Όσο η Ρόζα γελούσε και πέρναγε ευχάριστα την ώρα της με τις αντιδράσεις του κυρίου Νικολάου, τόσο στο σπίτι της Ανδριάνας τα πράγματα αγρίευαν.

֎֎֎֎֎

Τις αποφάσεις που η Ανδριάνα είχε πάρει σχετικά με την Ρόζα, ήταν ξεκάθαρες. Θα την άφηνε στην ησυχία της. Της φαινόταν σωστό και δίκαιο να πάρει η μεγάλη γυναίκα πνοές ζωής. Να νοιώσει τη χαρά ξανά και τα ηνία, όσα μπορούσε, τα έπαιρνε εκείνη πια γιατί είχε καταλάβει τα λάθη της οικογένειάς της και πολύ περισσότερο τα δικά της.

Η Ανδριάνα είχε ενοχές.

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και είδε τα χαρακτηριστικά της τραβηγμένα. Ο Σπύρος  θα ερχόταν να την δει και ήξερε ότι θα άκουγε πράγματα που ουδόλως ήθελε.

Το κουδούνι χτύπησε στην ώρα του.

Η κανάτα με τον αχνιστό καφέ και οι μεγάλες κούπες ήταν ήδη τοποθετημένα πάνω στο τραπέζι του σαλονιού. Στον Σπύρο δεν άρεσαν τα βουτήματα ούτε κάθε τι που θα μπορούσε θεωρητικά να συνοδεύσει γλυκά την κουβέντα τους.

Χωρίς χαιρετούρες και περιττές ευγένειες σωριάστηκε σχεδόν στον καναπέ της. Τον κοίταξε με λύπη. Όσο και να ήθελε να κρυφτεί, τα μάτια της έλεγαν πάντα την αλήθεια. ‘’Το Hollywood δεν θα κλάψει που με έχασε’’ περιγέλασε τον εαυτό της αποδεχόμενη την ανικανότητά της να κρύψει τα συναισθήματά της.

«Ποτέ δεν περίμενα πόσο θα με ενοχλούσε το διαζύγιο» ξεκίνησε να λέει ο Σπύρος και η Ανδριάνα τον άφησε να πει αυτά που ήθελε.

Η γυναίκα ένοιωθε ότι παρακολουθούσε ένα μονόπρακτο που της ανακάτευε το στομάχι. Δεν ήταν αγάπη αυτό που ένοιωθε ο Σπύρος για την Στέλλα, εξάρτηση το λένε κι αν στο δρόμο του έπεφτε μια γυναίκα, ως μάνα εξ ουρανού, μια χαρά θα ξεχνούσε και τη Στέλλα και τον πόνο του για τον διαλυμένο γάμο του. Άντρας ανήμπορος χωρίς γυναίκα.

Ήταν θυμωμένη. Οι γάμοι δεν χαλάνε από μόνοι τους. Δυο τους φτιάχνουν και δυο τους χαλάνε. Μόνο που στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό που δεν ήξερε ο Σπύρος και η ίδια δεν τολμούσε να του πει ήταν το μεγάλο κομμάτι της αλήθειας που του είχε αποκρύψει.

«Αν δεν σταθείς στα πόδια σου, ποια γυναίκα θα θελήσει να είναι δίπλα σου;» τον ρώτησε.

Οι ερωτήσεις που έθετε η Ανδριάνα στον Σπύρο πάντα τον ενοχλούσαν γιατί του έφερναν πόνο.

«Σπύρο, οι γυναίκες  τώρα πια, έχουν ζήσει τη ζωή τους. Φαντάζεσαι ότι φαίνεσαι ελκυστικός μόνο και μόνο για τα όμορφά πράσινα σου μάτια;» τον ρώτησε.

«Τι θέλεις να πεις;»

«Ότι δεν έχω κανέναν απολύτως λόγο να σε συστήσω σε καμία μου φίλη».

Την κοίταξε στα μάτια σαν δαρμένο ζώο.

