Η Ρόζα ντρεπόταν. Τον εαυτό της, τις σκέψεις της αλλά και για την μικροπρεπή πλευρά του χαρακτήρα της που μόλις χθες είχε ανακαλύψει και για να λέμε την αλήθεια, που μόλις χθες παραδέχθηκε συνειδητά κι ας την ενοχλούσε.

Με κινήσεις μηχανικές, άπλωσε τη κρέμα στα χέρια της και ξεκίνησε να τα περιποιείται προσεκτικά, δίνοντας έμφαση στους κόμπους των δακτύλων της. Καθισμένη στην δρύινη τουαλέτα με τον οβάλ καθρέφτη, παρατηρούσε με ύφος αλλόκοτο το γερασμένο είδωλο του πρόσωπό της. Χάιδεψε με τα ακροδάχτυλα τις ρυτίδες της. ‘’Πόσες ακόμα;’’ αναρωτήθηκε βλέποντας τις χαρακιές της ζωής αποτυπωμένες στο δέρμα της.

Τα χείλη της είχαν γίνει μια ευθεία γραμμή και η γεύση της πικρίας δεν έλεγε να φύγει από το στόμα της. Ήξερε ότι έπρεπε να ζητήσει συγγνώμη, πως όμως; Αφού δεν υπήρχε αποδέκτης. Οι σαϊτιές των σκέψεων, που όλες αυτές τις ημέρες πέρασαν από το μυαλό της, δεν τις εξομολογήθηκε πουθενά.

Η μπούκλα στο μέτωπό χοροπηδούσε σε κάθε νευρική της κίνηση, όπως πάντα άλλωστε. Την έκανε στο πλάι με μια αφηρημένη κίνηση και πλησίασε ποιο κοντά το πρόσωπό της στον καθρέφτη. ‘’Τι να σου πω;’’ μονολόγησε κι άρχισε να χτενίζει τα μαλλιά της με τη χτένα της, προσεκτικά.

Άνοιξε την ντουλάπα και διάλεξε να φορέσει ένα λινό τυρκουάζ φουστάνι, ανάλαφρο και δροσερό. Το δαχτυλίδι και η βέρα της ήταν υπεραρκετά, με τον ήλιο να λάμπει και με το γαλάζιο του ουρανού να αστράφτει σαν φρεσκοπλυμένο ρούχο, κάθε τι παραπάνω θα ήταν υπερβολή. Ένα ζευγάρι εσπαντρίγιες όμως, σε γλυκό παλ κίτρινο χρώμα της έφτιαχνε τη διάθεση. Της άρεσε αυτό το ανακάτεμα των χρωμάτων, ‘’γη και ουρανός’’ έλεγε.

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και με τα δάχτυλά της, ανακάτωσε ελαφρά τα μαλλιά της. ‘’Ίσως τα λευκά μαλλιά να συμβολίζουν τα σύννεφα που γυροφέρνουν στο μυαλό μας την ώρα που αυτά πια δεν μπορούν να κρυφτούν’’ σκέφτηκε κι άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό. Σηκώθηκε από τη βενετσιάνικη καρέκλα της, άνοιξε την πόρτα και βάδισε προσεκτικά μέχρι το κεφαλόσκαλο.

Η φωνή της Γαρυφαλλιάς ακούστηκε ξωπίσω της.

«Κυρία Ρόζα, τι όμορφα που ήταν όλα χθες, δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω» είπε το κορίτσι χαρίζοντάς της το μεγαλύτερο χαμόγελο.

Η Ρόζα κοντοστάθηκε ξαφνιασμένη. Η Γαρυφαλλιά την έπιασε από το μπράτσο μιλώντας ασταμάτητα.

«Ελάτε, θα κατεβούμε μαζί τη σκάλα. Έτσι κάνω και με τη γιαγιά μου» είπε αλλά αυτό, ενόχλησε τη φιλαρέσκεια της Ρόζας,  ‘’να με συγκρίνει με τη γιαγιά της’’ σκέφτηκε αλλά κουβέντα δεν είπε. Η χαρά του κοριτσιού ήταν τόσο μεγάλη που δεν σταμάταγε να μιλάει.

«… γιατί τελικά ζείτε σαν βασιλιάδες και δεν ξέρετε πόσο χαρούμενη είμαι για την μητέρα μου» είπε κι ένα φρέσκο, δροσερό, φιλί έσκασε στο μάγουλο της Ρόζας χωρίς να το περιμένει.

