Όταν ο Μανώλης άνοιξε την πόρτα του σπιτιού εκείνο το βράδυ, σκέφτηκε ότι η Ανδριάνα έλειπε. Το φως από το πορτατίφ που άφηναν πάντα ανοιχτό, με το όμορφο ζεστό χρώμα φώτιζε το χώρο.

Έβγαλε το πανωφόρι του και τα κλειδιά κουδούνισαν στο χέρι του. Δεν θα κλείδωνε, θα έμπαινε να κάνει ένα μπάνιο και θα περίμενε την Ανδριάνα να του πει τα νέα της ημέρας καθώς θα έτρωγαν το βραδινό τους.  Αυτό σκεφτόταν, μέχρι που την είδε κουλουριασμένη στην πιο σκοτεινή γωνιά του μεγάλου καναπέ, τυλιγμένη με μια μικρή κουβέρτα, αμίλητη, με την ανάσα της ίσα να ακούγεται.

«Μωρό μου» οι δυο μικρές αυτές λέξεις, γλίστρησαν από το στόμα του.  Ήθελε να κάνει ένα σωρό ερωτήσεις, σώπασε όμως στιγμιαία διαισθανόμενος ήδη την απάντηση. «Τι έγινε; ξαφνικά φαίνεσαι τόσο μικρή και απροστάτευτη» συνέχισε και παρατώντας το χαρτοφύλακά, τα κλειδιά και το σακάκι του άτσαλα στην άκρη του μικρού καναπέ, κάθισε δίπλα της και την πήρε αγκαλιά.

«Ό,τι κι αν έχει συμβεί τώρα είμαι εγώ εδώ» της είπε και την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Δεν μπορώ να σε βλέπω έτσι» συνέχισε μα το άσπρο πρόσωπο της Ανδριάνας τον έκανε να σωπάσει.
«Σαν να βίασαν την ψυχή μου νοιώθω» είπε η γυναίκα ακουμπώντας το μάγουλό της στο στέρνο του. Ο Μανώλης άρχισε να της χαϊδεύει τα μαλλιά όσο πιο τρυφερά μπορούσε.

Με τα μάτια ανοιχτά, η Ανδριάνα παρατηρούσε ότι το σακάκι του γλιστρούσε αργά-αργά από την άκρη του καναπέ και σάλεψε ανάμεσα στα χέρια του.

«Θα πέσει» είπε κι έκανε να σηκωθεί.

«Εσύ δεν θα κουνηθείς από τη θέση σου, θα τα ετοιμάσω όλα εγώ και θα καθίσουμε δίπλα-δίπλα όπως πάντα και θα μου πεις ό,τι έγινε σήμερα» της είπε.
«Δεν ξέρω αν αντέχω να μιλήσω άλλο, το μυαλό μου δεν χωράει ούτε αυτά που έγιναν κι ούτε αυτά που άκουσα».
«Σώπα αγάπη μου, έτσι συμβαίνει με τα δικαστήρια» είπε και την τράβηξε κοντά του. «Ο Σπύρος πως είναι;»
«Νομίζω μια χαρά, βλέπεις δεν συνάντησε αυτός την Στέλλα ούτε άκουσε με τα αυτιά του αυτά που ειπώθηκαν».
«Έχεις μιλήσει με κανέναν άλλον;»
«Ναι βέβαια, ο Νικόλας δεν κρατιόταν και με πήρε τηλέφωνο πριν λίγο».
«Και;»
«Του τα είπα όλα και μου απάντησε για το πόσο σιχαίνεται τη Στέλλα και ταυτοχρόνως πόσο λυπάται την αδελφή του. Τι να πει κι αυτός;»
«Με την μικρή τι έγινε;»
«Η Μυρτώ βρίσκεται σε έξαλλη κατάσταση. Τα έχει βάλει με τον Σπύρο και τον κατηγορεί για όλα».
«Δεν καταλαβαίνω …»
«Τι να καταλάβεις Μανώλη; Ότι ζήτησε στην Στέλλα να μην ανακατέψουν την μικρή γιατί βρίσκεται στην τελευταία τάξη του λυκείου και το κορίτσι χρειάζεται ηρεμία και χρόνο για να διαβάσει; Υποτίθεται ότι θέλει να σπουδάσει Ψυχολογία, πως στο καλό θα τα καταφέρει όταν την χρησιμοποιεί η ίδια της η μητέρα ως όπλο απέναντι στον Σπύρο;».
«Θα μιλήσεις με την Μυρτώ;»
«Τι να πω στη μικρή μου λες; Τα ψέματα που λέει η μητέρα και η θεία της η Μαρία; Αυτά για τα οποία προσπάθησαν να κατηγορήσουν τον Σπύρο, ή  μήπως να της πω την πραγματική αλήθεια; Όχι θέλω να μου απαντήσεις, μήπως ήρθε η ώρα να πω στη Μυρτώ ότι πρέπει να ρωτήσει την μητέρα της, τι ακριβώς έκανε πάνω στο κρεβάτι μου δυο χρόνια μετά το γάμο της και με ποιο τρόπο την τσάκωσα; Με ποιόν ήταν να το πω;

