Βοηθάμε τα παιδιά που μας έχουν ανάγκη

Το μυαλό της Ρόζας είχε πάρει φωτιά. Με τα χέρια της έπιανε τα μαλλιά της γιατί δεν ήξερε τι να κάνει.

Η Ολυμπία πνιγόταν μέσα στα αναφιλητά της. Να της έδινε ένα ποτήρι νερό, να την ησύχαζε. Τι να έκανε;

«Τι είπες παιδί μου, ποια είναι η Γαρυφαλλιά;» ρώτησε και κοπιάζοντας σηκώθηκε από τον καναπέ. Πλησίασε την Ολυμπία, της γέμισε ένα ποτήρι νερό, την έσφιξε στην αγκαλιά της και την άφησε να κλαίει μέχρι που ένοιωσε το ύφασμα του ρούχου της να υγραίνεται από τα δάκρυα της κοπέλας.

Σιωπή, μόνο ο βαρύς ήχος της σιωπής, το αναφιλητό της Ολυμπίας που έμοιαζε να κοπάζει,  οι ώμοι της που τραντάζονταν και το εκνευριστικό τικ-τακ που έκανε το ρολόι πάνω στο τζάκι, υπενθύμιζαν στην Ρόζα ότι έπρεπε να δράσει, να καταλάβει αλλά και να μάθει.

Το ποτήρι με το νερό το ήπιε η Ρόζα για να δροσίσει το ξεραμένο από σάλιο στόμα της. Τα μάτια της όμως παρέμεναν διάπλατα ανοιχτά.

«Σώπα αγάπη μου, σώπα και πες τα μου όλα. Ηρέμησε καρδούλα μου …» έλεγε και χάϊδευε τα μαλλιά της Ολυμπίας, νιώθοντας την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Ήταν από τις λίγες φορές που η Ρόζα ένιωθε να τα έχει χαμένα.

Η ώρα πέρασε και ο ήλιος έγερνε πίσω από τις λεύκες. Ίσως όλα αυτά να έγιναν μέσα σε λίγες στιγμές, σε λίγα λεπτά που έμοιαζαν όμως σαν ατελείωτο ταξίδι πόνου.

«Συγνώμη» ακούστηκε η φωνή της Ολυμπίας σαν μικρού κοριτσιού, μα το μάγουλό της από το μουσκεμένο ρούχο της Ρόζας δεν το έπαιρνε. Η μεγάλη γυναίκα συνέχισε να της χαϊδεύει τα μαλλιά χώνοντας τα δάχτυλά της τρυφερά στο δέρμα του κεφαλιού της.

«Μη γυρεύεις συγγνώμη» αποκρίθηκε και πιάνοντας το πρόσωπο της Ολυμπίας από το πιγούνι, το σήκωσε και την κοίταξε στα μάτια. «Σήμερα ξημέρωσε η μέρα για να σε φροντίσω εγώ» είπε και με την παλάμη της, της σκούπισε τα πρησμένα μάτια του κοριτσιού.

«Τον απογευματινό καφέ θα τον φτιάξω εγώ κι εσύ θα μου τα πεις όλα χαρτί και καλαμάρι» είπε και κατέβηκε με προσοχή τα δυο μικρά σκαλιά που οδηγούσαν στην κουζίνα.

Η Ολυμπία πετάχτηκε επάνω.

«Μη κυρία Ρόζα, σας παρακαλώ» είπε αλλά η κοφτή φωνή της μεγάλης γυναίκας την ανάγκασε να κοντοσταθεί.

«Είπα και ελάλησα και κουβέντες δεν θέλω. Εσύ τακτοποίησε τα πιάτα μόνο» είπε γυρνώντας της την πλάτη.