Η γυναίκα έμεινε με το στόμα ανοιχτό, τέτοιες οικειότητες δεν έδινε εύκολα αλλά αυτό το πλάσμα είχε τόση αθωότητα και χαρά επάνω του, που χαλάλι του. Ακούμπησε με την παλάμη της το μάγουλό της λες και ήθελε να κρατήσει στη χούφτα της την στιγμή. Το πρόσωπό της έλαμψε.

«Κυρία Ρόζα, Γαρυφαλλιά μην …» προσπάθησε να συνετίσει την κόρη της η Ολυμπία μα την διέκοψε η ίδια η Ρόζα.
«Αυτό το μονάκριβο, δροσερό φιλί έχω να το νοιώσω από τότε που η Ανδριάνα ήταν τόση δα. Άστα Ολυμπία η κόρη σου ήταν το μεγαλύτερο δώρο που μπορούσα να έχω γι’ αυτό το πρωινό» είπε και ζήτησε να καθίσουν όλες μαζί να πάρουν πρωινό στον κήπο.

Η Ολυμπία την κοίταξε καλά-καλά.

«Τι με κοιτάς έτσι; Δεν το αξίζουμε όλες μας νομίζεις; Γαρυφαλλιά πιάσε μου το τραπεζομάντηλο, όχι αυτό κορίτσι μου, το άλλο, ναι αυτό και τις χαρτοπετσέτες και βοήθησε τη μητέρα σου. Εγώ πάω να στρώσω έξω» είπε και βγήκε από την πόρτα της κουζίνας κορδωτή.

Οι τρεις τους κάθισαν κάτω από το πεύκο.

Η Ρόζα ατένιζε τις πικροδάφνες και άκουγε το τιτίβισμα της μικρής. Πόσο διαφορετική από τα δικά της εγγόνια. Η Γαρυφαλλιά είχε εντυπωσιαστεί από τις πιατέλες, τον κόσμο, τα φαγητά. Γελούσε με τις κινήσεις ή τις εκφράσεις των ανθρώπων, τις έβρισκε εξαιρετικά εξεζητημένες. Η μητέρα της προσπαθούσε με το χέρι κάτω από το τραπέζι να της τσιμπήσει το μπούτι αλλά δεν προλάβαινε. Το γέλιο της Γαρυφαλλιάς και η ευτυχία της βοηθώντας τη μητέρα της έκαναν τη Ρόζα να μονολογήσει για τα δικά της παιδιά ‘’γαϊδούρια’’ και έκανε νόημα στην Ολυμπία να αφήσει τη μικρή να γευτεί τη χαρά της ολόκληρη. Τι κρίμα που όλοι γύρω της θεωρούσαν τα πάντα δεδομένα. Μήπως όμως και η ίδια δεν είχε περάσει σε αυτή την αντίπερα όχθη;

«Ολυμπία, μόλις τελειώσουμε με το πρωινό, θα ήθελα να πάρεις τη μικρή και να φύγετε. Να πάτε μέχρι τη θάλασσα, να κάνει ένα μπάνιο».
«Τι λέτε τώρα κυρία Ρόζα γίνονται αυτά τα πράγματα; Έχουμε δουλειές, εδώ».

Η Γαρυφαλλιά με μπουκωμένο το στόμα κοιτούσε χωρίς να μιλάει, πότε τη μητέρα της και πότε τη Ρόζα.

«Πάρε άδεια καλό μου κορίτσι, εγώ στη δίνω, να χαρεί και λίγο τούτο το μικρό» είπε και χάιδεψε τα μακριά μαλλιά της Γαρυφαλλιάς. «Και μην ανησυχείς, θα ειδοποιήσω την Ανδριάνα, αν μπορεί θα έρθει, έχουμε καιρό να μείνουμε λίγο οι δυο μας, να τα πούμε» είπε και κάνοντας μια κίνηση με το χέρι της, σταμάτησε την Ολυμπία που ήταν έτοιμη να φέρει αντιρρήσεις.

«Πάρε τη μακρομαλλούσσα και δρόμο» είπε χαμογελώντας «Γαρυφαλλιά μου, φέρε μου κούκλα μου το τηλέφωνο» είπε κι έκλεισε λίγο τα μάτια για να απολαύσει το αεράκι.

 

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

 

Μάνα και κόρη έφυγαν φορώντας τα καπέλα τους και κουνώντας το χέρι για χαιρετισμό.

«Μην βιαστείτε να γυρίσετε» φώναξε η Ρόζα και μόλις τις είδε να κλείνουν την καγκελόπορτα, άφησε ένα ‘’ουφ’’ να βγει από μέσα της και κάλεσε την Ανδριάνα.

