Η Ανδριάνα ένοιωθε σα χαμένη. Με χέρια που έτρεμαν κρατούσε το ακουστικό του τηλεφώνου χωρίς πραγματικά να ξέρει τι έπρεπε να κάνει.

«Την αστυνομία» είχε φωνάξει ο Μανώλης.
«Και τι θα τους πω;» ρώτησε με γουρλωμένα μάτια.

«Manolis» συνέχισε να ακούγεται η απόκοσμη φωνή της Marjory έξω από την πόρτα του διαμερίσματός τους και τα τακούνια της να ηχούν στο διάδρομο. Έψαχνε και φώναζε.

«Πάρε εσύ την αστυνομία» είπε ψιθυριστά η Ανδριάνα «εγώ δεν ξέρω καν τι να πω, ποια είναι αυτή η γυναίκα; Τι θα με ρωτήσουν; Τι θα απαντήσω; Γιατί τα ζω όλα αυτά, πως βρέθηκα μέσα σε αυτή την αλλόκοτη κατάσταση μου λες;»

Ήταν ξεκάθαρο ότι η Ανδριάνα βρισκόταν σε κατάσταση πανικού και ο Μανώλης δεν μπορούσε να τη βοηθήσει αλλά ούτε και να την ηρεμήσει. Αυτό που έπρεπε να κάνει ήταν να ξεφορτωθεί την Marjory από τη ζωή τους. Μια και καλή αλλά και για πάντα.

Την πλησίασε και χωρίς να της απαντήσει, της τράβηξε το ακουστικό από το χέρι για να καλέσει την αστυνομία.  «Σε παρακαλώ ηρέμησε» προσπάθησε να της πει χαϊδεύοντας το μάγουλό της και την στιγμή που πληκτρολογούσε τον αριθμό της αστυνομίας,  χτύπησε το τηλέφωνο.

«Αυτή είναι;» ρώτησε φανερά πανικοβλημένη τώρα η Ανδριάνα.
«Όχι, η Ρόζα» απάντησε ο Μανώλης.
«Δεν σοβαρολογείς».
«Απάντησέ της γρήγορα και βρες μια δικαιολογία να το κλείσεις. Δεν έχουμε καιρό, θα γίνουν ρεζίλι σε όλη την πολυκατοικία» είπε ο Μανώλης εκνευρισμένος.

«Ρόζα…»
«Άκου αγάπη μου, εγώ αυτά που μου λέτε για χαλασμένο κουδούνι τ’ ακούω βερεσέ, κάτι συμβαίνει εκεί μέσα. Το ξέρω, το νοιώθω, η φωνή σου είναι χάλια και σιγά μην είσαι έτσι για ένα κουδούνι».
«Χρειαζόμαστε το τηλέφωνο, θα σε πάρω μετά»
«Ούτε μετά, ούτε αργότερα, τώρα, γιατί διαφορετικά έρχομαι εκεί» φώναξε η Ρόζα.
«Τι λες Ρόζα;» ρώτησε η Ανδριάνα προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο και κλείνοντας με την παλάμη της το ακουστικό, είπε στον Μανώλη «έρχεται εδώ λέει!»
«Δώσε μου τον Μανώλη γρήγορα, Ολυμπία ετοιμάσου» ακούστηκε η βροντερή φωνή της Ρόζας από την άλλη άκρη της γραμμής.
«Δεν μπορείς να βγεις έξω …»
«Δεν θα μου πεις εσύ τι θα κάνω , τον Μανώλη είπα τώρα»

Η Ανδριάνα έδωσε στον Μανώλη το ακουστικό σηκώνοντας τα χέρια ψηλά, μουρμουρίζοντας «παραδίνομαι», ενώ άφηνε το κορμί της να σωριαστεί στον καναπέ.

«Εσένα θέλει ή έρχεται εδώ, ανάθεμα αν κατάλαβα» είπε σχεδόν ανέκφραστα.

Η βρισιά που εξαπόλυσε ο Μανώλης, ακούστηκε σαν βρυχηθμός.

