;»
«Να είσαι σίγουρη πως θα την βρείτε την άκρη, τόσες οικογενειακές επιχειρήσεις υπάρχουν, σε βρίσκω υπερβολική».
«Μπορεί να έχεις δίκιο αλλά είναι και το οικονομικό. Βλέπεις η εταιρία του Μανώλη είναι από τα γερά ονόματα του χώρου και …»
«Μην προτρέχεις, μίλα πρώτα μαζί του και μετά αποφασίζετε από κοινού. Δεν θα απαντήσεις εσύ για λογαριασμό του Μανώλη».

Είχε δίκιο η Κλειώ. Η συνάντηση με τον διαφημιστή θα ήταν μια πρώτη βουτιά στα άγνωστα για εκείνη νερά. Θα ρωτούσε και θα μάθαινε όσα περισσότερα μπορούσε και μετά θα είχε υλικό για να μιλήσει με τον Μανώλη και να σκεφθεί με την ησυχία της.

Οι ώρες κύλησαν γρήγορα και η αλήθεια ήταν ότι πεινούσε περισσότερο απ’ ότι μπορούσε να φανταστεί.

«Θα πάμε στη Δεινοκράτους;» τη ρώτησε ο Σπύρος από την άλλη άκρη της γραμμής.
«Όχι, θα πάμε κατευθείαν στη Ρόζα» απάντησε αποφασισμένη να αντιμετωπίσει σήμερα τους ‘’δράκους’’ της ζωής της.

Μίλησε με τον Μανώλη κι έδωσαν ραντεβού κατευθείαν στο σπίτι.

«Θέλεις μετά να έρθετε από εδώ;» της είχε προτείνει αλλά η Ανδριάνα ήταν ανένδοτη. Ήξερε ότι ο Μανώλης ένοιωθε τι περνούσε ο Σπύρος και η πρόταση που της είχε κάνει ήταν για να μην την στενοχωρήσει. Για να της δώσει το χρόνο που χρειαζόταν να αφιερώσει στον ξάδελφό της. Η ίδια όμως σκεφτόταν για πρώτη φορά στη ζωή της τον εαυτό της και τις δικές της ανάγκες. Η ζωή ήταν γεμάτη προβλήματα και ο κάθε ένας τους, καλό θα ήταν να έβρισκε τρόπο να κάνει χώρο στη χαρά.

Οι δύο άντρες ήταν εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους. Ο ξάδελφός της ήταν ευαίσθητος και τρυφερός και ορισμένες φορές αδύναμος. Δεν της άρεσε αλλά αυτή ήταν η αλήθεια. Ο Μανώλης από την άλλη, ήταν το αρσενικό με την εσωτερική δύναμη του μαχητή. Οι συνθήκες της ζωής του, τον ανάγκασαν να βγει από νωρίς στο ‘’πεζοδρόμιο’’, να αντιμετωπίσει τα γεγονότα, τις δυσκολίες και να τα ξεπεράσει χωρίς να χάνει χρόνο σε ανασφάλειες. Για τον Μανώλης ένας ήταν ο τρόπος,  οι γρήγορες και ξεκάθαρες κινήσεις. Έπαιζε με τη ζωή σκάκι και στόχος του ήταν να κερδίζει.  Ο ξάδελφός της,  από τότε που τον θυμόταν, είχε πάντα για απάγκιο την θαλπωρή της πατρικής οικογένειας αλλά και την ίδια.

Οδηγώντας προς το σπίτι στο λόφο, άρχισε να καταλαβαίνει τι εννοούσε η Ρόζα όταν κάθε τόσο όταν μονολογούσε το γνωστό σε όλους «εγώ φταίω». Η θεία της τελικά είχε δίκιο. Η υπερπροστασία δημιουργούσε αδύναμους και τρομαγμένους ανθρώπους. Ήταν ευτυχισμένοι μόνο όσο ζούσαν κρυμμένοι στο κουκούλι τους, παραέξω τρίκλιζαν και είχαν ανάγκη για από ανθρώπινες πατερίτσες. Πόσο δύσκολο θα πρέπει να ήταν για μια μάνα να βλέπει τα παιδιά της σε αυτή την κατάσταση και τώρα, τι πραγματικά θα έλεγαν στην Ρόζα;

Στρίβοντας και παρκάροντας το αυτοκίνητό της έσβησε τη μηχανή και περίμενε τον Σπύρο.