«Έρχομαι» της είχε απαντήσει και τώρα καθόταν οι δυο τους με δυο κούπες καφέ στο χέρι.

«Τα έκανα σαν τα μούτρα μου» είπε η Ρόζα.
«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς».
«Ντράπηκα Ανδριάνα, αυτή τη μάνα που είχα απέναντί μου και το στρεβλό μου το μυαλό» είπε και με μια απότομη κίνηση χτύπησε με τη μπουνιά της ελαφρά το κεφάλι της.
«Υπερβάλεις, για άλλη μια φορά νομίζω» είπε η Ανδριάνα και η εξομολόγηση της Ρόζας που έψαχνε χαραγματιά να βγει για να απελευθερώσει την ψυχή της, κύλησε σαν το νερό.

«Ήθελα να κάνω επίδειξη, να δείξω ποιος έχει το πάνω χέρι και τώρα το μόνο που θέλω είναι να με μουντζώσω» είπε.
«Μα δεν έκανες κάτι υπερβολικό» απάντησε βαριεστημένα η Ανδριάνα.
«Όχι δεν έκανα, σκέφτηκα όμως…»
«Δηλαδή;»
«Τι δηλαδή και πράσινα άλογα, πήγα να κάνω το κομμάτι μου σε μάνα που έχει χάσει το παιδί της» είπε και κατέβασε ντροπιασμένη το κεφάλι.

Με το μυαλό μου είχα φτιάξει σενάρια. Τι να σου πρωτοπώ κι εγώ δεν ξέρω. Πρώτα απ’ όλα ήμουν σίγουρη ότι ο Κωνσταντίνος θα έβλεπε την Γαρυφαλλιά και θα είχαμε τα πρώτα δείγματα για το δράμα που θα ακολουθήσει, γιατί εδώ που τα λέμε το κορίτσι αυτό είναι σαν ζωγραφιά κι εγώ αν ήμουν άντρας θα κολαζόμουν».

«Είσαι με τα καλά σου; Η Γαρυφαλλιά είναι παιδί!»

«Ε και; Τόσα ακούμε καθημερινά, μπορεί να ζούσαμε κι αυτό, ποιος θα το απαγόρευε;» απάντησε η Ρόζα που το πείσμα της είχε αρχίσει να παίρνει τη γνωστή του θέση στη κουβέντα τους.

«Να κλείσεις την τηλεόραση» απάντησε η ανιψιά της.

«Καλά, κάνε κι εσύ τη καμπόση τώρα και κάτι θα αλλάξει νομίζεις. Μα δεν ντρέπομαι γι’ αυτό, τη μάνα του Κωνσταντίνου ντράπηκα κι εκείνο τον πατέρα με το σκυμμένο κεφάλι και τα μάτια τα αγέλαστα.

Γυάλισα τα ασημικά μου, καθάρισα τα κρύσταλλα, γέμισα το σπίτι με λουλούδια, έβαλα την Ολυμπία και την Γαρυφαλλιά να στήσουν φαναράκια με ρεσώ για να φτιάξουν το μονοπάτι που θα περνούσε η οικογένεια και έβγαλα τις πιο ακριβές πιατέλες μου, είπε κουνώντας το κεφάλι της με λύπη.

Γαρίδες κοκτέιλ», συμπλήρωσε περιγελώντας τον εαυτό της.

«Ειλικρινά δεν σε καταλαβαίνω, έδωσες τον καλύτερό σου εαυτό για ένα γεγονός που από μόνο του είναι ευχάριστο. Την εγγονή σου παντρεύεις και καλοδέχτηκες τους γονείς του γαμπρού. Ρόζα τι συμβαίνει;»

«Ότι ο μεγάλος αδελφός του Κωνσταντίνου έχει αυτοκτονήσει το ξέρεις; Το γνώριζες;»
«Η αλήθεια είναι πως ναι».
«Τι να σου πω κι εσένα. Μα καλά, με αφήνετε και κάνω τη ‘’ξύπνια’’ και αυτά που πρέπει να πείτε δεν τα λέτε».
«Ήμουν σίγουρη ότι το ήξερες, αλλά η επανάληψη τι θα άλλαζε; που θα σε επηρέαζε;»
«Αν μου το είχες πει, το έχω ξεχάσει. Με έφαγε η κακία μου για τις σκέψεις που έκανα γι’ αυτή την οικογένεια».
«Έλα τώρα, λες και σε σταματάει κανείς όταν το μυαλό σου σηκώσει μποφόρια».
«Άκου, τον Κωνσταντίνο δεν τον συμπαθώ και αυτό δεν θα μου το βγάλεις από το μυαλό, στους γονείς του όμως μπορούσα να μην κάνω επίδειξη. Ας το έκανα πιο οικογενειακό, να νοιώσουν κι εκείνοι πιο ανθρώπινα. Δεν έκανα τίποτα από αυτά που υποσχέθηκα στο Γρηγόρη, παρά μόνο φιγούρα.