Μήπως ήρθε η ώρα να αποκαλύψω σε όλη την οικογένεια της Στέλλας και ειδικά στον πατριό της, τον κύριο Δημητρό, τι φίδι μεγάλωνε μέσα στο σπίτι του; Τα λόγια που έχει ξεστομίσει για τον ίδιο και την μακαρίτισσα τη μητέρα της; Αλλά χράτσα-χρούτσα τα χρήματα του Δημητρού ξέρει να τα ξεκοκαλίζει κι αυτός να βάζει ολοένα και πιο βαθειά το χέρι στην τσέπη. Να δω τι θα γίνει όταν η τσέπη αδειάσει, γιατί  όπου να ‘ναι, θα συμβεί κι αυτό. Φταίει, μα τι να σου κάνει μεγάλος άνθρωπος είναι, να ξεχωρίσει τις δυο κόρες; Τι να πει ο έρμος, έχω μια κόρη και μια θετή;

Για απάντησέ μου αγάπη μου, εσύ είσαι πατέρας και η γνώμη σου μετράει, είναι η ώρα να πω στην Μυρτώ για όλα αυτά;»

Ο Μανώλης την άκουγε με προσοχή και κουνούσε πάνω-κάτω το κεφάλι δαγκώνοντας τα χείλη του.

«Όχι, η μικρή πρέπει να μείνει απ’ έξω όλα αυτά. Μπορείς να μου πεις τι είπε στον Σπύρο;»

«Τον κατηγόρησε που δεν πήγε στο δικαστήριο και άφησε τη μητέρα της μόνη της».
«Συγγνώμη η Στέλλα δεν είχε εξουσιοδοτήσει τον δικό της δικηγόρο;»
«Την δική της δικηγόρο θέλεις να πεις αλλά δεν έχει σημασία. Ό,τι και να είπε η Μυρτώ και για ό,τι κι αν έχει κατηγορήσει τον πατέρα της, δεν θα το κρίνω. Μια μαριονέτα είναι που τις κουνάνε τα νήματα κι αυτή χοροπηδάει χωρίς να μπορεί να έχει ακόμα άποψη, γιατί είναι ακόμα μικρή και γιατί δεν ξέρει όλα τα γεγονότα. Η Μυρτώ ζει μέσα στο ψέμα».

«Για το ποτό σε ρώτησαν;»
«Εννοείται!»
«Και τι είπες;»
«Την αλήθεια Μανώλη και σε διαβεβαιώνω ότι είπα μόνο αλήθειες».
«Δηλαδή τι σε ρώτησαν;»
«Αν ο Σπύρος πίνει και τους απάντησα ότι έπινε πάντα, από τον πρώτο του γάμο και ότι αν θέλουν μπορούν να ρωτήσουν και την πρώτη του γυναίκα την Κατερίνα. Συνέχισα λέγοντας ότι αυτό η Στέλλα το ήξερε από την πρώτη ημέρα που τον γνώρισε και στην πορεία όλων αυτών των χρόνων που ήταν μαζί, τίποτα δεν άλλαξε, ούτε προς το καλύτερο μα ούτε προς το χειρότερο».
«Είπες τέτοια πράγματα;» ρώτησε ο Μανώλης και αναπήδησε σχεδόν από τη θέση του.
«Ναι, γιατί είναι η αλήθεια, ή μήπως δεν είναι;»
«Όχι βέβαια, έτσι είναι τα πράγματα αλλά δεν φαντάστηκα ότι θα ομολογούσες κάτι τέτοιο».
«Ορκίστηκα ότι θα πω την αλήθεια γιατί μόνο έτσι θα μπορέσω να σώσω τον Σπύρο».
«Και στο δικαστήριο τι έγινε;»
«Τι γίνεται όταν λες την αλήθεια;»
«Μην με ρωτάς, απάντησέ μου» είπε φανερά ξαφνιασμένος.
«Τα έχασαν, όπως τα έχεις χάσει κι εσύ αυτή τη στιγμή» απάντησε χαμογελώντας η Ανδριάνα.
«Τι εννοείς;»
«Όλο τους το κατηγορητήριο το είχαν στηρίξει πάνω στο γεγονός ότι ο Σπύρος πίνει. Προσπάθησαν να τον βγάλουν αλκοολικό μα δεν τα κατάφεραν γιατί στοιχεία δεν είχαν. Η καριέρα του, αποδείκνυε περίτρανα ότι δεν θα μπορούσε να πάσχει από αλκοολισμό και να έχει καταφέρει τόσα πράγματα στη ζωή του.