Οι δύο γυναίκες καταπιάστηκαν με τις δουλειές τους και μέσα στο κεφάλι τους ένα σωρό σκέψεις χοροπηδούσαν άτακτα. Το δίσκο με τους καφέδες τον κουβάλησε η Ολυμπία. Κάθισαν αντάμα για άλλη μια φορά στο μικρό σαλόνι. Η Ρόζα στην μεγάλη πολυθρόνα που την βόλευε περισσότερο και η κοπέλα στον καναπέ. Έπιασε με τα δυο τις χέρια την κούπα της και παρατηρούσε αμίλητη μια φουσκάλα που πάνω της αντιφέγγιζαν ένα σωρό χρώματα.

«Λοιπόν …» ξεκίνησε η Ρόζα μα το κεφάλι της Ολυμπίας συνέχιζε να είναι κατεβασμένο. «Θα μου πεις ή θα με σκάσεις, ποια είναι επιτέλους η Γαρυφαλλιά;»

«Η κόρη μου» απάντησε βραχνά και δυο δάκρυα μεγάλα σαν διαμάντια κατρακύλησαν στα μάγουλά της.

«Δεν είχα ιδέα» είπε η μεγάλη γυναίκα

«Και ποιος έχει; Αλλά και ποιος νοιάστηκε;» μονολόγησε η κοπέλα και σηκώνοντας το κεφάλι από την πολύχρωμη φουσκάλα, κάρφωσε το βλέμμα της στα μάτια της Ρόζας.

«Γεννήθηκα σε ένα χωριό έξω από την Πρεμετή πριν από τριάντα δύο χρόνια. Σε ένα σπίτι που εσείς εδώ στην Ελλάδα θα το είχατε για κοτέτσι, εμείς ζούσαμε όλοι μαζί. Οι παππούδες, οι γονείς μου, ο αδελφός μου κι εγώ, ο ένας πάνω στον άλλον. Φτώχια μέχρι εκεί που δεν φαντάζεστε, στο υπνοδωμάτιο κοιμόταν οι γέροι. Εμείς στρωματσάδα στο πάτωμα και οι γονείς σε δύο κρεβάτια που το πρωί τα στρώναμε με κουρελούδες. Η οικογένεια του πατέρα μου ήταν όλοι τους χτίστες και μαραγκοί. Μάστορες που λέτε εσείς. Σχολείο πήγα αλλά τελείωσα μόνο το δημοτικό. Μετά, σπίτι για να φροντίζουμε τους γέρους. Ο παππούς είχε πάθει ζάχαρο χρόνια πριν και είχε χάσει το πόδι του. Του το έκοψαν. Φταίγαν τα τσίπουρα ή όχι ποιος ήξερε να μας πει αλλά και να ήξερε σιγά μην άκουγε. Ό,τι ήθελε έκανε και κουβέντες δεν σήκωνε. Με τον γέρο δεν τα έβαζε ούτε η επιστήμη, τόσο ξεροκέφαλος άνθρωπος που έσκαγε γάιδαρο.  Το  χέρι βαρύ, αυτό το ήξεραν καλά η γιαγιά μου αλλά και η μάνα μου κι ας ήταν η νύφη. Άμα δεν του άρεσε κάτι, τράβαγε ένα φούσκο για να δηλώσει την δυσαρέσκειά του. Εμένα όμως με αγαπούσε και όλο με ταχτάριζε.

Στην αρχή μάθαινα να ζυμώνω, να φροντίζω τους γέρους και να κάνω τις δουλειές του σπιτιού. Ο πατέρας στις οικοδομές μαζί με τον αδελφό μου. Μεγαλύτερος αυτός είχε αφήσει το σχολείο νωρίτερα. Η μάνα σαν είδε ότι τα κατάφερνα, έφευγε για μεροκάματο όπου έβρισκε.

Στα δεκαπέντε με πάντρεψαν. Δεν με ρώτησε κανείς μην φανταστείτε. Με είχε δει ένας φίλος του αδελφού μου, μάστορας κι αυτός έφτιαχνε στέγες και με δώσανε. Είχε δουλειά άρα ήταν προκομμένος. Μην τα ψάχνετε, γλύτωσε η οικογένεια μου από ένα στόμα. Έτσι γινόταν τότε, έτσι έγινε και με εμένα. Ποιος να φέρει αντίρρηση; Η μάνα μου; Την ίδια τύχη είχε κι εκείνη.