Όλη την αλήθεια δεν μπορούσε να την πει. Δεν θα πληγωνόταν ανεπανόρθωτα μόνο η Ρόζα αλλά και ο ξάδελφός της και δύο ακόμα άνθρωποι που ήταν τα αθώα θύματα σε αυτή την υπόθεση κι εξαιτίας τους είχε σιωπήσει και είχε ορκιστεί ότι το μυστικό αυτό θα το έπαιρνε μαζί της στον τάφο. Θα τηρούσε όμως την υπόσχεσή της; Ήταν εφικτό;  Και για πόσο όμως ένα μυστικό μπορεί να μείνει κρυφό; Πότε φανερώνεται και τι τσουνάμι μπορεί να σηκώσει, το είχε αναλογιστεί αυτό η Στέλλα; Όχι, σίγουρα όχι και να τελικά, αυτός που έβγαινε αληθινός ήταν ο γιός του Σπύρου από τον πρώτο του γάμο, ο Νικόλας.

«Ανεύθυνη ήταν και θα είναι για όλη της την ζωή. Λυπάμαι την αδελφή μου που της έτυχε τέτοια μάνα» έλεγε.

Από τις σκέψεις της την έβγαλε η παρουσία του Σπύρου δίπλα στο παράθυρό της. Βγήκε από το αυτοκίνητό, φίλησε τρυφερά τον ξάδελφό της και λέγοντάς του ένα ξερό «πάμε», προχώρησαν και οι δυο σιωπηλοί.

Η Ρόζα τους περίμενε καθισμένη στην λευκή μπερζέρα, στο μεγάλο σαλόνι, δίπλα στο αναμμένο τζάκι κρατώντας στα χέρια της, την κούπα με το ρόφημά της.

Η ματιά της ήταν σοβαρή και καταλάβαιναν κι οι δύο, ότι δεν είχε καιρό αλλά ούτε και διάθεση για περιττούς προλόγους.

«Λοιπόν;» τους ρώτησε και ήταν η πρώτη φορά που ούτε τους αγκάλιασε, ούτε τους ρώτησε αν θέλουν κάτι.

Ο Σπύρος και η Ανδριάνα έβγαλαν τα παλτά τους και τα παράτησαν πάνω στον μεγάλο καναπέ. Η Ρόζα τα κοίταξε μισοκλείνοντας τα μάτια και κάνοντας νόημα στην Ολυμπία που στεκόταν παράμερα, η γυναίκα έτρεξε για να τα τακτοποιήσει και να αποχωρήσει διακριτικά. «Θα σε ενημερώσω εγώ κορίτσι μου όταν σε χρειαστώ» είπε και η κοπέλα εξαφανίστηκε.

«Λοιπόν;» επανάλαβε.

Τα δύο ξαδέλφια κοιτάχτηκαν στα μάτια και πριν προλάβουν να πουν κάτι η Ρόζα χτύπησε το χέρι της πάνω στο μπράτσο της πολυθρόνας.

«Θα περιμένω πολύ;»

«Η Στέλλα έφυγε και πήρε μαζί της και τη Μυρτώ» είπε χωρίς ανάσα ο Σπύρος.

Στο σαλόνι έπεσε βαριά σιωπή. Τα ξύλα στο τζάκι έτριζαν και κανείς δεν σάλεψε από τη θέση του.

«Μάλιστα» είπε η Ρόζα και η φωνή της ακούστηκε βαριά και τραχιά. «Ανδριάνα, πες στην Ολυμπία να μας φτιάξει κάτι πρόχειρο να φάμε και να φέρει το κόκκινο κρασί. Θα το χρειαστούμε όλοι μας». Η ανιψιά της ακολούθησε τις οδηγίες χωρίς να πει κουβέντα.