Όταν ανέβηκα στο έδρανο και μου τέθηκε η ερώτηση, δίνοντας την απάντηση που σου είπα για κλάσματα του δευτερολέπτου ίσως, έπεσε σιωπή.

Δηλαδή, αυτό που έκανα ήταν ότι κατέρριψα την κατηγορία τους. Παραδέχτηκα και έδωσα ονόματα και στοιχεία που αποδείκνυαν του λόγου το αληθές.

Αντιθέτως, όταν έφεραν την Μαρία σε αντιπαράθεση μαζί μου, ενώ ξεκίνησε το κατηγορώ της προς τον Σπύρο, δεν μπόρεσε να ισχυρισθεί ότι η αδελφή της δεν γνώριζε. Εκεί άρχισε να τραυλίζει, να τραβάει τη μπλούζα της σαν μαθήτρια που δεν έχει μάθει καλά το μάθημά της και να πηγαινοέρχεται σαν εκκρεμές από το ένα πόδι στο άλλο. Ήταν εμφανές ότι έλεγε ψέματα.

Προσπάθησαν να πείσουν το δικαστήριο ότι η Στέλλα δεν έχει να φάει και ισχυρίστηκαν ότι βρίσκεται σε ένδεια. Με ρώτησαν τι ξέρω και είπα ότι γνωρίζω τα ακριβή ποσά των εισοδημάτων τους γιατί ο Σπύρος μου είχε δείξει την φορολογική τους δήλωση.

Η δικηγόρος της είπε ότι λέω ψέματα και απάντησα ότι αν κάποιος λέει ψέματα τότε αυτή θα είναι η εφορία κι όχι εγώ. Συμπλήρωσα επίσης ότι όποιος πεινάει δεν πηγαίνει τα καλοκαίρια διακοπές δεκαπέντε ημέρες αλλά φροντίζει το πώς θα καλύψει τις ανάγκες του ανήλικου παιδιού του».

«Τι λες τώρα; Έγιναν τέτοια σκηνικά και η Μαρία τι είπε;».

«Μπορείς να ισχυριστείς ότι η εφορία λέει ψέματα; Αν ισχυριστείς κάτι τέτοιο θα πρέπει να το αποδείξεις κι εδώ έπεσαν στο λάκκο που μόνες τους έσκαψαν».

«Για τις διακοπές η Μαρία τι δικαιολογία βρήκε;»

«Πρώτα απ’ όλα το δικαστήριο ρώτησε εμένα από πού το ξέρω και είπα την αλήθεια, ότι η Μυρτώ ανεβάζει διαρκώς στα social media τις εξορμήσεις τους, για την αλληλογραφία που ανταλλάσουμε οι δυο μας και τις ευχές που της στέλνω να περάσει όμορφα αλλά και το γεγονός ότι η Στέλλα ζητάει μονίμως δανικά και αγύριστα από τον Σπύρο και για τις διακοπές της.

Στη συνέχεια στο έδρανο ανέβηκε η Μαρία κι όταν ρωτήθηκε, δεν μπορούσε να απαντήσει πως είναι δυνατόν να μην έχει η Στέλλα και το παιδί να φάνε και ταυτοχρόνως να κάνουν διακοπές κάθε καλοκαίρι για δεκαπέντε ημέρες κάθε χρόνο και μια που δεν μπορούσε να βρει  μια απάντηση της προκοπής, είπε ‘’άντρας είναι ας πληρώνει’’ αναφερόμενη φυσικά στον Σπύρο. Καταλαβαίνεις πώς ακούστηκε αλλά κι άλλα πολλά, τι να σου λέω;