Ήμουν σίγουρη όμως, ότι οι γονείς του θα ήταν το ίδιο αντιπαθητικοί με τον γιό τους και μπορεί να είναι, μα τα πήρα όλα πίσω όταν έμαθα για το παλικάρι που έχασαν. Ώχου και η καρδιά μου σηκώνει βαρίδι από χθες».

«Δηλαδή τι θα έπρεπε να κάνεις; Να κρεμάσεις μαύρες πλερέζες; Είσαι με τα καλά σου; Μια χαρά τα έκανες και καλύτερα που δεν ήξερες, ή που είχες ξεχάσει τον θάνατο του αδελφού του».

«Δεν ήταν θάνατος, αυτοκτονία ήταν από βαριάς μορφής κατάθλιψη. Τον βρήκα κρεμασμένο, με ένα σημείωμα που έγραφε ‘’συγγνώμη σας αγαπώ’’» έλεγε η Ρόζα και τα μάτια της είχαν βουρκώσει. «Καταλαβαίνεις μωρέ τι έχουν ζήσει αυτοί οι άνθρωποι; Και τι να της έλεγα αυτής της μάνας; τι να την ρώταγα; έμεινα βουβή και της κράτησα μόνο το χέρι. Μονολογούσε η έρμη ότι εκείνη έφταιγε, ότι δεν κατάλαβε εγκαίρως, ότι δεν μπόρεσε να κάνει αυτά που έπρεπε και την καταλαβαίνω Ανδριάνα μου μέσα από τη ψυχή μου. Έτσι λέω κι εγώ για τα παιδιά μου ‘’δεν κατάλαβα, τα λάθη όλα τα κουβαλάω μέσα μου και για κάθε κακό φταίω εγώ’’.

Δεν ευχαριστήθηκαν, την έβλεπα εγώ όταν τα μάτια της πλανιόταν πέρα από φως, όταν κοιτούσε το σκοτάδι λες και περίμενε να τον ‘’δει’’ να ξεπροβάλει από κάπου. Σαν να ήταν φάρσα όλο αυτό, ένα κακοπροαίρετο αστείο που από στιγμή σε στιγμή θα τελείωνε. Να ζουν αυτοί οι γονείς με αυτό το μαρτύριο, με αυτή την αγωνία και το ανάθεμα να το κουβαλούν όλο στις πλάτες τους.

Ένας καραγκιόζης ήμουν χθες το βράδυ, που πάλευα να τους κάνουν να ξεχαστούν. Ένα γελοίο υποκείμενο Ανδριάνα μου. Έπρεπε να έχω ρωτήσει και να έχω μάθει περισσότερα πράγματα, να μπορώ να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων. Μάνα εκείνη, μάνα εγώ, επιδείκνυα τα παιδιά, τα εγγόνια μου, τα καλούδια μας και τις γαρίδες κοκτέιλ. Πω, πω, πω να ήξερες μόνο πόσο έχω ντραπεί. Έτσι και μου τα ψάλλει ο Γρηγόρης δίκιο θα έχει.

Η κυρία Φουρτούνη ποτέ δεν το ξεπέρασε, ούτε κι ο άντρας της. Μα γίνεται να ξεπεράσεις ποτέ κάτι τέτοιο;» μόνη της ρωτούσε και μόνη της απαντούσε «ούτε ψύλλος στον κόρφο τους».

«Εντάξει όλα αυτά, εσύ που φταις δεν καταλαβαίνω;»

«Ότι ήθελα να παραστήσω την κυρία της υψηλής κοινωνίας, της γιαγιάς που τους κάνει μεγάλη χάρη που τους βάζει στο σπίτι της. Της αρχόντισσας, γιατί βλέπεις ξέχασα ότι τυχαία βρέθηκα από τις λάσπες στα σαλόνια. Το μόνο σίγουρο είναι ότι είμαι μια ξιπασμένη γριά που ανακατεύομαι εκεί που δεν με σπέρνουν» είπε.