«Μεγαλώσαμε μέσα σε όμορφες οικογένειες, είμαστε από τα πλέον τυχερά άτομα και οι γονείς μας, άνθρωποι κι αυτοί, έκαναν λάθη με τα τσουβάλια. Αυτή η δικαιολογία μέχρι πότε θα μας συνοδεύει μου λες;»

«Τι εννοείς;»

«Στάσου στα πόδια σου και φτιάξε τον εαυτό σου όμορφο όπως πραγματικά είναι. Εγώ να σε βοηθήσω δεν μπορώ και δεν θέλω πια, με έχεις εξαντλήσει.

Ένα διαζύγιο είναι ανάμεσα σε χιλιάδες, τα υπόλοιπα είναι απλώς δικαιολογίες κι εγώ κουράστηκα. Έζησα όλη την φθορά και τον θάνατο της δικής μου οικογένειας και δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς Σπύρο μα ούτε και ήθελα. Γονείς μου ήταν και άρρωστοι, δίπλα τους θα καθόμουν μέχρι τέλους, εσύ όμως δεν έχεις δικαιολογία, καταστρέφεις τον εαυτό σου μόνος σου και υπεύθυνος είσαι μόνο εσύ. Η Στέλλα γεννήθηκε να είναι σκουλήκι, εσύ όμως;»

Ο Σπύρος δεν πρόλαβε να απαντήσει και στο τηλέφωνό του ακούστηκε ο ήχος του μηνύματος. Ήταν από την Στέλλα.

«Θέλω να μου αφήσεις στο γκαράζ του σπιτιού το χαλί για να περάσω να το πάρω κι αφού δεν θέλεις να χαλάσεις το σετ των καναπέδων στο σαλόνι, θέλω λεφτά για να αγοράσω έναν καινούργιο καναπέ για το δικό μου σπίτι. Πόσο φθηνός είσαι που δεν μου δίνεις τον καθρέφτη της εισόδου; Δεν είναι καθρέφτης της μητέρας σου αυτός, μαζί τον αγοράσαμε. Επίσης, δεν θέλω να έχω καμία επαφή μαζί σου και όσο θα πλησιάζουμε στην  ημερομηνία της γιορτής της κόρης μας, να μου κάνεις τη χάρη να μείνεις μακριά μας» του έγραψε και ο Σπύρος έμεινε να κοιτάζει το μήνυμα βουβός, δείχνοντάς το στην Ανδριάνα.

«Η Ρόζα σας έδωσε τα χρήματα να τον αγοράσετε, ήμουν παρούσα στο περιστατικό και το έκανε με χαρά και καμάρι όταν φτιάξατε το σπίτι σας. Σας τα έδωσε μαζί με τα έπιπλα αντίκες του παππού σου, το θυμάμαι σαν να συνέβη μόλις τώρα!»

«Μην της δίνεις σημασία, είναι τα μεθεόρτια του δικαστηρίου αυτά» είπε και πήγε στην κουζίνα για να φέρει νερό, μα το δεξί του χέρι που έτρεμε από την σύγχυση, δεν μπορούσε να το κρύψει κι ας προσπάθησε να το βάλει στην τσέπη του παντελονιού του.

Την ίδια στιγμή το κινητό του Σπύρου χτύπησε και η Ανδριάνα είδε ότι τον καλούσε ο γιός του, ο Νικόλας. Άδραξε την ευκαιρία και σήκωσε το τηλέφωνο η ίδια.

«Που είσαστε;» ρώτησε χαρούμενος ο Νικόλας.

«Σπίτι μου» απάντησε η Ανδριάνα.

«Να έρθω;»

«Το ρωτάς; Σε περιμένουμε» είπε και το πρόσωπό της φώτισε, ήταν η ευκαιρία που περίμενε καιρό.

֎֎֎֎֎

Ο Νικόλας φοβόταν τις κακοτοπιές. Ήξερε να προφυλάσσει τον εαυτό του σαν μια άλλη στρουθοκάμηλος.