‘’Ώστε ισχυρίζεστε ότι είναι αλκοολικός και ο κλονισμός του γάμους τους προήρθε από το ποτό’’ ρώτησε ο Δικαστής.
‘’Βέβαια’’ απάντησε η Μαρία.
‘’Και πότε ξεκίνησε να πίνει, ξέρετε;’’
‘’Εξαπανέκαθεν’’ απάντησε κι εκεί πρέπει ο Δικαστής να έπαθε εγκεφαλικό και  να λιποθύμησε.
‘’Από τα χαρτιά μου βλέπω ότι είναι παντρεμένοι είκοσι τρία χρόνια τώρα’’.
‘’Μάλιστα’’.
‘’Και πριν από το γάμο πόσα χρόνια ήταν μαζί;’’
‘’Επτά με οκτώ’’
‘’Δηλαδή η αδελφή σας ενοχλήθηκε από το αλκοόλ μετά από τριάντα χρόνια, σωστά;’’
‘’Ναι’’.
‘’Μα εδώ λέει ότι η κρίση στο γάμο τους ξεκίνησε πέντε χρόνια πριν, τότε που τα οικονομικά είχαν αρχίσει να στενεύουν, τελικά έφταιγε το ποτό ή η έλλειψη χρημάτων;’’
‘’Αφού σας είπα, έπινε εξαπανέκαθεν’’.
‘’Άρα, το πρόβλημα στο γάμο τους εμφανίστηκε όταν οικονομικά ο γαμπρός σας άρχισε να δυσκολεύεται’’.
‘’Μάλιστα’’.
‘’Ισχυρίζεστε επίσης ότι αφού είναι άντρας θα πρέπει να πληρώνει τα πάντα’’.
‘’Μάλιστα’’.
‘’Και το δάνειο που έχει πάρει για τον πατέρα της γιατί δεν το πληρώνει και η τράπεζα ενοχλεί τον γαμπρό σας;’’
‘’Δεν ισχύει αυτό’’ απάντησε η Μαρία και τότε Μανώλη, ο δικηγόρος του Σπύρου έβγαλε τα καταθετήρια με τα οποία ο Σπύρος είχε εξοφλήσει τις οφειλές της Στέλλας και η Μαρία δεν ήξερε που να πάει να κρυφτεί.

«Μου κάνεις πλάκα ότι η Μαρία απαντούσε εξαπανέκαθεν. Τι στην ευχή, έχει τελειώσει και το Πολυτεχνείο».
«Δεν έχω διάθεση για πλάκες Μανώλη, σιχάθηκα την ώρα που γνώρισα αυτές τις γυναίκες. Σιχαίνομαι που η Μυρτώ θα κουβαλάει μια ζωή στη πλάτη της για μάνα έναν κούφιο ντενεκέ».
«Μιλήσατε;»
«Με ποιόν;»
«Με την Στέλλα».
«Δεν είσαι καλά, εδώ δήλωσα στο δικαστήριο ότι με την Στέλλα είχα να μιλήσω πριν από το φευγιό της από το σπίτι και θα πιάναμε το λακριντί; Ούτε να την βλέπω στα μάτια μου δεν θέλω αλλά ούτε κι εκείνη».
«Απ’ ότι λες, τα πράγματα δείχνουν να έχουν πάει καλά για τον Σπύρο» είπε ο Μανώλης.
«Ξέρεις τι λένε; ‘’Γελάει καλά όποιος γελάει τελευταίος’’ γι’ αυτό ας κάνουμε ησυχία κι ας περιμένουμε».
«Ειλικρινά δεν έχω καταλάβει γιατί έκανε όλο αυτό το χαμό η Στέλλα» ρώτησε ο Μανώλης και η Ανδριάνα άρχισε να γελάει.

«Γιατί γελάς;»
«Την ίδια απορία είχε ο Δικαστής».
«Δηλαδή;»
«Ρώτησε τη Μαρία γιατί αναγκάστηκε ο Σπύρος να κάνει αγωγή στη Στέλλα και στο δικαστήριο ακούστηκε η εξής απάντηση,

