Η Ανδριάνα είχε φούριες. Η Ρόζα σήμερα γυρνούσε στο σπίτι. Είχε ταλαιπωρηθεί κι ας το έκρυβε. Η ανιψιά της, ήξερε και διάβαζε τη ματιά της. Είχε πονέσει και είχε φοβηθεί. Έπρεπε όλοι τους να το παραδεχθούν, ότι η γλυκιά τους Ρόζα, ήταν πλέον εύθραυστη.

«Ολυμπία» φώναξε στην οικιακή βοηθό, κρατώντας στην αγκαλιά της τα αγαπημένα λουλούδια της Ρόζας. «Έλα να με βοηθήσεις και φέρε και το ψαλίδι όπως θα έρχεσαι».
«Αυτό το βάζο, είναι τόσο τεράστιο που στο λαιμό μου κάθεται» απάντησε η γυναίκα.
«Να σε ακούσει η θεία μου να σου κόψει τη γλώσσα» είπε η Ανδριάνα χαμογελώντας και άρχισε να κόβει τα κοτσάνια των λουλουδιών προσεκτικά.

Το έφτιαξαν, το κοίταξαν απ’ όλες τις πλευρές και παραδέχθηκαν και οι δύο τους ότι τα χέρια της Ρόζας ήταν πιο επιδέξια από τα δικά τους.

«Αυτό που βαριέμαι» μονολογούσε η Ολυμπία «είναι το σούρτα – φέρτα με την κανάτα μέχρι να γεμίσει αυτό το βάζο με νερό. Θα αδειάσουμε τον Μαραθώνα» είπε και ξεφύσησε. «Την πεθύμησα την κυρά όμως, άδειο είναι το σπίτι χωρίς την αφεντιά της. Μια σταλιά άνθρωπος και γεμίζει τον τόπο όλο» είπε και συνέχισαν με την Ανδριάνα να τακτοποιούν το σπίτι.

«Έχω φτιάξει δύο φαγητά» συνέχισε η Ολυμπία «ένα για την κυρά και το άλλο για τα αγόρια».
«Αυτά κάνετε και τους κακομαθαίνετε» είπε δεικτικά η Ανδριάνα.
«Στη θεία σου να τα πεις αυτά, όχι σε εμένα» απάντησε «φαντάζεσαι τους κανακάρηδές της να τρώνε κοτόπουλο σούπα;» είπε και έβαλαν και οι δυο τα γέλια.

Το σπίτι πάνω στο λόφο έλαμπε. Ήταν και η ημέρα φωτεινή λες και είχε βάλει τα καλά της για να υποδεχθεί την Ρόζα στο σπιτικό της. Μεσημέρι πια όταν άκουσαν το κλειδί στην εξώπορτα. Οι δύο γυναίκες έτρεξαν να την προϋπαντήσουν.

«Σιγά-σιγά» είπε η Ρόζα και έκανε τρομαγμένη ένα βήμα πίσω, «λίγο να συνηθίσω» και πήρε μια βαθειά ανάσα. Έκατσε στο κατώφλι της εξώπορτας και χάζεψε το βάζο με τα λουλούδια από απόσταση. Χαμογέλασε. «Σας ευχαριστώ» είπε τρυφερά κοιτώντας την οικογένειά της.  Γύρισε την πλάτη της και έκανε λίγα βήματα στον κήπο. Μπήκε στο σπίτι και έκλεισε την πόρτα μαλακά. «Σπίτι μου» μονολόγησε και πήγε στο μεγάλο σαλόνι. Ίσιωσε τη βελούδινη κουρτίνα αν και δεν υπήρχε λόγος. Να την χαϊδέψει ήθελε.

Η Ανδριάνα παρακολουθούσε τα χέρια της θείας της. Όλα όσα αγαπούσε τα χάϊδευε η Ρόζα. Για να γίνουν πιο όμορφα, για να μεγαλώσουν πιο γρήγορα, για να ανθίσουν, για να γίνουν πιο νόστιμα. Άνθρωποι, κεντήματα, λουλούδια αλλά και φαγητά κάθε που τα έπιανε στα χέρια της ομόρφαιναν και ήξερες όταν έβλεπες την παλάμη της ίσα να αγγίζει το κάθε τι, ότι το χάδι είχε τελειώσει και ότι η ίδια ήταν ευχαριστημένη από αυτό που έβλεπε ή ένοιωθε.

