Η Ρόζα στεκόταν όρθια δίπλα στο πιάνο και παρακολουθούσε την Ανδριάνα έχοντας τραβήξει ελαφρά την κουρτίνα από την μια πλευρά λες και παραφυλούσε σαν γριά κουτσομπόλα. Έτσι ένοιωσε, ντράπηκε, έκανε μεταβολή και χαμένη μέσα στις σκέψεις της κάθισε παραδίπλα, στη μπερζέρα, χαϊδεύοντας ασυναίσθητα το ύφασμα του μπράτσου της πολυθρόνας.

Ο ήχος της μηχανής του αυτοκινήτου της ανιψιάς της άργησε να ακουστεί. Ποιος ξέρει τι να γυρνοβολούσε μέσα στο μυαλό της. Τι της ήρθε και μίλησε για το ‘’σεντούκι’’ της ψυχής της. ‘’Τα λένε αυτά;’’ Μουρμούρισε απορώντας με τον ίδιο της τον εαυτό. Αναστέναξε.

Την ίδια στιγμή η Ανδριάνα μιλούσε με τον Μανώλη στο τηλέφωνο.

«Να ήξερες πόσο θα ήθελα να πάμε μια βόλτα μέχρι τη θάλασσα, έχω σκάσει πια» είπε σχεδόν με αγανάκτηση.
«Να τελειώσω με ένα mail και πάμε όπου θέλεις» της απάντησε.
«Ένα μεγάλο ταξίδι θα ήθελα να κάνουμε, να δραπετεύσουμε απ’ όλους και μια που δεν γίνεται, έρχομαι σπίτι να παραγγείλουμε pizza, είσαι;»
«Μου άνοιξες ήδη την όρεξη» απάντησε γελώντας.

Έβαλε μπροστά τη μηχανή του αυτοκινήτου κι άφησε το σπίτι στο λόφο κατεβαίνοντας προσεκτικά στην κατηφόρα.

‘’Τι ήθελε να πει η θεία της και γιατί έφερε στην επιφάνεια τα κρυμμένα μυστικά; Η Ρόζα τι είχε να κρύψει; Ανοιχτό βιβλίο για όλους ήταν, μήπως όμως ήταν από αυτές τις παγίδες που έστηνε όταν ήθελε να μάθει κάτι; Αυτή η γυναίκα ήξερε ακριβώς τον τρόπο να την αναστατώνει. Το στομάχι της γύρισε σχεδόν ανάποδα στη θύμηση εκείνης της νύχτας. Η Στέλλα … Κανείς δεν θα μπορούσε να καταλάβει πόσο μίσος έκρυβε στα σωθικά της γι’ αυτή την γυναίκα. Γι’ αυτό που την ανάγκασε να ζήσει μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Αναρωτιόταν όμως, ποιο δικαστήριο ψυχών θα βρισκόταν να δικαιολογήσει την δικιά της σιωπή; Αθώα ή ένοχος και η ετυμηγορία δεν είχε ακόμα βγει’.’

Θυμός, μίσος κι ενοχές, συναισθήματα που δηλητηρίαζαν το αίμα της για έναν όρκο που έδωσε τότε μαζί με μια ευχή και μια κατάρα που έριξε στην Στέλλα για να προφυλάξει την οικογένειά της. Έτσι είχε κρίνει ότι ήταν σωστό, μα σήμερα δεν ήταν σίγουρη ότι μπορούσε άλλο να κρατήσει αυτό το φορτίο κρυφό. Από τη στιγμή που η Στέλλα εγκατέλειψε τον Σπύρο, ένα ερωτηματικό τη βασάνιζε ‘’τώρα, τι έπρεπε να κάνει;’’ και η απάντηση που έδινε κάθε φορά στον εαυτό της ήταν η ίδια. ‘’Αν η Στέλλα τηρούσε τους όρους που της είχε θέσει, κανείς δεν κινδύνευε. Αν πάλι όχι, τότε θα την έπαιρνε και θα την σήκωνε και μαζί με την Στέλλα η αντάρα θα έπνιγε και την Μυρτώ, ένα πλάσμα που δεν έφταιγε τίποτα και στην πλάτη του παιζόταν καθημερινά η πιο μεγάλη και άδικη παρτίδα σκακιού.