Έφυγα λοιπόν για το σπίτι του άντρα μου με ένα μπόγο ρούχα. Η πεθερά μου σκληρή γυναίκα με έβαλε στη δούλεψη της αμέσως. Για ότι ήθελε Ολυμπία φώναζε, για ότι ζημιά γινόταν εγώ έφταιγα και όταν είχε νεύρα έτρωγα και καμιά ανάποδη. Αυτοί δεν ‘θέλαν άνθρωπο στο σπίτι τους, δούλα τσάμπα ήθελαν και τη βρήκαν.

Ο άντρας μου, κακή του ώρα όπου και να βρίσκεται, ήταν μπερμπάντης και παλιοτόμαρο. Αυτό φάνηκε από την πρώτη ημέρα, τι ‘μέρα δηλαδή, νύχτα. Αυτά τα «ευγενικά» που έχετε εσείς εδώ μέσα εμείς δεν τα ξέραμε. «Άι μωρή ξεβρακώσου να σε πηδήξω» μου είπε όταν βρεθήκαμε μόνοι μας. Να ανοίξει η γη να με καταπιεί ήθελα, αυτόν όμως δεν τον ήθελα με τίποτα. Ήταν και τύφλα στο μεθύσι από τη γιορτή του γάμου και δεν ήξερα από πού να φύγω. Έκανα να πάω κατά την πόρτα, με άρπαξε από το ποδάρι να από δω και με πέταξε στο κρεβάτι. Το μόνο που θυμάμαι ήταν το κλάμα μου. Έκανε τη «δουλειά» του, μου έριξε μια σφαλιάρα και γύρισε πλευρό και κοιμήθηκε.

Μπορεί και να γκαστρώθηκα εκείνο το βράδυ. Στο σπίτι πότε ερχόταν και πότε όχι. Δεν τολμούσα να ρωτήσω. Έτσι να θα μου κοπάναγαν το κεφάλι, γι’ αυτό έμαθα να βγάζω τον σκασμό. Τους γονείς μου κατάφερα και τους είδα με την κοιλιά τούρλα. Θα γεννούσα σε λίγο και αναζήτησα τη μάνα μου. Η πεθερά μου μπορεί και να φοβήθηκε μην ψοφήσω πάνω στη γέννα και της ζήτησε να έρθει. Στα δικά μας τα χωριά κουμάντο έκανε η οικογένεια του άντρα. Που αυτά που έχετε εσείς εδώ …

Γέννησα στο σπίτι την κόρη μου με τη μαμή, τη μάνα μου και την κακοχρονισμένη την πεθερά μου . Μόλις την είδα, κατακόκκινη και τόσο μικρούλα, ορκίστηκα μέσα μου ότι θα της χαρίσω τον κόσμο όλο. Πως θα το κάνω αυτό, ακόμα και σήμερα δεν το ξέρω.

Έως ότου η Γαρυφαλλιά έγινε πέντε ετών, καθόμουν σε αυτό το σπίτι υπομένοντας ό,τι μπορείτε να φανταστείτε. Μέχρι που ο ανεπρόκοπος το έσκασε με μια άλλη κοπέλα. Για να μείνω με τα πεθερικά μου ούτε κουβέντα και σε εσάς μπορώ να πω όλη την αλήθεια.

Παρακαλούσα να πάει στα τσακίδια αυτό το κουμάσι που μου είχαν δώσει για άντρα, να γκρεμοτσακιστεί από καμιά στέγη για να καθαρίσει ο τόπος, τη χάρη όμως δεν μου την έκανε. Πέντε χρόνια με έσκασε και πατσαβούρι να ήμουν καλύτερα θα μου φερόταν».

