Αυτό που την Ρόζα την προβλημάτιζε περισσότερο απ’ όλα, ήταν η ζωή του Γρηγόρη. Για την ακρίβεια, όχι ακριβώς του ιδίου αλλά της Φαίδρας.

Ανεξάρτητα με το τι νόμιζε εκείνη σωστό ή όχι, ήταν καιρός να παραδεχτεί αλλά και να αποδεχτεί ότι δεν είχε δικαίωμα να παρεμβαίνει στις προσωπικές στιγμές των παιδιών της. Αν έτσι του άρεσε του Γρηγόρη, έτσι θα έκανε.

Ίσως τελικά εκείνος και η Δήμητρα να είχαν βρει τον τρόπο να διατηρήσουν την ‘’οικόγενειά’’ τους προς όφελος της Φαίδρας.

Αυτό που στο κεφάλι της δεν χωρούσε, ήταν η σκέψη, «πώς ήταν δυνατόν να μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι και να είναι ο Γρηγόρης πάντα χαρούμενος και χαμογελαστός, όταν όλοι ήξεραν τον βασανιστικό έρωτα της Δήμητρας για τον Βαγγέλη, τον Βαγγελάκη της, ή κατά κόσμο Ευάγγελο».  Η Ρόζα ανατρίχιασε κάνοντας μια γκριμάτσα αηδίας.

«Αμ δεν έκανα παιδιά, ζαγάρια έκανα» μονολόγησε διπλώνοντας το φρεσκοπλυμένο τραπεζομάντηλο. Το κοίταξε και κούνησε το κεφάλι της νοιώθοντας το συναίσθημα της ματαιότητας να της πλημμυρίζει τη ψυχή.

Η κυρία Ζωή, η πεθερά της, της το είχε κάνει δώρο. «Οικογενειακό κειμήλιο» της είχε πει. Η γιαγιά των αγοριών το είχε φτιάξει, η πεθερά της πεθεράς της δηλαδή,  πριν παντρευτεί για την προίκα της. Λινό, κοφτό στο χέρι, με ανάγλυφα κεντημένα τα αρχικά της, για να φιλοξενήσει εικοσιτέσσερα σερβίτσια. Μεγάλη οικογένεια, άρχοντες. Σταμάτησε να χαϊδεύει το τραπεζομάντηλο, σήκωσε τα μάτια της και με το βλέμμα αγκάλιασε κάθε γωνιά του μικρού σαλονιού.

Πίεσε με τη μπουνιά της το μπράτσο του καναπέ για να μπορέσει να σηκωθεί.

«Θέλετε βοήθεια;» ακούστηκε η φωνή της Ολυμπίας.
«Όχι κορίτσι μου» απάντησε η Ρόζα κι άρχισε να περπατάει με βήμα αργό και να φέρνει ένα γύρω στο σπίτι.

Πέρασε από την τραπεζαρία με το μεγάλο φωτεινό παράθυρο, κατέβηκε τα δύο σκαλοπάτια κι κοντοστάθηκε. Τα έπιπλα στο μεγάλο σαλόνι ήταν δώρο καρδιάς του πεθερού της. Τα είχε φροντίσει με αγάπη, για να μείνουν αναλλοίωτα στον χρόνο. Ταπετσαρία είχε αλλάξει για να τα κάνει πιο σύγχρονα, πιο φωτεινά. Άγγιζε, κοίταζε, θυμόταν. Ο νους είχε ξεκινήσει το μεγάλο ταξίδι στη χώρα των αναμνήσεων, εκεί που οι άνθρωποι, οι γεύσεις, οι μυρωδιές  αλλά και οι εικόνες ζωντανεύουν.

Πιάστηκε από την κουπαστή και άρχισε να ανεβαίνει αργά-αργά τα σκαλοπάτια. Πέρασε από τα υπνοδωμάτια των αγοριών που τώρα πια ήταν πάντα τακτοποιημένα. Οι κολλημένες αφίσες στους τοίχους που τότε την εκνεύριζαν και της έφερναν αποστροφή, σήμερα τις έλλειπαν.  Οι φωνές «μαζέψτε τα παιχνίδια σας επιτέλους, θα σκοτωθούμε εδώ μέσα» είχαν σωπάσει χρόνια πριν. Μπήκε στο μπάνιο με τις μεγάλες πράσινες πλάκες και ήταν κι αυτό τακτοποιημένο. Έτοιμο για επιθεώρηση λες. Τα σαπούνια στη θέση τους, οι πετσέτες καθαρές και τεντωμένες να περιμένουν αυτούς που δεν ερχόταν.