Μόλις η Ολυμπία έφερε τον δίσκο, εξαφανίστηκε στην σιγουριά και την θαλπωρή της κουζίνας, κλείνοντας μαλακά πίσω της την πόρτα.

«Σας ακούω» είπε η Ρόζα και η ιστορία άρχισε να ξεδιπλώνετε μπροστά της με την ίδια να την ακούει ατάραχη. Κάθε τόσο μόνο σήκωνε τα φρύδια της.

«Και τώρα τι περιμένεις να σε λυπηθώ;» ρώτησε τον γιό της. Ο Σπύρος δεν απάντησε, είχε μόνο εκείνη την πικρή γραμμή ζωγραφισμένη στα χείλη του.

«Όπως έστρωσες θα κοιμηθείς γιέ μου. Εκείνη την Μυρτώ λυπάμαι μόνο και δυστυχώς δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Βλέπεις ο νόμος προστατεύει τη μάνα της, ο θεός να την κάνει μάνα μπας και σωθεί το παιδί σας καμιά μέρα. Δυστυχώς δεν έχω καμία εξουσία επάνω της και θέλεις να ακούσεις και τα χειρότερα; Η Μυρτώ δεν είναι δικό μας παιδί».

«Τι λες μάνα;»
«Ρόζα τι λόγια είναι αυτά;» είπε η Ανδριάνα νοιώθοντας έτοιμη να λιποθυμήσει.
«Αυτό που σας λέω. Τι ασπρίσατε μωρέ και οι δύο σας; Η Μυρτώ είναι προσκολλημένη στη μάνα της και ξέρεις γιατί; Γιατί την μεγάλωσε το άλλο σόι. Η Αθηνά και ο Δημητρός και τώρα που η Αθηνά  μας άφησε χρόνους και καιρούς, η μικρή νοιώθει το βάρος του πόνου της μάνας της και θα σταθεί  δίπλα της μέχρι να καταλάβει, αν ποτέ της καταφέρει να καταλάβει. Για ένα πράγμα σε ξορκίζω γιέ μου, την Μυρτώ και τα μάτια σου».

Ο Σπύρος δεν απάντησε.

«Ούτε απαντάς, ούτε μιλάς. Δεν πειράζει θα συνεχίσω μόνη μου. Σαν ξαπόστειλες την Κατερίνα, ο Νικόλας ήταν δέκα ετών. Η Κατερίνα όμως ήταν κυρία ή τέλος πάντων πώς να το πω, φέρθηκε διαφορετικά. Το παιδί σας δεν το πλήγωσε με λέξεις, ούτε σε κατηγόρησε, τον κράτησε κοντά σου για να μην χαλάσει τη σχέση σας και να μην τον πληγώσει περισσότερο. Ο Νικόλας ήταν και είναι πάντα εδώ, και χρόνια να του δίνει η ζωή για να τον καμαρώνουμε. Με την Μυρτώ όμως θα ζοριστείς πολύ κι εδώ θέλω να δω αν φοράς παντελόνια ή κοντές φουστίτσες».

Το αίμα είχε ανέβει ήδη στο κεφάλι του Σπύρου. Στην Ρόζα όμως κόντρα δεν πήγαινε. «Τι εννοείς;» ρώτησε.

«Η Στέλλα, έφερε στον κόσμο αυτό το παιδί για να καλύψει τις δικές της ανασφάλειες και τα κενά αγάπης που της άφησε η οικογένειά της. Από τα λάθη της μητέρας και του πατέρα της, όχι μόνο δεν έμαθε αλλά τα επαναλαμβάνει και με τον χειρότερο τρόπο. Την Μυρτώ τη μεταχειρίζεται και τη χειρίζεται ως συναισθηματικό αποκούμπι. Για να την κρατήσει μακριά σου, θα κοιτάξει να σου ρίξει όλο το φταίξιμο. Λάσπη, ακόμα και για αυτά που δεν φταις. Να σωπάσεις, με ακούς και να απολαμβάνεις κάθε φορά που η Μυρτώ θα σου επιτίθεται».