‘’Η αδελφή μου δεν έφυγε από το σπίτι γιατί το ήθελε’’.
‘’Τι εννοείτε ακριβώς;’’ ρώτησε ο Δικαστής.
‘’Εκείνη την περίοδο επειδή ήταν πολύ πιεσμένη, πήγαινε σε ψυχολόγο και την συμβούλεψε να φύγει άμεσα από το σπίτι’’.
‘’Ο ψυχολόγος έδωσε τέτοια συμβουλή;’’
‘’Μάλιστα και η αδελφή μου έφυγε αλλά δεν ήθελε να πάρει διαζύγιο όμως και δεν καταλαβαίνει γιατί ο γαμπρός μου της έκανε αγωγή’’.
‘’Μήπως έκαναν κάποια προσπάθεια να τα βρουν μεταξύ τους;’’
‘’Όχι βέβαια!’’ απάντησε η Μαρία με στόμφο.
‘’Γνωρίζετε αν η αδελφή σας και ο γαμπρός σας είχαν από κοινού κοινωνικές συναναστροφές το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την ημερομηνία που άλλαξε κατοικία η αδελφή σας;’’
‘’Δεν κατάλαβα την ερώτηση’’.
‘’Έβγαιναν μαζί;’’
‘’Όχι ποτέ’’.
‘’Είχαν σεξουαλικές σχέσεις;’’
‘’Φυσικά και όχι’’.
‘’Τότε γιατί σας κάνει εντύπωση ότι ο γαμπρός σας ζητάει διαζύγιο;’’
‘’Μα γιατί η αδελφή μου δεν ήθελε να διαταράξει την οικογενειακή τους γαλήνη’.’
‘’Μπορείτε παρακαλώ να επαναλάβετε γιατί δεν άκουσα καλά’’ είπε ο Δικαστής.
‘’Η αδελφή μου δεν ήθελε να διαταράξει την οικογενειακή τους γαλήνη’’.
‘’Και γιατί έφυγε από το σπίτι είπατε;’’
‘’Γιατί έτσι την συμβούλεψε ο ψυχολόγος’’.
‘’Αλλά δεν ήθελε να διαταράξει την οικογενειακή τους γαλήνη. Και πως γίνεται αυτό όταν έχει εγκαταλείψει πάνω από δυο χρόνια την οικογενειακή τους εστία, δεν έχει πρόθεση να τα βρει με τον άντρα της, δεν δέχτηκε την πρόταση που της έκανε να ζήσουν στο ίδιο σπίτι μέχρι να ενηλικιωθεί η κόρη τους και ο γάμος τους όπως η ίδια λέει έχει διαλυθεί ανεπανόρθωτα. Θέλετε να μας το εξηγήσετε;’’
‘’Διαζύγιο δεν ήθελε, όχι να τα βρει με τον γαμπρό μου’’.

Ο Δικαστής δεν της απάντησε, σημείωνε μόνο και συνέχισε τις ερωτήσεις.

‘’Την κακοποιούσε;’’
‘’Ναι την κακοποιούσε’’.
‘’Μπορείτε να μας περιγράψετε μια σκηνή;’’

Ο Μανώλης κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια την Ανδριάνα.

‘’Ξέρετε, δεν ήμουν μπροστά’’.
‘’Δεν πειράζει, κάτι θα σας έχει πει η αδελφή σας. Μπορείτε να το πείτε και σε εμάς;’’
‘’Κοιτάξτε, ο γαμπρός μου είναι νευρικός’’.
‘’Νευρικός’’ επανάλαβε ο Δικαστής, ‘’κι εσείς που το ξέρετε;’’
‘’Γαμπρός μου είναι το ξέρω’’.
‘’Μάλιστα αλλά δεν μας λέτε τίποτα για την κακοποίηση’’.

Η Μαρία άρχισε να τραβάει πάλι τη μπλούζα της και να πηγαινοέρχεται στα ανοιχτά της πόδια, πότε δεξιά και πότε αριστερά σαν νευρικός δείκτης ρολογιού που έχει χαλάσει.

‘’Ξέρετε, εγώ με την αδελφή μου έχουμε πολλά χρόνια διαφορά γιατί είμαστε από διαφορετικό πατέρα και τα μυστικά της τα έλεγε όλα στη μητέρα μας. Εκείνη ήξερε, μα τώρα έχει πεθάνει. Εμείς έχουμε έρθει πιο κοντά τα δυο τελευταία χρόνια, έτσι δεν μπορώ να σας απαντήσω για την κακοποίηση’’.
‘’Γιατί δεν ξέρετε; δεν είδατε ή δεν σας έχει πει η αδελφή σας;’’
‘’Δεν μου έχει πει’’ απάντησε η Μαρία.
‘’Τότε πως ισχυρίζεστε ότι την έχει κακοποιήσει;’’

