Η Ανδριάνα, τις ώρες που δεν ήταν μπροστά ο Μανώλης,  τριγύριζε μέσα στο σπίτι σαν το αγρίμι στο κλουβί.

Ο χωρισμός του Σπύρου και της Στέλλας ήταν ένα γεγονός που ουδόλως την είχε ξαφνιάσει. Για την ακρίβεια, ήταν κάτι που το περίμενε. Το έβλεπε στα μάτια της Στέλλας, στην σκοτεινιασμένη της ματιά και το ένοχο βλέμμα, στην ακόμα μεγαλύτερη απομάκρυνση της και στην απαύδησή της, που ήταν μονίμως ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.

Ποιος έφταιγε και πότε έγινε το μεγάλος λάθος η Ανδριάνα ήξερε. Τώρα όμως τι μπορούσε να πει; Σε ποιόν απ’ όλους θα έπρεπε να ρίξει το ανάθεμα και ποιόν θα τελικά θα ωφελούσε; Υπήρχε κι ένα μεγάλο ερωτηματικό που βάραινε την ψυχή και το μυαλό της. ‘’Έπρεπε να μιλήσει;’’.

Το κουδούνι της εξώπορτας χτύπησε κι έτρεξε να ανοίξει στον Σπύρο.

Άκουσε τον ξάδελφό της να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια της σκάλας με βήματα βαριά. Αντίκρισε στο κατώφλι της τον Σπύρο με τους μαύρους κύκλους, αξύριστο και με τα μάτια ανοιγμένα διάπλατα. Μια και μόνο επιθυμία είχε, να τον κλείσει στην αγκαλιά της σαν να είναι μωρό παιδί και να του πει πως όλα θα πάνε καλά. Δεν έκανε τίποτα απ’ όλα αυτά.

«Έχω φτιάξει μια μεγάλη κανάτα καφέ» είπε και οδήγησε τον Σπύρο στο σαλόνι. Ο άντρας, σωριάστηκε στον μεγάλο λευκό καναπέ και έμεινε να κοιτάζει τον γκρίζο ουρανό έξω από το παράθυρο άλαλος. Στο χώρο, ακουγόταν μόνο η ανάσα του.

«Πες μου» τον παρότρυνε.
«Αυτά που ξέρεις» απάντησε και με χέρια που έτρεμαν κράτησε την κούπα με τον αχνιστό καφέ που του είχε προσφέρει η ξαδέλφη του.

«Φύγανε. Πήρε την Μυρτώ το επόμενο βράδυ, έναν καναπέ που γίνεται κρεβάτι και εγκαταστάθηκαν μέσα στη νύχτα στο νέο τους διαμέρισμα. Σε ένα παγωμένο σπίτι, χωρίς έπιπλα, χωρίς φώτα και χωρίς θέρμανση, μέσα στην υγρασία. Πήρε το παιδί μας και το εξανάγκασε να ζήσει εκεί μέσα. Στα σαράντα τετραγωνικά, να κρυώνει» είπε και άρχισε να κλαίει σαν μωρό παιδί «και νομικά έχει το δικαίωμα να το κάνει» συμπλήρωσε.

Η Ανδριάνα πήγε να τον πάρει αγκαλιά. Ο Σπύρος έκανε μια κίνηση για να την αποφύγει. Τον άφησε στην ησυχία του και έκατσε σιωπηλή στη θέση της. Η λύσσα που ένοιωθε όμως, της μαστίγωνε τα σωθικά.

Όταν ο Σπύρος ξέσπασε, η Ανδριάνα τον ρώτησε.

«Την χτύπαγες;»
«Τι λες τώρα;»
«Γυναίκα είμαι. Δεν φεύγει άνθρωπος από το σπίτι του έτσι στα καλά καθούμενα. Αυτή είναι κίνηση πανικού, γυναίκας που κινδυνεύει, τόσο η ίδια όσο και το παιδί της».
«Στο ορκίζομαι πως όχι» είπε ο Σπύρος και τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν καθώς πάλευε να ανάψει το τσιγάρο του.
«Δεν μπορεί να έφυγε σαν κυνηγημένη μέσα στη νύχτα έτσι ξαφνικά. Κάτι έχει συμβεί» συνέχισε η Ανδριάνα μην μπορώντας να πιστέψει αυτά που άκουγε.