«Τι έχεις;» ρώτησε τον πατέρα του και ο Σπύρος έκανε τα πάντα για να αποφύγει να πει αυτά που τον πονούσαν. Η Ανδριάνα θυμήθηκε τον πατέρα της. Αυτό το παιδί ήταν λες και ήταν το πρωτότοκο της δικής της οικογένειας. Δεν χρειαζόταν να το γυρίσει για ώρα πολύ μέσα στο κεφάλι της, η Ρόζα και ο πατέρας της ήταν αδέλφια. Τα γονίδιά του όλα τα είχε πάρει ο Σπύρος. Εκπληκτικό αυτό που η φύση σκαρφίζεται και φτιάνει!

«Για τη Στέλλα είσαι έτσι;» ρώτησε ο Νικόλας τον πατέρα του και απάντηση δεν περίμενε «να το ξεπεράσεις, δεν άξιζε δα και τον κόπο».

«Είναι περισσότερο το αίσθημα της απόρριψης …» ξεκίνησε να λέει μα και πάλι ο γιός του μίλησε με εκείνη την ήρεμη και σταθερή φωνή, χρησιμοποιώντας λέξεις που έκοβαν με την ακρίβεια ενός νυστεριού και χωρίς βαμβάκι για να απαλύνει τον πόνο.

«Όταν παράτησες τη μητέρα μου σκέφτηκες ποτέ πως ένοιωσε εκείνη;»

«Όταν είσαι νέος …»

«Πατέρα, ένα διαζύγιο είναι και ο απύθμενος εγωισμός σου που δεν σε αφήνει να δεις ότι ο μόνος που μπορεί να σε απορρίψει είναι ο ίδιος σου εαυτός» είπε και συνέχισε «ας μην ξεχνάμε ότι για να μας απορρίψει κάποιος πρέπει να αξίζει και τον κόπο, η Στέλλα ήταν και είναι για τα ‘’μπάζα’’ όπως λέει και η Ρόζα και θα μου επιτρέψεις να σου πω ότι έχει απόλυτο δίκιο.  Τι της βρήκες; Αναρωτήθηκες ποτέ ότι όλοι οι άνθρωποι που είναι γύρω σου σε ρωτάνε ακριβώς το ίδιο; Εγώ τον μόνο που λυπάμαι είναι η αδελφή μου. Βλέπεις αυτή η έρμη δεν έχει για μάνα την Κατερίνα, ούτε την έχει μεγαλώσει η Ρόζα. Σε αυτό το κορίτσι της έμελλε για κακή της τύχη να γεννηθεί από την κοιλιά της Στέλλας. Τι αμαρτίες θα πληρώσει στις ζωής της χωρίς να φταίει, δεν ξέρω».

Πριν απαντήσει στο γιό του, το τηλέφωνο του Νικόλα χτύπησε και ευτυχώς ο Σπύρος δεν πρόλαβε να δει ποιος καλούσε γιατί τυχαία στεκόταν μπροστά η Ανδριάνα.

‘’Στέλλα’’ έγραφε και ο Νικόλας κοίταξε τη θεία του στα μάτια. Απάντησε και η φωνή του ακούστηκε θυμωμένη και κοφτή.

«Τι θες;» της είπε μα η Ανδριάνα δεν μπορούσε να ακούσει τις απαντήσεις της Στέλλας.
«…»
«Λέγε τι θες» συνέχισε ο Νικόλας.
«…»
«Τι πάει να πει γιατί σου μιλάω έτσι; Έτσι θέλω κι έτσι μιλάω για να πάρεις κάτι θέλεις, γιατί μόνο όταν θέλεις μια χάρη επικοινωνείς. Σωστά;»
«…»
«Δεν σου αρέσει το ύφος μου;»
«…»
«Αυτό έχω αν σου κάνει. Λέγε όμως γιατί έχω δουλειά».
«…»
«Και μετά δουλειά θα έχω κι αύριο και μεθαύριο».
«…»
«Άντε γεια άμα δεν σου αρέσει» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο φανερά συγχυσμένος.