«Σώπα Ολυμπία μου και δεν είναι κουβέντες αυτές» είπε ταραγμένη η Ρόζα.

«Αυτό που σας λέω. Πήρα το παιδί, έβαλα ξανά σε έναν μπόγο τα ρούχα μας κι έφυγα από το σπίτι. Κανείς δεν με σταμάτησε, κανείς δεν με ρώτησε. Χάρη τους έκανα. Τώρα που ο κανακάρης τους είχε φύγει με τη λεγάμενη, λεφτά στο σπίτι δεν θα έμπαιναν και που να ταΐζεις άλλα δυο στόματα. Τελικά, εμένα η ζωή με έκανε να νοιώθω ότι ήμουν μονίμως εμπόδιο για όλους. Σαν να περίσσευα από παντού.

Γύρισα στους γονείς μου, ο παππούς είχε πεθάνει. Η γιαγιά τα είχε χαμένα, η μάνα είχε κουραστεί και ο πατέρας μαζί με τον αδελφό μου έκαναν όνειρα να γυρίσουν στην Ελλάδα, γιατί γι’ αυτούς ήταν επιστροφή, για εμένα πάλι ένας ξένος τόπος και αδιάφορος.

Βγήκα στο μεροκάματο χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ό,τι δουλειά μου έδιναν την έκανα. Η μάνα έμεινε σπίτι να φροντίζει τη γιαγιά και το παιδί μου και ο μόνος που κατάφερε να φύγει ήταν ο αδελφός μου.

Ήρθε στην Ελλάδα την εποχή που οι οικοδομές και δουλειές υπήρχαν παντού. Δούλεψε κι έφτιαξε την οικογένειά του εδώ. Σαν είδε ότι τα οικονομικά πήγαιναν καλύτερα φώναξε κι εμένα όταν έφτιαχναν τη βίλλα του οικογενειακού σας φίλου του κυρίου Μαστρά. Η γιαγιά είχε πεθάνει, ο πατέρας είχε μεγαλώσει και η μάνα ζούσε μέσα από τη ζωή της Γαρυφαλλιάς. Λεφτά όμως δεν υπήρχαν.

Η κυρία Μαστρά ήθελε εσωτερική γυναίκα. Με πήρε μόνο και μόνο γιατί μιλούσα τη γλώσσα κατά τα άλλα την τύφλα μου δεν ήξερα από αυτά που εκείνη ζητούσε. Αργότερα έμαθα ότι της άρεσε και το όνομά μου, όμως κυρία Ρόζα την αλήθεια πρέπει να σας την πω. Σε χειρότερο σπίτι δεν μπορούσα να πέσω».

«Γιατί;» ρώτησε μην πιστεύοντας στα αυτιά της.

«Ξέρατε τι μας έδιναν για φαγητό καθημερινά;»

«Όχι, τι;»

«Φασολάδα. Το προσωπικό έτρωγε μόνο φασολάδα».

«Αυτά δεν γίνονται Ολυμπία μου! Μάλλον κάτι δεν είχες καταλάβει καλά, η κυρία Μαστρά είναι …»

«Κυρία Ρόζα, η κυρία Μαστρά μας έδινε καθημερινά να τρώμε μόνο φασολάδα γιατί ήταν λέει θρεπτική κι αν δεν με πιστεύετε ρωτήστε και τον κηπουρό σας. Αυτός ξέρει».

«Για συνέχισε» είπε η Ρόζα κουνώντας το χέρι της κι έχοντας γουρλώσει τα μάτια για τα καλά.

«Γύρισα σε μερικά σπίτια, σε όλα πάντα εσωτερική. Τις συστάσεις τις έκανε ο αδελφός μου. Αυτός μου έβρισκε δουλειά μέχρι που γνώρισε τον κύριο Γρηγόρη και δούλευε πλέον γι’ αυτόν. Όταν είχαν πάει στην Αλεξανδρούπολη για εκείνο το έργο που είχε αναλάβει, ο γιός σας του είπε για εσάς και την έγνοια του να μην είστε μόνη σε αυτό το πελώριο σπίτι. Ο αδελφός μου του μίλησε για εμένα, για τα σπίτια που είχα δουλέψει, του πρότεινε να πάρει ότι συστάσεις ήθελε και έτσι βρέθηκα εδώ σε εσάς».