«Άλλαξε η γνώμη σου για τον Κωνσταντίνο;»

«Τρελή είσαι; Με τίποτα. Ένας βλάκας και μισός είναι με περικεφαλαία, μάλλον όχι, βλάκας δεν είναι, βολεψάκιας είναι και θα πάρει στο λαιμό του και την Φαίδρα. Τρομαγμένα χαμογελάει το πουλάκι μου το είδες; Μαζεμένο σε μια άκρη, χωρίς πυγμή, χωρίς τίποτα κι εκείνη η μάνα της … απερίγραπτη όπως πάντα».

«Ρόζα τελικά τι θέλεις;»

«Τι να θέλω; Να σας δω ευτυχισμένους, αυτό μόνο».

«Τότε άσε μας να ζήσουμε τις ζωές μας όπως εμείς κρίνουμε. Δεν μπορεί να ανακατεύεσαι σε όλα και να σου πω και κάτι; Ότι η Δήμητρα επέτρεψε να γίνει το τραπέζι εδώ, μετά τα όσα της έχεις σούρει, δεν το περίμενα. Ήμουν σίγουρη ότι θα σε άφηνε απ’ έξω, έτσι για να πάρει το αίμα της πίσω. Η Φαίδρα είναι δικό της παιδί, όχι δικό σου για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους».

«Η Δήμητρα όπου έχει τσάμπα φαγητό και όποιος της πληρώνει τα έξοδα, ξεχνάει την λέξη αξιοπρέπεια. Θυμάσαι μετά από κάθε συγκέντρωση, που ερχόταν κι άνοιγε το ψυγείο και έπαιρνε ό,τι είχε περισσέψει; Μα πόσο μου την έδινε στα νεύρα αυτό. Γυρνούσα μια ημέρα από την δουλειά και περίμενα πως και πώς να φάω αυτά που είχαν περισσέψει. Άνοιξα το ψυγείο και το βρήκα άδειο, της τηλεφώνησα και την ρώτησα αν πέρασε από το σπίτι για να το ‘’συγυρίσει’’ και το παραδέχτηκε, της είχα βάλει κάτι φωνές που πρέπει να με άκουσαν μέχρι τη πέρα γη, της έκλεισα το τηλέφωνο κατάμουτρα και μετά έβαλα τα κλάματα. Οι λιχουδιές βρισκόταν όλες στο στομάχι της Δήμητρας. Τέτοια είναι. Κατάλαβες;»

«Βέβαια και κατάλαβα, ότι δεν έχεις με τι να ασχοληθείς και παιδεύεις εμάς. Τελικά τι αποφασίσατε για το γάμο;»

«Όλα θα γίνουν εδώ κι αυτή τη φορά το λέω με την καρδιά μου. Πες ότι μου σημάδεψε την καρδιά η μητέρα του Κωνσταντίνου».

«Ρόζα, κάνε ό,τι θέλεις, μόνο άσε τα παιδιά και όλους εμάς στην ησυχία μας. Μην ανακατεύεσαι άλλο στις ζωές μας, δεν μας κάνεις καλό. Κοίτα τον Σπύρο, τι κατάφερες; Να είναι ένα μεγάλο παιδί και να δίνει μάχες με ανεμόμυλους. Μην στέκεσαι δίπλα του άλλο, άφησέ τον να βρει τη δικιά του διαδρομή».

«Φοβάμαι Ανδριάνα μην κάνει καμία τρέλα. Νομίζεις ότι απέχει πολύ από τον γιό της κυρίας Φουρτούνη;»

«Προσπαθώντας να διασκεδάσεις με το μυαλό σου τη μοναξιά σου, ασχολείσαι με βλακείες και δεν παρακολουθείς τα γεγονότα καθόλου. Τραγικοποιείς τις καταστάσεις κι αυτό να το προσέξεις γιατί κάνει σε όλους μας κακό».

«Για γίνε ποιο συγκεκριμένη» είπε σηκώνοντας τα φρύδια και ανοίγοντας τα μάτια διάπλατα.

Η Ανδριάνα σηκώθηκε και γυρνώντας έφερε μια κανάτα και δυο ποτήρια για νερό.

«Κοράκιασα τόση ώρα» είπε και ρούφηξε το παγωμένο νερό. Σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού της τα χείλη της και συνέχισε. «Η Στέλλα …»

«Μην μου μιλάς για δαύτη!»

«Η Στέλλα» συνέχισε «έχει μετανιώσει, γιατί τίποτα απ’ όλα αυτά που φαντάστηκε ότι θα μπορούσαν να συμβούν στη ζωή της, δεν έγιναν. Έχει φάει την προδοσία με το κουτάλι».