Η Ανδριάνα είχε μείνει σαν στήλη άλατος και για να μην την καταλάβουν, μόλις συνήλθε στριμώχτηκε στον καναπέ δίπλα στον Νικόλα κι άρχισε να παίζει με το κινητό της.

«Ποιος ήταν παιδί μου και μεταλλάχτηκες με αυτό τον τρόπο; Εσύ δεν μιλάς έτσι!»

«Ένας βλάκας από το γραφείο, ανάσα δεν με αφήνει να πάρω. Τι τον έχουν εκεί; Άχρηστος άνθρωπος» είπε βλέποντας το χέρι του πατέρα του να τρέμει. «Γιατί ρε πατέρα;» τον ρώτησε με πόνο στη φωνή.

«Για το χαλί που θέλει η Στέλλα, να πάτε μαζί με τον Νικόλα να σε βοηθήσει» είπε η Ανδριάνα «αν και θα ήθελα να ρίξει μια ματιά στον υπολογιστή μου, κάτι κάνει βρε παιδί μου κι εγώ δεν τα καταλαβαίνω αυτά. Βέβαια δεν θέλω να σε ζορίσω αγόρι μου» είπε κι έσπρωξε με το πόδι της απαλά το πόδι του Νικόλα, κρυφά, κάτω από το τραπέζι του σαλονιού.

«Πατέρα να έρθω σε εσένα ή να μείνω με την Ανδριάνα να την βοηθήσω;» ρώτησε.

«Να μείνεις εδώ, εγώ θα πρέπει να κοιτάξω την ανταγωγή πρώτα για να δω ποιο χαλί απ’ όλα έχει ζητήσει» είπε.

«Σπύρο κάνε μου μια χάρη, βάλε της μαζί και το καλάθι για τα άπλυτα που δεν ντράπηκε να ζητήσει στο δικαστήριο και μέσα ρίξε και μερικά βρώμικα βρακιά, έτσι για να πάρω το αίμα μου πίσω» είπε η Ανδριάνα.

«Πρόσεξε γιατί έχεις αρχίσει να μιλάς σαν τη Ρόζα» της απάντησε, τους κοίταξε καλά-καλά, αγκάλιασε τον γιό του «σε αγαπάω» του είπε δυνατά, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε.

֎֎֎֎֎

 «Δεν έπρεπε να της μιλήσω έτσι» είπε ο Νικόλας σφίγγοντας τα χείλη «δεν παύει να είναι η μητέρα της αδελφής μου».

«Τι ήθελε αγάπη μου; Έλα να καθίσουμε λίγο ακόμα να τα πούμε οι δυο μας».

«Δεν ξέρω γιατί μου τηλεφώνησε, υποθέτω ότι επειδή την Πέμπτη κανονίσαμε με την Μυρτώ να έρθει σπίτι, ότι θέλει να μου κουβαληθεί και η Στέλλα κι εγώ δεν θέλω» είπε, σηκώθηκε και στάθηκε όρθιος μπροστά στην μπαλκονόπορτα.

«Μπορείς να της πεις να μην έρθει» είπε ήρεμα η Ανδριάνα.

«Ήρεμες κουβέντες με την Στέλλα δεν υπάρχουν και το ξέρεις, η γυναίκα είναι τρελή κι αν την πετάξω από το σπίτι θα ξεκόψει κι εμένα από την Μυρτώ, έτσι δεν είναι;»

«Βρες μια δικαιολογία Νικόλα».

«Δεν υπάρχουν δικαιολογίες και το ξέρεις, το μόνο που υπάρχει είναι η αλήθεια και το ψέμα κι εγώ δεν θέλω να λέω ψέματα. Φτάνει …» είπε και κατέβασε το κεφάλι κλωτσώντας με το παπούτσι του μαλακά τα κρόσσια από το χαλί.