Τα φανάρια της Κηφισίας στο ύψος του Παλαιού Ψυχικού, ευτυχώς της έκοψαν την πορεία της. Άνοιξε το ραδιόφωνο και έστρεψε το κεφάλι της αριστερά, χαζεύοντας τον άλλοτε γεμάτο από κόσμο δρόμο που μπαινόβγαινε στα μπαράκια της περιοχής. Τι ξενύχτια είχε ρίξει, τι έρωτες, τι κλάματα. Έβαλε τα γέλια και το ξαφνικό κορνάρισμα την έφερε στην πραγματικότητα. Σήκωσε το χέρι της ζητώντας συγγνώμη από τον νευρικό οδηγό, έβαλε πρώτη κι έφυγε. Σήμερα θα επικεντρωνόταν στην pizza, στον Μανώλη και στις δικές του σκέψεις ή μάλλον όχι, σήμερα θα έκανε χώρο μέσα της για να ονειρευτούν παρέα. ‘’Καμιά φορά είναι καλό να κάνεις κοπάνα από την ίδια σου τη ζωή’’.

Στο σπίτι στο λόφο η Ολυμπία ρώτησε ανήσυχη «κυρία Ρόζα είσαστε καλά;» βλέποντας τη μεγάλη γυναίκα καθισμένη στο σκοτάδι, με ακουμπισμένο το κεφάλι στο πλάι.
«Ξαποσταίνω λίγο πριν ανέβω επάνω» απάντησε με μισόκλειστα μάτια.
«Σας χρωστάω μιαν απάντηση …» συνέχισε η κοπέλα.
«Όχι τώρα κορίτσι μου, κάνε μου τη χάρη κι άλλο σήμερα δεν αντέχω, βοήθησέ με μόνο να ανέβω τις σκάλες και να πάω στην κάμαρά μου κι αύριο το πρωί, κάτω από τον πεύκο, συνεχίζουμε την κουβέντα μας. Να με συμπαθάς αλλά έσκασα σήμερα» είπε και σήκωσε τα φρύδια όσο πιο ψηλά μπορούσε.

Η Ολυμπία κοίταξε το πρόσωπό της Ρόζας που γέμισε χιλιάδες μικρές ρυτίδες κι εκείνες στο κούτελο, σήμερα έμοιαζαν πιο βαθιές.

«Να τρώτε λίγο παραπάνω, σαν να έχετε κόψει μου φαίνεται».
«Μεγαλώνω Ολυμπία κάθε ημέρα και πιο πολύ. Σαν τα μωρά, μια μέρα να έχεις να τα δεις κι έχουν άλλο πρόσωπο. Κατάλαβες;» είπε και της έδωσε το χέρι για να την βοηθήσει να σηκωθεί. «Μα να μην σε νοιάζει, δεν ήρθε ακόμα η ώρα μου» είπε και στάθηκε στα πόδια της ισιώνοντας το κορμί της.

Η κοπέλα την βοήθησε να ανέβει στο δωμάτιό της και στάθηκε δίπλα της μέχρι να κάνει το βραδινό της μπάνιο.

«Δεν χρειάζεται σου λέω να παραστέκεσαι όλη την ώρα» γκρίνιαξε η Ρόζα.
«Να με συγχωρείτε αλλά προτιμώ να έχω το κεφάλι μου ήσυχο» απάντησε η Ολυμπία και περίμενε μέχρι να την δει να ξαπλώνει.
«Πριν φύγεις, πιάσε την κρέμα για τα χέρια μου, την έχω εκεί στην εταζέρα» είπε δείχνοντας και κοιτάζοντας τις παλάμες της. «Σαφράκιασα μωρέ Ολυμπία» συνέχισε και κούνησε το κεφάλι της λέγοντας «κλείσε το μεγάλο φως, θα αφήσω ανοιχτό αυτό δίπλα μου».

Σαν έμεινε μόνη οι μνήμες ήρθαν πάλι να της κάνουν παρέα.

Άπλωσε την κρέμα στα χέρια της και τα έτριψε μεταξύ τους μέχρι να απορροφηθεί τελείως. Τακτοποίησε τα σκεπάσματα γύρω από το κορμί της, φόρεσε τα γυαλιά της και πήρε την φωτογραφία του Γιωργή από το κομοδίνο.