«Με την Γαρυφαλλιά τι έχει γίνει;»

«Τα λεφτά που με πληρώνετε, τα κάνω κομπόδεμα και τα στέλνω στο χωριό, στη μάνα μου για να μεγαλώνει η κόρη μου και να πηγαίνει σχολείο. Εγώ δεν τα χρειάζομαι, μένω μαζί σας άρα έξοδα δεν έχω. Ρούχα, τα λιγοστά που μου χρειάζονται τα έχω και να μην θυμηθώ τα πόσα μου έχει χαρίσει η Ανδριάνα. Τι να τα κάνω εγώ τα λεφτά τώρα πια; Η Γαρυφαλλιά θέλω να γίνει και να αποκτήσει ότι εκείνη ονειρεύεται, φτάνει να έχει όσο πιο πολλά εφόδια μπορεί, γιατί μόνο με την ομορφιά προκοπή δεν κάνεις».

«Είναι όμορφη;»

«Πολύ, πήρε από τον πατέρα της».

«Και τι δουλειά έχει ο κηπουρός μας με την οικογένεια Μαστρά; Θύμησέ μου γιατί έχω μπερδευτεί». Η Ρόζα πεταγόταν από το ένα θέμα στο άλλο. Έπρεπε να το παραδεχτεί ότι τα είχε χαμένα.

Η Ολυμπία γέλασε «δούλεψε και η αδελφή του εκεί και τα ξέρει από πρώτο χέρι».

«Μιλάς σοβαρά;»

«Γιατί δεν τον ρωτάτε;»

Η Ρόζα κούνησε το κεφάλι της πέρα δώθε. Δεν ήξερε τι να πει, ούτε από πού να αρχίσει.

«Δηλαδή θέλεις να μου πεις ότι η κόρη σου ζει με τη γιαγιά της κι εσύ την βλέπεις κάθε Αύγουστο που φεύγεις με άδεια;»

«Μάλιστα»

«Τι μάλιστα μου λες; Μαλλιά και κουβάρια. Αυτά Ολυμπία δεν γίνονται, μόνο στις ταινίες τα βλέπουμε, δεν μπορεί να συμβαίνουν ακόμα και σήμερα» είπε και πετάχτηκε επάνω σαν να την τρύπησε καρφίτσα.

Η κοπέλα δεν απάντησε μόνο την κοίταξε με ένα βλέμμα που οι λέξεις ήταν περιττές.

«Δείξε μου φωτογραφίες της Γαρυφαλλιάς, έχεις;»

«Αν έχω;» είπε και εξαφανίστηκε επιστρέφοντας πίσω σχεδόν πετώντας.

«Πριν μου δείξεις το παιδί σου, εξήγησέ μου κάτι, γιατί δεν μας είπες τίποτα τόσο καιρό;» ρώτησε η Ρόζα έχοντας την έκφραση της απορίας ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.

«Φοβόμουν».

«Τι φοβήθηκες να πεις ότι έχεις παιδί;»

«Ναι κυρία Ρόζα και μην σας φαίνεται περίεργο. Ήθελα να προστατεύσω τη ζωή του παιδιού μου από όλα αυτά που είχα περάσει εγώ. Ένοιωθα ασφαλής να ξέρω ότι ζει με τη μητέρα μου».

«Δεν είναι δικαιολογία αυτή Ολυμπία. Μαζί μας είσαι κάποια χρόνια, δεν ένοιωσες αρκετά ασφαλής μέσα σε αυτό το σπιτικό για να αναφέρεις την ύπαρξη του παιδιού σου;»

Η κοπέλα είχε κατεβάσει το κεφάλι.