«Νομίζω ότι έχει έρθει η ώρα ο κάθε κατεργάρης να καθίσει στον πάγκο του. Να τιμωρηθεί για τις ζημιές που έχει κάνει. Ξέρεις Νικόλα, η ίδια η ζωή, θα έρθει η στιγμή που θα μας φέρει αντιμέτωπους με τα λάθη μας και την υπεροψία μας. Πιστεύω ότι κάθε ένας από εμάς πρέπει να πληρώσει για κάθε τι που έχει κάνει, μικρό ή μεγάλο».

«Τι εννοείς;» τη ρώτησε.

«Μήπως ήρθε η ώρα να νοιώσει τη γλύκα του τιμήματος για ό,τι έκανε στον πατέρα σου; Ο Σπύρος τα δικά του λάθη τα πληρώνει κάθε μέρα, η Στέλλα όμως;»

«Τι θέλεις να κάνω;»

«Να φερθείς σαν άντρας, να της πεις να εξαφανιστεί από τη ζωή σου και δυστυχώς αν μαζί με αυτό πρέπει να ‘’χάσεις’’ και τη Μυρτώ ας γίνει έτσι, κάποια στιγμή θα της πω εγώ την αλήθεια και θα ήταν καλό να ξέρεις, ότι υπάρχει ένας φάκελος που έχω καταθέσει στο δικηγόρο μας με χειρόγραφο κείμενο για αυτά που έζησα εκείνη την ημέρα. Όμως όλη την αλήθεια δεν την γνωρίζω, αυτά που εσύ έζησες δεν τα κουβεντιάσαμε ποτέ γιατί και οι δυο μας κρυφτήκαμε πίσω από το δάχτυλό μας, δεν νομίζεις ότι ήρθε η ώρα να πούμε την αλήθεια;»

Ο Νικόλας κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Να ενημερώσω την Αμαλία ότι θα αργήσω» είπε και η Ανδριάνα περίμενε να τελειώσει το τηλεφώνημά του.

«Ήμουν εδώ κοντά και πέρασα από την Ανδριάνα αλλά έχει ένα πρόβλημα με τον υπολογιστή της και θα καθυστερήσω λίγο …»

«Χαιρετίσματα να της πεις».

«Και η Αμαλία λέει πότε θα βρεθούμε».

«Να μαζευτούμε όλοι μαζί στη Ρόζα να κάνουμε ένα πανηγύρι;» πρότεινε η Ανδριάνα και το νέο ζευγάρι συμφώνησε από κοινού.

Ο Νικόλας κοντοζύγωσε και γέμισε μια κούπα με καφέ. Κάθισε στην θέση που καθόταν νωρίτερα ο πατέρας του.

«Η Αμαλία ξέρει;»

«Δεν είσαι με τα καλά σου, τι να πω; Λέγονται αυτά; Άσε που φοβάμαι ότι αν η Αμαλία μάθει την αλήθεια, έτσι οξύθυμη όπως είναι, θα πάρει και θα σηκώσει και την Στέλλα και την Μυρτώ. Και η Στέλλα να πάει από εκεί που ‘ρθε η Μυρτώ όμως; Και στον πατέρα μου τι θα πω;»

«Πες σε εμένα Νικόλα τι ακριβώς έχει γίνει, γιατί εγώ έζησα το αποτέλεσμα μιας στιγμής. Όμως, για να φτάσουμε σε εκείνη την ημέρα κάτι θα πρέπει να προϋπήρχε;»

Το αγόρι κούνησε το κεφάλι του και τα μάτια του βούρκωσαν. Χάντρες έτρεχαν από τα μάγουλά του τα δάκρυα χωρίς καμία σύσπαση να γίνεται στο πρόσωπό του.

«Έχεις τα ίδια όμορφα μάτια με τον πατέρα σου» είπε η Ανδριάνα προσπαθώντας να κάνει τι; Ούτε και η ίδια ήξερε.

֎֎֎֎֎

 «Δεν είναι δικαιολογία αλλά ήμουν μικρός. Όλα ξεκίνησαν δυο χρόνια μετά το γάμο του πατέρα μου με την Στέλλα.

