Η Ανδριάνα έκανε μια μικρή παράκαμψη.

Έστριψε δεξιά από την κεντρική λεωφόρο χαμογελώντας. Θα αργούσε λίγο παραπάνω στο ραντεβού της με την θεία της αλλά άξιζε τον κόπο. Αυτές οι μικρές αταξίες, ήταν που έκαναν τα μάτια της Ρόζας να αστράφτουν από ευτυχία και  το πρόσωπό της να φέγγει σαν μικρού παιδιού. Η Ανδριάνα ένοιωθε την καρδιά της να πλημμυρίζει από αγάπη κάθε φορά που έβλεπε την θεία της να απολαμβάνει τις μικρές χαρές της ζωής.

Το τηλέφωνό της χτυπούσε επίμονα μέσα στην τσάντα της. Δεν έδωσε σημασία. Θα καλούσε η ίδια αργότερα.

Δυνάμωσε τη μουσική αλλά να πάλι που ο εκνευριστικός ήχος του τηλεφώνου της χαλούσε τη μελωδία που σιγοτραγουδούσε.

«Είναι κάτι μέρες …» σκέφτηκε άναψε το αριστερό φλας και σταμάτησε στο άνοιγμα ενός υπόγειου parking.

Άνοιξε την τσάντα της και είδε ότι την καλούσε η Ρόζα από το σπίτι.

«Έρχομαι, στο δρόμο είμαι, σε λίγο φτάνω …» γκρίνιαξε η Ανδριάνα.
«Η Κλειώ είμαι» ακούστηκε ξεψυχισμένη η φωνή από την άλλη άκρη.
Η Ανδριάνα το μόνο που ένοιωσε ήταν να σφίγγεται ολόκληρο το κορμί της.

«Έχουμε ειδοποιήσει το 166 και έρχεται, αργείς;» την ρώτησε η γυναίκα.
«Όχι Κλειώ μου, λίγα στενά πιο κάτω είμαι» είπε και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. «Ζει; Τι έχει συμβεί;» είπε και ο κόσμος της όλος γέμισε δάκρυα.

«Ανακοπή αλλά επανήλθε, θέλεις να της μιλήσεις;» ρώτησε η Κλειώ και πριν προλάβει η Ανδριάνα να απαντήσει, η Ρόζα είχε πιάσει με τα εύθραυστα χέρια της το τηλέφωνο.

«Έλα κούκλα μου, μην ανησυχείς» της είπε η θεία της.

Η Ανδριάνα πάτησε το γκάζι του αυτοκινήτου και βγήκε στην Κηφισίας με ταχύτητα. Προσπερνούσε αυτοκίνητα και έκανε επικίνδυνες σφήνες παρακαλώντας δυνατά να μην πάθει τίποτα η Ρόζα.

Προσπάθησε να βρει τον Σπύρο και τον Γρηγόρη στο τηλέφωνο. Τίποτα.

Ο Σπύρος αγόρευε σε κάποια αίθουσα δικαστηρίου και ο Γρηγόρης, όπως την ενημέρωσε η γραμματέας του έλειπε σε ταξίδι στο Κατάρ.

«Στο Κατάρ;» ρώτησε ξαφνιασμένη η Ανδριάνα.
«Στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας» απάντησε απαξιωτικά η γυναίκα από την άλλη γραμμή.
«Σας παρακαλώ, ενημερώστε τον ότι η μητέρα του έπαθε ανακοπή και ειλικρινά δεν γνωρίζω τι μας περιμένει» είπε η Ανδριάνα κλαίγοντας.
«Φυσικά» απάντησε με σεβασμό η γυναίκα.

Επικοινώνησε με την Στέλλα και την Δήμητρα. Καμιάς το φυλλοκάρδι δεν ένοιωσε ότι ταράχτηκε.

Η Στέλλα της είπε να την κρατάει ενήμερη, η Δήμητρα είπε ένα ξερό «αχ, τι κρίμα» και της έκλεισε το τηλέφωνο απότομα συμπληρώνοντας μόνο «συγγνώμη γιατί έχω μια δουλειά».

Φτάνοντας στο σπίτι στον λόφο τα πάντα έμοιαζαν φυσιολογικά.

Μπήκε μέσα χρησιμοποιώντας τα κλειδιά της.