Η Ρόζα ξεροκατάπιε κι έστησε το κορμί της στον ξύλινο καναπέ. Η συζήτηση είχε αρχίσει να έχει ενδιαφέρον. «Τι θέλεις να πεις; Που τα ξέρεις όλα αυτά;»

«Άσε που τα ξέρω, δεν έχει σημασία και δεν ξέρω και αν θα καταλάβεις. Τέλος πάντων, η Στέλλα έφυγε από τον Σπύρο γιατί είχε δεσμό με τον πατέρα μιας συμμαθήτριας της κόρης της. Ξέρεις πως είναι όλα αυτά στην αρχή. Η τρέλα του έρωτα, τα λόγια του αέρα, οι επιθυμίες που σε πιέζουν να αλλάξεις τρόπο ζωής, ακόμα και βίαια ορισμένες φορές, αψηφώντας τα λάθη ακριβώς όπως το έκανε η Στέλλα. Μόνο που…»

«Μην με σκας κορίτσι μου, λέγε».

«Αν θυμάμαι καλά τον λένε Σταύρο. Γνωρίστηκαν κατά το χρονικό διάστημα που η Μυρτώ έπαιζε βόλεϊ. Μαζευόταν οι γονείς στις κερκίδες και καταλαβαίνεις τώρα ότι το ένα φέρνει το άλλο. Στην αρχή ήταν ‘’να σας κεράσω έναν καφέ στο κυλικείο’’, μετά κόβεται ο πληθυντικό και λίγο αργότερα τον καφέ τον έπιναν κάπου παραέξω, έτσι για να αλλάξουν παραστάσεις.

Μετά ξεκίνησαν οι ‘’υπερωρίες’’. Αυτό που ο Σπύρος δεν κατάλαβε, ήταν ότι ξαφνικά η Στέλλα έδινε περισσότερη σημασία στην δουλειά της, εις βάρος της κόρης της και αφιέρωνε τόσο πολύ χρόνο στο γραφείο, που θα έπρεπε να πάρει έστω μια μικρή αύξηση ή να πληρωθεί έστω για μια ώρα υπερωρίας. Αυτές οι ανάσκελες ‘’υπερωρίες’’ δεν πληρώνονται, της πληρώνεις …

Ερωτεύθηκε και δεν μπορώ να την κατηγορήσω γι’ αυτό. Δυστυχώς συμβαίνει, άνθρωποι είμαστε, ο τρόπος όμως της συμπεριφοράς της με κάνει να μην μπορώ να την συγχωρήσω».

«Τι εννοείς, θα γυρίσει πίσω στον Σπύρο;»

«Θα σου πω τι ακριβώς ξέρω Ρόζα και ας μην βιαστούμε να βγάλουμε συμπεράσματα. Με τον Σταύρο η Στέλλα φαντάστηκε ότι θα ξεκινούσε μια καινούργια ζωή. Είναι παντρεμένος κι όταν η νύφη σου το έβαλε στα πόδια, το έκανε γιατί της έταζε ότι θα ζούσαν μια ζωή μαζί. Παραμύθια δηλαδή, γιατί ο κύριος αυτός τα είχε μετρήσει όλα.

Διέλυσε το σπίτι της από την παρόρμηση του ονείρου της κι όταν έφυγε από τον Σπύρο, ο Σταύρος φοβήθηκε και της γύρισε την πλάτη. Ίσως όχι αμέσως αλλά τα έφερε έτσι ώστε της εξομολογήθηκε ότι ‘’δεν μπορούσε να διαλύσει το σπίτι του και να πληγώσει το παιδί του’’. Ήταν όμως ήδη αργά για την Στέλλα και τώρα πληρώνει τα λάθη της και την αμυαλιά της».

«Δηλαδή;»

«Οικονομικά αιμορραγεί καθημερινά, έχασε το σπίτι της, η Μυρτώ βρίσκεται σε μια έξαλλη κατάσταση μονίμως μαζί της και ζουν σε ένα χρέπι γεμάτο υγρασία».

«Πως αιμορραγεί, αφού ο Σπύρος πληρώνει για εκείνη και το παιδί σχεδόν όσα βγάζει!»

«Δεν ξέρω τι κάνει ακριβώς, οι τράπεζες όμως την κυνηγούν, εκείνη δεν απαντάει στις κλήσεις του και εκείνοι με τη σειρά τους, επικοινωνούν με τον Σπύρο. Δάνεια έχει πάρει από παντού, έχει μείνει μόνη της και για μάντεψε …»

«Τι; Έχω ήδη ζαλιστεί με όσα έχω ακούσει».