Το δωμάτιο που έμενε κάποτε η πεθερά της, το είχε κάνει γραφείο.  Ήταν απέναντι από την δικιά της κρεβατοκάμαρα. Τώρα πια όλα τα πράγματα μέσα στο σπίτι, ήταν σε χρόνο ενικό και η Ρόζα αγαπούσε τον πληθυντικό και τη ζωντάνια που κουβαλούσε μαζί του.

Μονάχη, στο τεράστιο σπίτι πάνω στον λόφο κι όσο και να μην την τρόμαζε η μοναξιά της, μια μελαγχολία την έκρυβε, για όλα αυτά που ο χρόνος πήρε μαζί του αλλά και για εκείνα που δεν περίμενε πια να φέρει.

Ο χρόνος, ο μεγάλος γιατρός αλλά και ο μεγάλος τιμωρός. Οι αναμνήσεις που την έπνιγαν, οι έλλειψη των δικών της ανθρώπων, η καθημερινότητα που χαρές δεν έφερνε και η ψυχή της που γέμιζε με θλίψη αντί για χαρά.

«Μεγάλωσα» σκέφτηκε και συνέχισε για το παλιό δωμάτιο της πεθεράς της. Κάθισε στην κομψή βενετσιάνικη καρέκλα, πίσω από το μικρό της γραφείο. Ένα μεγάλος σκαλιστός χρυσοβαμμένος καθρέφτης στόλιζε τον τοίχο πίσω από την πλάτης της για να σκορπίζει μέσα στο χώρο το φως από την αντανάκλαση του ήλιου. Το κόκκινο περσικό χαλί δέσποζε στο χώρο. Όλα γύρω της ήταν λαμπερά και η ίδια ένοιωσε σαν σκοτεινή γέρικη φιγούρα.

Όπως κούνησε με αποστροφή το κεφάλι της, έτσι χοροπήδησε και η ατίθαση μπούκλα της που έπεφτε πάντα στο κούτελό της.

Την τύλιξε στο δάχτυλό της. Μια κίνηση που έκανε από μικρό παιδί. Χωρίς δεύτερη σκέψη και χωρίς να περιπλέκονται άλλο τα πράγματα μέσα στο μυαλό της, η απόφαση είχε παρθεί. Καμία μεμψιμοιρία δεν επέτρεπε στον εαυτό της. Δεν το επέτρεψε στο παρελθόν, δεν θα το επέτρεπε ούτε στο παρόν.

Σχημάτισε τον αριθμό του Γρηγόρη και περίμενε μέχρι να απαντήσει στην κλήση της.

«Μάνα» ακούστηκε η καλοδιάθετη φωνή του «όλα καλά;»
«Ναι, όλα στη θέση τους. Θέλω μόνο να σε δω και θέλω αυτό να το κάνουμε άμεσα» είπε.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ανήσυχος.
«Η επιθυμία μου να σε δω, δεν συνοδεύεται πάντα από κάποιο συμβάν» απάντησε και χωρίς να είναι προετοιμασμένη γι’ αυτό, ο Γρηγόρης της απάντησε ότι σε λίγο θα βρισκόταν στο σπίτι.

«Είμαι κοντά» δικαιολογήθηκε «είχα ένα επαγγελματικό ραντεβού».
«Να έρθεις κατευθείαν στο γραφείο» του είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο.  Σηκώθηκε από την θέση της και πήγε στο δωμάτιό της. Φόρεσε ένα όμορφο μονόχρωμο πράσινο φουστάνι, τις χαμηλές της nude γόβες , μια χρυσή καρφίτσα λίγο πιο κάτω από το ύψος του ώμου της και έβαψε τα χείλη της με προσοχή. Ένα ανεπαίσθητο κοραλλί για να φωτίσει το πρόσωπό της. Δύο σταγόνες από το άρωμά της και ήταν έτοιμη.