Βρήκε την Ρόζα ξαπλωμένη στον καναπέ στο μικρό σαλόνι δίπλα στο τζάκι. Η Κλειώ την είχε σκεπάσει με μια κουβέρτα. Ήταν τόσο εύθραυστη. Η Τοσοδούλα της, έτσι την έλεγε, τόσο μικροκαμωμένη που χωρούσε σε ένα καρυδότσουφλο. Όπως στο παραμύθι.

«Μα το κάνατε ολόκληρο θέμα» είπε η Ρόζα προσπαθώντας να ξεγελάσει τις δυο γυναίκες. Ξεδίπλωσε τα λεπτά της πόδια κι προσπάθησε να κατέβει από τον καναπέ.  Η Ανδριάνα πετάχτηκε επάνω.

«Μην τολμήσεις» της είπε και η φλέβα στο λαιμό της άρχισε να σφυροκοπάει όπως πάθαινε κάθε φορά που η ένταση την κατέκλυζε.
«Να μην πάω στην τουαλέτα;» ρώτησε με απορία η Ρόζα. Οι τρεις γυναίκες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους κι έβαλαν τα γέλια.

«Έλα» της είπε η Ανδριάνα και την κράτησε τρυφερά από τους ώμους.

Η Ρόζα στάθηκε στα δυο της πόδια και έπιασε με τις παγωμένες παλάμες της το πρόσωπο της ανιψιάς της, κοιτάζοντάς την στα μάτια με νόημα.

«Ανδριάνα δεν έχει ακόμα η ώρα μου αλλά καλά θα κάνεις να αρχίσεις να το συνηθίζεις σιγά-σιγά, μεγάλη γυναίκα είμαι» είπε και της χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο.
«Όχι» φώναξε σχεδόν η Ανδριάνα και το στήθος της τρανταζόταν από την προσπάθεια που έκανε να αναπνεύσει.

Η Ρόζα προχωρούσε μέσα στο σπίτι με την Ανδριάνα ξωπίσω της, έτοιμη να την αρπάξει στην περίπτωση που έπεφτε ξανά. Φτάνοντας στην είσοδο του μπάνιου, η μεγάλη γυναίκα ακούμπησε το χέρι της στο κούφωμα της πόρτας και γύρισε ήρεμα το κεφάλι λέγοντας στην ανιψιά της.

«Θα αφήσεις την αξιοπρέπειά μου στην ησυχία της ή θα την ευνουχίσεις κι αυτή;»

Η Ανδριάνα χαμογέλασε.

«Σε αγαπάω» της είπε κλείνοντας μέσα σε δύο λέξεις όλο της το συναίσθημα.
«Κι εγώ αγάπη μου αλλά υπάρχει ένα μέρος που ακόμα και ο βασιλιάς πηγαίνει μόνος του» απάντησε και της έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα.

Η Κλειώ από την άλλη άκρη του διαδρόμου γελούσε έχοντας βάλει το χέρι της μπροστά στο στόμα για να μην την ακούσει η Ρόζα.

«Δεν χάνει το χιούμορ της σχεδόν ποτέ» είπε η βοηθός της Ρόζας πλησιάζοντας την Ανδριάνα.

«Έχεις καταλάβει ότι οι νύφες της δεν θα εμφανιστούν;  Δεν είναι δικιά μου δουλειά βέβαια αλλά και τα αγόρια τι περιμένεις να κάνουν;» είπε η Κλειώ.

Η Ανδριάνα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.

«Την αγαπάω την Ρόζα, όσο αγαπούσα και τη μάνα μου. Αν την χάσω νομίζω ότι θα μου στρίψει, κάθε στιγμή θα είμαι δίπλα της, φτάνει να ξέρω ότι θα είναι καλά κι από εσένα θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα προσέχεις την εταιρία. Κλειώ σε παρακαλώ» είπε η Ανδριάνα και η βοηθός της Ρόζας την καθησύχασε με λόγια ήρεμα.
«Μείνε ήσυχη» της είπε η γυναίκα και ανακουφίστηκε. Ήξερε, όπως όλοι τους,  ότι από την Κλειώ δεν είχαν να φοβηθούν τίποτα.

Το νοσοκομειακό αυτοκίνητο έφτασε με καθυστέρηση.

Η εικόνα των νοσοκόμων με το φορείο έκανε την Ρόζα έξω φρενών.