Για λίγη ώρα έμεινε βουβή κοιτώντας και αγγίζοντας με τις άκρες των δαχτύλων της το πρόσωπο του άντρα της και ξαφνικά άρχισε να του μιλάει σιγανά, σαν να βρισκόταν ξανά μαζί στο ίδιο δωμάτιο και τις κουβέντες τους δεν έπρεπε να τις ακούσει άλλος.

«Ό,τι και να πεις δίκιο θα έχεις αλλά πώς να το κάνουμε, πρέπει να το παραδεχτείς ότι φταις κι εσύ.

Από πού να αρχίσω και που να τελειώσω …

Θυμάσαι βέβαια την περίφημη δεξίωση που είχε κάνει ο κύριος Νικολάου για τον γάμο της κόρης του. Νομίζεις ότι δεν είχα καταλάβει τα σούρτα-φέρτα που είχες ξεκινήσει με την ξαδέλφη του την Κλαίρη;  Σου το έλεγα ‘’πρόσεχε η Ρόζα έχει μάτια και στον πισινό της’’ αλλά εσύ δεν άκουγες, είχες το δικό σου χαβά βλέπεις, η έννοια σου ήταν πως να χωθείς στον κορσέ της λεγάμενης και τα κατάφερες. Τα συχαρίκια μου ξέχασα να σου δώσω.

Στην αρχή είχα βαλαντώσει στο κλάμα. Μετά με κυρίευσε η ζήλια, η μελαγχολία, η κακία και ο θυμός. Αυτό το παλιοθήλυκο, με το σμιλεμένο κορμί, ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά την τέχνη της σαγήνης κι όταν γέλαγε, εκείνα τα λακκάκια στα μάγουλά της κάθε που τα έβλεπα, μια επιθυμία μου έφερναν. Να την πλακώσω στα χαστούκια και τις κλωτσιές. Ήταν όμορφη όμως!

Ξέρεις πόσο ‘’λίγη’’ ένοιωθα που φρόντιζα να κρατάω την τιμή της οικογένειας όρθια, λες και ήταν λάβαρο τρομάρα μου, να σου είμαι πιστή, να δουλεύω σαν γαϊδούρι και να μεγαλώνω τα παιδιά,  με το χαμόγελο πάντα για να μην καταλάβουν τη στραβοτιμονιά του πατέρα του;. Να φτάνει η νύχτα και να αναρωτιέμαι για την αξία μου και να με απορρίπτω γιατί δεν έμοιαζα στην Κλαίρη και δεν είχα ούτε ένα κόκκο από τη μόρφωσή της.

Πασαλειμμένη με φρουτόκρεμες, κέικ σοκολάτας, βελόνες, κλωστές, κουβαρίστρες και τα πεθερικά στο σπίτι , που να βρω χρόνο για να ασχοληθώ με τις ανθρώπινες επιθυμίες μου. Με τη λαχτάρα μου για ζωή και με όλα αυτά που δεν προλαβαίναμε να ζήσουμε εμείς οι δυο. Γιατί εδώ που τα λέμε Γιωργή μου, όλα τα ωραία παραμύθια τελειώνουν με ένα γάμο και με τη φράση ‘’και ‘ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα’’ μόνο που η αλήθεια είναι διαφορετική. Η ιστορία και τα προβλήματα αρχίζουν με το γάμο και το τέλος κανείς δεν το ξέρει, ούτε καν ο Ύψιστος!

Θα με ρωτήσεις γιατί στα λέω τώρα όλα αυτά. Να σου πω, μια που όσοι από εμάς έχουμε ξωμείνει ακόμα εδώ κάτω, έχουμε γίνει όλοι μας σαν ζαρωμένες ντομάτες. Ούτε να κερδίσουμε αλλά ούτε και να χάσουμε τίποτα έχουμε από τη γοητεία μας. Άρα τι μας μένει; Να παραδεχτούμε τις αλήθειες να τελειώνουμε, γιατί όταν θα έρθει η ώρα Γιωργή μου και βρεθούμε αντάμα, την γκρίνια σου δεν θα την αντέξω, μήτε την ειρωνεία σου, ούτε εκείνο το δάχτυλο το τεντωμένο που να στο δαγκώσω μου ερχόταν από τη ρίζα. Κι εκεί πάνω, δεν θα έχω και τίποτα να σου φέρω κατακούτελα, άκου τα λοιπόν τώρα που δεν μπορείς ούτε να κάνεις μα ούτε και να πεις τίποτα.