«Ανδριάνα δεν έγιναν όλα αυτά» είπε ο Μανώλης ο οποίος είχε σηκωθεί και είχε φέρει δυο ποτήρια για να σερβίρει ουίσκι.
«Κρασί καλύτερα για να φτιάξω μια ομελέτα με πατάτες».
«Δεν είσαι με τα καλά σου, θα παραγγείλουμε πίτσα» είπε ο Μανώλης και έδωσε την εντολή από το κινητό του. «Μαργαρίτα θέλεις εσύ ναι;»
«Ναι» απάντησε εύθυμα η Ανδριάνα και κάθισε οκλαδόν πάνω στον καναπέ.
«Έτσι μπράβο το κορίτσι μου, να σε βλέπω να γελάς και τι στον κόσμο!»
«Τι άλλο θέλεις να σου πω;»
«Ό,τι θυμάσαι».
«Δεν βαριέσαι;»
«Τι λες παιδάκι μου, τέτοιο τσίρκο που θα το έβρισκα και δωρεάν» είπε ο Μανώλης κι άπλωσε τα μακριά του πόδια πάνω στο τραπεζάκι κρατώντας το ποτήρι με το κρασί στο χέρι του.

Η Ανδριάνα ρούφηξε μια γερή γουλιά από το ποτήρι της και σηκώθηκε όρθια.

‘’Είπατε ότι ο ξάδελφός σας πίνει δυο με τρία ποτηράκια κρασί’’ είπε παριστάνοντας τη τσιριχτή φωνή της δικηγόρου που τράβαγε πάντα το τελευταίο γράμμα των λέξεων.

«Έτσι γκάριζε η δικηγόρος; Γιατί είχε πρόβλημα με την ακοή της ή νόμιζε ότι είναι μαντρόσκυλο;» ρώτησε ο Μανώλης.

«Μην με κάνεις να γελάω, άσε να σου δείξω».

Ο Δικαστής πήρε το λόγο.

‘’Η κυρία είπε ακριβώς το αντίθετο, ότι ο ξάδελφός της δεν είναι ο άντρας που πίνει δύο με τρία ποτηράκια, δεν ακούσατε καλά φαίνεται’’.
‘’Είναι ένας μπεκρής και όλη ημέρα πίνει’’ άρχισε να φωνάζει η δικηγόρος ‘’κι άκουσα πολύ καλά’’.

«Κι εσύ τι απάντησες;» ρώτησε έκπληκτος ο Μανώλης.

‘’Όταν θα μιλάτε για την οικογένειά μου, θα σέβεστε και πολύ περισσότερο για ανθρώπους που δεν έχετε συναντήσει ποτέ στη ζωή σας’’.

«Αποκλείεται να είπες κάτι τέτοιο».
«Σώπα κι άκου. Ο Δικαστής αφαίρεσε το λόγο από την δικηγόρο, ‘’καθίστε κάτω σας αφαιρώ τον λόγο’’ είπε μα εκείνη συνέχισε».

‘’Δεκατρία μπουκάλια την ημέρα πίνει’’ και να τραβάει λέξεις και γράμματα σαν υστερική.
‘’Καθίστε κάτω, σας έχω αφαιρέσει τον λόγο, η κυρία έχει ήδη απαντήσει’’.
‘’Όποιος άνθρωπος καταφέρει και πιεί δεκατρία μπουκάλια σε μια μέρα, θα πεθάνει την ίδια στιγμή’’
είπα,  ζήτησα συγγνώμη από το δικαστήριο αν παραφέρθηκα και η δικηγόρος συνέχισε να τσιρίζει προτάσεις ακαταλαβίστικες έχοντας κάνει μεταβολή.

«Όλα αυτά για ένα διαζύγιο;» ρώτησε ο Μανώλης «αυτά θα περάσω κι εγώ με την Πηνελόπη;».
«Εσύ και η Πηνελόπη δεν έχετε ούτε κοινή περιουσία ούτε ανήλικο παιδί».
«Όχι ευτυχώς!» είπε και κούνησε λίγο το ποτήρι του με το κρασί για να ανακατευθούν τα αρώματα πριν το γευθεί.

«Τι να σου πω βρε Μανώλη, εδώ πήγαν να βγάλουν τη Μυρτώ άρρωστη».
«Τι είναι αυτά που λες τώρα;»
«Εγώ τα λέω; Διακόσια ευρώ σε λογαριασμούς φαρμάκων ισχυρίστηκε η δικηγόρος ότι ξοδεύει η Στέλλα για την Μυρτώ κι εκεί μου γύρισε το μυαλό ανάποδα. Ορκίστηκα από την αρχή στο Ευαγγέλιο και στον λόγο της τιμής μου και ζήτησα από το δικαστήριο να μας φέρουν αποδεικτικά στοιχεία γιατί ξέρω πολύ καλά ότι η μικρή δεν έχει απολύτως τίποτα και δεν έχει και το ξέρεις κι εσύ. Μα είναι δυνατόν να κάνει μια μάνα κάτι τέτοιο; Να ισχυρίζεται ότι το παιδί της είναι άρρωστο χωρίς να είναι;»

«Γι’ αυτό είσαι έτσι χάλια αγάπη  μου;»

Το κουδούνι χτύπησε και ο Μανώλης σηκώθηκε να παραλάβει την πίτσα.