«Δεν σε μαλώνω απλώς δεν μπορώ να καταλάβω».

«Τι να καταλάβετε κι εσείς; Μήπως έχετε περάσει από αυτή τη ζωή; Σας βίασε ποτέ ο άντρας σας, σας χτύπησαν; Έχω ακούσει την ιστορία σας τόσες και τόσες φορές και σας διαβεβαιώνω ότι τίποτα δεν έχετε ζήσει ούτε από πόνο αλλά ούτε κι από φτώχια. Οι δικές σας χειρότερες ημέρες ήταν οι δικές μου καλύτερες κι αν δεν μπορείτε να καταλάβετε γιατί δεν είπα τίποτα να σας το εξηγήσω.

Αφού το είχα κρύψει, φοβήθηκα ότι μετά μπορεί να διώχνατε εμένα ή να θύμωνε ο κύριος Γρηγόρης με τον αδελφό μου και να τον έδιωχνε από την δουλειά του. Το ένα ψέμα φέρνει το άλλο κι έτσι σιώπησα, γιατί δουλειές εύκολα δεν βρίσκεις αλλά ούτε οικογένειες σαν την δική σας. Εγώ εδώ ζω σαν αρχόντισσα και ούτε και η μάνα μου δεν μου έχει φερθεί έτσι. Καταλάβατε;»

«Θα σου πω έξω από τα δόντια ότι με προσβάλει και μόνο που σκέφτηκες κάτι τέτοιο. Ειδικά όταν έχεις ζήσει κοντά μας. Θα το κάνω πέρα αλλά θα το θυμάμαι, αυτό να μην το ξεχάσεις ποτέ Ολυμπία. Μόνο τον φόβο καταλαβαίνω, τίποτα άλλο και τώρα φέρε μου να δω φωτογραφίες της μικρής».

Χωρίς δεύτερη κουβέντα, πήγε και τρύπωσε κοντά της και της έδειχνε στο κινητό της τηλέφωνο τη μια φωτογραφία μετά την άλλη.

«Μα αυτό το πλάσμα έχει παραδεισένια ομορφιά» αναφώνησε εντυπωσιασμένη η Ρόζα και συνέχισε «πόσο χρονών είναι;»

«Δεκαέξι».

«Και ζει στο χωρίο με τη γιαγιά της περιμένοντας να δει τη μητέρα της κάθε Αύγουστο; Τρελή είσαι κοπέλα μου;»

«…..»

«Σε ρωτάω γιατί δεν απαντάς; Φύγε τώρα!»

«Που να πάω κυρία Ρόζα, τι μου λέτε;»

Η Ρόζα άφησε κάτω το τηλέφωνο της Ολυμπίας και της μίλησε όσο πιο ήρεμα και σοβαρά μπορούσε.

«Όταν λέω φύγε τώρα, εννοώ μόλις μπορέσεις και πήγαινε να φέρεις την κόρη σου εδώ, μαζί με τη μάνα σου, να μείνουμε όλες μαζί κι αυτό το πλάσμα θα το μεγαλώσω εγώ όπως του αξίζει. Φέρε μου το τηλέφωνο τώρα».

«Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, τι είναι αυτά που λέτε; Η οικογένειά σας τι θα πει; Τα παιδιά, οι νύφες;»

«Λόγο στο σπίτι μου έχω μόνο εγώ Ολυμπία. Άκου δεν γίνονται αυτά τα πράγματα! Δεν στα είπαν καλά μου φαίνεται και δεν κατάλαβες ποια είναι η Ρόζα. Εδώ θα τις φέρεις, να γεμίσει το σπίτι ζωή και να ξαναφτιάξουμε μια καινούργια οικογένεια από την αρχή για την Γαρυφαλλιά» έλεγε και ταυτοχρόνως σχημάτιζε έναν αριθμό στο τηλέφωνό της.

«Ανδριάνα αγάπη μου με ακούς;»

 

 

butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

2 ΣΧΟΛΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here