«Στο λόγο της τιμής μου και τι φαντάζεσαι δηλαδή, ότι η Στέλλα θα καθόταν να τις τρώει χωρίς να πει κουβέντα; Ένα σημάδι δεν θα υπήρχε; Στο πρόσωπο, στα χέρια τέλος πάντων κάπου» διαμαρτυρήθηκε ο Σπύρος.

«Μα δεν μπορεί να έφυγε έτσι ξαφνικά. Δεν το καταλαβαίνεις;» επέμεινε η Ανδριάνα.
«Δεν ήταν ξαφνικό, το σχεδίαζε καιρό. Τα τελευταία δύο χρόνια» είπε με πικρία ο Σπύρος και τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν πάλι από τα μάτια του.
«Δύο χρόνια; Πριν πεθάνει δηλαδή η μητέρα της;» ρώτησε η ξαδέλφη του και πετάχτηκε επάνω από την θέση της σε έξαλλη κατάσταση.

«Σπύρο δεν θέλω να σε μαλώσω, ούτε να σε κατακρίνω, δεν είναι η ώρα αλλά τι μου λες; Ότι επί δυο συνεχόμενα χρόνια δεν είχες πάρει χαμπάρι ότι η Στέλλα ετοιμαζόταν να φύγει;»
«Δεν είχα καταλάβει κάτι».
«Τι δεν είχες καταλάβει κάτι» φώναξε η Ανδριάνα «αν δεν είχες καταλάβει κάτι, τότε ήσουν απών από τον γάμο σου. Κατάλαβες; ΑΠΩΝ».

Ο Σπύρος την κοίταγε σαν χαμένος και η γυναίκα προσπαθούσε να μην χάσει την ψυχραιμία της.

«Να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή» ξεκίνησε να του λέει.
«Η Στέλλα δεν με αγάπησε ποτέ» μονολόγησε ο άντρας κουνώντας το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά.

Η Ανδριάνα δαγκώθηκε. Ήξερε ότι ο ξάδελφός της χωρίς να το θέλει, παραδεχόταν για πρώτη φορά στη ζωή του, την μεγάλη αλήθεια. Η Στέλλα πράγματι δεν τον είχε αγαπήσει. Μπορεί να τον είχε ερωτευθεί στην αρχή αλλά σίγουρα δεν τον είχε αγαπήσει. Ο Σπύρος ήταν η λύση στα δικά της προβλήματα, ήταν ο τρόπος για να ξεφύγει από τον άνθρωπο που αγαπούσε και απαξίωνε περισσότερο απ’ όλους στον κόσμο. Την ίδια της την μητέρα, την κυρία Αθηνά.

«Τι θα κάνω;» ρωτούσε κάθε τόσο την Ανδριάνα.
«Θα σταθείς στα πόδια σου και θα το αντιμετωπίσεις αντρίκια. Είναι ένα διαζύγιο, δεν είναι δα και η συντέλεια του κόσμου», ερχόταν η απάντηση από την ξαδέλφη του.

«Σπύρο κάτσε κάτω κι άκου μερικές αλήθειες ακόμα κι αν αυτές πονάνε. Το πρόβλημα αυτή τη στιγμή δεν το έχεις εσύ αλλά η Μυρτώ. Πάνω στην εφηβεία της, μέσα στο καταχείμωνο, την ξεκουβάλησαν από το σπίτι της και την έκλεισαν μια νύχτα, σε μια κρύα και σκοτεινή τρύπα, χωρίς να την ρωτήσουν, χωρίς να της εξηγήσουν, χωρίς να της δώσουν χρόνο να αντιδράσει, να μιλήσει αλλά ούτε να κλάψει. Τα επόμενα μαντάτα καλά δεν θα είναι. Η Μυρτώ κάποια στιγμή θα ξεσπάσει κι εύχομαι να γίνει γρήγορα και ανώδυνα.

Αποφάσισε η μητέρα της, ότι έτσι ήθελε και για να μιλήσω στη γλώσσα της, «έτσι γούσταρε» και ανεύθυνη όπως είναι, χωρίς ίχνος μητρικής αγάπης και νοιαξίματος για το ίδιο της το παιδί, την τσουβάλιασε και την πέταξε. Στο μέσο της μαθητικής χρονιάς. Ένα κορίτσι που ονειρεύεται να γίνεται ψυχολόγος. Που θέλει να φτιάξει τη ζωής της. Δεν θέλω να γίνω μελό, αλλά φταίτε και οι δύο σας, πανάθεμά σας.