Άκουσε τον Γρηγόρη να μπαίνει στο σπίτι λίγο αργότερα.

«Στις ομορφιές σου είσαι» της είπε και της τσίμπησε το μάγουλο. «Τι μαγειρεύει η Ολυμπία και μοσχομυρίζει έτσι;»
«Μακαρονάδα με σάλτσα εννοείται» απάντησε στο γιό της με νόημα. Ήταν το αγαπημένο του φαγητό.
«Ψωμί έχει;»
«Φυσικά» είπε γελώντας η Ρόζα και το ποδοβολητό του ακούστηκε στην σκάλα σαν έφηβου. «Σιγά, θα πέσεις» φώναξε και την συνέχεια την ήξερε.

Ο Γρηγόρης θα είχε στηθεί πάνω από την σάλτσα που σιγόβραζε και θα έκανε βουτιές με το ψωμί του, γεμίζοντας το στόμα του με ευχαρίστηση. Ένα μακρόσυρτο «μμμμμμ» θα ακουγόταν τώρα στην κουζίνα.

Γύρισε στο γραφείο της και τον περίμενε. Ο Γρηγόρης, εμφανίστηκε στην πόρτα της, σιγοτραγουδώντας αφηρημένος, το τραγούδι του Harry Belafonte. «Come mister tally man tally me banana» συμπληρώνοντας τους στίχους που δεν ήξερε με τον ήχο αυτοσχέδιου τρομπονιού που πετύχαινε ομολογουμένως, χρησιμοποιώντας μόνο τα χείλη του. Ίσως έφταιγε η μουσική του παιδεία, το βιολί που έπαιζε μικρός.

«Ήθελα να ήξερα γιατί παράτησες το βιολί;» τον ρώτησε η μητέρα του.
«Για να μην πεινάσω» της απάντησε και με το τεράστιο χαμόγελό του συνέχισε λέγοντας «λοιπόν;» και περίμενε κοιτώντας την Ρόζα στα μάτια.

Αυτή του η αθωότητα, την έφερνε πάντα σε δύσκολη θέση. Ποτέ της δεν είχε απαντήσει στο ερώτημα που την έτρωγε. «Ήταν πράγματι ο γιός της τόσο αθώος, απονήρευτος και καλόκαρδος; Ή μήπως πίσω από αυτό το λαμπερό  του πρόσωπο κρυβόταν ένα μυαλό που η ίδια δεν μπόρεσε να ανακαλύψει;

«Το να σε ρωτήσω γιατί ανέχεσαι την Δήμητρα στη ζωή σου και τα καμώματά της θεωρώ ότι είναι μάλλον μάταιο» του είπε και τον είδε να κοκκινίζει ελαφρά. Η αλήθεια ήταν ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε μιλήσει ποτέ ανοιχτά με τον Γρηγόρη για την ζωή του, τις επιλογές του αλλά και τις συνέπειές τους. «Και μην ανάψεις τσιγάρο απαγορεύεται σε αυτό το σπίτι όπως ξέρεις» συνέχισε, βλέποντας το γιό της να κάνει ασυναίσθητα την κίνηση που κάνουν οι καπνιστές όταν ψάχνουν το πακέτο με τα τσιγάρα τους στην τσέπη του.

«Ναι βέβαια» ξεκίνησε να λέει και οι λέξεις κόμπιασαν στο λαιμό του.

«Ή μήπως δεν είναι;» συνέχισε η Ρόζα τώρα που έβλεπε ότι ήταν τρωτός απέναντί της.

«Τι θέλεις μάνα;»

«Στις ζωές σαν δεν ανακατεύθηκα και τα χαΐρια σας τα ίδια. Από την αρχή αν αρχίζαμε, τα ίδια θα έκανα, ολόκληροι άντρες είσαστε. Το αποτέλεσμα όμως δεν παύει να είναι απογοητευτικό. Τόσο για σένα όσο και για τον αδελφό σου. Σήμερα θα ήθελα να μιλήσουμε για σένα, για να μπορώ κι εγώ να πάρω τις αποφάσεις μου για τη δική μου τη ζωή».