«Ρόζα χρειαζόμαστε το τηλέφωνο, θα σε πάρει η Ανδριάνα μετά».
«Ολυμπία το παλτό και τα γάντια μου, Μανώλη, πες μου τι συμβαίνει γρήγορα γιατί έρχομαι έτσι κι αλλιώς».
«Δεν μπορείς…»
«Πες τι συμβαίνει που σε κάναμε και αφέντη και θα μου πεις αν μπορώ ή όχι» ούρλιαξε «πες τι συμβαίνει στο σπίτι της Ανδριάνας μην σε πάρει και σε σηκώσει».

«Manolis» ακούστηκε ξανά η φωνή της Marjory και με τις μπουνιές  της χτυπούσε την εξώπορτα.

Η Ανδριάνα πήρε το ακουστικό από τα χέρια του Μανώλη.

«Έχουμε την πρώην φιλενάδα του Μανώλη, μεθυσμένη, έξω από την πόρτα και μας χτυπάει τα κουδούνια» είπε η Ανδριάνα εκνευρισμένη. Η απόγνωση είχε γίνει θυμός.  «Τι καταλαβαίνεις τώρα, θα έχω και την δικιά σου ανησυχία;» φώναξε στη θεία της.

«Γι’ αυτό κάνετε έτσι; Ανοίξτε της την πόρτα να έρθει να ξεραθεί στο χαλί και έρχομαι».
«Δεν ξέρουμε τι έχει πάρει Ρόζα, είναι εθισμένη σε ουσίες μάλλον».
«Δώσε μου τον Μανώλη και μην ανησυχείς» είπε η Ρόζα προσπαθώντας να την καθησυχάσει.

Ο άντρας είχε πάει στην κουζίνα να βρει το κινητό του. Θα καλούσε την αστυνομία ο κόσμος να χαλούσε.

«Θέλει να σου μιλήσει η Ρόζα»
«Είσαστε με τα καλά σας και οι δύο;»
«Δώσε μου τον Μανώλη τώρα είπα» φώναζε η θεία της.

Ο Μανώλης έβρισε.

«Μην τολμήσεις να πάρεις την αστυνομία» τον διέταξε.
«Ρόζα δεν ξέρεις τις λες».
«Δεν θα μας κάνεις εσύ ρεζίλι Μανώλη. Ανοίξτε την πόρτα κι αφήστε την σε έναν καναπέ, στο πάτωμα και έρχομαι».
«Ρόζα, είναι η Marjory»
«Και τι με νοιάζει εμένα;»
«Δεν κατάλαβες …» και με δύο κουβέντες οι Ανδριάνα εξήγησε στην θεία της ‘’ποια ήταν η Marjory’’ ενώ ταυτόχρονα παρακαλούσε τον Μανώλη να μην τηλεφωνήσει στην αστυνομία.

«Είστε τρελοί και οι δύο σας;» συνέχιζε φωνάζοντας η Ρόζα «θα μπλεχτούμε σε σκάνδαλο; Θα μας γράψουν οι εφημερίδες όλου του κόσμου, βάλτε την κοπέλα στο σπίτι σας κι έρχομαι. Θα την μεταφέρω στο δικό μου, αν είναι και πάθει τίποτα, να τα βάλουν μαζί μου» είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο.

Ο Μανώλης και η Ανδριάνα κοιτάχτηκαν στα μάτια.

«Τι είπε;»
«Ότι θα την πάρει σπίτι της»

«Manolis» ακουγόταν τώρα ξεψυχισμένη η φωνή της γυναίκας.

Η Ανδριάνα έτρεξε μέχρι την εξώπορτα, την άνοιξε και ήρθε για πρώτη φορά αντιμέτωπη με το πραγματικό πρόσωπο της Marjory. Η γυναίκα, στήριζε το σώμα της με το κούτελο στην πόρτα και την κοπανούσε με τις γροθιές της επαναλαμβάνοντας διαρκώς «Manolis» κανείς δεν αναρωτήθηκε για την ώρα πως δεν ενοχλήθηκαν οι γείτονες.

Το θέαμα δεν ήταν καθόλου γελοίο, ήταν  καταθλιπτικό κι έβγαζε μια τραγικότητα.