«Είμαι μια χαρά, δεν έχω τίποτα, δεν πάω πουθενά» φώναζε «που ακούστηκε να με χώνετε στο νοσοκομείο για μια ζαλάδα» επέμεινε.

Οι νοσοκόμοι εξέταζαν την Ρόζα, η Κλειώ τους εξηγούσε ακριβώς τι γινόταν και η Ανδριάνα της κράταγε το χέρι.

«Πόση ώρα έμεινε αναίσθητη στο πάτωμα;» ρώτησε ο πιο μεγάλος σε ηλικία νοσοκόμος.
«Δεν ξέρω, είχα χάσει το χρόνο» απάντησε η Κλειώ «την ξάπλωσα στο πάτωμα, εκεί ακριβώς που είχε πέσει, έβαλα τα πόδια της στους ώμους μου, τις έτριβα τα χέρια και την παρακαλούσα να μην μας αφήσει» διηγείτο η γυναίκα φανερά ταραγμένη.

«Είναι υπερβολική, να μην την ακούτε, μια ζαλάδα μου ήρθε μόνο» έλεγε η Ρόζα η οποία ήταν πιο χλωμή από κάθε άλλη φορά στη ζωή της.

Όση ώρα έκαναν οι νοσοκόμοι να συνεννοηθούν με το κέντρο συντονισμού, η Ανδριάνα ανέβηκε στον επάνω όροφο και έχωσε στην τσάντα της το νυχτικό, εσώρουχα κι ένα ζευγάρι μεταξωτές παντόφλες της θείας της. Κατέβηκε στον κάτω όροφο καλπάζοντας σχεδόν σαν άλογο την σκάλα και τρύπωσε μαζί τους στο ασθενοφόρο. Ο τραυματιοφορέας κάτι πήγε να πει και η Ανδριάνα τον διέκοψε ξερά λέγοντας «είμαι η κόρη της» και πριν κλείσουν η πόρτα του ασθενοφόρου, είπε στην Κλειώ να ενημερώσει τα αγόρια.

«Ώστε είσαι η κόρη μου» είπε με ένα μειδίαμα η Ρόζα.
«Είμαι κι αν δεν με αισθάνεσαι εσύ για παιδί σου δεν πειράζει, για εμένα είσαι η δεύτερη μάμα μου» είπε σφίγγοντας πεισματικά τα χείλη.
«Το ξέρεις ότι αυτές οι ανεπρόκοπες ούτε που θα πατήσουν το πόδι τους. Να δω εκείνοι οι γιοί μου τι θα κάνουν» είπε κουνώντας το κεφάλι της. «Τι λυσσάξατε να με φέρετε σε αυτό εδώ το πράγμα, που με πάτε; Γιατί δεν με αφήνατε στην ησυχία του σπιτιού μου; Ό,τι είναι να γίνει θα γίνει» γκρίνιαξε η Ρόζα.

Το νοσοκομείο ήταν στο κέντρο των Αθηνών.

Εφημερία, αναμονή, φωνές, άνθρωποι που έτρεχαν, νοσοκόμες κουρασμένες, γιατροί σε ένταση και η Ρόζα είχε λουφάξει στην αγκαλιά της Ανδριάνας. Ήρθε η σειρά τους και ο Σπύρος, μόλις είχε καταφθάσει, ιδρωμένος και αγχωμένος να τρέχει στους διαδρόμους με το κινητό στο χέρι. Πρόλαβε να πει μόνο «μάνα ο Γρηγόρης είναι στο Κατάρ αλλά μην ανησυχείς έρχεται κι αυτός» και η Ρόζα όσο και να μην ήθελε να ανησυχήσει τα παιδιά της, άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό. Άρχισε να βρίσκει την εσωτερική της γαλήνη.

Οι γιατροί έκλεισαν το παραβάν. Ιατρικό ιστορικό, εξετάσεις και αναμονή εκ νέου. Η απόφαση είχε ήδη παρθεί. Η Ρόζα θα έκανε εισαγωγή στο νοσοκομείο.

«Μα για μια λιποθυμία;» ρωτούσε διαρκώς εκνευρισμένη.
«Για εξετάσεις» απαντούσαν οι γιατροί χωρίς να δίνουν περαιτέρω εξηγήσεις.