Έτσι και τώρα. Η παλάμη της ίσα που άγγιξε την κουρτίνα.

«Ωραίο χρώμα» είπε η Ανδριάνα.
«Κονιάκ, δώρο της πεθεράς μου» απάντησε και επέστρεψε στην πραγματικότητα.

Ο Γρηγόρης είχε πάρει τη μικρή βαλίτσα με τα πράγματά της και την είχε ανεβάσει στο δωμάτιό της.

«Θα την ταχτοποιήσω εγώ» είχε πει η Ολυμπία κοιτώντας την Ρόζα στα μάτια. «Πεινάτε; Να σας βάλω να φάτε;» ρώτησε με αγωνία.

Οι δύο άντρες λες και ήταν παιδιά του δημοτικού, με μια φωνή φώναξαν δυνατά «ναι». Η Ρόζα πάλι ήθελε το χρόνο της για να ησυχάσει.

«Ένα ρόφημα ζεστό θέλω. Μια λουΐζα και να μου πείτε τα νέα σας».
«Μα κυρία έχω φτιάξει τόσα πράγματα» διαμαρτυρήθηκε η Ολυμπία, «να φάτε να δυναμώσετε».
«Βάλε στα παιδιά να φάνε και φέρε μου εμένα το ρόφημα, θα τσιμπήσω κάτι αργότερα» είπε η Ρόζα και πήγε στο μικρό καθιστικό. Έκατσε στην μεγάλη πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι και έβγαλε τα παπούτσια της.

«Θέλεις να κάνεις ένα μπάνιο; Θα σε βοηθήσω εγώ ή η Ολυμπία» πρότεινε η Ανδριάνα «και μετά να καθίσουμε όλοι μαζί να φάμε;»
«Μετά, να φάνε τα αγόρια να πάνε στις δουλειές τους, έχουν και οικογένειες δεν θα ξενυχτήσουμε εδώ» είπε η Ρόζα με νόημα.

Η Ολυμπία της έφτιαξε το ρόφημα που ζήτησε και της το σέρβιρε με λίγα σπιτικά παξιμάδια λαδιού. Συνταγή από τη γιαγιά της. Ήξερε το πόσο άρεσαν στην Ρόζα και με την πρώτη ευκαιρία την «κακομάθαινε» όσο μπορούσε. Έστρωσε το τραπέζι γρήγορα και σέρβιρε μπιφτέκια στο φούρνο με πατάτες. Σαλάτα λάχανο καρότο και μπόλικη φέτα λαδορίγανη. Το αγαπημένο φαγητό των αγοριών.

«Μπράβο Ολυμπία» είπε ο Γρηγόρης.
«Μπράβο και από εμένα» είπε ο Σπύρος «μήπως υπάρχει λίγο κρασί;» ρώτησε και η ατμόσφαιρα πάγωσε.
«Εσύ μετά δεν έχεις δουλειά;» ρώτησε ο αδελφός του ενοχλημένος. Ο Σπύρος δεν απάντησε, η Ανδριάνα ξερόβηξε και η Ολυμπία σερβίρισε σε όλους νερό και στην Ρόζα την αχνιστή της λουΐζα με τα παξιμαδάκια λαδιού, με μαύρη σταφίδα και σουσάμι.

«Αυτή την συνταγή να μας την δώσεις» είπε η Ανδριάνα για να αλλάξει την ατμόσφαιρα που μόλις είχε δημιουργηθεί στο τραπέζι «και να τα φτιάξουμε μαζί για να μάθω να τα κάνω όπως εσύ» συνέχισε.

Η Ρόζα δεν μιλούσε. Χαμογελούσε αλλά η Ανδριάνα καταλάβαινε ότι πίσω από το γλυκό της χαμόγελο χίλιες σκέψεις τριβέλιζαν το κεφάλι της. Δεν μίλησε, ούτε θα έλεγε κάτι που θα την στενοχωρούσε. Η ημέρα δικαιωματικά ανήκε στη θεία της.