«Τι σχέση έχεις εσύ, με εμάς;» ρώτησε χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει τι είπε .

«Για να σου απαντήσω, είμαι η μητέρα σας αλλά είμαι σίγουρη ότι δεν ήθελες να πεις αυτό ακριβώς».

«Ναι, φυσικά ακούστηκε λάθος. Εννοώ, η δικιά μας η ζωή με ποιο τρόπο επηρεάζει τη δικιά σου και τι εννοείς όταν λες ότι πρέπει να πάρεις αποφάσεις».

«Φαντάζεσαι ότι θα αφήσω τα πράγματα στην τύχη τους αγόρι μου; Έχω να φροντίσω πρωτίστως να μην γίνω βάρος σε κανέναν όσο έχω τα λογικά μου. Είσαι πατέρας και δεν δικαιούσαι να αναρωτιέσαι πως η δικιά σας η ζωή επηρεάζει την δικιά μου και τις αποφάσεις μου».

«Που θέλεις να καταλήξεις μου λες, μήπως αρχίσω να καταλαβαίνω τι γίνεται μέσα στο κεφάλι σου».

«Γιατί έμεινες με την Δήμητρα;»

«Με φώναξες εδώ για να με ρωτήσεις γιατί έμεινα με την γυναίκα μου;»

«Το ξέρουμε όλοι  μας ότι την ζωή της, την έχει αφιερώσει στον Ευάγγελο. Θα σε είχε η ίδια παρατήσει προ καιρού αν ο Βαγγελάκης είχε χωρίσει τη γυναίκα του. Όμως ούτε αυτός είναι βλάκας να μοιράζει την περιουσία του, ούτε η γυναίκα του η Ελένη να ξεβολευτεί από την καλοπέρασή της κι ας παριστάνει την κακομοίρα. Συμφέρει, άσε που ασχολούνται κι όλοι μαζί της. Εσύ σε όλο αυτό τον βούρκο με η λάσπη μου λες τι δουλειά έχεις και μην μου πεις ‘’αγαπώ τη Δήμητρα’’ γιατί στο ορκίζομαι, θα σε κοπανήσω».

«Έμεινα για την Φαίδρα και μόνο για εκείνη θα συνεχίσω να ζω μέσα σε αυτό το ‘’πανηγύρι’’. Σχετικά με την Δήμητρα να σε ενημερώσω ότι την νοιάζομαι και θέλω να είναι καλά αλλά μέχρι εκεί».

«Η Φαίδρα, είναι ένα δυστυχισμένο πλάσμα και τα παιδιά χρειάζονται ισορροπία στο σπίτι τους για να είναι ευτυχισμένα. Ισορροπία με ακούς κι όχι να τραπεζώνετε το γκόμενο της μάνας στο σπίτι και να κάνουμε όλοι τα στραβά μάτια όταν εξαφανίζεται η Δήμητρα με τον λεγάμενο».

«Σιγά μάνα ξύπνησε ο μαχαλάς μέσα σου».

«Καλά κάνει, αυτός με έσωσε, είδα και τα δικά σας έργα, που σας μεγάλωσα με τον καλύτερο τρόπο» φώναξε η Ρόζα.

«Τι θέλεις τώρα και τα σκαλίζεις μου λες;»

«Η ψυχή του παιδιού σου είναι γεμάτη από θλίψη. Η θλίψη οδηγεί στην κατάθλιψη. Ξύπνα Γρηγόρη» και πριν τελειώσει την φράση της το λόγο τον είχε πάρει ο γιός της.

«Όταν κατάλαβα ότι η Δήμητρα δεν μπορούσε να γίνει η μάνα που έπρεπε να έχει ένα παιδί, ήταν ήδη αργά. Είχε παρατήσει την Φαίδρα και είχε φύγει στην Αγγλία. Καμία μάνα ερωτευμένη με τον άνδρα της και με ένα μωρό δεν φέρεται έτσι. Τότε ήταν που κατάλαβα ότι η Δήμητρα θα κοιτάει να ικανοποιήσει μόνο τις δικές της επιθυμίες εις βάρος όλων μας».