«Δεν θέλει να δώσει το διαζύγιο στον Σπύρο».

«Τι; Πως τολμάει;»

«Αυτό που ακούς, δεν έχει σκοπό να τον απελευθερώσει εύκολα από την παρουσία της. Κατά βάθος πιστεύω ότι θα της ‘’άδειαζε’’ τη γωνιά αν ο Σπύρος ‘’έσκαγε’’ από το ποτό».

«Μα ήδη έχει καταφέρει και το έχει ελαττώσει εντυπωσιακά πολύ. Το δείχνουν και οι εξετάσεις, έτσι δεν είναι;» ρώτησε η Ρόζα με αγωνία.

«Ναι έτσι ακριβώς κι εκεί είναι που τα βρίσκει δύσκολα. Γιατί ο Σπύρος έχει βάλει πλώρη να σταθεί στα πόδια του αντρίκια και την Στέλλα, για την ώρα, ούτε να την βλέπει δεν θέλει. Είναι πιο δύσκολο για τους άντρες να αποδεχτούν το κέρατο …»

«Μπα μην το λες, κοίτα τον Γρηγόρη» απάντησε ειρωνικά η Ρόζα.

«Αυτός είναι από άλλο ανέκδοτο, μην τα συγκρίνεις. Το θέμα είναι ότι για οικονομικούς καθαρά λόγους και με τη γεύση της προδοσίας στο στόμα, η Στέλλα έχει μείνει μόνη της αγκαλιά με τον σκύλο της και με την Μυρτώ να ετοιμάζεται να δώσει εξετάσεις για να σπουδάσει ψυχολογία».

«Το ήξερες ότι η μικρή σου εγγονή έχει αλλάξει ψυχολόγο;»

Η Ρόζα είχε αποκάμει και είχε ξαπλώσει την πλάτη της στη ράχη του ξύλινου καναπέ.

«Δεν ξέρω τι γίνεται μέσα στην οικογένειά μου, τι κάνουν τα παιδιά μου κι εσύ μου λες για την ψυχολόγο; Ιδέα δεν έχω!»

«Ναι, μου το είπε η ίδια όταν μου ζήτησε να την πάω με το αυτοκίνητο γιατί είχαν απεργία τα λεωφορεία. Τα έχασα κι εγώ μην νομίζεις, αλλά ήταν πολύ συγκεκριμένη ‘’η κυρία Μαρία δεν μπορούσε να με βοηθήσει άλλο, έμενα στάσιμη, με την καινούργια πηγαίνω πολύ γρήγορα και έχουμε εστιάσει στο θέμα των σπουδών γιατί μόνο αυτό με ενδιαφέρει’’ είπε και να σου πω την αλήθεια παρακαλάω από μέσα μου να περάσει στη σχολή της Κρήτης. Να φύγει απ΄ όλες αυτές τις άρρωστε επιρροές. Να ζήσει και να δει τον κόσμο έξω από την προστασία της οικογένειας, να πάει να δουλέψει, να πιάσει δίσκο στα χέρια της, που το μόνο που τη μέλη είναι τα πλαστικά νύχια! Μου γυρνάει το μυαλό ανάποδα κάθε φορά που τη βλέπω. Να φύγει, να φύγει Ρόζα και να ανοίξει τα φτερά της όσο πιο πολύ μπορεί και να πετάξει ψηλά σαν τον αετό».

«Τελικά η Στέλλα θα γυρίσει στον Σπύρο δεν κατάλαβα;»

«Το χαβά σου εσύ! Για να γυρίσει πίσω η Στέλλα θα πρέπει πρώτα να παραδεχθεί ότι έχει κάνει λάθος και στη συνέχεια να ζητήσει συγγνώμη. Έχει ζητήσει ποτέ συγγνώμη; Έχει παραδεχθεί ποτέ έχει κάνει λάθος, έστω για το πιο χαζό πράγμα, για θυμήσου».

«Δίκιο έχεις, ποτέ αλλά από την άλλη πάντα υπάρχει η πρώτη φορά».

«Θα το έκανε αν κατά βάθος είχε αγαπήσει τον Σπύρο αλλά όπως πολύ σωστά έχεις πει, όσο μυρίζει το άρωμα του χρήματος, θα γυρνάει σαν το αρπακτικό πάνω από θήραμά της. Θα αλλάξει τα φώτα στον γιό σου μέχρι να βγει το διαζύγιο».