Οι δύο άντρες, τελείωσαν με το φαγητό, ήπιαν τον καφέ τους και απάντησαν σε όλες τις ερωτήσεις που τους έκανε η Ρόζα για τα παιδιά τους. Για τις δύο νύφες κανείς δεν είπε λέξη. Η Ρόζα ήθελε να ακούει ιστορίες για τη Μυρτώ και τη Φαίδρα. Άριστες μαθήτριες δεν τις έλεγες αλλά τα κατάφερναν. Η Μυρτώ πάντα με το χαμόγελο είχε μια σπιρτάδα διαφορετική και η Φαίδρα παρόλο που ήταν η μεγαλύτερη, κουβαλούσε μέσα της τους δικούς της πόνους και χωρίς να μπορεί να καταλάβει την υπόγεια ζήλια που είχε προς την ξαδέλφη της,  προσπαθούσε να την φτάσει. Η Ρόζα είχε παρατηρήσει ότι η Φαίδρα σαν ένοιωθε την Μυρτώ να υπερτερεί, σε πράγματα μικρά και ανούσια ίσως, άφηνε το «κεντρί» της, όπως έλεγε. Σκεφτόταν τις δυο εγγόνες της και κούναγε το κεφάλι της αναλογιζόμενη τα λάθη που οι γονείς τους είχαν κάνει. Από την άλλη όμως και η ίδια λάθη δεν είχε κάνει; Πόσες φορές τα είχε κουβεντιάσει όλα αυτά με τον Γιωργή της;

Οι δύο άντρες, σαν ήπιαν τον καφέ τους, χαιρέτησαν τις γυναίκες στο σπίτι και ο κάθε ένας με τη σειρά του τη μητέρα τους. Ο Γρηγόρης με ένα πεταχτό φιλί και ένα χαρούμενο χαμόγελο και ο Σπύρος με μια αγκαλιά.

Η Ρόζα βεβαιώθηκε ότι η πόρτα είχε κλείσει και κοιτάζοντας από το παράθυρο παρατήρησε τα δυο αυτοκίνητα να φεύγουν.

«Μεγάλες γαϊδάρες αυτές οι νύφες μου» είπε και η Ανδριάνα πάγωσε. «Τι με κοιτάς έτσι; Επειδή δεν μιλάω; Πάρε τη μια και χτύπα την άλλη είμαστε εδώ μέσα. Ολυμπία ζέστανε σιγά-σιγά το φαγητό να κάνω ένα μπάνιο και έρχομαι» είπε.

Η Ανδριάνα πετάχτηκε επάνω. «Πουθενά δεν έχεις να πας μόνη σου. Όλα θα τα κάνουμε μαζί. Ακούς;» είπε και κουβέντα δεν σήκωνε μα και η Ρόζα αντίρρηση δεν είχε διάθεση να φέρει. Ακόμα δεν ένοιωθε δυνατή.

«Και τι θα γίνει τώρα; Θα περάσουμε το υπόλοιπο της ζωής μας μαζί; Εσύ πρέπει να πας στον …, πως τον λένε;» ρώτησε την ανιψιά της προσπαθώντας να οδηγήσει τη συζήτηση αλλού. Η Ανδριάνα δεν απάντησε. Τη βοήθησε να σηκωθεί, να ανεβούνε τη σκάλα με την ησυχία τους και να κάνει η θεία της ένα ζεστό μπάνιο.

Την τύλιξε με την πετσέτα και την κράτησε για λίγο στην αγκαλιά της. «Να ήξερες πόσο σε αγαπάω» της είπε.

«Και αν με σκάσεις δεν θα με έχεις για να με αγαπάς» της απάντησε και χάρισε στην Ανδριάνα το πιο φωτεινό της χαμόγελο. «Έλα πάμε κάτω, θέλω να μου τα πεις όλα. Έσκασα τόσες ημέρες μέσα στο νοσοκομείο. Πάμε σου λέω, κουνήσου» και ξεγλίστρησε από την αγκαλιά της ανιψιάς της.

Ντύθηκε με όμορφα ζεστά ρούχα που είχε για το σπίτι. Ένα μακρύ φουστάνι στο χρώμα του ροδάκινου και φόρεσε τις γκρι σιέλ ζεστές παντόφλες της που έπιαναν όμορφα τα λεπτοκαμωμένα πόδια της.