Η απειρία σου μου άνοιξε τα μάτια. Γιατί μπερμπάντης πραγματικός δεν ήσουν απλώς σου έτυχε. Έφευγες από το μαγαζί τάχα δήθεν για να πας σε εμπόρους και προμηθευτές κι έκανες τη μια γκάφα μετά την άλλη. Τα ψέματά σου τα τσάκωσα. Μια μέρα σε παρακολούθησα και σας είδα στου Zonar’s. Εγώ στεκόμουν στο ακριβώς απέναντι πεζοδρόμιο, γωνία Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου. Καθίσατε κι αρχίσατε  να τα λέτε σαν έφηβοι στον πρώτο έρωτα. Η γη, χαλί κάτω από τα πόδια μου που κάποιος το τράβηξε απότομα. Όταν σε είδα δε να της χαϊδεύεις το χέρι τη ζωή μου δεν την ήθελα και δεν είσαι κι εδώ να σε μουντζώσω τρομάρα σου.

Πήρα το τρόλεϊ, ή το 2 ή το 4 θα σε γελάσω και κρατιόμουν από τις χειρολαβές με τα μάτια μούσκεμα από τα δάκρυα και το στόμα ξερό.

Στη διαδρομή, σκεφτόμουν τη ζωή μου. Από πού είχα ξεκινήσει και που είχα φτάσει. Τη μάνα μου, που έλεγε στις κουβέντες που είχε με τις γειτόνισσες ‘’κι αν σε αγαπάει ο κύρης σου την καρδιά σου ρώτα’’ και τότε κατάλαβα την αλήθεια πίσω από αυτή τη φράση.

Δεν πίστευα ότι σταμάτησες να με αγαπάς όσο κι αν σκάλισα τα μέσα μου. Φουσκοθαλασσιά έγινε το ανδρικό πάθος για έρωτα και σε έπνιξε μέσα στη παραζάλη του. Να τα ζήσεις όλα απ΄ την αρχή, να χορτάσεις τον ιδρώτα και τα βογκητά ενός φρέσκου κορμιού χωρίς να έχεις αποφασίσει να διαλύσεις το σύμπαν.

Βόλευε Γιωργή μου να είμαι μάνα και σύζυγος. Εσένα κι όλα τα ‘σερνικά της φύσης. Ήσουν σαν ξαμολημένος γάτος στα κεραμίδια μήνα Φλεβάρη και μετά, μαζευόσουν στο σπίτι για τα υπόλοιπα χάδια και τη θαλπωρή της οικογένειας.

Η ζήλια με είχε κάνει τρελή. Ήθελα να σε χωρίσω και να σου φάω το λαρύγγι και μαζί όλη την περιουσία που μπορούσα να σου πάρω. Ο νόμος τα χρόνια εκείνα, ήταν με το μέρος μου. Η κακιά μου η λύσσα θα κατέστρεφε αυτή την οικογένεια εν ριπή οφθαλμού.

Τι μας γλύτωσε; Το πείσμα μου κι ένα δράμι μυαλού που είχε μείνει στο κεφάλι μου.

Ήξερα ότι αν σε έδιωχνα, θα ήταν σαν να σε κάνω δώρο, με φιόγκο μεταξωτό στα χέρια της Κλαίρης και αυτοί που θα πλήρωναν την νύφη, θα ήταν τα παιδιά κι εγώ δεν σε χαλάλιζα για καμία νόστιμη.

Να την εκβιάσω δεν μπορούσα. Όχι γιατί δεν ήθελα, μια χαρά ήθελα αλλά δεν έβρισκα τρόπο. Ούτε παντρεμένη ήταν, ούτε είχε να δώσει αναφορά σε κανέναν. Θα την μάλωνε ο Νικολάου και θα γινόταν τι;  Θα της έδινα περισσότερη αξία απ’ όση μπορεί να της είχες δώσει εσύ. Ο εγωισμός μου όμως δεν μπορούσε να επιτρέψει κάτι τέτοιο. Καταλαβαίνεις νομίζω, μετά από τόσα χρόνια με έχεις καταλάβει.