«Τι λες παιδί μου;»

«Μην με διακόπτεις. Αφού θέλεις να τα ακούσεις άνοιξε τα αυτιά σου γιατί θα τα πω μόνο μια φορά. Εκεί κατάλαβα ότι η γυναίκα μου δεν είχε πρότυπα, είχε μια μάνα που ξημεροβραδιαζόταν στις λέσχες και ότι τελικά δεν είχε πάρει ποτέ της αγάπη άρα δεν μπορούσε και να δώσει ακόμα κι αν την ένοιωθε.

Το πρώτο που έκανα και χωρίς να σας ενημερώσω, ήταν να επισκεφθώ δικηγόρο. Αν χώριζα τη Δήμητρα η κηδεμονία της Φαίδρας θα περνούσε αυτόματα σε εκείνη. Πολύ δύσκολα παίρνεις ένα μωρό από τη μάνα του».

«Μα εκείνη την είχε παρατήσει. Εμείς τη μεγαλώναμε».

«Για σπουδές, μην ξεχνάς. Τέλος πάντων δεν θα υπήρχε δικαστήριο που θα με δικαίωνε κι εγώ δεν είχα στοιχεία τέτοια που θα έφερναν τον κόσμο άνω κάτω. Η απόφαση από μέρους μου πάρθηκε άμεσα. Δεν θα χώριζα την Δήμητρα ποτέ προκειμένου να είμαι δίπλα στο παιδί μου. Η ίδια είναι πολύ συμφεροντολόγα για να αφήσει το χρήμα να της φύγει μέσα από τα χέρια.

Έτσι λοιπόν για χάρη της Φαίδρας, βρέθηκα σε έναν μονόδρομο. Θα αποκτούσα όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα για να κρατάω την Δήμητρα, δηλαδή το παιδί μου κοντά μου. Οι επιρροές που θα έπαιρνε η κόρη μας, χωρίς τη δικιά μου παρουσία, έστω κι από απόσταση, θα ήταν τραγικές. Θα ζούσε η Φαίδρα ότι είχε ζήσει και η μητέρα της κι εγώ αυτό δεν μπορούσα να το επιτρέψω.

Με αυτά που ήξερα, με αυτά που άντεχα και με όσα μπορούσα να κάνω, έταξα τη ζωή μου στη σωστή διαπαιδαγώγηση της κόρης μας. Δυστυχώς δεν τα κατάφερα. Το μόνο που πέτυχα ήταν να ζημιωθεί αυτό το παιδί όσο το δυνατόν λιγότερο. Ακόμα όμως κι έτσι, η Φαίδρα είναι ένα αδύναμο πλάσμα και η αλήθεια είναι αυτή. Ούτε τις σπουδές της δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει.

Αποφάσισε να σπουδάσει στο Παρίσι ιστορία της τέχνης. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί, δεν την είδα να έχει καμία ιδιαίτερη έφεση στις τέχνες. Υποθέτω, ότι είναι σπόρος που φύτεψε η Δήμητρα και δεν ήθελα να χαλάσω το χατίρι της Φαίδρας αφού είχε καταφέρει να βάλει ένα στόχο. Πήγαινε κι ερχόταν στην Γαλλία με τα δάκρια στα μάτια. Να σπουδάζεις στο Παρίσι και να κλαις! Που ακούστηκε αυτό; Θυμάσαι; Λες και την στέλναμε στα κάτεργα. Στη Γαλλία με όλα πληρωμένα και να κλαις! Τελικά δεν άντεξε άλλο, γύρισε πίσω και τώρα την συνέχεια την ξέρεις.

Η Δήμητρα έχει προσκολληθεί πάνω της παριστάνοντας την μητέρα βράχο. Το ότι η κόρη μας παραπαίει συναισθηματικά δεν το βλέπει. Της μιλάω και με βγάζει τρελό. Τώρα αν θέλεις να ξέρεις έχει βρει άλλη ενασχόληση. Παρακολουθεί μαθήματα μπριτζ και κάθε βράδυ τρέχει για να μην χάσει την τράπουλα από το χέρι της. Όχι σε λέσχη αλλά τι τα θες και πάλι τσόχα έχει.