Οι δύο γυναίκες βρέθηκαν να κυλιούνται στο πάτωμα με τη γροθιά της Marjory να έχει κοπανήσει το πρόσωπο της Ανδριάνας.

«Άουτς» άκουσε ο Μανώλης ο οποίος βρισκόταν ξωπίσω από την Ανδριάνα κι αμέσως μετά, ήχησαν δυο απανωτά χαστούκια. Τα χέρια της Marjory τ’ άρπαξε και τα’ ακινητοποίησε με λαβή στον αέρα, ενστικτωδώς,  καθώς τα είδε να πλησιάζουν στον λαιμό της Ανδριάνας. Το βλέμμα όμως της απρόσκλητης γυναίκας, ήταν χειρότερο κι από τρελού.

«Fuck you all» φώναζε τώρα η Marjory με τα κατακόκκινα από τα χαστούκια μάγουλα  και με δεμένους τους καρπούς πίσω από την πλάτη της, σε μια σφιχτή χειρολαβή. Τα χέρια του Μανώλη έμοιαζαν με τεράστιες τανάλιες και με το κορμί του, έσπρωχνε τη γυναίκα προς το σαλόνι.

Η Ανδριάνα έτριβε τον κρόταφό της και δεν πίστευε ούτε αυτό που ζούσε αλλά ούτε αυτό που έβλεπε.

«Που την πας;» ρώτησε βλέποντας τα πόδια της Marjory να κλωτσάνε με μανία ότι έβρισκε μπροστά της.

«Βοήθησέ με να την γδύσω» είπε έχοντας κατακόκκινο πρόσωπο και αγκομαχώντας από την προσπάθεια.

«Fuck you» φώναξε ξανά η Marjory και τώρα το χαστούκι που της άστραψε η Ανδριάνα ήταν γεμάτο λύσσα.

Παλεύοντας να ηρεμήσει την έξαλλη γυναίκα ο Μανώλης, άρχισε να φωνάζει στην Ανδριάνα.

«Θα με βοηθήσεις ή θα τα κάνεις ακόμα χειρότερα;»
«Τι θέλεις να κάνω;»
«Να την γδύσεις»
«Ορίστε;»
«Να την γδύσεις, να την πάμε στο μπάνιο. Όχι, πήγαινε και άνοιξε το κρύο νερό να γεμίσει η μπανιέρα και έλα μετά»
«Θα την πνίξω» είπε μονολογώντας η Ανδριάνα, έκανε μεταβολή και έφυγε.

Η Marjory φώναζε, έβριζε και έσπαγε ότι έβρισκε μπροστά της. Η Ανδριάνα γέμισε με την ησυχία της την μπανιέρα με κρύο νερό. Είχε καθίσει σε μια άκρη και κούναγε το πόδι της πέρα-δώθε. «Μετά κοροϊδεύω και λέω τρελούς όλους όσους έχουν γράψει σενάρια για τέτοιες ταινίες και βιβλία. Εγώ σε ποιόν να τα πω και να με πιστέψει;» σκεφτόταν όταν ακούστηκαν κλειδιά στην πόρτα της.

«Τι γίνεται εδώ μέσα;» φώναξε η Ρόζα.

Η ξένη γυναίκα χτυπιόταν, ο Μανώλης προσπαθούσε να μην την αφήσει να ξεφύγει από τα χέρια του, η Ολυμπία έκανε ένα βήμα προς τα πίσω τρομαγμένη και η Ανδριάνα εμφανίστηκε σκουπίζοντας τα χέρια της σε μια πετσέτα εμφανώς θυμωμένη.

Τις περιληπτικές εξηγήσεις τις έδωσε ο Μανώλης στην Ρόζα η οποία δεν τον διέκοψε ούτε μια στιγμή. Κάθισε σιωπηλή σε όλη τη διάρκεια της σύντομης αφήγησής του, ανοίγοντας κάθε τόσο το στόμα της σχηματίζοντας ένα μικρό όμικρον, σηκώνοντας τα φρύδια και κουνώντας το κεφάλι με κατανόηση.