Θυμάσαι, τότε είχε ένα μικρό μπλε αυτοκινητάκι και πηγαινοερχόταν στη δουλειά της;»

Η Ανδριάνα δεν απάντησε κούνησε μόνο το κεφάλι της.

«Ήθελα σαν τρελός να μάθω να οδηγώ, να μεγαλώσω. Βιαζόμουν να φτάσω να γίνω δεκαοχτώ χρονών και να έχω μάθει ήδη οδήγηση, να πάω μόνο για το δίπλωμα. Να καβαλάω το αυτοκίνητο του πατέρα  μου και να τρέχω στην παραλιακή.

Αυτό το όνειρό μου το μοιράστηκα με τον πατέρα μου και με την Στέλλα μια μέρα που ήμουν σπίτι τους.

Ο πατέρας μου δεν μου έδωσε την άδεια να αρχίσω νωρίτερα μαθήματα, η Στέλλα όμως, με την πρώτη ευκαιρία που μείναμε μόνοι, μου είπε ‘’έλα να μείνεις μαζί μας κι όταν ο πατέρας σου δεν είναι σπίτι θα σε πηγαίνω εγώ για μάθημα αυτοκινήτου αλλά δεν θα το πεις σε κανέναν’’. Καταλαβαίνεις ότι λόγω ηλικίας και με τα μυαλά που είχα τότε, η ιδέα και μόνο ότι θα έπιανα τιμόνι στα χέρια μου με έκανε να μην ενδιαφέρομαι για τίποτα άλλο.

Τα μαθήματα ξεκίνησαν, όμως η Στέλλα ήταν άπειρη και το αυτοκίνητο αν θυμάσαι το ντεραπάρισα. Πως βγήκαμε ζωντανοί από εκεί μέσα ένας Θεός το ξέρει…».

«Θυμάμαι τον Σπύρο που έκανε σαν τρελός».

«Ναι ο πατέρας  μου με κράταγε αγκαλιά κι έκλαιγε, η Στέλλα ζητούσε διαρκώς συγγνώμη και σιγά-σιγά και χωρίς να το καταλάβω όλα ξεκίνησαν από εκείνο ακριβώς το σημείο».

«Τι εννοείς;»

«Άρχισε να με προσεγγίζει ερωτικά αλλά διακριτικά. Μου έριχνε το δόλωμα για να τσιμπήσω. Γυρνούσε στο σπίτι και φορούσε εκείνα τα κοντά ημιδιάφανα νυχτικά και τότε είχε ένα κορμί σαν της γαζέλας. Έτσι  την φώναζε ο πατέρας μου».

«Μου το είχε πει η μητέρα σου αλλά νόμιζα ότι μου έλεγε κουταμάρες» είπε η Ανδριάνα.

«Όχι καθόλου κουταμάρες δεν σου έλεγε, η μάνα μου έτυχε να την δει κάτω από το μπαλκόνι που είχε έρθει για να με πάρει στο σπίτι. Η Στέλλα ήταν κρεμασμένη σχεδόν στην κουπαστή και με χαιρετούσε. Να μην σου πω τι είχε πει η Κατερίνα τότε. Εγώ όμως πίστευα ότι απλώς την ζήλευε.

Τέλος πάντων εγώ δεν καταλάβαινα, γιατί βλέπεις, η Στέλλα αυτή την ενδυμασία φρόντιζε να την έχει μόνο όταν ήμουν εγώ στο σπίτι. Όταν εμφανιζόταν και ο πατέρας μου, ντυνόταν φυσιολογικά για να μην τον πονηρέψει. Το ‘’έγκλημα’’ ήταν καλά στημένο.

Πρέπει όμως να παραδεχθώ ότι κι εμένα μου άρεσε να βλέπω ένα τέτοιο θηλυκό στο σπίτι μας, σε αυτά που συνέβησαν παρακάτω το μυαλό μου δεν πήγε κι αυτό στο ορκίζομαι».