Όσο και να σε αγαπάω, δεν θα σε βάλω πάνω από το μεγάλο θύμα της υπόθεσης, την κόρη σου. Η Μυρτώ πληρώνει τις δικές σας λανθασμένες επιλογές κι αδυναμίες. Το κακό DNA που κυκλοφορεί στο αίμα σας κι να θυμάσαι κάτι, πως αν πάθει κάτι η Μυρτώ θα φταίτε και οι δυο σας».

Ο Σπύρος την κοίταγε αποσβολωμένος.

«Νοιώθω κουρασμένος» είπε.

«Δεν πειράζει. Πιες καφέ για να ξυπνήσεις. Εδώ που φτάσαμε θα μιλήσουμε και θα πούμε αλήθειες όσε φορές κι αν χρειαστεί. Μετά κάτσε αν θέλεις σε μια γωνιά να οικτίρεις μόνος σου τον εαυτό σου.

«Ξέρεις ποιο είναι το δικό σου λάθος;» ρώτησε τον ξάδελφό της γεμίζοντας τις κούπες τους με φρέσκο καφέ.

Ο Σπύρος κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.

«Ποιο είναι, για πες το δυνατά να το ακούσω κι εγώ».
«Το ποτό» απάντησε ο άντρας.
«Της Στέλλας έχεις καταλάβει ποιο είναι το λάθος;»
«Όχι, αλήθεια δεν ξέρω να σου απαντήσω. Η ίδια λέει ότι την έχουμε κουράσει ως οικογένεια. Ότι αναγκαζόταν να κάνει τραπέζια και να καλεί κόσμο. Η οικονομική μας ανέχεια, η Ρόζα. Δεν την αντέχει την μητέρα μου καθόλου και φυσικά το ποτό».

Η Ανδριάνα μόλις άκουσε το όνομα της Ρόζας πετάχτηκε επάνω σαν να την είχε χτυπήσει κεραυνός.

«Πριν σου αναλύσω το πρόβλημα της Στέλλας θα με αφήσεις να πω τα σύκα-σύκα και την σκάφη-σκάφη, ακούς;» και πριν προλάβει ο Σπύρος να αντιδράσει, η Ανδριάνα συνέχισε να μιλάει έντονα.

«Όταν η Ρόζα την γέμιζε δώρα, ήταν καλή. Όταν σας έδωσε τα μισά χρήματα για να αγοράσετε το σπίτι που μένετε ήταν καλή, όταν προσέφερε το εξοχικό της σε εκείνη και στην ανεκδιήγητη οικογένειά της, ήταν μια χαρά έτσι; Όχι, δεν τα λέω καλά. Η οικογένεια της Στέλλας έκανε διακοπές στο εξοχικό της Ρόζας και η θεία μου έπρεπε να ακολουθεί το πρόγραμμα τους. Σωστά;» ρώτησε και ο Σπύρος, ίσα που πρόλαβε μέσα σε αυτή τη φουρτούνα που είχε ξυπνήσει μέσα στην Ανδριάνα, να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι και την άφησε να μιλάει. «Η Ρόζα όμως, μεγάλη γυναίκα όπως είναι δεν μπορούσε και δεν ήθελε ούτε να τρώει για μεσημέρι το απόγευμα και δεν άντεχε να κόβει βόλτες με τα πόδια. Ογδόντα χρονών και βάλε γυναίκα και είχε βρεθεί να είναι υπόλογη στη Στέλλα. Κανονικά, θα έπρεπε να σας είχε πετάξει όλους μαζί έξω από το σπίτι της, το ήξερε, το έλεγε αλλά δεν το άντεχε η ψυχή της να αφορίσει το ίδιο της το παιδί. Εσύ πάλι, πήγες σαν τον βλάκα και χώθηκες στο βρακί αυτής της απαράδεκτης κι ένα πράγμα δεν κατάλαβες, ότι η Στέλλα σε παράτησε την ημέρα που δεν είχε να αρπάξει ούτε ένα ευρώ παραπάνω. Σε παράτησε την ημέρα που έμεινες άφραγκος και ναι φταίει το ποτό, μα σε παντρεύτηκε οκτώ χρόνια μετά έχοντας ήδη συγκατοικήσει μαζί σου και γέννησε το παιδί σας, μετά από δώδεκα. Για πες μου τώρα, όταν σε γνώρισε έπινες ναι ή όχι;»

«Ναι» απάντησε κουρασμένα ο Σπύρος.

«Όταν αποφάσισε να μείνει έγκυος έπινες ή το είχες κόψει;»

«Έπινα»

«Φυσικά κι έπινες. Όλοι το ξέραμε και η Στέλλα το ήξερε από την πρώτη ημέρα που σε γνώρισε αλλά ήξερε και πόσα λεφτά έβγαζες τότε, ηλίθιο πλάσμα».