«Τι λες βρε παιδάκι μου! Και τώρα τι κάνουμε;» αναρωτήθηκε στιγμιαία για να συνεχίσει λέγοντας «Ολυμπία, εσύ κράτα της τα πόδια και η Ανδριάνα κι εγώ θα τη γδύσουμε και μετά θα της κάνουμε μια ξεγυρισμένη βουτιά στη μπανιέρα. Τι κάνουν σε αυτές τις περιστάσεις;»

«Ανάθεμά με κι αν ξέρω» απάντησε μέσα στα νεύρα ο Μανώλης.

Η Marjory έβριζε και τώρα είχε αρχίσει να βρίζει και η Ανδριάνα δυνατά και ξεκάθαρα.

«Σα δεν ντρέπεσαι, δεν βλέπεις ότι βασανίζεται;» είπε η Ρόζα και τους αποστόμωσε όλους. «Εσύ» είπε στην ανιψιά της «αντί να βρίζεις σαν τον απόπατο, να πας να ζεστάνεις το νερό στη μπανιέρα, μην μας μείνει στον τόπο από καρδιά. Γίνατε όλοι σας γιατροί τρομάρα σας» είπε «γιατί δεν καλούμε τον παθολόγο μας;» αναρωτήθηκε δυνατά και κοντοστάθηκε.

«Γιατί δεν ξέρουμε τι έχει πάρει» απάντησε η Ανδριάνα.
«Τι εννοείς ότι δεν ξέρετε τι έχει πάρει; Τι να έχει πάρει, μεθυσμένη είναι».
«Δεν είμαστε σίγουροι».
«Δηλαδή μπορεί να έχει …»
«Ρόζα, άσε μας στην ησυχία μας που θέλεις κι απαντήσεις» φώναξε η Ανδριάνα.

Στο σαλόνι επικράτησε στιγμιαία αμηχανία.

«Στη μπανιέρα γρήγορα και ζεστάνετε το νερό» είπε η Ρόζα αποφασιστικά κουνώντας και τα δυο της χέρια. «Κουνηθείτε κοπέλες κι εσύ Μανώλη σβέρκωσε αυτό το άτιμο θηλυκό και δωσ’ του μια πατητή μπας και ησυχάσουμε» διέταξε.

Με την Marjory γυμνή στα χέρια του Μανώλη να κοπανιέται, την Ανδριάνα θυμωμένη να πηγαίνει στην κουζίνα να φτιάξει μια κανάτα καφέ και την Ολυμπία να προσπαθεί να βάλει σε μια τάξη το σαλόνι, η Ρόζα έψαχνε πετσέτες.

«Ε άμε και στο διάτανο» φώναξε με δύναμη η Ανδριάνα κοπανώντας με δύναμη το χέρι της πάνω στο ντουλάπι.
«Να μαζέψεις τη γλώσσα σου μην σου ‘ρθει καμιά ανάστροφη» της απάντησε η θεία της δείχνοντάς της την ανάποδη της παλάμης της.

Η Ολυμπία ήρθε τρέχοντας στη κουζίνα.

«Κάποιος χτυπάει την εξώπορτα» είπε αναψοκοκκινισμένη «αστυνομία νομίζω ότι είπαν».
«Αυτά μας έλειπαν τώρα» είπε η Ρόζα και έδωσε εντολή «πάρε τα πράγματά μου κι εξαφάνισε τα μαζί με εσένα στην αποθήκη».

Η Ανδριάνα κράτησε την αναπνοή της κι έτρεξε σαν το αγρίμι στην πόρτα. Την άνοιξε και μια γυναίκα κι ένας άνδρας, αστυνομικοί και οι δύο τους, την ενημέρωσαν ότι είχαν ειδοποιηθεί από την πολυκατοικία για διατάραξη της κοινής ησυχίας.

«Ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του σπιτιού;» ρώτησε ευγενικά η αστυνόμος.
«Εγώ» απάντησε μουδιασμένα η Ανδριάνα «να σας φέρω την ταυτότητά μου» είπε ξεροκαταπίνοντας.