Στην αρχή πήρα την απόφαση να υπομείνω όλη την κατάσταση. Πόσο καιρό θα έμενε η Κλαίρη στην Ελλάδα; Συνήθως πέρναγε τα καλοκαίρια της στα νησιά. Δύο, τρεις το πολύ τέσσερεις μήνες.  Έτσι λοιπόν για τέσσερεις ολόκληρους μήνες θα ανεχόμουν να σαλιαρίζεις και να ιδροκοπάς σε ξένα σεντόνια κι εγώ να κλαίω προσπαθώντας να τα κρύψω όλα αυτά από τη μάνα σου, από τον εαυτό μου όμως δεν τα κατάφερα.

Η κυρία Ζωή δεν έμαθε ποτέ γιατί δεν τόλμησα να της μιλήσω αλλά αυτό δεν είναι όλη η αλήθεια γιατί αν μίλαγα θα έπρεπε να πω και τα γλυκά και τα πικρά και τα σωστά και τα λάθος.

Σε άφησα στο μαγαζί ένα απόγευμα στα ξαφνικά. Πήρα την τσάντα μου κι έφυγα. Εσύ φώναζες ότι είχες ραντεβού με έναν υποψήφιο προμηθευτή μας.

«Και από πότε ο καταστηματάρχης φεύγει από την έδρα του για να πάει στον προμηθευτή;» σε ρώτησα και χωρίς να περιμένω την απάντησή σου, έκανα μεταβολή κι έφυγα. Λίγο πριν είχες πάει στον κουρέα, γύρισες κρατώντας στο χέρι ένα κουτί και πριν προλάβω να σε ρωτήσω «τι είναι αυτό;» το άνοιξες και παστώθηκες  με την κολόνια που συνήθως σου έκανα δώρο. Old Spice παρακαλώ θυμάσαι; Μετά από αυτό, δώρο από εμένα δεν πήρες άλλη φορά.

Φεύγοντας δεν είχα που να πάω. Τα πόδια μου και όχι το μυαλό μου με οδήγησαν στον Εθνικό Κήπο. Περπατούσα χαμένη στις σκέψεις μου όταν μια ψιλόλιγνη φιγούρα μου έκοψε το δρόμο.

Μήπως Γιωργή μου θυμάσαι τον Ανδρέα τον διευθυντή της τράπεζας στο υποκατάστημα που ήταν στην απέναντι γωνία από το μαγαζί;

Στεκόταν μπροστά μου αλλά εγώ δεν τον έβλεπα από τα δάκρυα. Σκεφτόμουν ότι δεν θα γύρναγα σπίτι αν δεν νύχτωνε. Θα σε ανάγκαζα να ακυρώσεις το ραντεβού σου με την Κλαίρη και να μαζευτείς στην ώρα σου. Μου είχε γυρίσει το μυαλό ανάποδα να σε βλέπω να παρφουμαρίζεσαι έτσι ξεδιάντροπα μπροστά στα μάτια μου, λες και δεν υπήρχα.

«Ρόζα εσείς;» είχε ρωτήσει με την επιτηδευμένη του ευγένεια.

Δεν θυμάμαι κι όλες τις λεπτομέρειες αλλά μου έδωσε το μαντήλι του να σκουπίσω τα μάτια μου και μου πρότεινε να με κεράσει ένα γλυκό.

«Θέλετε να πάμε στου Zonar’s;» με ρώτησε και μου ήρθε ο ουρανός και με πλάκωσε. Νόμιζα ότι είχα αρχίσει ήδη να ουρλιάζω όταν άκουσα τον εαυτό μου να λέει «ναι παρακαλώ» και πιάνοντάς τον αγκαζέ βρεθήκαμε στο στέκι που πήγαινες με την Κλαίρη.