Στο σαλόνι είχε πέσει σιωπή.

«Η Στέλλα έκανε τραπέζια και καλούσε κόσμο. Ποιος της το ζήτησε;»
«Τι εννοείς;»
«Ποιος της το ζήτησε; Η Ρόζα, ο αδελφός σου, εσύ, εγώ, ποιος;»
«Κανείς»
«Τότε γιατί στο χρεώνει;»
«Ειλικρινά δεν ξέρω» απάντησε ξεπνεομένα ο άντρας.

«Σπύρο, η ιστορία ξεκινάει πολύ πιο παλιά, για την ακρίβεια από την στιγμή που η κυρία Αθηνά συνέλαβε στην κοιλιά της την Στέλλα».

«Τι λες;»

Η Ανδριάνα κουνούσε το κεφάλι της καθώς οι σκέψεις ήταν σαν να έσκαγαν στο κεφάλι της.

«Πήρε το θάρρος να σε αφήσει, ένα χρόνο μετά από τον θάνατο της μητέρα της. Το βρίσκεις τυχαίο;»

Ο Σπύρος δεν απαντούσε,  την κοίταζε μόνο γεμάτος απορία καθώς η Ανδριάνα συνέχιζε το μονόλογό της.

«Η Στέλλα γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα άρρωστο περιβάλλον. Η κυρία Αθηνά χώρισε τον πατέρα της όταν ήταν περίπου τεσσάρων ετών κοριτσάκι. Άχρηστο τον ανέβαζε, βλάκα τον κατέβαζε. Αν είχε δίκιο δεν το ξέρουμε. Σκέψου όμως να αποκαλούν έτσι τον πατέρα σου και μην ξεχνάς το τι αδυναμία του είχε μικρή! Ο πατέρας της, ο Πέτρος, εξαφανίστηκε από τη ζωή της Στέλλα όταν γνώρισε την επόμενη γυναίκα του την Φανή. Η Στέλλα είναι ένα εγκαταλελειμμένο πλάσμα, να το θυμάσαι αυτό. Στη συνέχεια η μητέρα της γνωρίζει εκείνον τον ανεκδιήγητο μεγαλοδικηγόρο τον Θάνο. Έζησε τον μεγάλο της έρωτας για να την προδώσει τελικά η νοοτροπία της εποχής. Την εγκατέλειψε κατόπιν απαίτησης της οικογένειάς του, γιατί η κυρία Αθηνά ήταν χωρισμένη, χαμηλότερης κοινωνικής τάξης και είχε παιδί. Λίγα χρόνια μετά γνωρίζει τον κύριο Δημητρό. Ένας καλός, αυστηρός άνθρωπος, που την ερωτεύθηκε σαν παλαβός, την παντρεύτηκε και δέχτηκε την Στέλλα σαν παιδί του. Ακόμα και σήμερα η κόρη μου λέει και γεμίζει το στόμα του αγάπη. Όταν από τον γάμο αυτό, γεννήθηκε η Μαρία, ταυτόχρονα η γυναίκα του πατέρα της γεννούσε τον Άγγελο. Η Στέλλα ξαφνικά, σε ηλικία δέκα ετών, βρέθηκε να έχει άλλα δυο αδέλφια. Την αδελφή της και τη μάνα της να ξέρεις ότι όλη της την ζωή τις έβριζε. Τις αγαπούσε αλλά τις έβριζε».

«Ορίστε;» είπε ξαφνιασμένος ο Σπύρος.

«Ούτε αυτό το ξέρεις; Λοιπόν συνεχίζω. Όταν η Μαρία αποφάσισε να παντρευτεί, κεράτωνε ήδη τον μέλλοντα σύζυγό της, με εκείνον τον παντρεμένο συνάδελφό της. Θυμάσαι τι είχε γίνει;»

«Τι ξεθάβεις τώρα;» την ρώτησε ο Σπύρος.