«Ο Σπύρος είναι αποφασισμένος;»

«Ναι, γιατί έχει καταλάβει ότι του αξίζει μια νέα και όμορφη ζωή».

«Σύντροφο έχει βρει; Μια παρέα βρε παιδί μου, μια γυναίκα να του ομορφαίνει τις στιγμές».

«Κάτι υπάρχει αλλά δεν είμαι ακόμα σίγουρη».

«Τις είδα τις σιγουριές μας και τις ευχαριστήθηκα. Φαντάσου μόνο ένα πράγμα, να βρίζω τον Κωνσταντίνο, που στο στομάχι μου κάθετε και τελικά να μας κάνει την έκπληξη και να βγει μια χαρά άνθρωπος» είπε κοίταξε ένα γύρω τα δέντρα και έμεινε με το βλέμμα καρφωμένο στο πορτοκαλί του ουρανού. «Με πνίγει η δύση, στο έχω πει νομίζω» συνέχισε και έκλεισε για λίγο τα μάτια.

«Ρόζα είσαι καλά;» είπε ανήσυχη η Ανδριάνα βλέποντάς της ακίνητη.

«Πώς να είμαι καλά βρε παιδί μου, αυτό δεν είναι οικογένεια που έχω κάνει, το σπίτι του κερατά είναι» είπε.

Μια μηχανή ακούστηκε από μακριά. Ο οδηγός με το κράνος σταμάτησε στην είσοδο κάνοντας μια θεαματική φιγούρα.

«Που είναι η χιονούλα μου;» φώναξε και η Ρόζα σχεδόν πετάχτηκε επάνω. Δεν τα κατάφερε αλλά προσπάθησε.

«Νικόλα μου, αγάπη μου είπε» κι άνοιξε τα χέρια της σε μια μεγάλη αγκαλιά «τι κάνεις εδώ;»

«Μου έλειψες γιαγιά όσο δεν φαντάζεσαι» είπε και έσκυψε και τη φίλησε. Το αγόρι αυτό ήταν πάντα η μεγάλη της αδυναμία. Τον έβλεπε να μεγαλώνει, τον καμάρωνε και η καρδιά της χτυπούσε πιο γρήγορα κάθε που τον έβλεπε. Μια εικόνα είχε στα μάτια της, τον Νικόλα ενός έτους, να προσπαθεί να κρατηθεί από το πιθάρι που είχε στον κήπο της. ‘’Ο μικρός γυμνός θεός έρωτας’’ έτσι τον είχε φωτογραφήσει και η φωτογραφία του αυτή κοσμούσε το τζάκι της, στο μικρό σαλόνι.

«Αγάπη μου» είπε για άλλη  μια φορά «έλα να καθίσεις κοντά μου, σε λίγο θα έρθει και η Ολυμπία με την Γαρυφαλλιά, πόσο θα χαρώ να γνωρίσεις αυτό το κορίτσι» είπε.

«Χιονούλα, ξέχνα τα προξενιά» είπε ο Νικόλας, «σε ξέρω από την καλή και από την ανάποδη, δεν μασάω».

«Όχι δα και προξενιά, για ποια με πέρασες;»

«Για αυτό που είσαι» απάντησε στη γιαγιά του και της ανακάτεψε με το χέρι τρυφερά τις μπούκλες της.

«Ανδριάνα» είπε στη θεία του «αργούμε με αυτό το διαζύγιο;»

«Μάλλον, γιατί;» τον ρώτησε υποψιασμένη. Κάτι αδιόρατο την έκανε να ανησυχεί.

«Γιατί δεν την αντέχω άλλο, την ανέχομαι μόνο για την αδελφή μου και δεν ξέρω πώς να την ξεφορτωθώ. Θέλω να εξαφανιστεί από τη ζωή μας, γίνεται;»

Οι δυο γυναίκες κούνησαν ταυτοχρόνως το κεφάλι «έλα ντε, γίνεται;» αναρωτήθηκε η Ρόζα.

Η Ανδριάνα μισόκλεισε τα μάτια, δάγκωσε το κάτω χείλος της και απάντησε στον Νικόλα χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά, «κράτα την σε απόσταση. Η αδελφή σου είναι δικαιολογία, πάτα στα πόδια σου γερά και μην ξεχνάς τι σου έκανε» είπε και τα ρουθούνια της άνοιξαν διάπλατα.

«Τι λέτε; Κάτι έχω χάσει;» ρώτησε η Ρόζα, μα κανείς δεν της απάντησε.

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here