«Βάλε τα παιδιά μέσα, τι τα έχεις στην πόρτα» είπε η Ρόζα έχοντας μεριμνήσει να κλείσει την εσωτερική πόρτα του διαδρόμου αλλά και του μπάνιου.
«Ναι, ναι περάστε» είπε η Ανδριάνα.
«Να σας ζητήσουμε μια μεγάλη συγγνώμη για την αναστάτωση, τι να κάνουμε κι εμείς, ήρθε μια φίλη των παιδιών μεθυσμένη και μας κοπάναγε τη πόρτα, να την πετάγαμε στο δρόμο;» είπε η Ρόζα με ύφος ταλαιπωρημένης γυναίκας.

«Πρέπει να κάνουμε διασταύρωση στοιχείων» είπε η αστυνομικός.
«Φυσικά, να σας δώσουμε τις ταυτότητες μας» απάντησε η Ρόζα και άνοιξε την τσάντα της παριστάνοντας την υπάκουη.

Την Ολυμπία την είχε κρύψει, εκείνη μπορούσε να δικαιολογηθεί για το πώς βρέθηκε εκεί, άρα μπορούσε να παίξει τον ρόλο της με την ησυχία της. Τώρα, δεν την έσκιαζε τίποτα, το βράδυ αυτό είχε ενδιαφέρον!

«Να σας φέρω την ταυτότητά μου;» ρώτησε.
«Της ιδιοκτήτριας τα στοιχεία θέλουμε» είπε αυστηρά ο αστυνόμος.
«Σας παρακαλώ, μισό λεπτό να φέρω την τσάντα μου» είπε η Ανδριάνα και εξαφανίστηκε γρήγορα σαν σκιά.

«Να σας ρωτήσω κάτι βρε παιδιά μου» είπε η Ρόζα «τι κάνουμε σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν ξέρω, μας βοηθάτε σας παρακαλώ;»
«Τι θέλετε να μάθετε;» ρώτησε η αξιωματικός.
«Την μεθυσμένη, την έχουμε βάλει και τις κάνουμε πατητές στο μπάνιο μέχρι να συνέλθει, δεν πιστεύω να την πνίξουμε, δεν μας έκανε και τίποτα το κορίτσι».

Οι δυο αστυνομικοί κοιτάχτηκαν στα μάτια.

«Κανονικά αναλαμβάνει γιατρός σε αυτές τις περιπτώσεις, το καταλαβαίνετε υποθέτω».
«Μα ναι φυσικά, αλλά τι να κάναμε μέσα στη νύχτα, να είδατε, η πολυκατοικία ειδοποίησε εσάς, πείτε μου σας παρακαλώ μην βρούμε και κανέναν μπελά» συνέχισε η Ρόζα.
«Τι σχέση έχετε μαζί της;»
«Φίλη των παιδιών είναι κι όχι από τις κολλητές».
«Δυστυχώς εσείς δεν μπορείτε να κάνετε απολύτως τίποτα, μόνο να ειδοποιήσετε γιατρό και την οικογένειά της» συνέχισε η αξιωματικός «μόνο η οικογένειά μπορεί να κάνει καταγγελία και να ζητήσει μέχρι και εγκλεισμό αν είναι απαραίτητο».
«Εγκλεισμό; Τι λέτε τώρα; Επειδή την άφησε ο λεγάμενος και ήπιε ό,τι βρήκε μπροστά της; Σιγά τα πράγματα, εσείς δεν το έχετε κάνει;» είπε η Ρόζα μπαίνοντας για τα καλά στο ρόλο της.

Οι δύο αστυνομικοί δεν της απάντησαν.

Ο Μανώλης με την Ανδριάνα εμφανίστηκαν με τις ταυτότητές τους και σιωπηλοί τις έδωσαν στην αξιωματικό.

«Μήπως θέλετε να δείτε και την κοπέλα; Κοιμάται στο κρεβάτι μας» είπε σχεδόν αμήχανα η Ανδριάνα μην έχοντας ακόμα συνειδητοποιήσει αυτό που ο Μανώλης μόλις πριν λίγο της είχε πει. Η Marjory, αποκαμωμένη όπως ήταν, την είχε τυλίξει με το μπουρνούζι της Ανδριάνας και την είχε βάλει στο κρεβάτι τους.  Είχε αποκοιμηθεί αμέσως.