«Θα σου απαντήσω στο τέλος» είπε η Ανδριάνα και συνέχισε. «Η γυναίκα του παντρεμένου συναδέλφου, πήγε και έπιασε τον μέλλοντα σύζυγο της Μαρίας και του τα είπε χαρτί και καλαμάρι. Το ζευγάρι για λίγο χώρισε, η Μαρία έκλαιγε, η κυρία Αθήνα την κατηγορούσε ότι είναι ένα άχρηστο τσόλι και η εκείνη η κυρία, είχε στείλει μήνυμα στην Μαρία γράφοντάς της ‘’για να δεις πως είναι να καταστρέφεις σπίτια’’.  Τελικά τι έγινε; Τίποτα. Η Μαρία παντρεύτηκε και εμείς όλοι πήγαμε στο γάμο και ζήσαμε όλο το εθιμοτυπικό. Ο κύριος Δημητρός, παρέδιδε με τιμές παρθένας, συγκινημένος την κόρη του, στον κερατά».

«Μα πως μιλάς έτσι;»

«Μπορώ και χειρότερα στο ορκίζομαι».

«Ανδριάνα έχω αρχίσει να κουράζομαι. Τι με νοιάζουν εμένα όλα αυτά;»

«Είναι η οικογένειά σου. Η απάντηση στην ερώτηση ‘‘από πού κρατάει η σκούφια σου’’. Από την ημέρα που παντρεύτηκε η Μαρία μέχρι σήμερα, στην ζωή του άνδρα της έχουν προστεθεί άλλα δύο κέρατα και δύο παιδιά. Η κυρία Αθηνά πέταξε από το σπίτι τον άνδρα της, γιατί συναντήθηκε ξανά με τον νεανικό της έρωτα τον οποίον τον ξαπέστειλε, πότε όμως θυμάσαι;»

«Όχι»

«Όταν ο Θάνος, αρνήθηκε να αφήσει την γυναίκα του, γιατί τον είχε στηρίξει οικονομικά αλλά και ψυχολογικά, είχε εξομολογηθεί, όταν ανακάλυψαν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά. Είχε πει τότε στην κυρία Αθηνά, ότι διαζύγιο δεν θα έδινε ποτέ στην σύζυγό του γιατί όφειλε να την έχει εξασφαλισμένη για το υπόλοιπο της ζωής της. Όλη του η περιουσία, η σύνταξη αλλά και τα μετρητά θα έμεναν σε εκείνη. Τι έκανε λοιπόν η κυρία Αθηνά; Τον έστειλε σπίτι του και μάζεψε στην αγκαλιά της τον κύριο Δημητρό, που περίμενε σαν εγκαταλελειμμένος σκύλος κλαίγοντας, στο χαλάκι της πόρτας το αφεντικό του. Είχε περάσει τα εβδομήντα του χρόνια, ο κύριος Δημητρός, έχοντας ξαναβρεί τα λογικά του μετά από ένα εγκεφαλικό».

«Ανδριάνα που το πας, κουράστηκα» είπε ενοχλημένος ο Σπύρος.

Η γυναίκα έκατσε στον απέναντι καναπέ και έχοντας χαμηλώσει πλέον τον τόνο της φωνής της απάντησε.

«Σπύρο μου, μόνο πάει το πράγμα. Η Στέλλα προέρχεται μέσα από διαλυμένη οικογένεια. Η μητέρα της, το πρότυπο για κάθε κορίτσι, για λόγους που δεν γνωρίζουμε, ένα πράγμα ήξερε να κάνει καλά. Να διαλύει το σπίτι της και να υποτιμάει κάθε άνδρα που πέρασε από την ζωή της. Θυμήσου μέχρι που πέθανε αλλά κι από την αρχή που τους γνωρίσαμε, πως φερόταν και πόσο άσχημα μίλαγε στον κύριο Δημητρό. Τον έβριζε με κάθε ευκαιρία και μπροστά σε όλο τον κόσμο. Έναν άντρα δεν έβρισε ποτέ της. Αυτόν που την πρόδωσε,  αυτόν που δεν μπόρεσε ποτέ της να έχει. Τον Θάνο. Κοιτούσε πάντα την οικονομική της βολή και ποιος θα της κάνει τα καπρίτσια».

«Εσύ όλες αυτές τις λεπτομέρειες που τις ξέρεις αλλά και που τις θυμάσαι;»

«Κάθε τι που σου λέω μου το έχει πει η Στέλλα, με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες οφείλω να ομολογήσω! Τη δε μάνα της, την είχε χαρακτηρίσει ως ‘‘απαράδεκτη, καραγκιόζη, ντροπή’’ και είχε πει κι άλλα πολλά που οι λέξεις αυτές δεν επαναλαμβάνονται για μια νεκρή. Ανάλογα είχε μιλήσει και για την αδελφή της. Η λέξη ‘’πορνίδιο’’ πήγαινε κι ερχόταν κι εσύ, ανάμεσα σε αυτές τις τρεις γυναίκες και τις επιλογές τους δεν βλέπεις τίποτα που σε αφορά και ειλικρινά στενοχωριέμαι όσο δεν φαντάζεσαι».