Δεν θα σε ρωτήσω αν καταλαβαίνεις το πώς ένοιωθα γιατί το θεωρώ περιττό. Θα σου πω μόνο ότι κάθισα σε μια καρέκλα παρακολουθώντας μια τα μάτια του Ανδρέα και μια την πόρτα. Αχ και να ήξερες πόσο ήθελα να περάσεις το κατώφλι εκείνη την στιγμή. Να με δεις και να υποθέσεις ότι είχα κάτι κρυφό και παράνομο με τον άντρα αυτό αλλά στάθηκα άτυχη. Έτσι νόμισα εκείνη την στιγμή. Η πραγματικότητα όμως ήταν ότι τελικά η μοίρα έπαιξε άλλο παιχνίδι.

Η ιστορία του Ανδρέα ήταν αντίστοιχη με τη δική μας. Γάμος, παιδιά, σύζυγος, πεθερικά,  ζωή σε τέλμα αλλά όχι οι επιθυμίες. Αυτές δεν τις είχε ξεχάσει.

Μιλήσαμε, του είπα για εσένα, την Κλαίρη και την κολόνια σου που με έκανε να το βάλω στα πόδια. Για έναν παράξενο λόγο Γιωργή, εσείς οι άνδρες όταν βλέπετε μια γυναίκα ευάλωτη θέλετε να την προστατεύσετε. Μπούρδες κατσαρές δηλαδή γιατί λέγοντάς του την ιστορία μου, μέσα από τη γυναικεία μου ψυχή, σκέφτομαι ότι θα έπρεπε να σκεφτεί τη γυναίκα του και τα δικά του λάθη μέσα στο γάμο του.

Σήμερα, θα σου έλεγα ότι θα τον εκτιμούσα βαθύτατα αν γυρνούσε σπίτι του με μια αγκαλιά λουλούδια και έπαιρνε την Φιφή να πάνε μια βόλτα. Όμως όχι, ο Ανδρέας έκατσε μαζί μου, άκουσε όλα τα παράπονά μου, σκούπισε τα μάτια μου, με κέρασε μια σοκολάτα βιενουά, πλήρωσε το λογαριασμό και με συνόδευσε με το ταξί μέχρι το σπίτι.

Φτάνοντας στην οδό Μαυροματαίων, έξω από τον Πανελλήνιο, μου έπιασε το χέρι και το φίλησε ανατριχιαστικά τρυφερά στην παλάμη.

«Από αυτή τη στιγμή και μετά θα ξέρεις ότι είμαι εγώ εδώ για εσένα» είπε και ήταν ότι ακριβώς χρειαζόμουν να ακούσω, έσκυψε και με φίλησε στο μάγουλο. Τον ερωτεύθηκα εκείνη τη στιγμή κι έγινα ξαφνικά ευτυχισμένη. Έτσι χωρίς λόγο.

Αν θυμάσαι, εκείνη την εποχή είχα αρχίσει να ανακαλύπτω ξαφνικά διάφορες συμμαθήτριες από το σχολείο. Η μια έφερνε την άλλη και όλο σε κάποιο ευυπόληπτο μέρος πηγαίναμε. Κάθε Τετάρτη και κάθε Παρασκευή είχαμε τις βραδιές μας. Πότε τσάι, πότε μια θεατρική παράσταση από αυτές που για κανέναν λόγο δεν θα παρακολουθούσες και άλλοτε για να ανταλλάξουμε ιδέες για την μόδα.

Τότε ασχολήθηκα Γιωργή μου πραγματικά με την εταιρία, τότε άλλαξα την γκαρνταρόμπα μου και τότε έγινα πραγματική γυναίκα. Άλλαξα χρώμα στα μαλλιά μου κι επισκέφθηκα για πρώτη μου φορά τα κέντρα αισθητικής. Πάτησα στα πόδια μου. Έπαψα να είμαι το παραπαίδι με την καλή τύχη κι έγινα ένας άνθρωπος με δική του υπόσταση και όλα αυτά όχι για τον Ανδρέα αλλά για εμένα την ίδια. Για να με κοιτάω στον καθρέφτη και να λέω ‘’μπράβο’’, όχι για τον παράνομο έρωτα αλλά για τα βήματα που αναγκάστηκα να κάνω στη ζωή προς τα μπρος.