Οι σχέσεις που έκανε αυτό το κορίτσι όλες ήταν ένα λάθος. Το σπίτι μας κόντεψε να μετατραπεί μετά από ενθάρρυνση της Δήμητρας σε άντρο οργίων από βλακεία και υποτιθέμενους μοντερνισμούς. Μπήκα στη μέση κι έδιωξα διάφορα παράσιτα κι αυτό που κατάλαβα είναι ότι η Φαίδρα φοβάται την εγκατάλειψη. Το συναίσθημα που ένοιωθε πάντα από τη μάνα της » είπε ο Γρηγόρης και σηκώθηκε από τη θέση του για να πλησιάσει στο παράθυρο.

«Οι γλιτσίνιες θέλουν κλάδεμα» μονολόγησε ο άντρας με τα χέρια στις τσέπες.

«Δεν είχα ιδέα» ψιθύρισε η Ρόζα.

«Για τις γλιτσίνιες;» ρώτησε αφηρημένα ο Γρηγόρης.

«Ξέρεις ότι έχει αρχίσει να την παντρολογεί με έναν μουσικάντη της συμφοράς;»

Ο γιός της κούνησε καταφατικά το κεφάλι, ανασήκωσε τους ώμους και άνοιξε τις παλάμες του σε μια κίνηση απόγνωσης.

«Την πουλάει Γρηγόρη για να την ξεφορτωθεί, σε έναν αχρείο που παράτησε την πρώτη του γυναίκα πηγαίνοντας στο περίπτερο για τσιγάρα και δεν γύρισε ποτέ και πλάκα δεν κάνω. Τα μαντάτα, της τα πήγε ο δικηγόρος του και τα πράγματά του τα μάζεψαν οι φίλοι του από το σπίτι της γυναίκας του. Ο αδελφός του έχει αυτοκτονήσει και η Δήμητρα του έχει τάξει ότι θα τον κάνει μεγάλο και τρανό με τα δικά σου χρήματα και για προίκα, μια που η Φαίδρα δουλειά δεν έχει, θα τους αγοράσετε ένα οροφοδιαμέρισμα  στα Βριλήσσια, του ξεβράκωτου».

Στο δωμάτιο επικράτησε η παγωμένη αίσθηση της απόλυτης ησυχίας.

«Εσύ που τα ξέρεις αυτά;» ρώτησε σχεδόν έντρομος σχεδόν ο Γρηγόρης, γνωρίζοντας ότι η μητέρα του αν δεν είχε στοιχεία, λέξη δεν της έπαιρνες. Η Ρόζα, άνοιξε το συρτάρι του γραφείου και του έδωσε έναν φάκελο.

«Είναι όλα εδώ μέσα» είπε χτυπώντας το δάχτυλο της πάνω στο χοντρό χαρτί. «Ένα πράγμα θέλω να σε ρωτήσω, αξίζει η Φαίδρα τέτοια τύχη;»

Ο Γρηγόρης έπιασε το φάκελο στα χέρια του μην πιστεύοντας στα αυτιά του.

«Μην το ψάχνεις, ντεντέκτιβ έβαλα» είπε η Ρόζα σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο.

Τα βήματα του Γρηγόρη ακούστηκαν στη σκάλα βαριά. Η σιωπή σκέπασε το σπίτι στο λόφο και η καρδιά της Ρόζας μάτωσε για άλλη μια φορά.

«Δεν πειράζει, οι μάχες έχουν το κόστος τους» σκέφτηκε και σήκωσε το τηλέφωνο για να ενημερώσει την Ολυμπία να της φτιάξει κάτι πρόχειρο για φαγητό. Η όρεξή της ναι μεν είχε εξαφανιστεί αλλά η γεμάτη προκλήσεις ζωή συνεχιζόταν. Το ίδιο θα έκανε και η Ρόζα. Θα συνέχιζε κοιτώντας μόνο μπροστά αψηφώντας το κόστος. Για άλλη μια φορά.

butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here