«Πες μου τι θέλεις να πεις επιτέλους».

«Σε χρησιμοποίησε αγόρι μου με τον τρόπο ακριβώς που διδάχτηκε. Δεν φταίει, αλήθεια δεν φταίει, αυτό έμαθε. Να ξεζουμίζει τους ανθρώπους και να τους πετάει σαν λεμονόκουπα την ώρα που δεν έχει να πάρει τίποτα άλλο από αυτούς. Τα τρισάγια το κόλλυβα και τα μαύρα ρούχα την μαράνανε όταν πέθανε η κυρία Αθηνά. Το τι έχει πει το στόμα της δεν το έχει αναλογιστεί. Ίσως γι’ αυτό έτρεξε κοντά στην εκκλησία. Συγχώρεση όμως, ούτε η ίδια στον εαυτό της δεν έδωσε».

«Τι εννοείς;»

«Σπύρο άκου, κι άλλοι έχουν χωρίσει. Είναι πλέον επιδημία και ειλικρινά δεν καταλαβαίνω γιατί παντρεύεστε αλλά αυτό δεν θα το κουβεντιάσουμε τώρα. Αυτό το οποίο δεν θα μπορέσω ποτέ να της συγχωρέσω είναι ο τρόπος με τον οποίο έχει φερθεί στην Μυρτώ και κατά δεύτερον στην Ρόζα. Εσένα δεν σε υπολογίζω γιατί δεν υπολόγισες εσύ τον εαυτό σου.

Καταλαβαίνω ακόμα και το ‘’δεν αντέχω να σε βλέπω να πίνεις κάθε βράδυ έστω ένα ποτήρι ουίσκι’’ και να σου πω και κάτι, δικαίωμά της. Αφού δεν καταφέρατε να τα βρείτε ας χωρίσετε. Το παιδί σας όμως γιατί δεν το σεβάστηκε; Δεν μπορούσε να περιμένει να τελειώσει την σχολική του χρονιά; Να μιλήσει μαζί σου, να δημιουργηθεί ένα νέο σπίτι, να φτιαχτούν όλα από την αρχή; Να μην ζήσει όλο αυτό το μαρτύριο; Το σκύλο που πήρε για την κόρη σας γιατί τον πέταξε έτσι;»

«Γιατί;»

«Γιατί το ζωντανό, βρήκε αγάπη και κούρνιασε από την αρχή στην αγκαλιά σου κι αυτό δεν το άντεχε. Ποτέ της δεν άντεξε αυτούς που αγαπούσαν εσένα. Ήσουν η χαρά της ζωής και δεν στο συγχωρούσε κι όπως έλεγε η ίδια ‘’ο κάθε ένας που μας γνωρίζει, τον Σπύρο συμπαθεί, εγώ είμαι πάντα η αντιπαθητική’’. Έτσι έγινε και με το σκυλάκι σας.  Να ακούς το ένστικτο των ζώων. Είναι αλάθητο!».

«Τι θα κάνω; Την αγαπάω την Στέλλα. Μπορεί να έχει βρει κάποιον άλλον;»

«Μπορεί, αλλά για να βρει κάτι άλλο πάει να πει ότι δεν ήταν καλά στο σπίτι της. Να σε ρωτήσω όμως κάτι; Εσύ την αγαπάς την Στέλλα ή μήπως αγαπάς τη βολή της ησυχίας σου;»

Ο Σπύρος πήγε να απαντήσει αλλά η Ανδριάνα δεν τον άφησε.

«Όχι σε εμένα Σπύρο, στον εαυτό σου να απαντήσεις. Το θέμα δεν είναι ο γάμος σου, ας φρόντιζες να επιλέξεις την γυναίκα που σου άξιζε. Αυτό, ταιριάζει γάντι και στον αδελφό σου. Έχετε μπλέξει με τον συναισθηματικό απόπατο. Όταν έχετε μάνα τη Ρόζα, γιατί βρεθήκατε να κάνατε τέτοιες επιλογές; Δίκιο έχει η θεία μου, κάποιο λάθος έχει κάνει».

«Ανδριάνα, με την Στέλλα γιατί σταματήσατε να μιλάτε;»

Η κοπέλα δεν απάντησε. Έκρινε ότι δεν είχε έρθει ακόμα ώρα.

butterfly

 

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here