«Να απολαμβάνω; Τι να απολαμβάνω;»

«Την οργή της. Κάθε φορά που ένα οργισμένο παιδί εξαπολύει καταπάνω σου τα βέλη του, ένα πράγμα να θυμάσαι, σου ζητάει να του αποδείξεις ότι κάνει λάθος. Είναι σκληρά τα παιδιά και η γλώσσα τους κοφτερή σαν καλά ακονισμένο μαχαίρι. Θέλει γερό στομάχι και κότσια, αν τα καταφέρεις τότε θα έχεις κερδίσει το παιδί σου για πάντα. Κατάλαβες; Θέλει μεγάλη υπομονή γιατί μέσα σε αυτά τα χρόνια χάσατε και την επαφή σας. Βοήθησε και η Στέλλα βέβαια, χωρίς να σκέφτεται πόσο πληγώνει το παιδί της αλλά κι εσύ, χαμένος στον κόσμο σου ήσουν. Τώρα να σε δω Σπύρο μου, στα δύσκολα, γιατί αυτή τη διαδρομή θα την κάνεις μόνος σου, όπως μόνος του την έκανε ο κάθε ένας από εμάς. Αντέχεις;»

Ο Σπύρος σήκωσε τους ώμους, κούνησε το κεφάλι και προσπάθησε να πείσει την μάνα του αλλά πρωτίστως τον εαυτό του.

«Θα τα καταφέρω» είπε.

«Μπούρδες» ανταπάντησε η Ρόζα και συνέχισε «μην έχεις αυταπάτες, δεν θα γυρίσει πίσω. Έτσι όπως είσαι της είσαι άχρηστος και η Στέλλα ποτέ δεν σε αγάπησε. Ήσουν ένας γοητευτικός πειρασμός και η εύκολη λύση για να ξεφύγει από τα προβλήματά της. Έτσι νόμιζε» είπε και κάγχασε. «Όσο είχες λεφτά βόλευες τα πράγματα και τις απαιτήσεις της. Τώρα που οι τσέπες σου έχουν αδειάσει της είσαι άχρηστος. Φρόντισε να μην χάσεις και το σπίτι σου, δεν δουλεύαμε ο πατέρας σου κι εγώ για να τα φάει η Στέλλα. Έχετε μια κόρη να σπουδάσετε αυτό να σκέφτεσαι και να σφίγγεις τα δόντια. Κι όσο από γυναίκες, να μάτσο εκεί έξω. Άντε τώρα πηγαίνετε σπίτια σας. Πέρασε η ώρα».

«Ρόζα» είπε η Ανδριάνα.

«Φύγε κι εσύ, θέλω να μείνω μόνη μου. Αρκετά μέχρι σήμερα» είπε και φώναξε την Ολυμπία.

«Φέρε εκείνες τις καρέκλες που έχω στην αποθήκη. Να τις πάρει η Στέλλα να έχουν που να σταθούν, ένας καναπές κρεβάτι μόνο δεν φτάνει».

Ευχαριστώ η Ρόζα δεν θα άκουγε, μα δεν την ένοιαζε. Ούτε άνοιξε όμως τα σεντούκια της για να κάνει τη ζωή της νύφης της εύκολη με δώρα κι ας πόναγε για την εγγόνα της.

«Όλα έχουν ένα όριο και η ευγένεια αλλά και η συγχώρεση» είπε και από μέσα της παρακάλαγε να καταλάβαινε η Μυρτώ το χαρακτήρα της μητέρας της και να μην γύρναγε ποτέ την πλάτη στον πατέρα της. «Καλύτερα ένας αδύναμος πατέρας παρά ένας ζωντανός, ανύπαρκτος και εξαφανισμένος. Τίποτα δεν της έμαθε η ζωή της και να που τώρα, εκδικείται το ίδιο της το παιδί για τις δικές της λάθος επιλογές.»

«Τη Μυρτώ μας φρόντισε Γιωργή μου από εκεί πάνω που είσαι κι εμένα άσε με. Έχουμε δουλειές με φούντες τώρα» είπε και ξάπλωσε το μικροκαμωμένο της κορμί στη μεγάλη λευκή μπερζέρα.

butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here