Καταλαβαίνεις βέβαια ότι οι συμμαθήτριες και ο Ανδρέας πολλές φορές ήταν το ίδιο πρόσωπο και τελικά έγινα κι εγώ Κλαίρη, Στέλλα, Δήμητρα. Γιατί αυτό που φοβάσαι, αυτό που σιχαίνεσαι θα έρθει η ώρα να το λουστείς.

Τις βρίζω από μέσα μου αλλά κι απ’ έξω μου με το χειρότερο τρόπο. Όμως κακά τα ψέματα, όλοι κρύβουμε μια σκοτεινή πλευρά μέσα μας, σαν αυτή της Θεάς Αφροδίτη και είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου να μου συστηθεί η δικιά μου γκρίζα πτυχή του εαυτού μου.

Το πάθος, ο πόθος, η ζήλια, η εκδίκηση και η απιστία είναι αμαρτίες που κουβαλάμε μαζί μας. Ιδίωμα των νιάτων και της αμυαλιάς, της γονιμότητας .

Γιατί τελικά έμεινα μαζί σου;

Γιατί σαν κόπασε η ερωτική επιθυμία και το κορμί  χόρτασε από τη λαγνεία έμεινε ένα τίποτα. Ένα απολύτως τίποτα Γιωργή και την ίδια στιγμή, στην άλλη άκρη της ψυχής υπήρχε η λυτρωτική αγάπη για την οικογένεια, για εσένα, τα παιδιά μας και τον καινούργιο μου εαυτό. Μια αγάπη που περίμενε την ώρα της να κάνει την εμφάνισή της στο πάλκο της ζωής και να χειροκροτηθεί εκ νέου. Πιο ώριμη, γεμάτη ρυτίδες αλλά φέροντας τη δύναμη της συγγνώμης και της κατανόησης για κάθε ανθρώπινο λάθος.

Τις νυφαδιές μας θα τις συγχωρούσα πρώτη απ’ όλους και θα τους κρατούσα τα χέρια αν έβλεπα ότι μέσα τους κρύβουν αγάπη κι όχι συμφέρον. Ότι έχουν τη δύναμη της συγχώρεσης και κομμάτια ανθρωπιάς αλλά αυτές σαν άγρια θηρία θα φάνε τα σκότια των παιδιών μας αλλά και των δικών τους κι αυτό δεν θέλω να ζήσω για να το δω.

Και κάτι τελευταίο.

Θυμάσαι μήπως πόσο είχες θυμώσει όταν ο Ανδρέας μου έκανε δώρο ένα ρολόϊ; Πόσο μεγάλη προσβολή το είχες θεωρήσει και για να σου πω την αμαρτία μου κι εγώ συμφωνούσα μαζί σου και γι’ αυτό δεν το κράτησα.

Η Κλαίρη και ο Ανδρέας  μια παρένθεση στη ζωή μας που θα ήθελα να μην έχει υπάρξει. Που θα ήθελα να ήταν τα πράγματα αλλιώς, μόνο που η ζωή έχει τα δικά της σκοτεινά, κρυφά μονοπάτια και εν τέλει μπορώ να σου πω με βεβαιότητα ότι με αξιοπρέπεια αρκετή το ταξιδέψαμε το δικό μας τραίνο κι ας σταμάταγε η μηχανή που και που. Εμείς την βρίσκαμε τη λύση και μήπως τελικά οικογένεια είναι αυτό; Να γκρεμίζεσαι και να σηκώνεσαι όρθιος κρατώντας σφιχτά το χέρι του συντρόφου της ψυχής σου. Της ψυχής και όχι της λαγνείας.

Δυστυχώς δεν υπήρξα τέλεια και η αλήθεια μου είναι αυτή αλλά Γιωργή μου τέτοιες κουβέντες με τα παιδιά δεν θα κάνω. Στα είπα και ξελάφρωσα, να δω μόνο πότε θα ξελαφρώσει η δικιά τους η ψυχή και πότε θα βρουν το δρόμο τους γιατί για την ώρα βαδίζουν πάνω σε τεντωμένο σχοινί.

 

 

~συνεχίζεται~

Βοηθάμε τα παιδιά που μας έχουν ανάγκη

(φωτογραφία τίτλου: pinterest.com)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here