«Εκεί που κάθεσαι μείνε, φέρνω χαρτοπετσέτες και πιάτα» είπε και εξαφανίστηκε για λίγο στην κουζίνα.

Για λίγο έτρωγαν αμίλητοι.

«Γιατί όμως όλη αυτό το μαλλιοκούβαρο κορίτσι μου; Τι στην ευχή θέλει η Στέλλα;»
«Παλεύει να βγει το διαζύγιο σε βάρος του Σπύρου».
«Και τι θα κερδίσει;»
«Φαντάζομαι ότι όλα αυτά έχουν να κάνουν με τη διατροφή και να έχει και στα χέρια της μια ‘’παντιέρα’’ να ανεμίζει μπροστά στη Μυρτώ ότι για όλα φταίει ο Σπύρος».
«Ποια διατροφή; Όλα τα περιουσιακά στοιχεία του Σπύρου είναι δηλωμένα κι από την αρχή που έφυγε από το σπίτι, της δίνει όσα ζητάει».
«Εκεί είναι το θέμα, ότι της δίνει περισσότερα απ’ όσα δικαιούται και τώρα ειδικά που ενηλικιώνεται η Μυρτώ, θα χάσει τα αυγά και τα πασχάλια της. Πίστευε ότι μπορούσε να φύγει από τον γάμο της και να γίνει η κληρονόμος του Σπύρου, έτσι χωρίς να δίνει λογαριασμό πουθενά. Ο δικηγόρος του όμως μου εξήγησε, πως από την στιγμή που ο Σπύρος έκανε αγωγή, η Στέλλα έχασε όλα της τα δικαιώματα».

«Να σε ρωτήσω κάτι» είπε ο Μανώλης με ύφος σοβαρό «στην Μυρτώ θα πεις όλη την αλήθεια;»
«Όταν θα έρθει η ώρα, ναι».
«Είναι σκληρό για ένα παιδί να μάθει τέτοιες αλήθειες».
«Αν δεν μάθει την αλήθεια Μανώλη, θα κατηγορεί τον πατέρα της μια ολόκληρη ζωή, για όσα η Στέλλα της έκρυψε,  για τα ψέματα που της είπε. Μάνα είναι, ας φρόντιζε να προστατεύσει το παιδί της, αυτό ήταν δικιά της υπόθεση όχι δικιά μου. Είναι αμαρτία να κατηγορούμε ανθρώπους γι’ αυτά που δεν έχουν κάνει».
«Είσαι σκληρή».
«Όχι, είμαι δίκαιη αλλά η δικαιοσύνη είναι σκληρή, αυτό μου το έμαθε ο παππούς μου. Χάρες σε βάρος της τιμής και της υπόληψης  για να βγαίνουν λάδι κάτι τέτοια ‘’καθαρματάκια’’ εγώ δεν κάνω».
«Η αγάπη μου δεν χαρίζει κάστανα» είπε παιχνιδιάρικα ο Μανώλης και συνέχισε «στην Ρόζα τα είπες;»

«Είσαι με τα καλά σου; Η Ρόζα δεν ξέρει τίποτα και πρόσεχε μην σου ξεφύγει λέξη σε καθάρισα».

«Σιγά, μια κουβέντα είπα! Τι κάνει το κορίτσι μας; Μέρες έχει να εμφανιστεί».

«Ζει τον έρωτά της με τον Σταύρο».

Ο Μανώλης πνίγηκε με ένα κομμάτι πιπεριά. Νερό, χαρτοπετσέτες, βήχας και

«θα με πνίξεις!»

Η Ανδριάνα ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα.

«Γιατί παρακαλώ; Από πότε θα πάρουμε την άδειά σας για το αν θα ερωτευθούμε;»
«Σύνελθε αγάπη μου».
«Δεν με πιστεύεις έτσι;»
«Μα τώρα είμαστε σοβαροί;»
«Πάρε σε παρακαλώ τηλέφωνο τώρα στο σπίτι στο λόφο».
«Και τι να πω;»
«Να ζητήσεις την Ρόζα».
«Κόψε την πλάκα»
«Πάρε που σου λέω …»

Το τηλέφωνο χτύπησε αρκετές φορές.