Αυτές οι εξετάσεις κράτησαν μια ολόκληρη εβδομάδα. Η Ανδριάνα δεν έφευγε από το πλευρό της θείας της. Η Στέλλα και η Δήμητρα ούτε που φάνηκαν. Τα δύο αγόρια ερχόταν καθημερινά αλλά και πάλι η Ρόζα δεν ένοιωθε άνετα με τους γιούς της.

«Είναι θέμα αξιοπρέπειας» εξηγούσε στην Ανδριάνα, «καταλαβαίνεις υποθέτω» έλεγε και ταχτοποιούσε το σεντόνι με τα ακροδάχτυλά της.

Η Ανδριάνα φυσικά και καταλάβαινε και παράπονο δεν είχε. Τα δύο αγόρια της ζητούσαν να φύγει να γυρίσει στη ζωή της, μα εκείνη έκανε ό,τι ένοιωθε καλύτερο για την Τοσοδούλα της. Έφευγε το βράδυ όταν ερχόταν η αποκλειστική νοσοκόμα. Έβγαινε στο δρόμο και άφηνε τον βραδινό αέρα να της φυσήξει το πρόσωπο. Αναρωτιόταν, κάθε στιγμή που περνούσε δίπλα στην Ρόζα αναρωτιόταν. «Πως ήταν δυνατόν να μην έχουν περάσει ούτε για λίγο να την δουν οι νύφες της;»

Δεν ήταν σίγουρη ότι είχε απαντήσεις και ντρεπόταν να ρωτήσει τα ξαδέλφια της. Ήξερε ότι θα τους έφερνε όλους σε δύσκολη θέση. Με την Στέλλα μιλούσε στο τηλέφωνο κάθε πρωί στις εννέα η ώρα. Της έδινε την καθημερινή πρωινή αναφορά. Κοροϊδία της φαινόταν όλο αυτό. Η δουλειά της Στέλλας ήταν στο κέντρο, στα κεντρικά γραφεία της τράπεζας. Στο δρόμο της επιστροφής μπορούσε να κάνει μια στάση. Έτσι για τα μάτια του κόσμου. Για να πει ότι έβγαλε την υποχρέωση. Μάταια όμως η Ανδριάνα περίμενε.

Με την Ρόζα δεν το κουβέντιασε άλλο. Την είχε πιάσει το παράπονο και δεν είχε που να το πει. Σχημάτισε τον αριθμό της Δήμητρας και η φωνή της ακούστηκε βιαστική και ενοχλημένη.

«Συμβαίνει τίποτα γιατί έχω δουλειά» της απάντησε η γυναίκα.
«Πάντα δουλειά έχεις Δήμητρα, δεν σε ενδιαφέρει τι κάνει η Ρόζα;» είπε η Ανδριάνα και την έπιασαν τα κλάματα.
«Μαθαίνω από τον Γρηγόρη, έλα σε κλείνω τώρα γιατί δεν τα μπορώ αυτά τα δακρύβρεχτα αλλά ούτε τα νοσοκομεία. Αυτά είναι για εσάς» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.

Η Ανδριάνα βγήκε στο προαύλιο του νοσοκομείου. Έκατσε σε ένα παγκάκι και άρχισε να κλαίει με λυγμούς.

Συνειδητοποιούσε ότι η αγαπημένη της οικογένεια μόνο αγαπημένη δεν ήταν.  Η Ρόζα, με τη βοήθεια των γιατρών θα την γλύτωνε. Μετά όμως; Τι θα γινόταν μετά;

Η Ανδριάνα ήταν η κόρη του Παυλή, του αδελφού της Ρόζας. Τόσο ο Παυλής όσο και η μάνα της η Αγγελική είχαν πεθάνει, φυσιολογικά και ο κάθε ένας στην ώρα του. Ο πόνος όμως ήταν μεγάλος και τότε, η Ρόζα την κράτησε στην αγκαλιά της, όπως έκανε πάντα και δεν την ξεχώρισε ποτέ από τους γιούς της. Ποτέ, ούτε τότε που ήταν μικρά. «Μάμα Ρόζα» τη φώναζε και ένοιωθε ευλογημένη που είχε δυο μανάδες.