«Μα ούτε τα δεκαοχτώ δεν είχες κλείσει!» απάντησε η Ανδριάνα, ο Νικόλας κοίταζε έξω από το παράθυρο τα σύννεφα που έτρεχαν βιαστικά κι ελεύθερα.

«Αργότερα» συνέχισε το αγόρι «εκεί κατά τα Χριστούγεννα, όταν εσύ είχες ήδη χωρίσει, ο πατέρας μου, μου ζήτησε να έρθω σπίτι σου και πάρω τους δίσκους βινυλίου που σου είχε αφήσει».

«Ναι το θυμάμαι πολύ καλά…»

«Ήρθα λοιπόν και άρχισα να χαζεύω τους έναν-έναν και μάλιστα, βρήκα ανάμεσά τους έναν δίσκο με αφιέρωση σε εσένα από έναν συμμαθητή σου, το δίσκο δεν τον θυμάμαι …»

«Pavlov’s Dog το συγκρότημα και ο δίσκος Julia Episode, με εξώφυλλο έναν σκύλο».

«Που τα θυμάσαι όλα αυτά;»

«Ήταν ο αγαπημένος μου δίσκος και ο αγαπημένος μου φίλος».

«Φίλος ή …»

«Φίλος, ήταν και είναι και μην αλλάζεις συζήτηση».

«Στο σπίτι σου μπήκα με τα κλειδιά που μου είχε δώσει ο μπαμπάς, μετά από λίγο, άκουσα την κεντρική πόρτα να ανοίγει και νόμιζα ότι είσαι εσύ. Δεν ανησύχησα καν γιατί ποιος άλλος θα ερχόταν;

Έκανα όμως λάθος. Στο σπίτι είχε μπει η Στέλλα με τα δεύτερα κλειδιά σου. Κι εσύ πανάθεμά σε Ανδριάνα πόσα κλειδιά είχες μοιράσει;»

«Τα είχε κρατήσει από τότε που ζούσαμε όλοι μαζί κι εγώ είχα ξεχάσει να τα ζητήσω».

«Όταν είδα την Στέλλα μπροστά μου τα έχασα γιατί δεν την περίμενα αλλά δεν φαντάστηκα και την ξετσιπωσιά της.

‘’Τι κάνεις εδώ;’’ Την ρώτησα και μου είχε απαντήσει ότι εσύ την είχες στείλει».

«Όχι στο ορκίζομαι».

«Τι ορκίζεσαι; λες και δεν κατάλαβα αμέσως μετά!»

«Πήγε στο μπάνιο κι αμέσως μετά στο δωμάτιό σου. Άρχισε να με φωνάζει σαν κάτι να έχει συμβεί. Παράτησα τους δίσκους στο σαλόνι και έτρεξα κατευθείαν στην κάμαρά σου για να την βοηθήσω και τότε είδα τη Στέλλα χωρίς ίχνος ρούχου επάνω της, ξαπλωμένη στο κρεβάτι σου να με κοιτάει λάγνα και να ανοιγοκλείνει τα πόδια της, τότε ήταν που μπήκες εσύ στο σπίτι».

«Δηλαδή όλα αυτά τα χρόνια που υποθέτω ότι εσύ και η Στέλλα υπήρξατε ‘’ζευγάρι’’ και ότι είχε παράλληλη σχέση με πατέρα και γιό ήταν λάθος;»

«Βλέπεις πολλές ταινίες, να τις κόψεις. Όχι δεν έγινε τίποτα».