Ανιψιά και θεία, πιασμένες χέρι-χέρι κατέβηκαν τις σκάλες και κατευθύνθηκαν στο μικρό σαλόνι. Κάθισαν η κάθε μια στη θέση της. Η Ολυμπία μόλις τις άκουσε, σερβίρισε την αχνιστή σούπα στην Ρόζα. Όλοι ήξεραν την αδυναμία που είχε στις σούπες. Η Ολυμπία, της είχε στρώσει σε ένα μικρό τραπέζι δίπλα στο τζάκι και είχε ετοιμάσει για την Ανδριάνα μια μεγάλη κούπα καφέ. Ήξερε πως τώρα ήταν η ώρα που έπρεπε να εξαφανιστεί.

«Ό,τι με χρειαστείτε με φωνάζετε» είπε και άφησε τις δυο γυναίκες να πούνε τα δικά τους.

«Λοιπόν;» ρώτησε η Ρόζα «τι έγινε με τον λεγάμενο;» και προσεκτικά φύσηξε το κουτάλι με τη σούπα της.

Η Ανδριάνα αναστέναξε και χώθηκε στην αντικριστή πολυθρόνα.

«Τελικά τίποτα» είπε και κρατώντας την κούπα με τα δυο της χέρια άρχισε να πίνει τον καφέ της με μικρές νευρικές γουλιές.
«Για να φτάσουμε στο τελικά τίποτα, πάει να πει ότι κάτι έχει προηγηθεί» είπε η Ρόζα. «Για λέγε, περιμένω».

Η Ανδριάνα της εξιστόρησε με κάθε λεπτομέρεια τη γνωριμία της με το Μανώλη. Από τους διαδρόμους του νοσοκομείου μέχρι την τελική της απόφαση να μην συνεχίσει μαζί του.

«Δεν το αντέχω Ρόζα, έχει γυναίκα και παιδί κι αυτά τα εν διαστάσει, ζώντας μέσα στο ίδιο σπίτι, εγώ τα ακούω βερεσέ. Κουραφέξαλα κοινώς» είπε και σώπασε. Μήπως είχε και κάτι άλλο να πει; Όχι δεν είχε.

Η Ρόζα συνεχίζοντας να φυσάει και να βάζει το κουτάλι στο στόμα της, γυρισμένο πάντα στο πλάι και προς τα πίσω, όπως της είχε μάθει η πεθερά της. Με κομψότητα. Η ιστορία όμως της Ανδριάνας, γυρόφερνε στο κεφάλι της.

Τα ξύλα στο τζάκι έτριξαν και η φλόγα που απότομα πετάχτηκε, φώτισε όλο το δωμάτιο. Ο ήχος του κουταλιού που ακούμπησε πάνω στο βαθύ πιάτο ακούστηκε ανεπαίσθητα, όχι όμως και η φωνή της Ρόζας καθώς σκούπιζε τα χείλη της με την λευκή λινή πετσέτα που μέχρι τώρα είχε απλωμένη στα γόνατά της.

«Είσαι πολύ μεγάλη για να σου δίνω συμβουλές κι εγώ, ακόμα μεγαλύτερη. Πες με και γριά αλλά άκουσέ με προσεκτικά. Αν ο Μανώλης σου λέει την αλήθεια, τι θα κάνεις; Δεν θα νοιώσεις βλάκας;»
«Μα τι λες Ρόζα; Είναι δυνατόν εσύ να με ρωτάς κάτι τέτοιο;»
«Γιατί εγώ τι έχω;» ρώτησε χαμογελώντας πονηρά η θεία της.
«Γιατί εσύ κρατάς το λάβαρο της οικογένειας ψηλά. Γιατί εσύ ποτέ …»
«Άσε τα ποτέ και τα λάβαρα και προσγειώσου στην σημερινή εποχή» είπε και η Ανδριάνα είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό.
«Ρόζα …»

Η Ρόζα είχε γύρει την πλάτη της προς τα πίσω και γέλαγε. «Πάρε σε παρακαλώ αυτό το πιάτο, δεν μπορώ μου μυρίζει το κοτόπουλο» είπε και η Ανδριάνα σηκώθηκε από τη θέση της, πήρε το πιάτο της θείας της έχοντας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της την έκπληξη.