Την πίκρα της η Ρόζα για τον χαμό του αδελφού της δεν τον κουβέντιασε. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να βλέπει την Ανδριάνα δυνατή και κάθε στιγμή στεκόταν δίπλα της βράχος ακλόνητος και την αγκαλιά της την άνοιξε διάπλατα όταν «έφυγε» και η Αγγελική. Τα δάκρυά της τα έκανε δύναμη για χάρη της Ανδριάνας και δύναμη έκανε κάθε πόνο κρυφό που είχε για χάρη της οικογένειας.

«Πάνω απ’ όλα η οικογένειά μας» έλεγε στα παιδιά της και με αυτή την πρόταση, συγχωρούσε κάθε μικρό ατόπημα. Ήξερε τις παγαποντιές της Δήμητρας αλλά κουβέντα δεν έλεγε. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν η Φαίδρα και ο Γρηγόρης.

«Όταν έχεις παιδιά κάνεις και υποχωρήσεις» είχε πει στην Ανδριάνα όταν για άλλη μια φορά η Δήμητρα είχε φύγει ταξίδι στην Αγγλία με εκείνο τον απαράδεκτο Βαγγέλη.

Η Ανδριάνα είχε εκνευριστεί και της ήταν αδύνατον να κατανοήσει την ανωτερότητα του Γρηγόρη. Ανωτερότητα ή βλακεία;

«Μα είναι τυφλός; Δεν βλέπει; Μόνο στο κρεβάτι τους που δεν τον έχει βάλει ακόμα» είχε πει.
«Εσύ να σωπάσεις και να κοιτάξεις τη δική σου δουλειά. Έχει κόρη ο Γρηγόρης, τι θέλεις να κάνει; Να εκθέσει τη μάνα της;» έλεγε η Ρόζα.
«Δηλαδή εσύ συμφωνείς;» είχε ρωτήσει η Ανδριάνα.
«Σημασία δεν έχει ούτε τι κάνω, ούτε τι λέω εγώ. Σημασία έχει η ψυχική ισορροπία της Φαίδρας και είναι πολύ μικρή για να καταλάβει κι απ’ ότι φαίνεται, ο Γρηγόρης έχει βρει τις δικές του ισορροπίες μέσα ή έξω από αυτό το γάμο. Αυτό το ξέρει μόνο ο ίδιος» είχε πει η Ρόζα.

Στο κεφάλι της Ανδριάνας τα πράγματα ήταν πολύ πιο ξεκάθαρα. Άμα δεν τον θέλεις τον άλλον τον χωρίζεις. Τα υπόλοιπα που της έλεγε η Ρόζα της φαινόταν πολύ μπερδεμένα.

«Δεν έχεις παιδιά, έχεις;» τη ρώταγε η Ρόζα.
«Όχι» απαντούσε η Ανδριάνα
«Τότε αγάπη μου δεν έχεις ιδέα τι πάει να πει οικογένεια» συμπλήρωνε η θεία της.

Κάτι δεν καταλάβαινε η Ανδριάνα. Δεν ήταν δυνατόν αυτό το τσίρκο που είχε ο Γρηγόρης και η Δήμητρα να ήταν οικογένεια. Γιατί όσο και αν κατηγορούσε την Στέλλα και την άγνοια μέσα στην οποία ζούσε ο Σπύρος, τα χάλια των άλλων δυο δεν τα έφταναν. Και υπήρχε περίπτωση, η Ρόζα να ήθελε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα των παιδιών της αλλά ακόμα κι έτσι να μην ήταν, τέτοιου είδους οικογένεια η Ανδριάνα δεν την ήθελε.

«Μα να μην έρθει καμιά τους να την δει;» αναρωτιόταν κάθε τόσο από μέσα της.

Τα δάκρυα είχαν στερέψει πια. Ρούφηξε τη μύτη της δυνατά και ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Ακούμπησε την πλάτη της στο παγκάκι και παρατήρησε αφηρημένα μια αντρική φιγούρα να κάθεται δίπλα σας.

«Είσαστε καλά;» τη ρώτησε ο άγνωστος άνδρας.
«Ναι, ναι, ξέσπασα ξέρετε …» απάντησε η Ανδριάνα νοιώθοντας τη μύτη της να τρέχει ακόμα.
«Φυσικά και ξέρω, σε αυτό το μέρος όλοι για τον ίδιο λόγο είμαστε» είπε και της πρόσφερε ένα χαρτομάντιλο.

Η Ανδριάνα κοκκίνισε ελαφρά.