«Παρακαλώ;» ακούστηκε η φωνή της Ολυμπίας.
«Μανώλης εδώ, τι κάνεις Ολυμπία, η Γαρυφαλλιά είναι καλά;»
«Μια χαρά όλοι μας, εσείς καλά; Συμβαίνει κάτι;»
«Τι να συμβαίνει; Πήρα να μιλήσω στην Ρόζα ήθελα να την ενημερώσω …»
«Αχ άδικα καλέσατε, δεν είναι εδώ».
«Τέτοια ώρα και δεν είναι η Ρόζα σπίτι;»
«Δεν σας έχει ενημερώσει η Ανδριάνα;»
«Γιατί πράγμα να με ενημερώσει Ολυμπία;»
«Κύριε Μανώλη σας παρακαλώ μην με φέρνεται σε δύσκολη θέση».

Η Ανδριάνα που είχε κολλήσει το αυτί της στο τηλέφωνο πήρε το ακουστικό από τα χέρια του Μανώλη.

«Ολυμπία, κάνε μου τη χάρη και πες του εσύ η ίδια την αλήθεια γιατί δεν με πιστεύει».
«Η κυρία Ρόζα λέτε να θέλει;»
«Δεν έχει τέτοιου είδους προβλήματα η Ρόζα, έλα λέγε δυνατά να σε ακούσει ο άπιστος Θωμάς».
«Μάλιστα» είπε διστακτικά η κοπέλα, καθάρισε το λαιμό της και συνέχισε αφού πρώτα πήρε μια βαθειά ανάσα. «Η κυρία Ρόζα βρίσκεται στη Μονεμβασιά εκδρομή».
«Που βρίσκεται;» φώναξε ο Μανώλης.
«Στη Μονεμβασιά» απάντησε μουδιασμένα η γυναίκα.
«Και πως βρέθηκε εκεί;»

‘’Λέγε, λέγε Ολυμπία’’ φώναξε η Ανδριάνα.

«Είναι με τον κύριο Νικολάου».
«Τι εννοείς Ολυμπία;»
«Κύριε Μανώλη σας παρακαλώ, ότι άλλο θέλετε να ρωτήσετε την Ανδριάνα, εμένα σε δύσκολη θέση μην με φέρνετε σας παρακαλώ» είπε η γυναίκα ενοχλημένη.

Ο Μανώλης ακούμπησε το ακουστικό στη θέση του και κοίταζε αμήχανος το φωτάκι που έδειχνε ότι φορτίζει. Η Ανδριάνα γελούσε και κουνούσε τα πόδια της πέρα-δώθε παίζοντας με ένα μαξιλάρι.

«Τι εννοεί ακριβώς η Ολυμπία;» ρώτησε.
«Η Ρόζα έχει διπλαρώσει τον κύριο Νικολάου, τους έκλεισα εκδρομή στο κάστρο της Μονεμβασιάς, πήγαν με ιδιωτικό σοφέρ, μάλιστα παρακαλώ και τώρα θα ατενίζουν το ηλιοβασίλεμα».
«Θα μείνουν μαζί στο ίδιο δωμάτιο;»
«Γιατί απαγορεύεται;»
«Δεν απαντάς όμως».
«Όχι, δυο φίλοι από τα παλιά, έχουν ενώσει τη μοναξιά τους, τις μνήμες τους και τα συναισθήματα που τους δένουν κι αποφάσισαν να γλεντήσουν τη ζωή τους με τον καλύτερο τρόπο για όπου και όσο τους βγάλει και τελικά αγάπη μου ξέρεις κάτι; Καν’ το αν μπορείς!»

«Καν’ το αν μπορείς» ψιθύρισε αποσβολωμένος ο Μανώλης.

֎֎֎֎֎

Την ίδια ώρα η Ρόζα έδενε το μεταξωτό μαντήλι στο λαιμό της και το στερέωνε με την χρυσή καρφίτσα της. Έφτιαξε την ατίθαση τούφα από τα μαλλιά της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.

Έβαλε με προσοχή το κοραλλί κραγιόν της και έσταξε δύο σταγόνες από το αγαπημένο της άρωμα. Rive Gauche, γιατί ο Σταύρος την περίμενε.


Ακολουθήστε
την ομάδα μας στο Viber, πατώντας τον σύνδεσμο:
agnostoi.gr στο Viber

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here