«Αχ κοιμήθηκε το πουλάκι μου» είπε η Ρόζα δένοντας τα χέρια της με προσοχή πάνω στα γόνατά της «δόξα το Θεό, να συνέλθει. Μακαρονάδα να της φτιάξουμε, θα θέλει ο οργανισμός λίπος».

Η αστυνομικός απάντησε στην Ανδριάνα.

«Δεν είμαστε εξουσιοδοτημένοι για κάτι τέτοιο. Εμείς ήρθαμε μόνο να σας κάνουμε σύσταση για διατάραξη κοινής ησυχίας».

«Ναι αλλά μετά μην κυνηγάτε εμάς» συνέχισε η Ρόζα. «Να εδώ είναι τα πράγματά της και η ίδια κοιμάται μέσα. Γιατί δεν πάτε να δείτε ότι η ‘’Μαργαρίτα’’ είναι καλά;»

«Δεν χρειάζεται κυρία …»
«Ρόζα με λένε»
«Δεν χρειάζεται κυρία Ρόζα, σας εξήγησα» είπε η αξιωματικός από την αρχή.
«Ναι αλλά δεν θα μας κατηγορήσετε ότι έπαθε κάτι» συνέχισε η Ρόζα.

Η Ανδριάνα είχε παγώσει. Τι θα έκανε αν οι αστυνομικοί έψαχναν το σπίτι και έβρισκαν την Marjory;

Η αστυνόμος έκανε νόημα στην Ανδριάνα και πήγαν προς την έξοδο.
«Είσαστε σίγουρη ότι όλα είναι καλά;» τη ρώτησε.
«Ναι, απλώς τρόμαξα, δεν ξέρω πώς να χειριστώ τέτοιες καταστάσεις. Καταλαβαίνεται;»
«Είσαστε σίγουρα ασφαλής;» ρώτησε ξανά η αξιωματικός «χρειάζεστε κάποια βοήθεια; Να ειδοποιήσουμε το τμήμα;»
«Είμαστε όλοι μια χαρά. Αν θέλετε ελέγξτε όλο το σπίτι» είπε η Ανδριάνα κάνοντας μια χειρονομία για να περάσουν οι αστυνομικοί στο εσωτερικό του σπιτιού «και συγγνώμη για την ακαταστασία αλλά τα κλώτσαγε όλα, έχω πελαγώσει» είπε και ξεφύσησε.
«Δεν υπάρχει λόγος, εκτός αν θέλετε να δώσετε κατάθεση, οπότε θα πρέπει να έρθετε στο τμήμα».
«Κατάθεση; Όχι βέβαια, φίλη μας είναι» είπε και κούνησε λυπημένα το κεφάλι της.

Οι αστυνομικοί έφυγαν, η πόρτα έκλεισε και στο σαλόνι επικράτησε σιγή.

«Την Ολυμπία» φώναξε η Ανδριάνα και πήγε να την ξεκλειδώσει από την αποθήκη.

Έφεραν και οι δυο μαζί την κανάτα με τον καφέ και όσα φλιτζάνια χρειαζόταν.

«Πήγαινε κορίτσι μου σε παρακαλώ στην λεγάμενη μέσα να παρακολουθείς αν αναπνέει, βάλε κάτω από τη μύτη κι ένα καθρεφτάκι για να είμαστε σίγουροι  κι αν δεις κάτι στραβό μας ενημερώνεις» είπε η Ρόζα στην Ολυμπία και περίμενε ήσυχα στη θέση της μέχρι να ακούσει την πόρτα του διαδρόμου να κλείνει.

«Και τώρα οι τρεις μας πουλάκια μου» είπε βρίσκοντας το γνωστό της ύφος. «Για την ακρίβεια οι δυο μας» συνέχισε κοιτώντας τον Μανώλη στα μάτια.

«Ποια είναι αυτή εκεί μέσα μου λες; και τι δουλειά έχει στο σπίτι της ανιψιάς μου;» είπε και στήθηκε με το κορμί στητό περιμένοντας απάντηση.

butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here