«Αν σου πω, πόσες ιστορίες ξέρω για όλες αυτές τις καθώς πρέπει κυρίες αλλά και κυρίους που βλέπεις να μπαινοβγαίνουν εδώ μέσα και τους θεωρείς υπεράνω υποψίας, θα χάσεις και τη λαλιά σου» είπε και συνέχισε, «όχι, δεν συμφωνώ να διαλύσεις ένα σπίτι αλλά ας είμαστε ειλικρινείς. Τα σπίτια δεν διαλύονται από τρίτους. Εμείς τα διαλύουμε και μπαίνουν οι τρίτοι μέσα στη μέση και μετά απλώς τους ρίχνουμε το ανάθεμα, έτσι για να μην ξεβολευτούμε, για να μην φταίμε εμείς. Είναι στο αίμα μην το ψάχνεις. Εδώ όμως μπορεί τα πράγματα να είναι διαφορετικά».
«Κι από πού το κρίνεις αυτό;» ρώτησε η Ανδριάνα.
«Από το γεγονός ότι ο Μανώλης, σου είπε μόνος του την ιστορία. Δεν τον ρώτησες, δεν τον πίεσες, σε έβαλε απέναντί του και σου είπε αυτά που ήθελε να σου πει».
«Τώρα μιλάς σωστά! Επιτέλους, νόμιζα ότι κάτι έχεις πάθει» είπε έντονα η Ανδριάνα. «Είπε μόνος του αυτά που ήθελε να πει. Δηλαδή μπορούμε να κάλλιστα να υποθέσουμε ότι μου ξεφούρνισε μια ιστορία όπως εκείνον τον βόλευε».
«Φυσικά» απάντησε η Ρόζα «μόνο που τον έχεις ήδη καταδικάσει χωρίς καν να ξέρεις την αλήθεια».
«Ποια αλήθεια; Πες μου για ποια αλήθεια μιλάμε; Ότι είναι εν διαστάσει και ζουν στο ίδιο σπίτι;»
«Γιατί οι γιοί μου τι κάνουν; Μην πας μακριά. Ο Γρηγόρης και ο Σπύρος ζουν διαφορετικά νομίζεις;» απάντησε ψύχραιμα η μεγάλη γυναίκα.

Για άλλη μια φορά μέσα στην ίδια ημέρα η Ανδριάνα έμεινε αποσβολωμένη και κοιτούσε κατάματα τη Ρόζα.

«Την αλήθεια δεν θες; Άκου λοιπόν την αλήθεια και μην κάνεις τη χαζή. Η Δήμητρα έχει εραστή. Τον συνέταιρο του άντρα της. Στην αρχή ήταν ο καθηγητής κιθάρας της κόρης της. Η Στέλλα δε, αν δεν έχει ήδη, θα αποκτήσει σύντομα και μην προσπαθήσεις να με ξεγελάσεις κάνοντας πλάτη στην απύθμενη βλακεία των παιδιών μου» είπε.
«Και τι μου ζητάς; Να γίνω σαν τις νύφες σου; Ή σαν την κυρία Αθηνά;»
«Σου ζητάω να μάθεις την αλήθεια Ανδριάνα» είπε η Ρόζα αυστηρά.
«Και τι θα αλλάξει; Όχι πες μου τι θα αλλάξει;» είπε έντονα η Ανδριάνα και σταύρωσε θυμωμένη τα χέρια μπροστά στο στήθος.

Η Ρόζα ανασήκωσε λίγο τους ώμους. «Πολλά και τίποτα, για να παίρνεις όμως σωστές αποφάσεις για τη ζωή σου, να φροντίζεις πάντα να μαθαίνεις την αλήθεια».
«Και πως θα το κάνω αυτό;» ρώτησε η γυναίκα.

Η Ρόζα είχε σηκωθεί από τη θέση της.

«Να ξεμουδιάσω λίγο» είπε και συνέχισε «σε παρακαλώ, ρίξε ένα ξύλο στη φωτιά» και περπάτησε για λίγο μέσα στο σπίτι.

Η Ανδριάνα καθόταν γονατισμένη στο πάτωμα και έπαιζε με τη φωτιά. Ανακάτευε τη θράκα και έριξε ένα μεγάλο ξύλο από ελιά. Της άρεσε αυτός ο ήχος, στα αυτιά της έφτανε σαν τραγουδιστή παρέα.

Η φωνή της Ρόζας ακούστηκε ξωπίσω της.

«Να ρωτήσεις την Πηνελόπη» είπε και η μασιά μόλις έπεσε από τα χέρια της ανιψιά της.
butterfly

 

 

~ συνεχίζεται ~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here