«Μην σας νοιάζει και η αδελφή μου έτσι κλαίει» είπε ο άνδρας και συνέχισε «με λένε Μανώλη εσάς;» τη ρώτησε.
«Ανδριάνα» απάντησε και χαμογέλασε δειλά.

«Εδώ είσαι και σε ψάχνω» η φωνή του Σπύρου ακούστηκε ξαφνικά από πίσω της.
«Σπύρο» αναφώνησε η σηκώθηκε όρθια.
«Έλα πάμε μας θέλουν οι γιατροί» είπε ο Σπύρος και την άρπαξε από το χέρι.

Η Ανδριάνα γύρισε στον άντρα και του κούνησε το χέρι. «Χάρηκα και περαστικά σας» του είπε και έφυγε βιαστικά πριν προλάβει να ακούσει την απάντησή του.

Στο γραφείο του γιατρού, ο Γρηγόρης, ο Σπύρος και η Ανδριάνα καθόταν με σφιγμένα τα γόνατα και τα χέρια περιμένοντας την ετυμηγορία.

Ο καθηγητής καρδιολογίας κύριος Παπαρρηγόπουλος, τους χαμογέλασε προσπαθώντας να τους καθησυχάσει.

«Τα πράγματα δεν είναι τόσο τρομερά» είπε.
«Ναι αλλά δεν ξέρουμε καν τι συμβαίνει» είπε η Ανδριάνα «μια εβδομάδα και δεν μας έχετε πει ούτε μια κουβέντα» παραπονέθηκε.
«Θέλαμε πρώτα να ολοκληρωθούν όλες οι εξετάσεις, να είμαστε σίγουροι και μετά να μιλήσουμε. Λοιπόν, όπως σας είπα, τίποτα δεν είναι τρομερό και όλα διορθώνονται με ένα βηματοδότη» συνέχισε ο γιατρός.

«Βηματοδότη; Δηλαδή θα γίνει επέμβαση;» ρώτησε ο Γρηγόρης.
«Γίνεται υποδόρια εμφύτευση με τοπική αναισθησία» είπε ο γιατρός, μην ανησυχείτε είναι κάτι πολύ συνηθισμένο και σε λίγες ημέρες θα έχετε την μητέρα σας στο σπίτι. Για ένα πράγμα να είσαστε σίγουροι, η καρδιά της θα λειτουργεί σαν μικρού παιδιού» είπε ο κύριος Παπαρρηγόπουλος και άρχισε να τους εξηγεί τα διαδικαστικά.

«Πότε θα την πάρουμε σπίτι;» ρώτησε με αγωνία η Ανδριάνα.
«Σε δύο ημέρες μετά την τοποθέτηση του βηματοδότη καλώς εχόντων των πραγμάτων» είπε ο γιατρός και πριν προλάβει να συνεχίσει την ενημέρωση η Ανδριάνα είχε πεταχτεί όρθια.

«Πάω να της πω τα καλά νέα» είπε χαμογελώντας και τα γρήγορα βήματά της ακούστηκαν στον διάδρομο.

Αυτή τη στιγμή δεν την ενδιέφερε κανείς και τίποτα. Η Ρόζα θα γινόταν καλά και θα γυρνούσε σύντομα κοντά τους. Άρχισε να τρέχει.

«Δεν κάνει να τρέχεις στο νοσοκομείο» της είπε μια φωνή.

Η Ανδριάνα κοντοστάθηκε και γύρισε το κεφάλι της κοιτόντας σαν χαμένη.

«Ο Μανώλης είμαι που γνωριστήκαμε στον κήπο» είπε ο άνδρας.
«Βιάζομαι να της πω τα καλά νέα» απάντησε η Ανδριάνα.
«Στη μητέρα σου;» ρώτησε
«Μητέρα μου, θεία μου, η οικογένειά μου ολόκληρη» απάντησε και έφυγε γρήγορα.

«Ρόζα» της είπε μπαίνοντας στο δωμάτιο με ανοιχτά τα χέρια σε μια τεράστια αγκαλιά. Έπεσε πάνω στην ντελικάτη γυναίκα και άρχισε να την φιλάει. «Τα βάσανά σου γλυκιά μου Τοσοδούλα τελειώνουν» είπε και έχωσε το κεφάλι της στον λαιμό της.

butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here