«Γι’ αυτό εσύ βγήκες αμέσως ντυμένος κανονικά από το δωμάτιο μου και η Στέλλα κρύφτηκε στο μπάνιο;»

«Ακριβώς, γιατί η Στέλλα ναι, προσπάθησε να με αποπλανήσει αλλά δεν τα κατάφερε. Αυτό που με τρώει Ανδριάνα είναι αν θα τα είχε καταφέρει αν εσύ δεν είχες μπει τόσο άξαφνα μέσα στο σπίτι.  Θα μπορούσε πράγματι ένας πιτσιρίκος να αντισταθεί στα θέλγητρα μιας καλοφτιαγμένης γυναίκας; Αυτή η απάντηση, που δεν μπόρεσα ποτέ να δώσω στον εαυτό μου ακόμα με βασανίζει και δυναμώνει τις ενοχές που έχω απέναντι στον πατέρα μου. Κολακεύτηκα ανάθεμά με, κολακεύτηκα».

«Γι’ αυτό έφυγες αμέσως μετά το σχολείο;»

«Ναι χρησιμοποίησα ως δικαιολογία τον στρατό για να γλυτώσω από την Στέλλα. Είχα πει ότι δεν θέλω να διακόψω τις σπουδές μου, ότι μπορεί να μου εμφανιζόταν ευκαιρίες που δεν θα μπορούσα να αδράξω. Με το χαρτί του στρατιωτικού όλα θα έμπαιναν στη θέση τους. Έτσι πίστευα. Ανδριάνα κακά τα ψέματα, η γυναίκα αυτή βίασε όλη μας την οικογένεια …» είπε ο Νικόλας.

«Σε ενοχλεί ακόμα;»

«Πως σου ήρθε αυτό; Λόγω του τηλεφωνήματος;» ρώτησε ήρεμα.

«Ακριβώς»

«Κοίτα, βάζει μπροστά την Μυρτώ και της ανάγκες της η αλήθεια όμως είναι ότι νοιώθω σαν να μην θέλει να με αφήσει να ξεφύγω από την επιρροή της».

«Εσύ τι νοιώθεις;»

«Αηδία, την βλέπω και την σιχαίνομαι και πρέπει να την ανεχθώ για όλο το υπόλοιπο της ζωής μου για χάρη της αδελφής μου».

«Καταλαβαίνεις ότι όλο αυτό είναι άρρωστο Νικόλα έτσι; Ότι η γυναίκα αυτή δεν διαφέρει από τους βιαστές μικρών κοριτσιών; Αυτή τη γυναίκα έπρεπε να την έχουμε καταδώσει, φοβηθήκαμε όμως και οι δυο κι εσύ είχες το δίκιο με το μέρος σου, όλα τα θύματα φοβούνται, εγώ όμως;»

«Νοιώθω υπεύθυνος πολλές φορές απέναντι στον πατέρα μου που δεν του το είπα».

«Τώρα όμως είναι αργά» είπε η Ανδριάνα.

«Μπορεί να φταίω εγώ για τα συναισθήματα που έχει ο πατέρας μου; Για τα χάλια που τον βλέπω να ζει;»

«Όχι αγόρι μου, αυτή είναι μια φθηνή δικαιολογία, ο κάθε ένας από εμάς είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του,  η ευτυχία είναι απόφαση και δυστυχώς κοστίζει ακριβά κι έχει πολύ κόπο».

«Ανδριάνα τι θα κάνουμε;»

«Φρόντισε να διώξεις της Στέλλα από τη ζωή σου μιλώντας ξεκάθαρα. Εσείς οι άντρες έναν φόβο με τα σταράτα λόγια τον έχετε και ενημέρωσέ την, ότι τελικά αυτή που θα πληρώσει την νύφη θα είναι η Μυρτώ η οποία στην κυριολεξία δεν φταίει τίποτα. Ήρθε ο καιρός να πάρει απόφαση η Στέλλα αν η κόρη της θα μάθει για το πόσο άρρωστο και σιχαμένο πλάσμα τη γέννησε».

«Ανδριάνα δεν μπορεί να είσαι τόσο σκληρή».

«Μπορώ μέχρι εκεί που ο νους σου δεν φτάνει Νικόλα και δεν το ήθελα ποτέ, δεν ήταν δικιά μου επιλογή» είπε.

Ακολουθήστε την ομάδα μας στο Viber, πατώντας τον σύνδεσμο:
agnostoi.gr στο Viber

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here